.


I am, I have
I breathe in and out
I own a heart
An ear and an eye

I am flesh, bones
I am skin, soul
I am human
Nothing more than human


Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, είχε ακούσει μια ιστορία.

Τότε που ξυπνούσε σε ένα κρεβάτι καμωμένο από γαρίφαλα και στο προσκεφάλι του έπλεαν λευκά σύννεφα. Που κυνηγούσε ένα κόκκινο τόπι στον κήπο και η Αγορίτσα του φώναζε να μη χτυπήσει. Που όταν χτυπούσε εκείνη έγερνε και του φιλούσε το γόνατο με χείλη καμωμένα από μέλι. Και όταν το δειλινό του ξεφλούδιζε πορτοκάλι για να τον ταΐσει κι εκείνος ξίνιζε τα μούτρα του, του έλεγε ιστορίες για να ξεχαστεί, για να ανοίξει το στόμα του και να δεχτεί το ζουμερό φρούτο.

Του είχε πει μία για μια γοργόνα.

Ένα απαίσιο πλάσμα, βγαλμένο από τον χειρότερο εφιάλτη. Με μια ομορφιά μαγευτική και μια φωνή από όνειρο, μα μια καρδιά σάπια που μόνο θάνατο ποθούσε να σκορπίζει.

Ζούσε λέει στη θάλασσα, και έτρεμαν όλοι τη θωριά της. Ψιθύριζαν το όνομά της, μην τους ακούσει από το βυθό. Χάνονταν οι φρεγάτες μία-μία στα ανοιχτά, και κανείς ποτέ δε μάθαινε νέα από τους αγαπημένους τους, μήτε ξεβράζονταν τα σώματά τους. Οι ψαράδες έσκισαν τα δίχτυα τους και σταμάτησαν να βγαίνουν στα ανοιχτά, η μικρή πόλη πλάι στη θάλασσα έμεινε χωρίς φαγητό.

Μια μέρα ένας ψαράς δεν άντεξε άλλο να βλέπει τα παιδιά του πεινασμένα κι αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του. Τον ικέτευσε η γυναίκα του να μην κάνει κάτι ριψοκίνδυνο, φοβόταν ότι θα τον χάσει μα εκείνος ήταν αποφασισμένος. Κι έτσι μάζεψε τα δίχτυα του, τα φόρτωσε στο καΐκι του και βγήκε από το λιμάνι.

Πήγε βαθιά, εκεί που η στεριά ήταν πια μονάχα μια μικρή γραμμή. Μάζεψε όλο το κουράγιο του και πέταξε τα δίχτυα στη θάλασσα. Και περίμενε.

Στην αρχή δεν έγινε τίποτα. Ήσυχα ήταν τα νερά, γύρω του μια γαλήνη που φάνταζε απάνθρωπη μέσα στην αγωνία του. Μα σαν περνούσαν οι ώρες τα δίχτυα έμειναν κενά, κι εκείνος παρότι ανησυχούσε είχε υποσχεθεί στα παιδιά του ότι δε θα γυρνούσε πίσω με χέρια αδειανά. Ήξερε ότι το βράδυ ξυπνούν τα πλάσματα της θάλασσας, ζωντανεύει ο βυθός. Ίσως τότε να τσιμπούσαν τα ψάρια. Με αυτήν την ελπίδα κατάφερε να κρατηθεί μέχρι που σκοτείνιασε.

Έπεσε το σκοτάδι σα πέπλο γύρω του κι αγκάλιασε τη θάλασσα. Βάφτηκε μαύρο το νερό, και σύντομα μόνο σκιές μπορούσε να διακρίνει κάτω από το φως του φεγγαριού. Μικρά κύματα έσκαγαν στο ξύλο της βάρκας, κάνοντας έναν ήχο που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε.

Ένας κρότος ακούστηκε από τη πρύμνη. Ο ψαράς πάγωσε και σταμάτησε η καρδιά του, κι έτσι στην απόλυτη ησυχία μπόρεσε να ακούσει μια ανάσα πίσω του.

Γύρισε αργά και τότε την είδε.

Στεκόταν εκεί, καθισμένη στην άκρη της βάρκας. Η ουρά της ήταν σκουρόχρωμη και γλιστερή, γεμάτη λέπια μέχρι τα δυο μακριά πτερύγια στο τελείωμά της. Ήταν γυμνή, το δέρμα της τόσο κατάλευκο που κάτω από το σεληνόφως φάνταζε να λάμπει. Στα μακριά μαλλιά της ήταν μπλεγμένα φύκια, αλμυρό νερό έσταζε από τις βλεφαρίδες της και κυλούσε στα μάγουλά της. Ή ίσως να ήταν δάκρυα.

