.
Guess it's true, I'm not good at a one-night stand
But I still need love 'cause I'm just a man
These nights never seem to go to plan
I don't want you to leave, will you hold my hand?
This ain't love it's clear to see
But darling, stay with me
Δεν του μίλησε, μόνο γύρισε και έφυγε. Έτρεξε στο διάδρομο νιώθοντας τη γη για πρώτη φορά κάτω από τα πόδια της, να κινείται αλλόκοτα, να μπερδεύει τα βήματα της. Σκόνταψε και έπεσε στον τοίχο, και η μοκέτα που τον έντυνε βρωμούσε ιδρώτα και τσιγάρο, κόλλησε πάνω της.
Άκουσε το όνομά της πίσω της. Το δικό της όνομα. Και το αίμα που κάθε μέρα της έκαιγε τις φλέβες τώρα πάγωσε. Έσπρωξε βίαια το κορμί της όρθιο και συνέχισε να τρέχει, κατέβηκε τις σκάλες αλαφιασμένη και χώθηκε στα καμαρίνια. Η Κούλα φυσικά την είδε και την πήρε από πίσω, μα μέχρι να την φτάσει εκείνη είχε ήδη αρχίσει να πασχίζει για μιαν ανάσα σαν οι τοίχοι στένευαν, το δωμάτιο μίκραινε. Δεν τη χωρούσε.
«Τρελάθηκες Δρόσω;» Μπήκε μέσα φουριόζα, με μαύρα πούπουλα να ξεκολλούν από το σάλι της. «Αφήνεις έτσι τον πελάτη στα κρύα του λουτρού;»
«Διώξτον, μαντάμ Κούλα», δεν αναγνώρισε τη φωνή της. «Διώξτον ή στείλε του κάποιαν άλλη, εγώ εκεί μέσα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναπάω».
«Τι έγινε; Τι σου έκανε;»
«Τίποτα δεν μου έκανε αυτός, και ούτε θα μου κάνει».
«Τον ξέρεις;» της έπιασε το χέρι, την γύρισε να την κοιτάξει. «Τι συμβαίνει κορίτσι μου, εξήγησε μου!»
«Είναι από το χωριό μου», είπε απεγνωσμένα. «Ο αδερφός του είναι παντρεμένος με την Ασημίνα».
Δεν ήταν δυνατόν. Δεν συνέβαινε στα αλήθεια αυτό το πράγμα, δεν γινόταν.
«Την αδερφή σου;»
«Ποια άλλη;» έπιασε το μέτωπό της. Έκαιγε ολόκληρη. «Πώς στο καλό βρέθηκε εδώ πέρα, θα τρελαθώ…»
Νόμιζε ότι ήταν εκείνος όταν άκουσε βαριά βήματα να πλησιάζουν. Ευτυχώς πίσω από την κουρτίνα του καμαρινιού ξεπρόβαλλε ο Νώντας. «Πάλι γυμνάσια μας κάνεις, Δρόσω; Τι θα γίνει, βγήκε ο άλλος από μέσα και ξεσήκωσε το μαγαζί».
Τον φαντάστηκε να την ψάχνει ανάμεσα στα τραπέζια, να φωνάζει το όνομά της… Πιάστηκε από τον τοίχο καθώς ένιωσε τα γόνατά της να λυγίζουν. Τόσες πόλεις, τόσα μαγαζιά, τι δουλειά είχε εδώ ο Κωνσταντής;
«Άσε μας λιγάκι Νώντα», τον έκοψε η Κούλα. «Έχουμε ένα σοβαρό ζήτημα να λύσουμε».
«Όλο ζητήματα είστε, να πούμε. Και ο καψερός έχει μείνει με την καύλα να χτυπάει ταβάνι έτσι που τον άφησε. Να του στείλω τη Στέλλα;»
«Δεν είναι αυτό, Νώντα», βόγκηξε εκείνη θέλοντας να ανοίξει η γη να την καταπιεί.
«Δρόσω… Σε πέντε λεπτά σε θέλω να τον παίρνεις από το χεράκι και να τον ανεβάζεις πάνω. Αλλιώς τα μαζεύεις και φεύγεις. Ορίστε μας, το 'χουμε κάνει ξέφραγο αμπέλι εδώ μέσα». Και έφυγε με το ίδιο βιαστικό βήμα με το οποίο είχε μπει.
Αμέσως τον άκουσε απ' έξω να μιλάει δυνατά, να αρχίζει να καυγαδίζει με κάποιον… Με εκείνον. Αναγνώρισε τη βαθιά φωνή. Της φάνηκε σαν να είχε βγει από μια αλλιώτικη ζωή, τόσο μακρινή από το παρόν της. Ποτέ δεν περίμενε να τον ξανασυναντήσει.
