.
I said I'd hold you from the shadows
I thought I'd keep you safe from harm
I swore I could protect you
But I know that I was wrong
Two deer lay in a meadow
A mother and her fawn
One tries to shield their eyes
I still see what's gone
Στεκόταν αντίκρυ στο περίπτερο της πλατείας λεπτά ολόκληρα. Κόσμος και κοσμάκης περνούσε από μπροστά της – παππούδες με μαγκούρες, παιδιά με μπαλόνια, μια κοπέλα με έναν σκύλο από εκείνους τους μικρούς με τους ροζ φιόγκους που θύμιζαν χνουδόμπαλα. Έβλεπε πολλούς από δ' αύτους στην Αθήνα. Και εκείνη εκεί, να χαζεύει τον περιπτερά να γεμίζει το βάζο με τα γλειφιτζούρια προσπαθώντας να μαζέψει το κουράγιο να κάνει ένα βήμα μπροστά. Έστω ένα βήμα.
Βρήκε το κουράγιο μόνο όταν πρόσεξε τις φυλλάδες που ήταν κρεμασμένες στα μανταλάκια. Στο εξώφυλλο ήταν μια φωτογραφία με έντονη αντίθεση του άσπρου και του μαύρου. Ένα δικαστήριο από μια άλλη ζωή. Μια γυναίκα με βασανισμένο βλέμμα.
Την κρατούσε μπροστά της πριν το καταλάβει.
Να τη.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει βίαια μέσα στο στήθος της. Έσπρωχνε ξέφρενη τα πνευμονία της ώσπου δε χωρούσαν πια οξυγόνο, χτυπούσε τα πλευρά της ώσπου άρχισαν να την πονούν τόσο που νόμιζε πως θα έσπαγαν.
Να τη... Να κάθε της γωνία και κάθε της ρυτίδα. Κάθε λεπτομέρεια ολοκάθαρη σαν τον καθάριο ουρανό. Δική της, ολόδική της. Ρουφούσε την όψη της σαν διψασμένος το γάργαρο νερό, κι όταν τα μάτια της γέμισαν δάκρια και η Λενιώ θόλωσε πανικοβλήθηκε. Όχι ξανά, ποτέ ξανά. Σκουπίστηκε απότομα, η ανάγκη να την ξαναδεί επείγουσα, και μόνο τότε θυμήθηκε που ήταν και γιατί.
Με μια τελευταία ματιά στην αδερφή της κράτησε σφιχτά τη φυλλάδα και έβγαλε από την τσάντα της μερικά κέρματα. Για την εφημερίδα, και για ένα τηλέφωνο. Έπιασε το ακουστικό και έβγαλε έξω ένα παλιό χαρτάκι. Το είχε χρησιμοποιήσει τόσο λίγες φορές που ολοκαίνουργιο φαινόταν, ίσιο και ανέγγιχτο από τον χρόνο με μονάχα ένα δίπλωμα στη μέση.
Πήρε τον αριθμό με δυσκολία, ήταν θολή η όρασή της ξανά. Οι χτύποι ήρθαν μακρόσυρτοι, και ο καθένας ήταν πάγος στα σωθικά της. Όταν σταμάτησαν, μια γυναικεία φωνή πήρε τη θέση τους.
«Οικία Νικηφόρου Σεβαστού, λέγετε παρακαλώ;»
Ήταν ανακούφιση και απογοήτευση ταυτόχρονα. «Γεια σας κυρία Αγορίτσα. Είμαι… η Δρόσω».
«Δρόσω! Κορίτσι μου, τι κάνεις; Πόσα χρόνια έχω να ακούσω τη φωνούλα σου».
«Καλά είμαι, μια χαρά».
«Από Αθήνα παίρνεις; Εκεί δε μένεις;»
«Ναι ναι, εδώ. Κυρία Αγορίτσα, μήπως είναι εκεί η αδερφή μου;»
«Ναι, εδώ είναι κοκόνα μου. Κάτσε να σου την φωνάξω. Θα τρελαθεί να σε ακούσει, δεν ξέρεις πόσο καλά έκανες και πήρες. Μισό λεπτό!»
Αιώνας της φάνηκε. Τελικά όμως το τηλέφωνο άλλαξε χέρια, και η μόνη φωνή που της βασάνιζε τον ύπνο πέρα από της Λενιώς γλίστρησε από το ακουστικό. «Δρόσω! Εσύ είσαι;»
Της κόπηκε η λαλιά.
«Δρόσω; Μ' ακούς;»
«Ναι», είπε βραχνά. Καθάρισε το λαιμό της, «Ναι, γεια σου Ασημίνα».