«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Η φωνή της ήταν καμωμένη από χίλια ουρλιαχτά, πλασμένα μαζί για να σχηματίσουν λέξεις.

Ο ψαράς δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τρομαγμένος στάθηκε να την κοιτάζει. Η ομορφιά της ήταν απάνθρωπη. Έμοιαζε αθώα σαν κοριτσόπουλο, είχε μια μορφή αγγελική μα τα μάτια της ήταν τόσο άδεια που η μόνη του σκέψη ήταν ότι έλλειπε η ψυχή από μέσα τους.

Ξάφνου άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της αντήχησε σαν μακρινή κραυγή φάλαινας που απλώνεται στον ωκεανό. «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος; Ζει ο αδερφός μου;»

Εκείνος τα είχε χαμένα. Απάντησε από ένστικτο, «Ζει και βασιλεύει, και τον κόσμο κυριεύει».

Η γοργόνα σώπασε απότομα. Τον κοίταξε για μια στιγμή με τα κενά της μάτια και μετά βούτηξε στο μαύρο νερό και εξαφανίστηκε όσο ξαφνικά είχε εμφανιστεί.

Ο ψαράς δε πίστευε στα μάτια του. Προτού προλάβει να συνέλθει, τα δίχτυα του βάρυναν. Δεν είχαν γεμίσει ψάρια, μα χρυσάφι.

«Πήγε το χρυσό σπίτι του και πήρε φαγητό για τα παιδάκια του», έλεγε τότε η Αγορίτσα. «Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».

Αυτό του αρκούσε του Κωνσταντή, να ζουν αυτοί καλά. Μπορεί να μην έμαθε τι απέγινε εκείνο το αγγελικό πλάσμα με τα διαβολικά μάτια, μα δεν τον αφορούσε κιόλας. Αρκεί να μη πείραζε τους καλούς της ιστορίας.

Δε ρώτησε ποτέ του γιατί σκότωνε τους ψαράδες.

Τότε. Στα χρόνια τα παλιά.

Τώρα οδηγούσε στο ηλιοβασίλεμα, σε δρόμους καφέ και ουρανούς πορτοκαλί. Οι ελιές δίπλα του θόλωναν σαν τις προσπερνούσε με ταχύτητα, πίσω από τη κούρσα σηκωνόταν σκόνη πορφυρή. Έσβηνε τα ίχνη του κι όλο το δρόμο που είχε κάνει για να φτάσει ως εδώ, μόνο μια ευθεία απλώνονταν αχανής μπροστά του.

Είχε φύγει από το σπίτι φουριόζος, απότομα και αθόρυβα. Ούτε την Αγορίτσα δεν ειδοποίησε, ούτε τη μάνα του, ούτε τα αδέρφια του, ούτε καν το Μελέτη – και σίγουρα όχι τη Δόμνα. Όρμησε στο αμάξι με ένα φθαρμένο σταυρουδάκι να του βαραίνει τη τσέπη και ένα κόμπο να του στενεύει το λαιμό.

Το μυαλό του τον γυρνούσε πίσω. Σε εκείνη τη σκιά που λύγιζε κάτω από το ροζ νέον φως, ένα κορμί φιδίσιο, βγαλμένο από φαντασίωση. Είχε μπει εκεί μέσα ακολουθώντας τα ναυτάκια που τρέκλιζαν σαν περνούσαν την φωτεινή είσοδο, πατούσαν ενθουσιασμένα στο κόκκινο βελούδο. Ενθουσιασμένος είχε μπει κι εκείνος, κι ας τον είχε παρατήσει ο Μελέτης μοναχό του. Καλύτερα. Κάποια πράγματα τα απολαμβάνεις περισσότερο μόνος.