Είχε καιρό να νιώσει την καρδιά της να χτυπάει. Ήταν τώρα ξέφρενη, σφυροκοπούσε μέσα στο στήθος της.
«Άκουσέ με κορίτσι μου», η Κούλα την άρπαξε από το μπράτσο, προσπάθησε να την συνεφέρει. «Ό,τι έγινε έγινε. Σε είδε εδώ μέσα, πάει και τελείωσε. Αν τον αφήσεις να φύγει θα μάθουν όλοι στο χωριό σου που δουλεύεις και τι κάνεις. Γι' αυτό σου λέω, πήγαινε έξω να τον βρεις. Δώσε του αυτό που θέλει και άσ' τον να πάει στην ευχή του Θεού. Πλήρωσε για σένα, Δρόσω. Πλήρωσε χοντρά».
Δεν περίμενε ότι υπήρχε κάτι που θα την έκανε να νιώσει καλύτερα, όμως βρέθηκε να παρακολουθεί τα χείλη της Κούλας με φρύδια σμιγμένα. Καθόλου άδικο δεν είχε.
Ο Κωνσταντής ήταν.
Εκείνος που κάποτε την ξεμονάχιαζε με κάθε ευκαιρία, στη βρύση, στους στάβλους, έξω από το σπίτι της. Που οι χούφτες του έκλειναν ατσάλινες γύρω από τα στήθη της και το στόμα του ήταν σκληρό πάνω στο δικό της, έπαιρνε, έκλεβε, ρούφαγε λαίμαργα ό,τι προλάβαινε. Αδαής και χυδαίος, έτσι ήταν πάντα. Κι αν ικανοποιούσε την περιέργειά του και του έκανε δυο κουνήματα, μέχρι το πρωί θα την είχε ξεχάσει. Ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Μόνο έτσι κατάφερε να μαζέψει τα κομμάτια της και να βγει από το καμαρίνι. Τα βήματα της ήταν κοφτά και γρήγορα καθώς βγήκε στα ανοιχτά, το ίδιο και ο σφυγμός της που θύμιζε το φτερούγισμα εντός κολιμπρί. Γαργαλούσε τις φλέβες της με ένα τρόπο άσχημο, εμμονικό.
Στο μπαρ τον βρήκε.
Μόλις αυτός την αντίκρισε γύρισε άγαρμπα προς το μέρος της, ταραχή χαραγμένη στο πρόσωπό του. Η Δρόσω μονάχα του έπιασε το χέρι, υπάκουα, ρίχνοντας το βλέμμα. Δάγκωσε το εσωτερικό των χειλιών της τόσο που τον οξύ πόνο γαρνίρισε η σκουριασμένη γεύση του αίματος, μα ήταν πολύ πιο ευχάριστο αίσθημα από το χέρι του γύρω από το δικό της. Και πάλι τον κράτησε σφιχτά και τον πήρε μαζί της χωρίς να του πει λέξη όσο ο Νώντας την παρακολουθούσε.
Τον ανέβασε πάνω, στη σκάλα με την κόκκινη μοκέτα. Τον έσυρε στο σκοτεινό διάδρομο που έζεχνε ιδρώτα και τσιγάρο. Τον τράβηξε μέσα στην ορθάνοιχτη πόρτα του δωματίου 18 που λίγο πριν είχαν εγκαταλείψει τρέχοντας. Τον έσπρωξε μέσα και μόνο όταν έκλεισε την πόρτα πίσω τους αμόλησε το χέρι του. Απότομα, σαν να μην άντεχε άλλο. Το σιχαινόταν.
Της πήρε πολλή ώρα να συνέλθει. Κι εκείνου το ίδιο. Ηρεμούσαν και οι δυο για μια στιγμή, όρθιοι και ακίνητοι σε εκείνο το αποπνιχτικό δωμάτιο καθώς κραυγές προσποιητής ηδονής τρυπούσαν την ησυχία από τους δίπλα τοίχους.
Ευχήθηκε να είχε να πιεί κάτι. Χρειαζόταν όποιου είδους δύναμη μπορούσε να πάρει αυτή τη στιγμή, όποιο περισπασμό από αυτό το καταραμένο βλέμμα του που δεν μπορούσε να αγνοήσει.
«Τι δουλειά έχεις εδώ μέσα, Δρόσω;»
Σχεδόν αναστέναξε όταν τον άκουσε να μιλά, δεν θα άντεχε άλλο ένα δευτερόλεπτο σιωπής. «Γιατί, τι έχει εδώ μέσα;»
«Αυτό το μέρος δεν είναι για κορίτσια σαν εσένα».