«Κορίτσι μου! Πίστευα δε θα σε βρω ποτέ, έχω πελαγώσει να σε ψάχνω. Έτοιμη ήμουν να έρθω εκεί να ξεψαχνίσω όλο τον Πειραιά. Γιατί δεν μου απαντάς; Νόμιζα ότι κάτι έπαθες κι εσύ, κόντεψα να τρελαθώ!»
«Έπαθα 'κι εγώ'; Έμαθες κάτι για τη Λενιώ;»
«Το έσκασε, δεν τα 'μαθες;»
«Μόλις το… μόλις το διάβασα στην εφημερίδα. Δεν έχεις μάθει κάτι άλλο;»
«Όχι, τίποτα. Δεν ξέρω τίποτα».
Βούλιαξε η καρδιά της στο στομάχι της. Κανένα νέο. Ήταν κάπου εκεί έξω με την αστυνομία να την κυνηγάει, και κανείς δεν ήξερε που. Με ποιόν. Αν… αν ήταν καλά. «Γιατί έκανε τέτοιο πράγμα Ασημίνα; Τρελάθηκε η αδερφή μας;»
«Δρόσω δεν ξέρω τι την έπιασε. Κοντεύω να χάσω το μυαλό μου, δεν απαντούσες κι εσύ και-»
«Δεν πήρα τα γράμματά σου», είπε γρήγορα, να το βγάλει από την μέση. «Μετακομίσαμε και είμαστε μακριά από το παλιό δημαρχείο τώρα, δεν μπόρεσα να τα πάρω».
«Τι πράγμα; Πάλι; Καλά και δεν έστειλες να μου το πεις, να μου δώσεις μια νέα διεύθυνση;»
«Δεν μπόρεσα. Ήταν… είναι χαοτικά τα πράγματα εδώ πέρα».
«Ένα γράμμα. Ένα αναθεματισμένο γράμμα, τόσο πολλά ζητάω;»
«Συγνώμη, όχι. Δεν ζητάς πολλά, έπρεπε να είχα στείλει».
Την άκουσε να ξεφυσάει στο ακουστικό. Εκείνη έκλεισε τα μάτια της σφιχτά, μετρώντας μέχρι το δέκα.
Στο εννιά, η Ασημίνα ξεφύσηξε ξανά. «Είστε καλά τώρα με τον Δημήτρη τουλάχιστον;»
Έφτασε στο 14 μέχρι να απαντήσει. «Μια χαρά, ναι».
«Άρα θα βάλετε ξανά μπρος τον γάμο;»
Ξεροκατάπιε. «Ασημίνα δεν έχω μυαλό για αυτά, να χαρείς. Απλά… Μόλις έχεις νέα να μου στείλεις. Και θα… θα σε παίρνω κι εγώ. Εντάξει;»
«Δεν μπορείς να μείνεις λίγο να μιλήσουμε;»
«Δεν μπορώ. Συγνώμη. Σε φιλώ».
«Περίμενε, να στείλω που; Δώσε μου τη διεύθυνσή σου».
«Όχι δεν… στο δημαρχείο να τα στέλνεις, θα πηγαίνω να τα πάρω».
«Γιατί; Απλά θα τα στέλνω στο σπίτι σου».
«Όχι Ασημίνα, στο δημαρχείο. Γιατί… μένω σε πολυκατοικία, και έχω κάτι γειτόνισσες κουτσομπόλες».
«Τι σημασία έχει αυτό τώρα, πρέπει να μπορώ να σε βρίσκω κατευθείαν. Απλά πες μου που μένεις».
«Θα σε παίρνω τηλέφωνο εγώ, εντάξει; Χαιρετίσματα στον… στον Νικηφόρο. Και στον Λάμπρο».
«Θα δώσω. Δρόσω…»
«Πρέπει να φύγω».
«Πάρε με σύντομα, μην το ξεχάσεις».
«Εντάξει».
«Μου λείπεις».
Κοίταξε ψηλά. Την τέντα από το περίπτερο, το λευκό πανί που γινόταν διάφανο σαν το άγγιζε η πρωινή λιακάδα. «Κι εμένα».
«Σ' αγαπώ».
Πήρε μια κοφτή ανάσα. «Πρέπει να φύγω», είπε ξανά, και έκλεισε το τηλέφωνο.
Και αυτή τη φορά δε στάθηκε στιγμή. Μονάχα έτρεξε.