Ζήτησε από την στολισμένη μαντάμ που τον πλησίασε να τον βάλει πίσω, στα καλά τραπέζια. Η διαφορά του με τα ναυτάκια ήταν πως δεν ήταν ξένος σε μέρη σαν αυτά. Τα ταξίδια στην Αθήνα με τον Σέργιο δεν περιορίζονταν ποτέ μονάχα στις δουλειές. Δυο δωμάτια έκλειναν τα αδέρφια στα ξενοδοχεία της οδού Νοταρά, δίπλα-δίπλα μα χωριστά. Κι έπειτα ψάρευαν στους δρόμους κοπέλες που κάπνιζαν ακουμπισμένες στους στύλους από τα φανάρια. Και την παρθενιά του με πουτάνα την είχε χάσει, τη Λάουρα. Τη θυμόταν αυτήν ακόμα, θυμόταν πόσο υπέροχα πονούσαν τα μακριά της νύχια όπως βυθίζονταν στη σάρκα του, και πώς έτρεχαν τα σάλια ποτάμι από τα πρησμένα χείλη της καθώς τον έπαιρνε στο στόμα της. Ένα βράδυ σαν και τούτο ήταν, που ο ουρανός πάνω από την ξάγρυπνη πόλη ήταν τόσο φωτισμένος και άχρωμος που φάνταζε γκρι αντί για μπλε έξω από το ανοιχτό παράθυρο του ξενοδοχείου. Οι καθρέφτες στους τοίχους έδιναν μια θέα από το διπλό κρεβάτι τόσο αλλόκοτη στην αρχή, μα άπαξ και τη συνήθισε βρέθηκε να μην μπορεί να πάρει τα μάτια του από το λερωμένο τζάμι. Χάζευε όποια είχε μπροστά του με στόμα μισάνοιχτο καθώς βυθιζόταν μέσα της, προσέχοντας να μη συναντήσει ποτέ το βλέμμα το δικό του.

Έτσι τον είχε μαγνητίσει και το κορμί που λικνιζόταν στη σκοτεινή σκηνή εκείνο το βράδυ, όσο κάθε χτύπος της μουσικής έκανε το σώμα του να πάλλεται κάτω από την κρυψώνα του τραπεζιού του. Δεν τον ένοιαζε σε ποιαν άνηκε. Δεν γνώριζε ότι το είχε χαζέψει ξανά, πολλές φορές. Ότι το είχε αγγίξει. Ότι κάποτε, ανάμεσα στα άχυρα και τη μυρωδιά των ζωντανών, για μια στιγμή μονάχα του είχε ανήκει.

Δεν γνώριζε, βλέπεις, ότι ήταν εκείνη.

Μήτε το κατάλαβε όταν άκουσε τη φωνή της – αυτό το μακρινό κάλεσμα μεσ' το σκοτάδι, που σώπασε κάθε μούρμουρο και προσκάλεσε γύρω της τα νυχτοπούλια. Χερουβική ήταν, βγαλμένη από όνειρο. Χάιδεψε τα αυτιά του σαν δύναμη αόρατη κι εκείνος άθελά του έγειρε το κεφάλι προς το μέρος της μαγνητισμένος. Δεν την είχε ξανακούσει. Ποτέ του, όχι έτσι. Όχι να υπόσχεται την ανάσα της σε όποιον τολμούσε να τη χορέψει. Αμέσως την ήθελε αυτήν την ανάσα· να την κλέψει, να την νιώσει να κυλάει πάνω του, στο λαιμό του, στο στήθος του, στα χείλη του. Ήθελε να την κάνει να τρέμει, να σπάσει, ήθελε να την καταπιεί. Αν ένας χορός ήταν το τίμημα, ήταν πρόθυμος να το πληρώσει.

Και τότε τα φώτα άνοιξαν, και το σκοτάδι γλίστρησε πάνω απ' τη μορφή της τρομαγμένο. Δε θα την αναγνώριζε ούτε τότε, με αυτό το μαύρο ύφασμα να αγκαλιάζει το σώμα της κτητικά, ασφυκτικά, τονίζοντας κάθε καμπύλη που πρότερα μόνο είχε φανταστεί ότι υπήρχε. Με αυτά τα σαρκώδη χείλη βαμμένα κατακόκκινα σαν καρπό απαγορευμένο που υποσχόταν σε όποιον το γευόταν μια γεύση παραδείσια. Το βάψιμό της ήταν έντονο, σκούρο, τόνιζε τις γωνίες στο ήδη μυτερό πρόσωπό της και μουτζούρωνε την όψη της - έπλαθε νέα, πλαστά χαρακτηριστικά τα οποία εκείνος δεν αναγνώριζε και ποτέ δε θα την είχε καταλάβει αν δεν ήταν τα μάτια της.

Τα μάτια της…

Τα θυμόταν τα μάτια της. Καταγάλανα σαν ψεύτικα, σαν της βρύσης το κελαριστό νερό - εκεί όπου σύχναζε τα πρωινά και γέμιζε τη στάμνα της. Η εικόνα της να σκύβει μπρος στη κρήνη ήταν ξεχασμένη από το χρόνο μα ξάφνου βρέθηκε ολοκάθαρη σαν όραμα μπροστά του. Μόνο αυτό θυμόταν, τ'αγέρι να ανακατώνει τα ξανθά της μαλλιά, και το καθαρό, γαλάζιο βλέμμα της.

Τρόμαξε να το γνωρίσει.