«Είναι όμως για αγόρια σαν εσένα».
«Εγώ είμαι άντρας».
Γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο στα δεξιά της. Το κάδρο που ήταν καρφωμένο εκεί έτρεμε ρυθμικά σε κάθε δόνηση που ταξίδευε στον τοίχο. Άκουγε ένα μαγκωμένο μουγκρητό που η όποια ηχομόνωση δεν προσπάθησε να καλύψει.
Ήταν κάπως ειρωνικό. Όχι;
«Έχεις μπλέξει πουθενά; Σε αναγκάζουν να το κάνεις με το ζόρι; Έχω ακούσει διάφορες ιστορίες για αυτά τα μέρη».
«Θες να ανοίξουμε συζήτηση, Κωνσταντή;» Γύρισε να τον κοιτάξει απότομα. «Για αυτό λύσσαξες να με δεις;»
«Δεν το χωράει ο νους μου ότι είσαι εδώ πέρα».
«Παρομοίως, αλλά εγώ δεν άρχισα την ανάκριση. Δικαίωμα σου να είσαι εδώ, και δικαίωμα μου κι εμένα. Έκανα τις επιλογές μου, δε σου χρωστάω καμία εξήγηση».
«Οι αδερφές σου το ξέρουν;»
Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Δε θα τους πεις τίποτα».
«Φυσικά και δεν το ξέρουν», μουρμούρισε αυτός και πέρασε το χέρι του ανάμεσα στα κοντοκομμένα μαλλιά του. Μάλλον από συνήθειο, με αυτό το μήκος ήταν κάπως παράταιρη η κίνηση. Θα ήταν φρέσκια η αλλαγή.
Δεν το πίστευε ότι έκανε τέτοιες παρατηρήσεις τώρα. «Δε θα τους το πεις», τόνισε ξανά. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να τους το πεις».
«Δε θα πω τίποτα».
«Υποσχέσου το».
«Σου το υπόσχομαι, δεν έχω λόγο να το κάνω».
Τον κοίταξε καχύποπτα για ένα λεπτό, μετά χαλάρωσε λίγο σαν φάνηκε να το εννοεί.
Εκείνος όμως έδειχνε το ίδιο ταραγμένος με την πρώτη στιγμή. Κι όταν επιτέλους πήρε το βλέμμα από πάνω της ήταν για να τρίψει το πρόσωπό του ξεφυσώντας. Άρχισε να βηματίζει στο δωμάτιο. «Δεν το πιστεύω…» Μονολόγησε.
Η Δρόσω ακόμα τον στραβοκοίταζε όμως τα πόδια της ίσα που τη στήριζαν, τα τακούνια της τη χτυπούσαν. Δεν ήταν για περπάτημα παρά για μόστρα· συνήθως μόλις έμπαινε σε ένα δωμάτιο δεν έμεναν πάνω της για πολύ. Αναγκαστικά έκανε δυο βήματα για να καθίσει στο κρεβάτι. Όσο πιο ατάραχη έδειχνε τόση λιγότερη εντύπωση θα του έκανε, κι εκεί ήταν που στόχευε. Ένα βράδυ ήταν και θα περνούσε, θα του φερόταν όπως οποιαδήποτε άλλη κοπέλα ελπίζοντας κι αυτός με τη σειρά του να της φερθεί σαν οποιοσδήποτε άλλος πελάτης. Και τίποτα παραπάνω.
«Πρώτη φορά από τα μέρη μας;» τον ρώτησε, κρατώντας τον τόνο της χαλαρό.
Εκείνος κάγχασε. «Όχι».
Ναι, δεν περίμενε να ήταν. «Παράξενο που δεν έχουμε ξαναβρεθεί, τότε».
Προσπαθούσε να γλυκάνει τη φωνή της όπως έπρεπε, μα με τον Κωνσταντή απέναντί της ήταν κάθε άλλο παρά εύκολο. Κι εκείνος συνέχισε να βηματίζει και να κλέβει ματιές, δεν την βοηθούσε. Έβγαλε αργά τα τακούνια της και τα άφησε στην άκρη του κρεβατιού, μα αυτός ούτε που το πρόσεξε.
«Κωνσταντή», είπε το όνομά του για πρώτη φορά, κάνοντας τον επιτέλους να ακινητοποιηθεί. Μετά χτύπησε το στόμα δίπλα της, καλώντας τον.
Την πλησίασε διστακτικά. Κάθισε δίπλα της αφήνοντας αρκετή απόσταση ανάμεσά τους.