Έτρεξε μακριά από το περίπτερο, μακριά από την πλατεία με τους γέρους που έπαιζαν τάβλι στα παγκάκια και τα νήπια που κυλιούνταν στα χώματα. Πέρασε τους φωτεινούς δρόμους με τις ζωντανές συζητήσεις και τη μυρωδιά της θάλασσας. Πέρασε τα στενά με τα πέτρινα σπίτια και τις μικρές μπουάτ χωμένες σε υπόγεια. Έτρεξε και έφτασε στα μέρη τα δικά της. Στα υγρά σοκάκια με τη μούχλα να σκαρφαλώνει στους πληγιασμένους τοίχους. Έτρεξε γρήγορα και αποφασισμένα, παρότι σώθηκε η ανάσα της, παρότι τα παπούτσια της άρχισαν να κολλούν από τα ξεραμένα ούρα στο έδαφος. Έτρεξε μέχρι που βρήκε την παλιά πολυκατοικία με τις σκισμένες τέντες και τις σκουριασμένες σκάλες, κι όταν ανέβηκε με φόρα τα σκαλιά που έτριζαν τρόμαξε τις νυχτερίδες που είχαν φωλιάσει την οροφή. Ξύπνησαν ανάστατες, άπλωσαν τα μυτερά φτερά τους και σαν σίφουνες μαύρισαν τον ουρανό.
Σκοτείνιασε, ξημέρωμα.
Ήταν λάθος. Ήταν τόσο λάθος, όλα ήταν λάθος.
Θόλωσαν ξανά τα μάτια της σαν όρμησε μέσα στο σπίτι.
Η πόρτα χτύπησε με φόρα στον τοίχο, τα κλειδιά της σκόρπισαν στο πάτωμα. Ο Τάκης βγήκε αλαφιασμένος από το μπάνιο, με ένα ξυράφι στο χέρι και κρέμα πασαλειμμένη στο πιγούνι του. «Τι έγινε;»
Κούνησε το κεφάλι της. Η υγρασία ξεχείλισε, δάκρια άρχισαν να στάζουν στα μάγουλά της.
«Δρόσω; Τι έγινε λουλούδι μου;»
Ένας λυγμός τράνταξε το κορμί της και το ήξερε ότι δε θα κατάφερνε να σταυρώσει λέξη. Μόνο κράτησε μπροστά την εφημερίδα και του την πρόσφερε να τη διαβάσει.
Εκείνος την πήρε ανήσυχος. Τον κοίταζε απελπισμένη, τρέμοντας. Κουρέλι ένιωθε, τέρας. Πιο θηρίο από το θεριό.
«Η αδερφή σου το έσκασε;»
Ένευσε και γύρισε την πλάτη σαν έσπαγε το πρόσωπό της. Να χαθεί έπρεπε. Να μην τη βλέπει ούτε εκείνος, κανείς να μην τη δει.
«Άκουσα για κάποιες που δραπέτευσαν αλλά δεν πήγε το μυαλό μου…»
«Είμαι ένα τέρας. Ένα τέρας».
«Αγάπη μου-»
«Δεν έχω νιώσει περισσότερο σκουπίδι στη ζωή μου, ούτε που νοιάστηκα. Ούτε που ρώτησα. Και τώρα…»
«Μια χαρά θα είναι. Είναι αντράκι η Ελένη, έτσι δεν μου 'χεις πει;»
Κοπάνησε την πόρτα, και σκόνη έσταξε από την κάσα σαν ο σοβάς υποχώρησε.
«Θα γκρεμίσεις το σπίτι».
«Να πάει στον βρόντο και το σπίτι και όλα! Να πέσουν πάνω μου να με πλακώσουν τα ντουβάρια να τελειώνουμε».
«Ηρέμησε».
«Το έσκασε, το καταλαβαίνεις;» τον κοίταξε ξανά. «Ένας Θεός ξέρει που είναι, με ποιον, αν είναι καλά. Τι θα γίνει αν πάθει κάτι;»
«Τίποτα δε θα πάθει».
«Τι θα γίνει αν ποτέ δεν της πω… αν ποτέ δεν…» άρχισε να ζαλίζεται, τα λόγια αραίωσαν. «Την ξέχασα».
«Ωπα!», ο Τάκης όρμησε μπροστά και την συγκράτησε, πάνω που μαύρες κουκκίδες ξεγλίστρησαν από τις γωνίες και πλημμύρισαν την όραση της, όπως πλημμύρισαν οι νυχτερίδες τον ουρανό.
Την έβαλε να κάτσει στον καναπέ, κι έκατσε κι εκείνος δίπλα της. Πήγε να την κρατήσει κοντά του μα δεν τον άφησε, έσπρωξε το στήθος του. Μόνη της ηρέμησε. Κι όταν στέρεψαν τα δάκρια και μέρεψαν οι ανάσες της, γύρισε ξανά να τον κοιτάξει. «Μίλησα στην Ασημίνα».
«Την πήρες τηλέφωνο;»
«Ναι… ναι».
«Και; Τι είπατε;»
«Για την Ελένη τη ρώτησα, δεν ήξερε τίποτα παραπάνω. Και με ρώτησε για μένα. Για εμάς».
Σκοτείνιασε το βλέμμα του. Μα δεν το πήρε από το πρόσωπό της, εκεί το κράτησε. Να την τρυπάει. Να την ρωτάει.