Δεν υπήρχε τίποτα καθαρό μέσα του πλέον, μήτε γαλάζιο. Είχε σβήσει. Λες και έσβησε από μέσα η ζωή και μαζί πήρε και το χρώμα. Γκρίζα μάτια έβλεπε μπροστά του, χαμένα στο φόντο, κρυμμένα πίσω από μπογιές μαύρες και βλεφαρίδες ψεύτικες.

Μα δεν έλειπε μόνο το χρώμα. Το βλέμμα της ήταν λάθος, θαμπό σαν ναρκωμένο. Κινούνταν το κορμί της με έναν αισθησιασμό που όμοιο του σπάνια είχε αντικρίσει μα ήταν τόσο άδεια η έκφραση της σαν τραγουδούσε που μόνο λάθος έβρισκε την εικόνα μπροστά του. Παράξενη, αλλόκοτη, και λάθος. Προσπαθούσε να τραβήξει μακριά το βλέμμα του μα είχε κολλήσει πάνω της. Δεν υπάκουε σε εκείνον πλέον, μόνο σε αυτήν που με τα δεσμά της το είχε αιχμαλωτίσει, σαν μάγισσα που έριξε πάνω του το ξόρκι της.

Κι έτσι έμεινε να την κοιτάζει.

Μα εκείνη ήταν χαμένη, κοιτούσε το υπερπέραν.

Μικρός έτρεμε σαν φανταζόταν τη μορφή της, το κατάλευκο της δέρμα και τα κενά της μάτια, μα τελικά δεν ήταν τρομακτική από κοντά… όχι στα αλήθεια. Αξιολύπητη ήταν. Την κοίταζε και ένιωθε τον εαυτό του να βουλιάζει στη καρέκλα. Ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, και τώρα δεν μπορούσε να θυμηθεί πώς το κορμί αυτό κάποτε δεν έμοιαζε καχεκτικό, κουρελιασμένο. Αδύναμο.

Η Δρόσω…

Τα δάχτυλα του τώρα έσφιξαν πάνω στο τιμόνι, ο ήλιος τόσο χαμηλά που του θόλωνε την όραση. Τα πάντα είχαν βαφτεί πορτοκαλί και το μισούσε, ένιωσε μια έντονη αποστροφή ξαφνικά και για τα δέντρα και για το χωματόδρομο και για τον ουρανό και για τον κόσμο όλο που τόσο έντονα και όμορφα χρωμάτιζε το ηλιοβασίλεμα όταν άφηνε στο σκοτάδι τόσα άλλα. Λες και οι αχτίδες του ήλιου ήταν πλασμένες μόνο για τους λίγους. Ήταν άδικο. Όλα γύρω του ήταν πανέμορφα και ήταν άδικο να είναι εκείνος μέσα σε αυτούς τους λίγους.

Το σκοτάδι έπεσε μόλις πέρασε την πράσινη ταμπέλα για την Αθήνα. Μάλλον έτσι γελούσε ο Θεός.

Δε θυμόταν που ήταν το μαγαζί. Εκείνο το βράδυ είχε φύγει παραζαλισμένος, πώς είχε βρει το δρόμο για το ξενοδοχείο ούτε εκείνος το ήξερε. Ο Μελέτης κοιμόταν ήδη στο ένα ράντζο όταν γύρισε όποτε έπεσε κι εκείνος στο διπλανό με μάτια ορθάνοιχτα. Ξαγρύπνησε χωρίς να το θέλει. Κύλησε ο χρόνος σαν ρυάκι και ξημέρωσε μια νέα μέρα λες και δεν είχε συμβεί τίποτα.

Και δεν είχε.

Γιατί τι δουλειά είχε εκείνος σε αυτήν την ιστορία.

Με αυτή τη σκέψη πορεύτηκε και αυτή τον συνέφερε τελικά. Γύρισε στο Διαφάνι και συνέχισε τις δουλειές του. Έτρωγε το πρωινό του μαζί με όλους στη τραπεζαρία, επέβλεπε τις φυτείες, περνούσε τα βράδια με την αρραβωνιαστικιά του και προσποιούνταν ότι το βλέμμα του δεν αγνάντευε ποτέ τον Νότο κι η σκέψη του ποτέ δε γυρνούσε σε εκείνο το υποφωτισμένο καταγώγι.

Και τα κατάφερε στην αρχή. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον μέχρι που τράβηξε κάτι από το γραφείο του και έπεσε χάμω ένα σταυρουδάκι. Το σταυρουδάκι της Θεοδοσίας. Και μετά το πρώτο σάστισμα που του δημιούργησαν οι αναμνήσεις, η σκέψη του κατευθείαν έτρεξε στη Δρόσω λες και ήταν ό,τι πιο φυσικό.