Συνήθως ο αισθησιασμός της έβγαινε αυθόρμητα, ήταν δεύτερη φύση της χρόνια τώρα. Μα απόψε χρειάστηκε να ξεπεράσει χίλιες δυο σκέψεις για να βρει κάτι να πει.
Την πρόλαβε εκείνος. «Πολύ ωραίο το τραγούδι που είπες πάνω στην πίστα. Ήξερα ότι έχεις ωραία φωνή, αλλά δεν… δεν είχε τύχει να σε ακούσω ποτέ να τραγουδάς».
«Σ' ευχαριστώ», φόρεσε ένα χαμόγελο.
«Είσαι… καιρό εδώ;»
Έσφιξε τα δόντια της. Πήγε να το αποφύγει μα συγκρατήθηκε. «Έξι χρόνια».
«Έξι χρόνια…» Έκανε πίσω το κεφάλι του σαν να προσπαθούσε να το χωνέψει. «Δηλαδή τόσο καιρό εσύ ήσουν εδώ μέσα και-»
«Τραγουδούσα».
«Τραγουδούσες;»
«Ναι, τραγουδούσα».
«Ανάσκελα;»
Πετάχτηκε πάνω.
«Συγνώμη! Συγνώμη» της έπιασε τον καρπό.
Εκείνη τραβήχτηκε, αναθεματίζοντας την ώρα και τη στιγμή που το βρήκε καλή ιδέα. «Τι κάνεις τώρα, τι θέλεις;»
«Συγνώμη Δρόσω, προσπαθώ… προσπαθώ να το χωνέψω. Βλακεία είπα, συγνώμη. Απλά μου ήρθε απότομο όλο αυτό».
«Έχει κάποιο νόημα, αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή;» έδειξε ανάμεσά τους. «Σε φτιάχνει αυτό; Διψάς για πονεμένες ιστορίες;»
«Όχι, φυσικά και όχι».
«Ωραία τότε, μπορούμε να τελειώνουμε;»
Την κοίταξε σαν να μιλούσε άλλη γλώσσα, έτσι η Δρόσω αποφάσισε να μιλήσει τη δική του. Με μια γρήγορη κίνηση ξεκούμπωσε μόνη της το φερμουάρ της και κατέβασε τις δυο τιράντες. Το φόρεμα γλίστρησε αμέσως ως τους γοφούς της κι έμεινε με το σουτιέν.
Αυτός πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Τι κάνεις;»
Τον αγνόησε και άρπαξε τη ζώνη του. Άρχισε να τον ξεκουμπώνει και τεντώθηκε στις μύτες για να φτάσει να τον φιλήσει.
«Ώπα, όπα!» Τραβήχτηκε μακριά και η κίνησή της έμεινε στη μέση. «Έχεις τρελαθεί;»
«Δε χρυσοπλήρωσες τη μαντάμ Κούλα για να πιάσουμε κουβεντούλα. Έτσι δεν είναι;»
«Βάλε τα ρούχα σου, Δρόσω». Την κοίταξε σχεδόν απελπισμένα, και ήταν κρίσιμο το βλέμμα του μα και βλοσυρό. Την τρόμαξε.
Κοιτούσε το σαγόνι του καθώς – αργά - σήκωσε πάλι τις τιράντες της. Κράτησε με το ένα χέρι το φουστάνι στο στέρνο της. «Δεν καταλαβαίνω. Με ρούχα με θες;»
«Δεν σε θέλω», είπε σχεδόν απελπισμένα. «Καθόλου».
«Τι εννοείς; Αφού πλήρωσες».
«Μου είπαν ότι μόνο έτσι θα σε έβλεπα».
Δεν πίστευε τι άκουγε, ειδικά όταν ερχόταν από το στόμα το δικό του. «Κάποτε έκανες τόσο κόπο να με ξεμοναχιάσεις, και τώρα θες να με κοιτάς;» Ήταν τουλάχιστον αστείο. «Μπορείς να μου κάνεις ό,τι θέλεις, δική σου είμαι. Και να σου κάνω ό,τι θέλεις…»
«Κόφτο, το φελέκι μου!» σύριξε μέσα από τα δόντια του, εμφανώς ταραγμένος. Κάπου εκεί η Δρόσω κατάλαβε ότι μιλούσε σοβαρά., και πάλι όμως έμεινε να τον κοιτάζει σαν χαζή.
Ένα λεπτό αργότερα έφτιαξε τα μαλλιά της αμήχανα. «Ωραία, μπορείς να μου πεις τι θες;»
«Όχι αυτό».