«Μια κανονική ζωή», του απάντησε, αφού ήθελε να ξέρει. «Μια ζωή χωρίς δόξα ή πλούτη, μα χωρίς βρώμα και σκοτάδι, αυτό έχουμε. Και παντρευόμαστε», γέλασε. Γέλασε σκληρά, με ένα γέλιο ξένο, ατίθασο. «Όπου να 'ναι παντρευόμαστε».
Και μετά το γέλιο της άλλαξε, ώσπου δεν έμοιαζε πια με γέλιο. Ώσπου θόλωσε η θωριά του μπροστά της για ακόμα μια φορά, και μόνο τότε σώπασε. Πριν ξεχειλίσει πάλι. Πριν πνιγεί.
Εκείνος την κοίταζε από μακριά ξαφνικά. Όπως κοιτούν τους πνιγμένους.
«Έχουμε τελειώσει», τη ρώτησε ήσυχα. «Έτσι δεν είναι;»
Η Δρόσω έγνεψε.
Και μετά, δίχως λόγο, άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το μάγουλο. Ήταν ακόμα πασαλειμμένο, αφρός μπλέχτηκε στα δάχτυλά της και φρεσκοξυρισμένες τρίχες κόλλησαν στο δέρμα της.
Εκείνος για πρώτη φορά έδειχνε να ακούει.
Τραβήχτηκε μακριά της και σηκώθηκε. Απότομα σχεδόν. Ήταν σίγουρη πως θα έβγαινε με φόρα από την πόρτα, με μια καινούργια λύσσα να τρώει τα σωθικά του. Όμως εκείνος σταμάτησε πριν βγει.
«Θα σε βοηθήσω», είπε φουρτουνιασμένος. «Να τον πάρεις από εδώ».
Σχεδόν γέλασε ξανά. Ίσως γι' αυτό να ακούστηκε ξέπνοη. «Πώς, βρε Τάκη;»
Χίλιες φορές τα ίδια λόγια. Τα ίδια όνειρα, οι ίδιες υποσχέσεις. Νόμιζε ότι τα είχε βαρεθεί κι εκείνος, ήταν γελοίο να τα αναμασούν. Είχε περάσει πια ο καιρός που θα τους βοηθούσαν, τότε που ήταν κι οι δυο άμαθοι – κι εκείνος, ναι- και γεμάτοι. Γεμάτοι με μεγάλα σχέδια, με μεγάλες ελπίδες. Τώρα πια είχαν αδειάσει. Χρόνια είχαν μείνει κενοί, και τα όνειρα αυτά κανένας τους δεν τα πίστευε.
Μα εκείνος τώρα είχε χλομιάσει. Σαν να έβλεπε ένα φάντασμα ξεχασμένο στις γωνιές του χρόνου να παίρνει μπρος του σάρκα και οστά.
«Θα το κάνω», μια άχνα η φωνή του, σα να παραμιλούσε.
Άνοιξε την πόρτα και την κοπάνησε πίσω του όπως έφευγε. Και για ακόμη μια φορά, μαύρες κουκκίδες γέμισαν τον ουρανό.
Ή ίσως την όρασή της.
Ήταν πολύ κουρασμένη για να το μάθει.
Έμεινε εκεί την υπόλοιπη ημέρα. Έκλεισε τα παράθυρα και τις κουρτίνες και κρύφτηκε σε μια γωνία, ανασαίνοντας την υγρασία. Κι όσο κολλούσε πάνω της ο πυκνός αέρας εκείνη ένιωθε ανακούφιση. Ήταν μια άπνοια, ένα βάρος στο στήθος που είχε φυσική αιτία. Εδώ μπορούσε να προσποιηθεί πως τίποτα δεν ήταν λάθος. Όμως αν έβγαινε τώρα έξω το αγέρι θα ήταν φρέσκο και δροσερό, κι εκείνη την άπνοια - την ολόδική της - δε θα την άντεχε και το ήξερε.
Έτσι έμεινε εδώ, στο ασφυκτικό δωμάτιο, γιατί μόνο εδώ μπορούσε να αναπνεύσει. Μέσα στο πλαστό σκοτάδι που για λίγο θα την προστάτευε από το φως.
Δεν ήταν πλάσμα της νύχτας, ποτέ δε θα γινόταν. Τη νύχτα την έτρεμε ακόμη, την απεχθανόταν, κι ας ζούσε 6 χρόνια βυθισμένη μέσα της. Μα το φώς θύμιζε το σπίτι της. Της θύμιζε την ασβεστωμένη σκαλωσιά να καίει κάτω απ' τα πέλματά της, και τους γυμνούς της ώμους να ξεφλουδίζουν κατακόκκινοι. Της θύμιζε το λίκνισμα από τα στάχια σαν τα καλούσε ο άνεμος, το γαργαλητό από μια πασχαλίτσα που σκαρφάλωνε στο μπράτσο της. Της θύμιζε εκείνες τις μπούκλες της Ασημίνας τις ροδοκόκκινες που γέμιζαν ξάφνου χρώμα, σαν να έπλεκε ο ίδιος ο ήλιος τα δάκτυλά του μέσα τους.