Δεν το καταλάβαινε. Ανάθεμα κι αν καταλάβαινε τίποτα.

Έκρυψε το σταυρό να μην το βλέπει, γιατί δεν ήταν αυτός για τέτοια. Δεν ήταν σωτήρας κανενός, μήτε του ζήτησε κανείς να γίνει· να φύγει του ζήτησε. Να την ξεχάσει. Αυτό είχε σκοπό να κάνει κι ας άκουγε το τραγούδι της μεσ' το νερό όταν περνούσε από τη ρεματιά, κι ας ένιωθε λεπτά δάκτυλά μπλεγμένα με τα δικά του τις νύχτες που στο στρώμα δίπλα του ανάσαινε η Δόμνα.

Τελικά άρχισε να κυκλοφορεί με το καταραμένο κόσμημα πάνω του. Και μια μέρα που ασυναίσθητα το έπαιζε στα χέρια του τον έπιασε ο Μελέτης, τον ρώτησε για εκείνο και… τι να του έλεγε; Ότι η πρώτη φορά που είχε νοιαστεί για κάτι δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του; Κι ας πήγε στο βρόντο όταν η Θεοδοσία χάθηκε πριν προλάβει να νιώσει οτιδήποτε, να γνωρίσει ό,τι κι αν ήταν αυτό που ξυπνούσε μέσα του…

Νοιάξιμο.

Αστείο πράγμα να φυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν, σαν το ζιζάνιο που έμπλεκε τα φύλλα του στη σοδειά χωρίς να ρωτήσει.

Γυρνούσε κι εκείνος άσκοπα, χάνοντας τον ειρμό του και μαζί τον προορισμό του. Σταμάτησε να πηγαίνει στις φυτείες. Τον έψαχνε ο Μελέτης, τον έβριζε όταν τον αντίκριζε.

«Τι έχεις πάθει πια; Σαν την άδικη κατάρα είσαι μια βδομάδα τώρα, θα μου πεις τι συμβαίνει;»

Φυσικά και δεν του έλεγε. Είχε τον τρόπο του να ξεγλιστράει από κάθε κουβέντα που δεν τον συνέφερε.

Μόνο που ένα βράδυ όταν η Δόμνα τρύπωσε στο δωμάτιό του και τον γέμισε φιλιά, το μυαλό του ήταν μίλια μακριά από την κάμαρη του. Βρέθηκε ξανά λουσμένος με εκείνο το ροζ φως. Λες και η εικόνα της είχε χαραχτεί στη μνήμη του μονάχα για να τον βασανίζει, να την βλέπει όπου κοιτά, να την ακούει σε κάθε ήχο. Μα αυτή τη φορά, σαν τα χείλη της ψιθύριζαν στο μικρόφωνο τα μάτια της ήταν πάνω σε εκείνον. Τον κοιτούσε με βλέμμα γαλανό και γνώριμο, και σαν η μαγγανεία τον τύλιξε και χαλάρωσε το σώμα του, του χάρισε ένα χαμόγελο.

«Την ανάσα μου ν' ακούς…»

Την άκουσε. Μόνο την δική της ανάσα άκουγε από όταν γύρισε, δεν είχε επιλογή. Ήταν σειρήνα που τον καλούσε, οι καρποί του ήταν δεμένοι καθώς την ακολουθούσε στο νερό.

«Κωνσταντή μου; Τι έπαθες;»

Σφυροκοπούσε η καρδιά του λες και ήταν έτοιμη να σπάσει, μα πονούσε μέσ' το στήθος του. Χτυπούσε τόσο γρήγορα που έκαιγε, φλεγόταν. Έκανε πέρα τις τούφες της Δόμνας προσπαθώντας να μη νιώθει, μπλέχτηκαν στα χέρια του μαλλιά καστανά και κοντά.

«Δε… δεν μου έχει ξανασυμβεί».

Από αυτήν την κουβέντα δε ξεγλίστρησε εύκολα.

