.
Somewhere deep in the dark
A howling beast hears us talk
Water up to my knees
But sharks are swimming in the seaJust follow my yellow light
And ignore all those big warning signs
Ήταν αλλιώτικο το λιμάνι το βράδυ. Το έβαφε το φεγγάρι γκρι, σαν να του έκλεβε το χρώμα. Σε ασπρόμαυρα σοκάκια βάδιζε μέχρι που έφτασε στα ανοιχτά, και τότε το αλμυρό αγέρι της κράτησε το πρόσωπο μέσα σε χέρια αόρατα, χάιδεψε το λαιμό της και φίλησε τα βλέφαρά της.
Το ραγισμένο τσιμέντο της προβλήτας της πλήγιασε τα πόδια, τα τακούνια της βαριά στο χέρι της. Πάτησε ανάμεσα στις ρωγμές σαν να έπαιζε κουτσό. Ο ήχος του πέλματος της που έσκαγε στο έδαφος αντήχησε στα ανοιχτά, ταξίδεψε στην επιφάνεια του κατάμαυρου νερού. Διαμαντόπετρες χόρευαν στην επιφάνεια του όταν το κοίταξε. Λαμπύριζαν στο σεληνόφως. Κι ένας βόμβος της βασάνιζε τα αυτιά, λες και κρατούσε δυο κοχύλια στα αυτιά της, λες και βρισκόταν στον πυθμένα ενός βαθιού πηγαδιού.
Και όσο το νερό έσκαγε στη προβλήτα, ο βόμβος μεγάλωνε. Γέμιζε, φούσκωνε.
Εκείνη περπάτησε προς το νερό, περίεργη.
«Where are you going, sugar?»
Πάντα ήθελε να περπατήσει στο νερό. Στα όνειρά της το έκανε, ήταν τόσο εύκολο. Ήταν λεία σαν γυαλί η επιφάνεια του όταν πατούσε πάνω της. Γλιστρούσε λίγο στην αρχή και εκείνη άπλωνε τα χέρια σαν πουλί που έσκιζε τα σύννεφα, όμως μετά το συνήθιζε και άρχιζε να περπατάει με όλο και περισσότερη αυτοπεποίθηση, μέχρι που άρχιζε να τρέχει. Έτρεχε πάνω στο νερό. Κοιτούσε τον ορίζοντα και έτρεχε να τον αγγίξει, από κάτω της το νερό γινόταν όλο και πιο σκούρο και πίσω της ο κοιμισμένος Πειραιάς άρχιζε να εξαφανίζεται. Κι εκείνη έτρεχε και έτρεχε και δε σταματούσε να τρέχει, μέχρι που τελικά άγγιζε τον ορίζοντα. Άπλωνε το χέρι και τον άγγιζε. Και γελούσε.
«Aye, I remember ya! I have the luck of the devil tonight».
Και τότε εξασθενημένη από το τρέξιμο άφηνε τα γόνατά της να λυγίσουν και ξάπλωνε εκεί. Στο γυάλινο νερό. Κάτω της ένιωθε το βουητό της θάλασσας που δονούνταν ολόκληρη σε κάθε κίνηση των πλασμάτων μέσα της. Ένας κόσμος ολόκληρος που δε θα γνώριζε. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. Μόνο ξεκουραζόταν πάνω του, τον ένιωθε να πάλλεται ολόκληρος, απέραντος, ανελέητος. Και εκείνη δεν τον έβλεπε. Μόνο κοιτούσε τα άστρα.
Δάχτυλα μπλέχτηκαν με τα δικά της. Δέρμα με δέρμα. Κόκκαλα. Ουλές.
«Κοίτα», του είπε. «Κοίτα πώς λάμπουν».
Ποτέ της δεν τα είχε δει έτσι. Χωρίς τα φώτα της πόλης να τα σβήνουν, χωρίς δέντρα και κτήρια να τα κρύβουν, να κλέβουν από το άπειρο. Ήταν άδικο να είναι τόσο όμορφα όταν εκείνη έμενε εδώ. Μα στη μέση του σύμπαντος δεν την πείραζε. Εδώ το μπλε και το μαύρο ήταν ένα. Εδώ ο ουρανός ήταν γυάλινος και τα αστέρια βυθίζονταν στο αλμυρό νερό, μα δεν έσβηναν. Έλαμπαν ολοφώτιστα γιατί τίποτα δεν έχει τη δύναμη να σβήσει ένα αστέρι. Κοπάδια ψάρια τα κοίταζαν περίεργα μέχρι που τα συνήθισαν και άρχισαν να χορεύουν μαζί τους, τα στρείδια άρχισαν να τα κλείνουν μέσα τους και να βγάζουν τα πιο λαμπερά μαργαριτάρια. Μια φάλαινα άνοιξε το στόμα της από το θαυμασμό και έτσι κατάπιε ένα, και τότε άρχισε να λάμπει μέσα στο σκοτάδι. Όταν πέρασε από κάτω της εκείνη ένιωσε τη ζεστασιά στο παγωμένο της δέρμα. Κι όταν ένα αστέρι έφτασε στο βυθό κι άγγιξε το απέραντο χιόνι, οι κάβουρες έκλεψαν μικρά κομμάτια και τρέχοντας τα έκρυψαν στη φωλιά τους ώσπου ολόκληρος ο βυθός άρχισε να λάμπει.