Δεν άντεχε να τα θυμάται.
Οπότε κούρνιασε στο σκοτάδι, κι έπιασε φίλους της τα πλάσματα τις νύχτας να μη νιώθει μοναξιά. Κι ίσως αν τα γνώριζε, να μάθαινε τι ήθελαν. Ίσως αν τα ημέρευε να σταματούσαν να ξεπροβάλλουν από τα χαράγματα στη κουζίνα. Κι ίσως έτσι ο μικρός να μη φοβόταν πια τα βράδια.
Ίσως…
Με ένα ίσως χέρι-χέρι πλανιόταν μια ζωή.
Την επόμενη ημέρα βρήκε τον Τάκη με ένα στυλό στο χέρι στο τραπέζι, να σημαδεύει μια τράπουλα.
«Τίποτα δε θα καταλάβουν. Θα τους ξεπουπουλιάσω απόψε».
Δεν το είχε ξανακάνει. Έπαιζαν με τη φωτιά.
«Είπα ότι θα σε βοηθήσω».
«Όχι έτσι!»
«Έτσι μπορώ. Και μη μου πεις είναι επικίνδυνο, όταν ούτε που ξέρεις σε ποιόν θα ανοίξεις τα πόδια σου το βράδυ. Το θες ή όχι;»
Και τον άφησε. Λάθος της, ίσως. Κι εκείνο το βράδυ, στο ρεπό της, μια πράσινη τσόχα έντυσε το τραπέζι τους και τρία κοντά ποτήρια περίμεναν τα αφεντικά τους. Εκείνη φορούσε στον μικρό το παλτουδάκι του όταν οι άνδρες έφτασαν ντυμένοι με φρεσκοσιδερωμένα σακάκια και χρυσά δαχτυλίδια που δεν ταίριαζαν στο ξεφτισμένο διαμέρισμα. Η Δρόσω μόνο τους χαμογέλασε, πήρε τον μικρό από το χέρι, και έριξε στον Τάκη ένα βλέμμα. Να προσέχεις.
Τον πήγε σε μια αλάνα, δίπλα στο λιμάνι. Είχε αρχίσει να ερημώνει σαν στέριωνε το σούρουπο, όμως τρία παιδιά έτρεχαν ακόμη πίσω από μια κόκκινη μπάλα και τάραζαν το χώμα. Σκόνη ξεσηκώθηκε, στεγνή και νοσταλγική, έβαψε τον αέρα σε τόνους κεραμιδί. Στο βάθος στέκονταν μια ξύλινη τραμπάλα και δυο κούνιες με χοντρό σκοινί που κρέμονταν ακίνητες στη νηνεμία.
«Άντε, τρέχα», του είπε σαν το χέρι της του χτύπησε απαλά την πλάτη. Κι εκείνος ξεκίνησε φουριόζος προς τα παιδιά με φτερά στα πόδια, ίδια με εκείνα που έντυναν τα χρυσά πέδιλα του Ερμή σαν περνούσε τα όρια για άλλους κόσμους.
Τους παρακολούθησε να παίζουν για μερικά λεπτά. Ήταν σπίρτο στα αθλήματα ο μικρός, ήταν λίγο μικρόσωμος για την ηλικία του μα ξεγλιστρούσε σαν το σίφουνα. Η μπάλα γρήγορα πέρασε στα χέρια του και σαν κυνηγιόντουσαν με τα παιδιά τα πιο κελαριστά γέλια αντήχησαν στην αλάνα. Την έκαναν να ξεχαστεί για μια στιγμή.
Οι μητέρες ήταν καθισμένες σε ένα παγκάκι κοντά στα αλμυρίκια και συζητούσαν. Ζωντάνια ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, οι κινήσεις των χεριών της μελαχρινής που μιλούσε ήταν έντονες, η φωνή της δυνατή. Έπιασε μερικές λέξεις μόνο· κρυμμένα, τραπέζι, παππούς, κορδόνια, μπουρδουκλώθηκε. Και οι άλλες γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια.