Και πάλι όμως έδωσε μια σφαλιάρα στον εαυτό του. Άφησε τις μέρες να κυλήσουν, έσυρε το κορμί του, κι αν τη σκεφτόταν έκανε πως δεν το ήξερε. Ξυπνούσε με μια άδεια μπουκάλα παραμάσχαλα και τη γέμιζε για να την ξαναδειάσει, και ένα βράδυ φεύγοντας από τα χωράφια βούτηξε μια χούφτα πράμα και το πήρε κι αυτό μαζί του. Όταν η νύχτα είχε πέσει πια βαθιά και ο κάμπος όλος κοιμόταν, σκαρφάλωσε από το παράθυρο του στη σκεπή να το καπνίσει. Ήταν βαρύς ο καπνός και πικρός, μα όσο τον κατάπινε τόσο μαλάκωναν τα κεραμίδια όπου καθόταν και τόσο γλύκαινε η αντάρα που είχε ξεσπάσει μέσα του από τη μέρα που την είδε. Σύντομα μόνο εκείνος έμεινε, αδειανός κάτω από τα αμέτρητα αστέρια που λαμπύριζαν στο σκοτάδι. Μέσα στην ηρεμία ξάπλωσε πίσω να χαζέψει τον νυχτερινό ουρανό, κι αναρωτήθηκε αν κάπου αλλού τον κοίταζε κι εκείνη.

Θα τον έβλεπε ποτέ ξανά η Δρόσω άραγε; Όχι γκρι και ξεθωριασμένο, μα έτσι. Με αυτό το πλούσιο, βαθύ μπλε, με τα χιλιάδες διαμάντια να τρεμοπαίζουν ολόγυρα σαν ασημόσκονη. Έπρεπε να τον ξαναδεί. Για εκείνη έλαμπε εξάλλου, έξι χρόνια είχαν περάσει μα την καρτερούσε ακόμα.

Την επόμενη ημέρα ο Κωνσταντής βούτηξε το σταυρό κι έφυγε για Αθήνα.

Και να τος.

Πάρκαρε σε μια αλάνα δίπλα στο λιμάνι. Κατέβηκε από το αμάξι προσπαθώντας να προσανατολιστεί. Είχε κόσμο απόψε, περισσότερο από την προηγούμενη φορά. Ένα μεγάλο καράβι είχε δέσει στη προβλήτα και οι δρόμοι είχαν γεμίσει λευκοντυμένους άνδρες. Δεν ήταν δύσκολο να βρει την Τρούμπα· απλώς τους ακολούθησε μεσ' τα στενά. Όσο βαθύτερα πήγαινε τόσο πλήθαιναν οι γυναίκες με τα ψηλοτάκουνα που βρίσκονταν γερμένες πάνω στον τοίχο. Άλλοι τις πλησίαζαν να ψιθυρίσουν μεσ' το αυτί τους. Άλλοι τις στρίμωχναν σε μια γωνία. Άλλοι τους χάζευαν. Κάποιοι έμπαιναν κορδωμένοι στα καμπαρέ ακριβώς όπως είχε μπει την προηγούμενη φορά κι εκείνος, μα τώρα που τους έβλεπε τους σιχαινόταν η ψυχή του. Για πάρτη τους γινόταν όλη αυτή η ξευτίλα. Μπορεί να ήταν μια δουλειά, μια υπηρεσία όπως το έβλεπε κι ο ίδιος αλλά και κάθε κάτοικος αυτής της συνοικίας. Όμως αυτή τη στιγμή το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι για κάθε πλουσιόπαιδο, κάθε κόπανο, κάθε απόβρασμα, κάθε σιχαμένο αρχίδι αυτές οι κοπέλες περνούσαν τη ζωή τους μέσα σε αυτόν εδώ τον βούρκο, και η σκέψη ήταν πυρωμένο σίδερο στο νου του, έκανε το βήμα του γοργό και τη ματιά του επείγουσα.

Έψαξε τις νέον ταμπέλες στην οδό Φίλωνος μία-μία. «Μπλακ Κατ», «Κιτκατ», «Τόνις Μπαρ», «Τζων Μπουλ», «Καλιφόρνια», «Αρτζεντίνα», «Μαϊάμι», «Μπραζίλ», «Χαβάη»… Στάθηκε στο τελευταίο. Η Χαβάη ήταν, ήταν σίγουρος. Το εξωτερικό ήταν μια θολούρα, μα αυτή τη ροζ λάμψη δε θα τη ξεχνούσε. Μπήκε μέσα φουριόζος μα δεν μπόρεσε να μη κοντοσταθεί σαν ξεπρόβαλλε μπροστά του η θέα της σκηνής με τις πολύχρωμες και τολμηρές χορεύτριες ντυμένες φανταζί, κρατώντας λευκά και μπλε φτερά που μετά βίας κάλυπταν τη γύμνια τους. Θα ήταν το πρώτο μέρος του προγράμματος, εκείνο που είχε φτιαχτεί για να εντυπωσιάσει και να κρατήσει το κοινό που τύχαινε να μπει για να ρίξει μια ματιά. Ο Κωνσταντής ήξερε ότι το δεύτερο μέρος με τα δυνατά νούμερα και τα μεγάλα ονόματα ξεκινούσε πάντα μετά τα μεσάνυχτα.