Και εκείνη γελούσε.
«Δεν είναι όμορφα;»
«Can't understand ya, doll. Don't ya speak the Queen's?»
Ήταν τόσο παράξενο αλλά το γυάλινο νερό είχε απαλύνει. Δεν ξάπλωνε πάνω του πια, έπλεε. Όχι στο νερό. Δεν ήταν στο νερό, μα ούτε στον αέρα. Κάπου ενδιάμεσα ήταν, ίσως και στα δύο ταυτόχρονα. Και γελούσε. Και τότε ένα αστέρι την άκουσε και την πλησίασε γεμάτο περιέργεια. Να μην είχε ακούσει άραγε ποτέ ξανά καμπανάκια; Ίσως ήταν η πρώτη του φορά. Και εκείνη πρώτη φορά γνώριζε αστέρι, μόνο από μακριά είχε μάθει να τα παρακολουθεί, ντρεπόταν να τους μιλήσει. Φοβόταν, βλέπεις, πως αν μιλούσαν σε εκείνη θα τα αρρώσταινε. Θα γλιστρούσε μέσα τους το σκοτάδι της και θα έσβηναν κι εκείνα.
«Don't ya look funky? You… alone? Ain't anybody with ya?»
Μα δεν μπορούσαν να σβήσουν τα αστέρια, έτσι δεν είναι; Δεν μπορούσαν. Ούτε η θάλασσα, η αρχαία μητέρα θάλασσα, δεν ήταν αρκετά δυνατή για να το καταφέρει αυτό, σίγουρα δεν ήταν κι εκείνη. Απλώς φοβόταν, αυτό ήταν όλο. Φοβόταν κι έμενε πίσω, δείλιαζε και ντρεπόταν μια ζωή... Μα όχι πια. Όχι εδώ. Εδώ όλα ήταν όμορφα, τόσο απρόσμενα όμορφα. Εδώ ο φόβος ήταν μόνο μια λάθος νότα στη μελωδία της νύχτας. Εδώ όλα τα πλάσματα ήταν μαγικά. Και η μαγεία τους ήταν απαλή σαν χάδι, ήταν ζεστή σαν ηλιαχτίδα, την καλούσε. «Μείνε εδώ. Ακολούθησε το κίτρινο φως. Αγνόησε τα σημάδια που σε προειδοποιούν…»
Και εκείνη τα αγνόησε, γελώντας. Άπλωσε το χέρι για να πιάσει το περίεργο αστέρι.
Τα δάχτυλα τράβηξαν απότομα το χέρι της από το πρόσωπό του. «You're crying? …fuck-all…»
Το αστέρι γαργαλήθηκε. Στο γέλιο του αντηχούσαν καμπανάκια. Ήταν ίδιο με το δικό της.
«Σσσς…» του είπε τρυφερά. «Ένα θεριό κοιμάται μέσα στο νερό. Θα το ξυπνήσουμε».
«Look, ain't know what ya have goin' on, but take it easy and bail home. It's dangerous out here this late. Be glad ya bumped into me».
Το αστέρι έγνεψε. Και μετά την χαιρέτησε και έφυγε, αφήνοντας πίσω μια μικρή ανάμνηση. Εκείνη την φύλαξε στην τσέπη της.
Ήταν πολύ αργά. Ήθελε να κοιμηθεί.
Έκανε κουτσό μέχρι το σπίτι, και η ζεστασιά του την κάλεσε μέσα με μια υπόσχεση. Φαγητό που μύριζε στάρι και κοριτσίστικες φωνές, σεντόνια που ψιθύριζαν λευκά φιλιά καθώς οι μαλακοί τοίχοι τους έτρωγαν ζωντανούς.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της ήσυχα. Τα τακούνια της γλίστρησαν από το χέρι. Συνήθως τέτοια ώρα ένιωθε βρώμικη. Συνήθως σερνόταν στο μπάνιο να ξεράσει, να πλυθεί, να αλλάξει δέρμα. Έσκιζε το δικό της, κάθε φορά όλο και πιο βαθιά. Ήξερε κάποια στιγμή δε θα υπήρχε άλλο να σκίσει και θα έπρεπε να ζήσει με αυτό, μα δεν το σκεφτόταν. Το αγνοούσε. Έσκιζε και ξεχνούσε.