Τις παρακολούθησε για μια στιγμή. Φαίνονταν ξέγνοιαστες, ανάλαφρη η συζήτηση. Ιστορίες έλεγαν, αστείες περιπέτειες των παιδιών τους που είχαν χαραχτεί στη μνήμη τους, έφερναν χαρά στα πρόσωπά τους κάθε φορά που τις διηγούνταν. Είχε κι εκείνη τέτοιες, συνειδητοποίησε. Στα αλήθεια είχε. Θυμόταν την πρώτη φορά που ο μικρός δοκίμασε παγωτό. Πρέπει να ήταν δυο χρονών; Ίσως λιγότερο. Του 'χε φέρει στο πρόσωπό το χωνάκι με την μπάλα βανίλια που σχεδόν ήταν μεγαλύτερη από το κεφάλι του. Και εκείνος έσκυψε και την έγλυψε νομίζοντας ότι ήταν γιαούρτι, κι όταν ένιωσε τη παγωμένη κρέμα γούρλωσε τα μάτια του και την κοίταξε με τόση έκπληξη που ήταν αστείο. Ή τότε που ο Τάκης είχε αγοράσει εκείνο το ψαροντούφεκο -για το οποίο είχαν τσακωθεί καθώς χρειάστηκε να καθυστερήσουν δυο νοίκια για να το ξεχρεώσουν- και είχε βγάλει στη παραλία ένα χταπόδι. Το έβαλε στο κουβαδάκι του μικρού να του το δείξε μα εκείνος τρόμαξε, δεν ήθελε να το πιάσει. Να ήταν τεσσάρων; Ο Τάκης όμως του είπε ότι δε θα τον πειράξει, και όταν ο μικρός συνέχισε να φοβάται εκείνος έπιασε το χταπόδι και το πέταξε πάνω του για πλάκα. Όμως το χταπόδι δεν είχε πεθάνει ακόμα και καθώς τρόμαξε του δάγκωσε το ποδαράκι του. Εκείνος άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει. Και τότε ο Τάκης αλαφιασμένος έπιασε το χταπόδι και το πέταξε πάνω στο βράχο. Και το χτύπησε ξανά και ξανά, και όσο το χτυπούσε τόσο πιο πολύ έκλαιγε ο μικρός, ώσπου στο τέλος παρά την πληγή στο μπουτάκι του θύμωσε με τον Τάκη επειδή σκότωσε το χταπόδι, όχι επειδή το έριξε πάνω του. Πήγε με μούτρα στο σπίτι, και ήταν λυπηρό που στεναχωρήθηκε, αλλά ήταν μια αστεία ιστορία. Ήταν αστείο…
Κοίταξε κάτω, τον εαυτό της. Μια λευκή μπλούζα φορούσε, με μια καφέ φούστα. Είχε πιάσει τα μισά μαλλιά της και τα άλλα μισά έπεφταν με μπούκλες στους ώμους της. Μπορεί να ένιωθε τη ρετσινιά κολλημένη πάνω της, μα ήταν παράνοια να πιστεύει ότι φαινόταν.
Έκανε ένα διστακτικό βήμα προς το μέρος τους. Κοντοστάθηκε ξανά, μα το δεύτερο βήμα ήταν πιο εύκολο. Και όσο περισσότερα έκανε τόσο πιο ανάλαφρα τα ένιωθε, μέχρι που περπατούσε γοργά προς το μέρος τους και η κίνηση τράβηξε εν τέλει την προσοχή τους πάνω της.
Δε φάνηκαν να ξέρουν. Μήτε σάστισαν.
Μέχρι που ένα κοριτσάκι έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά της μιας τους, και είπε κάτι γρήγορα που η Δρόσω δεν πρόλαβε να πιάσει. Και τότε η μαμά του το κοίταξε αβέβαια, μετά τις φίλες της, και μετά γύρισε για να κοιτάξει εκείνη. Δυο ζευγάρια μάτια ακόμα την ακολούθησαν, μα αμέσως τραβήχτηκαν μακριά ξανά.
Και αυτό ήταν. Τόσο γρήγορα, τόσο απλά.
Σταμάτησε το βήμα της μένοντας εκεί. Ταυτόχρονα οι κραυγούλες των παιδιών μέρεψαν σαν η μπάλα χώθηκε κάτω από μια μασχάλη και η κόκκινη σκόνη άρχισε επιτέλους να κατακάθεται ανενόχλητη πίσω στο έδαφος.
Παράνοια… αστείο πράγμα. Αστείο. Θα μπορούσε αυτό να τους διηγηθεί αντί για τις ιστορίες της, σίγουρα θα γελούσαν περισσότερο.
Δεν την ένοιαξε όμως, ούτε αυτή η μικρή παράνοια, ούτε το ότι φάνηκε πόσο απότομα διέκοψε την πορεία της. Στάθηκε ακίνητη σαν σκιάχτρο που είχε πλαστεί να τρομάζει ό,τι το πλησιάζει και ούτε που την πείραξε, τον μικρό έψαξε μόνο.