«Τότε τι;»
«Δεν ξέρω ρε Δρόσω! Τη μια στιγμή σε βλέπω εκεί πάνω και νομίζω ότι ζαλίστηκα από το ποτό και βλέπω οράματα, την επόμενη μαθαίνω τι κάνεις εδώ μέσα τόσο καιρό, και εσύ μου ορμάς. Το ξέρω είμαι ο τελευταίος που θα ήθελες να αντικρίσεις αλλά δώσε μου ένα λεπτό να καταλάβω τι μου γίνεται».
«Δε χρειάζεται να καταλάβεις τίποτα, καμία υποχρέωση δεν έχεις».
«Μπορώ να πάρω μιαν ανάσα, σε παρακαλώ;»
«Ωραία», χτύπησε το χέρι της στο μπούτι της σαν το άφησε να σκάσει κάτω με φόρα. «Πάρε όσες θες. Εγώ μπορώ να φύγω ή με θες να σε κοιτάζω;»
«Τόσο βάρος σου είναι να κάτσεις μαζί μου δυο λεπτά;»
«Ειλικρινά;» ένευσε, αφήνοντας κάθε προσωπείο πια να πέσει. «Ναι. Αλλά έχεις πληρώσει οπότε άμα είναι να πας να παραπονεθείς στα αφεντικά μου πάλι, θα κάτσω μαζί σου όσο θες».
«Δεν παραπονέθηκα».
«Άλλα μου είπε ο Νώντας».
«Ο νταβαντζής σου;»
«Δεν είμαι-» ξεφύσηξε. Της είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι, το ένιωθε να πάλλεται στους κροτάφους της τόσο δυνατά που άρχισε να φοβάται ότι θα έσκαγε. «Τραγουδίστρια είμαι, αφού σκοτίζεσαι τόσο να μάθεις. Αυτό είναι για λίγο μέχρι να ορθοποδήσω. Και σπίτι έχω, και άτομα που με νοιάζονται έχω, και μια χαρά είμαι. Οπότε σταμάτα να κάνεις ότι ανησυχείς, ή ό,τι είναι αυτό που κάνεις τέλος πάντων και κούμπωσέ με».
«Τι;»
Ήταν λες και το αίμα στους κροτάφους της μέρεψε και κατέβηκε στα μάγουλά της. Το μισούσε αυτό. «Δε φτάνω να το ξανακουμπώσω μόνη μου».
Το βλέμμα του μαλάκωσε.
Του γύρισε την πλάτη, κι ένιωσε τα δάχτυλά του να τυλίγονται στο φερμουάρ της. Το έσυρε πάνω στο δέρμα της τόσο προσεκτικά που τα δάκτυλά του ποτέ δεν την ακούμπησαν, ούτε ξυστά. Όταν τελείωσε τα ξανθά της μαλλιά έπεσαν άψυχα στην πλάτη της, βαριά από τα καλλυντικά.
«Είσαι χαρούμενη τουλάχιστον;» Τον άκουσε να ρωτάει από πίσω της. «Αυτό πες μου μόνο».
Δεν καταλάβαινε τι σημασία είχε για εκείνον. Αλλά δεν είχε και διάθεση να ρωτήσει. «Παντού είναι καλύτερα από το Διαφάνι».
«Είσαι, όμως;»
«Θα γίνω».
«Όταν ορθοποδήσεις;»
«Ναι».
Εκείνος ένευσε. Έβαλε το χέρι στη τσέπη του και έβγαλε από μέσα ένα πορτοφόλι.
Η Δρόσω γύρισε απότομα. «Τι κάνεις εκεί;»
«Είπες ότι χρειάζεσαι βοήθεια».
«Όχι από σένα».
«Γιατί εγώ τι έχω;»
«Γιατί είσαι αυτός που είσαι».
Η έκφρασή του άλλαξε. Της θύμισε του Τάκη λίγο νωρίτερα, όταν του έριξε εκείνο το χαστούκι. «Μου περισσεύουν Δρόσω, κι εσύ τα έχεις ανάγκη. Παρ' τα».
«Μην επιμένεις», τα αρνήθηκε ξανά. «Δεν είμαι η ελεημοσύνη σου».
Το χέρι του έπεσε.
Ένιωσε λίγο άσχημα. Λίγο. Γύρισε προς τη πόρτα και δάγκωσε τα χείλια της, μετά η δυσφορία έγινε έντονη και πήρε μια βαθιά ανάσα.