Σήμερα δεν πήγε στο μπάνιο.
Τα βήματά της την πήγαν στη κρεβατοκάμαρα.
Το διπλό κρεβάτι ήταν γεμάτο, ο Τάκης κοιμισμένος στη μία πλευρά, ο μικρός στην άλλη. Το σωματάκι του ήταν γυρισμένο προς το παράθυρο, προς τα αστέρια… μακριά από εδώ. Του Τάκη όμως ήταν γυρισμένο προς τον μικρό, το χέρι του ξαπόσταινε στη μικρή του πλατούλα. Το στρώμα ανάμεσά τους ήταν ήδη βρεγμένο, μα τα πρόσωπά τους έδειχναν γαλήνια, βυθισμένα σε μια άγνοια ζηλευτή.
Εκείνη γλίστρησε ανάμεσά τους. Πήρε το χέρι του Τάκη στα δικά της και του το επέστρεψε, όσο τρυφερά είχε αγγίξει εκείνο το αστέρι. Έπειτα από την τσέπη της έβγαλε τη μικρή ανάμνηση. Του την έδωσε και αυτήν ήσυχα. Ήθελε να την έχει.
Μετά ξάπλωσε στο υγρό στρώμα όπως είχε ξαπλώσει στο γυάλινο νερό. Πήρε αγκαλιά τον γιό της και έκλεισε τα μάτια.
Και κοιμήθηκε.
Στον ύπνο της είδε τη Λενιώ.
Καθόταν κάτω από τις λεύκες. Τρεις λεύκες, ψηλές που σάλευαν στο αγέρι. Τις είχε ξεχάσει, συνειδητοποίησε. Τις ξέχασε, χρόνια πριν.
Η Λενιώ είχε απλώσει στο χώμα μια λευκή μαντήλα. Πάνω της ήταν μια ντομάτα, ελιές, ψωμί, κι ένα κατρούτσο με δροσερό νερό.
«Έλα καλέ», τη φώναξε. «Θα κρυώσει η πίτα, τι στέκεσαι».
Λαχτάρα τη πλημμύρισε ολάκερη. Πήγε πάνω της σκοντάφτοντας, τα βήματα της γοργά και αδέξια. Γονάτισε μπροστά στην αδερφή της με μάτια που έλαμπαν. «Λενιώ μου…»
«Τι έπαθες;»
«Δεν το πιστεύω ότι σε βλέπω».
«Σε βάρεσε ο ήλιος;» την επίπληξε. «Κάτσε φάε μη πέσεις κάτω».
Η φωνή της ήταν ίδια. Ίδια και απαράλλακτη η άτιμη, βαθιά και βροντερή μα συνάμα τόσο λατρεμένη. Την άκουγε ολοκάθαρη, δεν την φανταζόταν. Την άκουγε.
Μα εκείνη ήταν θολή.
Η θωριά της ήταν παραλλαγμένη. Η μύτη της μουτζουρωμένη στις γωνίες, τα μάτια της καστανά μα με περίγραμμα αβέβαιο. Τα μαλλιά της μάκραιναν μα όταν τα κοιτούσε ξανά ήταν κοντά, και μετά πιο πυκνά, και τότε αραίωναν. Το πρόσωπό της ήταν στρογγυλεμένο, μα είχε γωνίες ντροπαλές, σαν όποιος τη ζωγράφισε να μην ήταν σίγουρος αν ανήκαν εκεί.
Όχι. Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Δεν γίνεται…
Τρόμαξε. Ζάρωσε.
«Δρόσω;»
Έκλεισε τα μάτια να μην τη βλέπει. Η φωνή της ήταν ίδια. Τη φωνή της τη θυμόταν, το ίδιο και τη μυρωδιά της. Έκλεισε τα μάτια και προσποιήθηκε ότι θυμόταν και το πρόσωπό της. Και σιχάθηκε τον εαυτό της πιο πολύ από ό,τι τον είχε σιχαθεί ποτέ.
«Τι έπαθες;»
Κράτησε την ανάσα της, την πίεσε μέσα της μη τολμήσει και ακουστεί. «Τίποτα».