Και τον βρήκε.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν όλα μαζί, πήραν την μπάλα τους και γύρισαν στις μανάδες τους. Και ο δικός της στεκόταν ακόμα στη μέση της αλάνας, κοιτάζοντας τα να φεύγουν.
Ακίνητος. Σαν σκιάχτρο.
Δεν ξέρει τι την έπιασε, μα κάτι φούντωσε μέσα της εκείνη τη στιγμή. Ταξίδεψε σαν ρεύμα στο κορμί της, δυνατό και αλύπητο, μετέτρεψε τις φλέβες της σε καλώδια και προτού το καταλάβει άρχισε να περπατά ξανά με όλη την ορμή που πριν δεν μπόρεσε να βρει.
Και φώναξε.
Καιρό είχε να υψώσει τη φωνή της πάνω από ένα ψίθυρο, μα τώρα φώναξε τόσο δυνατά που τινάχτηκε κι εκείνη. Φώναζε όσο τις πλησίαζε, ρωτούσε τι έγινε, τι πρόβλημα είχαν. Χίλιες ακόμα ερωτήσεις ξεχύθηκαν στο μυαλό της και άρχισαν να παλεύουν για το ποια θα ακουστεί, μα όταν οι μανάδες μάζεψαν τα παιδιά και έφυγαν ρίχνοντας της λοξές ματιές, μία μόνο πρόλαβε να πει.
«Γιατί;»
Η λέξη ήχησε εκκωφαντική.
Δεν είχε νόημα. Την ήξερε την απάντηση. Ο αντίλαλος πλανήθηκε άσκοπα στην άδεια αλάνα.
Όταν γύρισε, είδε τον μικρό στην ίδια θέση. Κοκαλωμένος στέκονταν και την κοιτούσε. Μαλάκωσε το βλέμμα της κατευθείαν και γλίστρησε στο πλάι του όσο εύκολα βρίσκει το κύμα την ακτή και αμέσως γονάτισε μπροστά του, το καλσόν της πάνω στο χώμα. «Είσαι καλά; Τι έγινε;»
Εκείνος φαινόταν σαστισμένος. «Τίποτα».
«Τίποτα; Πώς τίποτα, τι σου είπαν;»
«Μη μου φωνάζεις!»
Βούρκωσαν τα μάτια του. Και σαν τα αντίκρισε, το μανιασμένο σμήνος των ερωτήσεων στο κεφάλι της κόπιασε, η ενέργεια μέρεψε. Μόνο όταν το σώμα της έσβησε κι έγινε ξανά κουφάρι συνειδητοποίησε πόσο επείγουσα ήταν η φωνή της, πόσο σφιχτά κρατούσε τα μπράτσα του. Τα άφησε απότομα σαν να κάηκε.
Τον κοίταξε αβέβαια. «Συγνώμη…» και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξανά μόνο για εκείνον. «Συγνώμη, καρδούλα μου, συγνώμη…»
Τον τράβηξε στην αγκαλιά της και τύλιξε τα χέρια της γύρω του. Τον κράτησε στο στήθος της για να τη νιώσει - όπως τον κρατούσε τη στιγμή που πήρε την πρώτη του ανάσα και κατακόκκινος και ζαρωμένος κοίταξε ανήσυχα τον κόσμο. Όπως τον κρατούσε κάθε βράδυ από τότε - όταν κούρνιαζε κάτω από τις μαύρες της φτερούγες, όταν ο κάθε χτύπος της καρδιάς της ήταν μια νότα από νανούρισμα σαν χάιδευε απαλά τα αυτιά του.
Δεν ηρέμησε τώρα, όμως. Μόνο δυνάμωσε το κλάμα του, και κάτι μουρμούρισε που χάθηκε στην αγκαλιά της.
«Τι;»
«Μου είπες ότι δεν κάναμε κάτι κακό», την κατηγόρησε, κάθε δεύτερη λέξη χωρισμένη από ένα λυγμό.
«Δεν κάναμε, καρδούλα μου. Τίποτα δεν κάναμε».
«Τότε γιατί δεν μας ήθελε;»
«Ποιος;»
«Ο μπαμπάς μου!» Έθαψε το πρόσωπό του στο λαιμό της και καυτά δάκρυα μούσκεψαν το δέρμα της. «Δε θα ήμασταν παράξενοι άμα είχα τον μπαμπά μου».
Χίλια κομμάτια έγινε, ίσα με τα αστέρια που σε άλλα μέρη άρχιζαν να στολίζουν τον σκοτεινό ουρανό. Μα όχι εδώ. Δεν υπήρχαν αστέρια στην Αθήνα.
«Δε θέλω άλλο να μιλάω για τον Τάκη! Κάθε φορά αυτό γίνεται, δεν τον θέλω άλλο. Τον μπαμπά μου θέλω, φέρε μου τον μπαμπά μου!»