Κοίταξε το ρολόι του. Δέκα παρά τέταρτο, ήταν υπερβολικά νωρίς ακόμα. Να κάτσει να περιμένει δεν ήταν επιλογή… Ευτυχώς πέτυχε την τσατσά, εκείνη την μαντάμ με τη ξανθιά μπούκλα που φαινόταν να κάνει κουμάντο εκεί μέσα, να βολτάρει ανάμεσα στα τραπέζια. Πήγε κατά πάνω της.

Εκείνη δε χάρηκε που τον είδε. «Τι θέλεις πάλι εσύ εδώ;»

«Που είναι η Δρόσω;» απαίτησε να μάθει χωρίς πολλά-πολλά.

«Να την αφήσεις ήσυχη ρε τζαναμπέτη, δεν έχεις καμία δουλειά να την ψάχνεις».

«Θέλω να της μιλήσω».

«Δεν είναι εδώ».

Πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Μίλα γιατί δεν είμαι στα καλά μου σήμερα, και δεν το έχω σε τίποτα να σου το κάνω λαμπόγυαλο εδώ μέσα. Στα καμαρίνια είναι; Που;»

«Δεν ξέρω που είναι, αγόρι μου».

«Δεν με ακούς;»

«Εσύ δεν με ακούς, σου λέω δεν είναι εδώ», έβαλε το χέρι στη μέση της. «Ρεπό έχει το κορίτσι. Και τώρα ευχαριστώ το Θεό που διάλεξες τη μέρα να έρθεις. Άκουσε 'δω, καλά θα κάνεις να γυρίσεις από εκεί που ήρθες και να μην ξαναπατήσεις εδώ μέσα. Δεν το καταλαβαίνεις ότι την ταράζεις; Δεν ξέρεις τι έχει περάσει. Μη της φέρνεις και άλλα προβλήματα, το βλέπεις ότι δε θέλει να την περιτριγυρίζεις».

«Που μένει;»

«Ααα… δε θα συνεννοηθούμε εμείς οι δυο. Γιατί της έχεις γίνει στενός κορσές; Άσε το κορίτσι στην ησυχία του».

«Ποια ησυχία, μωρέ; Ποιο κορίτσι ονειρεύεται τέτοια ζωή; Λέγε και μη μου κάνεις τη δύσκολη, ξέρεις που μένει έτσι δεν είναι; Αν όχι εσύ, κάποιος εδώ μέσα θα ξέρει, τι διάολο…»

«Τράβα παλικάρι μου από εδώ, που θες και διεύθυνση». Έκανε να φύγει.

Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε στην άκρη. «Δεν ξέρω τι της είσαι εσύ και μιλάς για λογαριασμό της, αλλά εγώ τη Δρόσω τη ξέρω από τόσο δα κορίτσι. Δυο τσιγάρα δρόμο ήταν τα σπίτια μας, και δεν την έβλεπα να μεγαλώνει για να βρεθεί σε αυτήν εδώ την κατάντια. Για άλλα είναι φτιαγμένη εκείνη όχι για την βρώμα σας, κι εγώ δε θα κάτσω να τη χαζεύω όσο μηδενίζει τον εαυτό της μέσα σε αυτό το καταγώγι, το κατάλαβες; Οπότε καλά θα κάνεις να ανοίξεις το στοματάκι σου και να μου πεις που θα τη βρω, μη βουτήξω κι εσένα αγκαζέ και σε ψάχνει ο δικός σου».

Η μαντάμ απελευθέρωσε τον αγκώνα της από την σφιχτή λαβή του. «Τη βρώμα μας;» επανέλαβε.

Το βλέμμα του ήταν σκληρό.

Εκείνη έριξε το δικό της. Μετά έγνεψε αργά. «Για να φτάσει κάποιος στο σημείο να λερώσει ό,τι πιο ιερό έχει, πες μου εσύ… πόσο καθαρή ήταν η ζωή που μέχρι τότε γνώρισε». Το χαμόγελό της ήταν αμυδρό. «Ούτε να μιλήσει για το χωρίο σας δεν αντέχει η Δρόσω, ένας Θεός ξέρει τι φρίκες έζησε εκεί πάνω. Οπότε μην έρχεσαι εδώ και το παίζεις σωτήρας. Δεν ξέρεις τίποτα για εκείνη παλικάρι μου, στο σκοτάδι είσαι. Από το πουθενά εμφανίστηκες να μας δείξεις με το δάκτυλο - να κρίνεις εμάς εσύ, που ήρθες τις προάλλες με το ματσάκι στη τσέπη και θρονιάστηκες στα πίσω τραπέζια, γιατί ήξερες πολύ καλά ποιοι πελάτες είναι που δέχονται τις πραγματικές φροντίδες των γυναικών στα μέρη μας, έτσι δεν είναι; Την έχεις φάει την βρώμα μας με το κουτάλι και έτριψες την κοιλιά σου και είπες και ευχαριστώ. Άσε μας λοιπόν να τσαλαβουτάμε στα σκατά μας και συνέχισε τη ζωούλα σου, κι έννοια σου όλο και κάποια άλλη πονεμένη ιστορία θα βρεθεί στο διάβα σου να σε κάνει να νιώσεις κάποιος. Τόσες υπάρχουν».