Δεν ήταν σίγουρη ότι δε θα μιλήσει. Πώς μπορούσε να τον αφήσει έτσι και να φύγει όσο ακόμα ήταν μια πιθανότητα;
Το μισούσε αυτό, το μισούσε… μα γύρισε πάλι προς το μέρος του αργά. «Αν θέλεις… Κάνε μου μια χάρη».
«Τι;»
«Ξέρω τι είπα μόλις τώρα, αλλά μπορείς να μείνεις;» Την μπέρδεψε η προθυμία που έδειξε. «Αν βγεις τώρα», εξήγησε γρήγορα, «θα με ζητήσει ο επόμενος. Και δεν νομίζω ότι… θα το αντέξω απόψε».
Δεν απάντησε αμέσως.
«Δε θα μιλάμε, θα κάτσω στη γωνία μου κι εσύ στη δική σου. Θα το κάνεις ή όχι;»
Σήκωσε το πορτοφόλι του. «Μπορώ τουλάχιστον να μας πάρω ένα ποτό γιατί κοντεύω να τρελαθώ; Ή και αυτό το θεωρείς ελεημοσύνη;»
Ενοχή την πλημμύρισε. Ήλπιζε να μη φάνηκε. «Όπως θέλεις».
Γύρισε με ένα κουβά γεμάτο πάγο και σαμπάνια, και δυο ποτήρια. Αναγκαστικά μοιράστηκαν το κρεβάτι, εκείνος κάθισε στη μια μεριά κι εκείνη από την άλλη απρόθυμα. Το ξύλινο κεφαλάρι ήταν σκληρό πίσω από το κεφάλι της, κι έτσι έβαλε το μαξιλάρι της κάθετα και ξάπλωσε πίσω.
«Μάλλον αλλιώς φανταζόμουν τη νύχτα μου εδώ μέσα», τον άκουσε να μουρμουρίζει σαν ήπιε μια γουλιά.
«Γιατί ήρθες;»
Της έριξε ένα βλέμμα.
«Αθήνα, εννοώ. Γιατί ήρθες Αθήνα».
«Με το Μελέτη κατεβήκαμε για δουλειές. Είπαμε να ξεδώσουμε λιγάκι αλλά αυτός ήταν κουρασμένος, ήθελε να κοιμηθεί. Γι' αυτό ήρθα μόνος μου εδώ πέρα».
«Τότε…» ύψωσε το ποτήρι της, «καλές δουλειές».
Το δέχτηκε, τσουγκρίζοντας απαλά το μακρύ της ποτήρι με το δικό του. Ήπιαν μαζί, και για μια στιγμή βρέθηκαν να κοιτούν τον απέναντι τοίχο αμίλητοι. Το κάδρο συνέχισε να αναπηδάει ρυθμικά, με κάθε γδούπο να ακολουθείται από μια μακρινή κραυγή.
«Εσύ;» τον ρώτησε για να καλύψει τον ήχο, κι όχι επειδή την ένοιαζε. «Είσαι χαρούμενος;»
Κάγχασε σαν να το κατάλαβε. «Ναι… Καλά είμαι. Και το χωρίο καλά, όπως τα ξέρεις. Άλλαξαν κάποια πράγματα δηλαδή, πάει και καιρός από όταν έφυγες».
«Α, δεν κυβερνάει ο Δούκας όλο τον κάμπο και εσύ από πίσω να βάζεις φωτιές σε όποια κοπέλα σου γυαλίσει το μάτι;»
«Δεν… δεν μου γυάλισες το μάτι».
«Εκεί κόλλησες».
«Όχι», έτριψε το πρόσωπό του. «Ξέρω ότι σου φέρθηκα σαν ρεμάλι, δεν το έχω ξεχάσει Δρόσω. Συγνώμη. Αλήθεια».
Ήταν ασήμαντα πλέον. Και το χουνέρι του, και η συγνώμη του. Ο κόσμος την είχε πληγώσει πολύ περισσότερο από ένα ηλίθιο παιδιάρισμα. «Ρόζα».
«Μμ;»
«Ρόζα με λένε εδώ μέσα, όχι Δρόσω».
«Α, σωστά. Από την ανατολή. Το παλάτι του εμίρη».
«Βλέπω πρόσεχες».
Ο Κωνσταντής ήπιε μια γερή γουλιά από το ποτήρι του. Όταν τελείωσε έπιασε το μπουκάλι και το γέμισε ξανά. Γέμισε και το δικό της χωρίς να την κοιτάζει. Όταν άφησε στη σαμπανιέρα το μπουκάλι, ο μεταλλικός ήχος από τα παγάκια αντήχησε στο δωμάτιο.