Πόσο άθλια μητέρα ένιωσε όταν δεν είχε κάτι να του απαντήσει. Πόσο περισσότερο μπορούσε να σιχαθεί τον εαυτό της.
Να κρυφτεί πήγε.
Μονάχα τον φίλησε, του σκούπισε τα δάκρυα, του είπε ότι τον αγαπάει τόσο πολύ που ίσα που χωράει η αγάπη της μέσα σ' ολόκληρο το σύμπαν. Και μετά τον πήρε μαζί της να τον κρύψει στα λημέρια της, εκεί που το φως δε θα μπορούσε ποτέ να γλιστρήσει. Εκεί που ήταν ασφαλής· στο ζεστό, υγρό σκοτάδι μαζί της.
Μα όταν έφτασαν στο σπίτι ανήσυχα κεφάλια των γειτόνων ξεπρόβαλαν από τα παράθυρα. Δεν ήταν κάτι σύνηθες, όλοι εδώ έμεναν στις τρύπες τους τα βράδια.
«Τι έγινε, κυρία Τασία;» ρώτησε, μα τότε το άκουσε και εκείνη. Φωνές μέσα από το σπίτι της. Κρότοι, γδούποι. Ένα βογγητό.
«Σε εμάς μπαλαμούτι ρε μπαμπέση; Σε εμάς;!»
Πάγωσε το αίμα της στην κορυφή της σκάλας. Πριν προλάβει να σκεφτεί την επόμενή της κίνηση η πόρτα άνοιξε διάπλατα, κι από μέσα βγήκαν φουριόζοι οι άντρες με τα μαύρα και έπεσαν πάνω της.
«Τι κάνατε;» ρώτησε πανικόβλητη.
«Σκάσε μωρή βρώμα», μια παλάμη έσκασε πάνω της, την πέταξε η φόρα στην άκρη. Από ένστικτο τράβηξε τον μικρό πίσω της κι έτσι κοπάνησαν και οι δυο στον τοίχο.
Οι άλλοι δυο ακολούθησαν τον πρώτο, ο ένας τους είχε σφιχτά κλεισμένο στα χοντρά του δάκτυλα ένα σουγιά. Κόντεψε να υποχωρήσει η σκαλωσιά κάτω από τα πόδια τους σαν την κατέβηκαν και ξεχύθηκαν στους δρόμους. Και μόνο όταν κατάφερε να αναπνεύσει ξανά πρόσεξε κόκκινες σταγόνες να λεκιάζουν το μάρμαρο.
Νομίζει ότι φώναξε. Το όνομα του; Την Παναγία; Κάποιον φώναξε μα όλα ξάφνου τα τύλιγε ομίχλη. Έτρεξε μέσα και βρήκε τον Τάκη ξαπλωμένο στην καρέκλα, το μισό του πρόσωπο βαμμένο κόκκινο.
«Θα σε σκίσω ρε!» φώναζε ακόμα, κι ας ήταν τα μάτια του θαμπωμένα. «Θα σε κάνω κομμάτια!»
Κυλούσε το αίμα ζοφερό. Σαν γάργαρο ρυάκι που μπλέχτηκε στα χείλη του και αραίωσε στο σάλιο του. Η χαρακιά στο μάγουλό του ήταν βαθιά, είχε χωρίσει στα δυο. Στρώματα δέρματος άγγιζαν τον αέρα, τόσα πολλά που έψαξε μπιζέλια ανάμεσά τους.
Άρπαξε μια χούφτα με χαρτοπετσέτες από την τσόχα και χύθηκε πάνω του, τις πίεσε στο μάγουλό του, φώναξε το όνομά του. Βογγητά ήταν οι ανάσες της, τράνταζαν ολόκληρο το κορμί της καθώς έβγαιναν.
«Θα σε σκίσω…» μουρμούριζε εκείνος. Το χέρι του έπεσε άτσαλα πάνω στις χαρτοπετσέτες, πάνω στο δικό της. Κολλούσε κόκκινο.
Στο διάδρομο πίσω τους, ένα αγαπημένο σώμα στεκόταν μουδιασμένο. Η μάνα του γύρισε και του φώναξε να γυρίσει από την άλλη, να μη βλέπει. Μα εκείνος είχε παγώσει, το βλέμμα του το καθάριο σάστισε σαν γλιστρούσε μέσα του η βρωμιά.
Σήκω απάνω, τα μάτια κλείσε, τον ήλιο κοίτα, κι αποχαιρέτισε.
Φριχτές κραυγές γέμισαν τον ουρανό σαν μικρά πλάσματα πέταξαν μέσα στη νύχτα. Δε θα γύριζαν ξανά. Δεν ήταν αυτό το νωπό και ασφαλές σκοτάδι τους, αυτό ήταν κάτι αλλιώτικο. Τις τρόμαξε κι εκείνες.