«Πώς τίποτα, έχεις χλομιάσει. Με δουλεύεις;»
«Θυμάσαι μια φορά που σε είχα πει μαμά;»
Η Λενιώ σώπασε, και μαζί της σώπασαν και τα σπουργίτια. Ησυχία κάλυψε τον κάμπο.
«Τότε που σε έκλεισε ο Προύσαλης πίσω από εκείνα τα αναθεματισμένα κάγκελα. Και εγώ έκλαιγα και ούρλιαζα να σε βγάλουν μα με τραβούσε ο Φανούρης, και όταν σε άφησαν και έπεσα στα χέρια σου, σου είπα…»
«'Μη φύγεις μαμά'», ψιθύρισε η Λενιώ. «Φυσικά και θυμάμαι».
Η Δρόσω έγνεψε. Μια, δυο φορές. Μετά άφησε την ανάσα να βγει και άρχισε να τρέμει. «Και τη μάνα μας τη ξέχασα όταν έφυγε».
Καμία τους δε σάλεψε. Σώπασε ξανά ο κάμπος, μα αυτή τη φορά η σιωπή ήταν αλλόκοτη. Ξένη.
«Εγώ δεν πέθανα, Δρόσω».
Πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα σκοτείνιασε. Ήταν απότομο και την τρόμαξε τόσο που άνοιξε τα μάτια.
Η Λενιώ ήταν ακόμα εκεί, παραμορφωμένη. Οι λεύκες, το σπίτι, όλα είχαν χαθεί – πίσω από την αδερφή της απλωνόταν το κενό. Μια άβυσσος πιο μαύρη από τη θάλασσα. Ούτε ένα αστέρι δεν κολυμπούσε μέσα της, μα ο βόμβος ήταν εκεί. Παλλόταν το σκοτάδι, γεμάτο. Το θεριό ξυπνούσε.
«Εδώ είμαι», της είπε.
Δεν κατάλαβε ποιος από τους δύο.
Ξύπνησε πριν μάθει.
Χάραμα, ξανά. Ο αέρας το ίδιο δροσερός όσο χτες. Αυτή τη φορά δε ξανακοιμήθηκε, μόνο άφησε ένα νυσταγμένο φιλί στο κεφάλι του μικρού και σηκώθηκε. Έβαλε ένα καφέ να βράζει στη φωτιά και τον έχυσε στη κούπα με τις παπαρούνες. Την πήρε μαζί της και βγήκε έξω, στο κοινόχρηστο μπαλκόνι.
Της πήρε ώρα να συνέλθει. Ώρα να ξεχάσει τη φωνή. Το φλιτζάνι ήταν ασταθές στα χέρια της, η πορσελάνη χτυπούσε στο πιατάκι με έναν οξύ ήχο.
Το μπαλκόνι κοιτούσε ανατολικά, και ανάμεσα στις πολυκατοικίες μπόρεσε να ξεμυτίσει ο ήλιος. Ανέτελλε τώρα στις γειτονιές του Πειραιά, γλιστρούσε μέσα στα παράθυρα, χάιδευε τα μαλλιά των κατοίκων του. Δίπλα οι γείτονες άρχισαν να ξυπνούν κι εκείνοι, ήχοι από πιάτα και καρέκλες αντηχούσαν σαν έπαιρναν το πρωινό τους. Λίγο πιο κάτω τα θαλασσοπούλια είχαν βγει για την πρωινή τους βόλτα πάνω από το λιμάνι, χαιρετώντας δυνατά το ένα το άλλο.
Ήπιε μια γουλιά πικρού καφέ. Της έκαψε τη γλώσσα μα τον άφησε, μόνο κοιτούσε τα πουλιά που φώναζαν. Τι να έλεγαν μεταξύ τους άραγε; Να αναγνώριζαν το διπλανό τους; Να θυμόντουσαν… το πρόσωπό τους; Ήταν μια τόσο παιδική σκέψη που σχεδόν έσκασε ένα χαμόγελο με τον εαυτό της. Μα συνέχισε να αναρωτιέται σαν τα χάζευε.
Η πόρτα άνοιξε πίσω της με ένα τρίξιμο. Αναγνώρισε τα βήματα, δε χρειάστηκε να κοιτάξει.
«Καλημέρα», της είπε.
«Καλημέρα», του απάντησε βαριά. Αλλά δεν ένιωσε καμία ανάγκη να φύγει σαν εκείνος ακούμπησε στα κάγκελα δίπλα της και ακολούθησε το βλέμμα της προς τη θάλασσα. «Θες καφέ;»
«Θα φτιάξω εγώ. Πώς ανοίγει το μάτι σου τόσο νωρίς δεν μπορώ να το καταλάβω», αστειεύτηκε και χασμουρήθηκε.