«Πες μου για τις αδερφές μου», τον πρόλαβε πριν αρχίσει ξανά τα ίδια. «Η… Ασημίνα, τι κάνει;»
Δούλεψε. «Νόμιζα ότι μιλούσατε. Έχετε χαθεί;»
«Μιλάμε. Απλά έχω καιρό να λάβω γράμμα της».
Και της είπε για την αδερφή της. Δεν καλοπερνούσε ούτε εκείνη, είπε. Ακόμα με τον Νικηφόρο δεν είχαν πιάσει παιδί, όσους γιατρούς κι αν είδαν, όσοι κι αν τους υποσχέθηκαν μια θεραπεία. Μέχρι και στο Παρίσι είχαν πάει για ένα χρόνο για να δουν έναν ειδικό, αυτό το ήξερε η Δρόσω από τα γράμματα της Ασημίνας. Και η Μυρσίνη πίεζε. Και χωνόταν, και τους άγχωνε…
Για την Ελένη δεν τον ρώτησε, φυσικά.
Της είπε όμως και για το χωρίο. Για τον Προκόπη, την Ουρανία, τη Βιολέτα. Είχε παιδί η Ουρανία, ένα γιό τον Φώτη. Η φωνή του Κωνσταντή γλύκανε αλλόκοτα μόλις μίλησε για τον μικρό. Της είπε για τον παπά, για τη Ρίζω, για το Φανούρη. Για την φίλη της την Κρινούλα που παντρεύτηκε - και της έκανε εντύπωση που τη θυμόταν. Γενικότερα της έκανε εντύπωση που ήξερε λεπτομέρειες για το χωρίο. Οι Σεβαστοί ποτέ δεν είχαν νοιαστεί για τους συγχωριανούς τους, πόσο μάλλον ο Κωνσταντής που έπαιρνε παράμερα τον Μελέτη και δε μιλούσε σε ψυχή.
Ίσως όντως κάποια πράγματα να είχαν αλλάξει, σκέφτηκε.
Και μετά της είπε για τον Μιλτιάδη που βγήκε από το ίδρυμα, και τον Δούκα που γύρισε στο χωρίο ελεύθερος αφού δε βρήκαν κατηγορίες να του προσάψουν. Και ήξερε ότι δεν άλλαξαν.
Τον έπιασε να την κοιτάζει ξανά. Ένιωσε για μια ακόμη φορά το βλέμμα του πάνω της, και την νευρίασε αυτό. Νευρίασε που το ένιωθε, νευρίασε που την άγγιζε.
«Για την Ελένη έμαθες;»
Την ξάφνιασε η ερώτηση του. Περίμενε να της πει ξανά για την Χαβάη και τώρα απορία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Την Ελένη;»
Εκείνος τσίτωσε με την αντίδρασή της. «Το 'σκασε από τη φυλακή. Καλά χαμπάρι δεν έχεις πάρει;»
Τα νέα τη ξύπνησαν. Έσκασαν πάνω της σαν παγωμένο νερό. «Τι; Όχι… Δεν μπορεί», ψέλλισε. «Γιατί να το σκάσει;»
«Που να ξέρω ρε Δρόσω. Καλά, εφημερίδες δε διαβάζεις; Έχει βουίξει ο τόπος, δε μιλάνε για τίποτα άλλο. Αλλά… τι εφημερίδες λέω εγώ τώρα, εσύ έχεις κάνει τη νύχτα-μέρα».
Δεν τον άκουγε. «Πότε έγινε;»
«Έχει κάνα-δυο μέρες. Απορώ πώς δεν έχει έρθει ακόμα η αστυνομία να ρωτήσει και εσένα, το χωρίο πάντως γεμάτο χωροφύλακες είναι».
Δεν το χωρούσε ο νους της· η Λενιώ φυγάς. Για ποιο λόγο; Κάτι πολύ άσχημο έπρεπε να είχε συμβεί για να κάνει τέτοιο πράγμα η αδερφή της. Δε θα έτρεχε ποτέ από μια τέτοια ποινή, η Λενιώ από την πρώτης στιγμή πίστευε με όλο της το είναι ότι της άξιζε να πληρώσει, και τώρα να το σκάει… Ένα ρίγος τη διαπέρασε ολόκληρη στη σκέψη. Κάτι άσχημο της συνέβη, ξάφνου το ήξερε όσο καλά ήξερε τον εαυτό της.
«Όλα αυτά τα χρόνια… πήγες καθόλου να τη δεις;»
Και ήταν σαν να έδεσε ένα βαρίδι στο λαιμό της, βαρύ και ασήκωτο. Της έκλεψε τη λαλιά. Μονάχα να κουνήσει το κεφάλι της μπόρεσε.
«Καταλαβαίνω… γιατί έριξες μαύρη πέτρα πίσω σου, αλλά όχι κι έτσι ρε κορίτσι μου. Κρίμα είναι. Η αδερφή σου σε χρειάζεται και-»
«Τι έγινε Κωνσταντή;» άφησε με φόρα το ποτήρι της, έκανε ένα δυνατό ήχο σαν έσκασε στο κομοδίνο. «Σε έπιασε ο πόνος για την Ελένη ξαφνικά; Εσείς τη θέλατε στην κρεμάλα, τι έγινε τώρα;»
«Σκοτίστηκα για την Ελένη Δρόσω, για σένα νοιάζομαι. Εσύ με καις».
«Γιατί;»
«Γιατί… κορίτσι από τον τόπο μου είσαι, ό,τι και να έχει γίνει μεταξύ μας δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι. Πάμε πίσω. Πάμε σπίτι, τώρα κιόλας. Θα βρούμε μια ιστορία να πούμε, δε θα μάθει κανένας που ήσουνα».
Τον κοίταξε με δυσπιστία. «Είσαι τρελός;»
«Δεν μπορώ να σου γυρίσω την πλάτη και να φύγω, Δρόσω» Και θα ορκιζόταν ότι καθώς το είπε, η φωνή του έσπασε.
Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι. Δεν ήταν αυτός ο Κωνσταντής που θυμόταν. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι της πρότεινε, τι της έλεγε.
«Σβήστα όλα κι έλα μαζί μου. Θα σε αφήσω έξω από το χωρίο, κανένας δε θα μάθει ποτέ που ήσουνα, δε θα πω ποτέ πώς σε συνάντησα».
«Σταμάτα» πάσχιζε κι εκείνη να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. «Τι είναι αυτά που λες;»
Της πήρε ένα λεπτό να το καταλάβει -κι όταν το κατάλαβε σάστισε – μα κάπως βρέθηκε να του κρατάει το χέρι. Δεν ήξερε πώς έγινε, αν την έπιασε αυτός ή τον έπιασε εκείνη, μόνο ήταν σφιχτό το κράτημά τους πάνω στο κρεβάτι με το λεκιασμένο πάπλωμα και τις τρύπες από τσιγάρο.
Ο αντίχειράς του γλίστρησε πάνω στα δάκτυλά της. Μάλλον κατά λάθος… Σίγουρα κατά λάθος. Και πάλι εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει με απορία… μέχρι που ξύπνησε και τράβηξε απότομα το χέρι της να σηκωθεί.
«Που πας;»
«Φεύγω».
«Μα είπες-»
«Θα βγω από την πίσω πόρτα», είπε καθώς άρπαξε το παλτό της κι άρχισε να φορά τα μακριά μανίκια.
Σηκώθηκε και εκείνος και στάθηκε αβέβαια στα πόδια του. Μόνο όταν έκανε να τον προσπεράσει πήρε μπρος το σώμα του. «Δρόσω! Περίμενε-», έκανε ένα βήμα μπροστά και της άρπαξε τον καρπό πριν ανοίξει την πόρτα, τη σταμάτησε εκεί.
«Σσς!», τον σώπασε γρήγορα. «Ρόζα».
Η έκφραση του έδειχνε ότι δε θα μπορούσε να τον νοιάζει λιγότερο. «Άμα με χρειαστείς ξέρεις που θα με βρεις. Πες το μου κι εγώ την άλλη στιγμή θα είμαι εδώ να σε μαζέψω».
Η λαβή του ήταν σφιχτή στο χέρι της, αντικατόπτριζε την έντασή του. Όμως ξάφνου μαλάκωσε πάλι. Και ο αντίχειράς του γλίστρησε ξανά πάνω στο δέρμα της, κάνοντας κύκλους απαλούς, κύκλους αλλόκοτους. Την μαγνήτισαν τα μάτια του· καστανά, βαθιά, γεμάτα αγωνία. Για εκείνη; Δεν μπορεί. Κάτι άλλο τον έτρωγε. Δεν μπορεί να ήταν νοιάξιμο που τον κρατούσε εδώ, δεν γίνεται να ήταν χάδι το άγγιγμά του.
Δεν γίνεται.
Τράβηξε το χέρι της ξανά, και το δικό του έπεσε άψυχα στο πλευρό του.
«Υποσχέθηκες δε θα πεις τίποτα», του θύμισε. Μια τελευταία προειδοποίηση. «Μη με προδώσεις».
Και βγήκε από το δωμάτιο, κοπανώντας τη πόρτα πίσω της.