Εκείνη ήπιε μια γουλιά, αμίλητη.
«Με το φόρεμα κοιμήθηκες; Δεν άλλαξες;»
«Ήμουν κουρασμένη».
«Τι ώρα γύρισες χτες;»
«Αργά».
«Ναι το ξέρω αυτό».
«Τότε ρώτα αυτό που θες».
Εκείνος αναστέναξε, και μαζί με την ανάσα του χάθηκε και κάθε ίχνος χιούμορ. «Δε θέλω να ξέρω».
Γύρισε να τον κοιτάξει τότε, κατάματα. «Αλήθεια δε θέλεις;»
Δε ζάρωσε κάτω από το βλέμμα της. «Σε προσέχει η Κούλα;»
Της πήρε μια στιγμή. «Ναι».
Έγνεψε, αργά. Σαν να άφηνε την πληροφορία να καθίσει μέσα του, μήπως κι έτσι δε σπάσει. «Τότε αλήθεια δε θέλω».
Και για πρώτη της φορά συνειδητοποίησε ότι κι εκείνος κουρασμένος φαινόταν. Όχι οξύθυμος, όχι παθιασμένος, όχι ονειροπόλος. Μονάχα κουρασμένος.
Μαλάκωσε το βλέμμα της πριν επιστρέψει στον πορτοκαλί ορίζοντα. Κι εκείνος ξανά την ακολούθησε, αμίλητος.
Πρώτη τους φορά συμφώνησαν σε κάτι, κι ας ήταν μονάχα μια στιγμή σιωπής.
Του πήρε πολλή ώρα να ταράξει την εύθραυστη ηρεμία τους. Και όταν το έκανε έσταζε θλίψη ο τόνος του. «Πάλι κατουρήθηκε».
«Το ξέρω».
«Ήρθε να σε βρει».
«Το ξέρω».
«Τι εφιάλτες βλέπει; Σου έχει πει;»
Και τότε εκείνη έριξε το βλέμμα, στα λευκά της δάκτυλα που ο καυτός καφές δεν μπόρεσε να κάψει. «Ίδιους με τους δικούς μου».
Πήγε τον μικρό στο σχολείο από το λιμάνι. Ήταν αλλιώτικο το πρωί, φωτεινό. Το νερό ήταν ανοιχτό γκρι με έναν απόηχο από γαλάζιο και λαμπύριζε στον ήλιο. Τα καραβάκια έπλεαν ήσυχα, δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Του έδειξε το ραγισμένο τσιμέντο της προβλήτας και τον τσίγκλησε, «Μπορείς να μη πατήσεις στις ρωγμές; Εγώ μπορώ».
Έκαναν κουτσό τον υπόλοιπο δρόμο. Πηδούσαν ανάμεσα στα χαλάσματα, και τα χείλη του βάφτηκαν με ένα τέλειο χαμόγελο. Κάτι νεαροί απ' τον 6ο στόλο μπάρκαραν σε ένα Αμερικάνικο πλοίο και ο ένας την κοίταζε επίμονα, όμως εκείνη δεν είχε μάτια για άλλον πέρα από τον γιό της. Πέρα από αυτό το βλέμμα του το καθαρό που την καθάριζε κι εκείνη.
Λίγο πριν στρίψουν στο στενό, του έπιασε το χέρι. «Να σε ρωτήσω κάτι;»
Την κοίταξε με περιέργεια, τα ματάκια του καταγάλανα όπως θα έπρεπε να ήταν ο πρωινός ουρανός.
«Τι νομίζεις… ότι λένε τα πουλιά μεταξύ τους;»
Ντράπηκε που τον ρώτησε. Περίμενε να γελάσει, να του φανεί αστείο. Και μετά ντράπηκε που ντράπηκε, γιατί αυτό ήταν το γελοίο. Ήταν έξι χρονών. Ποιο εξάχρονο θα γελούσε με μια τέτοια ερώτηση;
Ήταν ο μόνος που δε θα την παρεξηγούσε.
Ο μόνος που θα την σκεφτόταν.
Ο μόνος που θα απαντούσε ειλικρινά.
Κρεμάστηκε από τα χείλη του σαν τον περίμενε, μα εκείνος δεν άργησε πολύ. Καθόλου, για την ακρίβεια.
«Τι εννοείς;» τη ρώτησε. «Δε μιλάνε τα πουλιά».
Η βεβαιότητά του ήταν απόλυτη.
Κι εκείνη βούλιαξε ξανά.