«Σταμάτα», ζαλισμένος ένιωθε. «Σταμάτα, δεν με ξέρεις. Δεν είναι έτσι».

«Και πώς είναι, τότε;»

«Πες μου που είναι».

«Τράβα σπίτι σου», του γύρισε την πλάτη και έφυγε.

Εκείνος στάθηκε εκεί για μια στιγμή, κόντρα στον τοίχο. Μόνο να ρωτήσει τριγύρω μπορούσε, δεν είχε κι άλλη επιλογή. Μάζεψε τα κομμάτια του κι έπιασε τον τυπά που σέρβιρε πίσω από το μπαρ, μα εκείνος μήτε ποια ήταν η Δρόσω δεν έδειχνε να ξέρει.

«Η Ρόζα», ο Κωνσταντής έφτυσε το όνομα. «Για τη Ρόζα λέω, ξέρεις που μένει;»

«Α, με τον Τάκη μένουνε. Πάνω στην πλατεία ακριβώς, στην Γλάδστωνος νομίζω».

«Τάκη;»

«Δεν τον ξέρεις; Τον μπουζουξή».

Ένιωσε σαν να τον έλουσαν με παγωμένο νερό. «Παντρεμένη είναι;»

Ο νεαρός γέλασε. «Να περάσει κουλούρα ο Τάκης, τα θες και τα λες; Αλλά ελπίζω να μη σου έχει μπει στο μάτι αυτή, γιατί δε θέλει πολύ να του τη βιδώσει του αλήτη. Ο προηγούμενος έφυγε από εδώ μέσα σαν μαδημένο κοτόπουλο, ακόμα βρίσκω στις γωνίες σπασμένα».

Ο προηγούμενος; Δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. «Τι της είναι αυτός ο Τάκης;»

«Τι με ρωτάς άνθρωπέ μου, στο κρεβάτι τους είμαι; Πάντως έξι χρόνια την έχει σπιτώσει με τον γιό της, αυτός την έφερε στο μαγαζί. Από εκεί και πέρα ό,τι ξέρεις ξέρω. Σου λέω μην το ψάχνεις, δε θα σου βγει σε κάλο-»

«Ποιον γιο της;» τον έκοψε. «Έχεις παλαβώσει; Για άλλη μου λες τόσην ώρα; Για τη Ρόζα σου μιλάω, τη Δρόσω».

«Ναι την ξέρω, το όνομα δεν ήξερα. Έχει γιο αυτή, ξώγαμο. Γκαστρωμένη ήρθε, μετά από λίγο άρχισε να φουσκώνει και την κρύβανε».

«Τι λες; Τι… Ποιο γιο;» Ένιωθε τη φωνή του να κλείνει. «Ποιανού;»

«Δεν είναι του Τάκη, δεν ξέρω. Από χωρίο δεν είναι αυτή; Κανάς χωριάτης θα την γκάστρωσε».

Παραπάτησε προς τα πίσω, λες κι αν απομακρυνόταν και σταματούσε να τον ακούει θα διαγράφονταν όσα έλεγε. «Τι έγινε το παιδί;»

«Μεγάλωσε, τι να 'γινε».

«Εδώ;»

«Αμ που. Και για να δεχτεί ο Τάκης τέτοια ξευτίλα φαντάσου αδυναμία που της έχει. Γι' αυτό σου λέω, μη μπλέκεις με δαύτη. Δε θα σου βγει σε καλό».

Βγήκε σαν χαμένος από το μαγαζί, ώρα μετά. Κατέβηκε τα σκαλιά αργά κι έπειτα σύρθηκε ώσπου βρήκε ένα παγκάκι. Όταν κάθισε οι ανάσες του ήταν ηχηρές, αντηχούσαν στην πλατεία πίσω του.

Ίσως να μην ήταν αλήθεια. Θα την μπέρδεψε με κάποια άλλη. Δεν ήταν δυνατόν.

Ο αέρας φυσούσε γύρω μανιασμένα. Πώς γινόταν να μην υπάρχει οξυγόνο;

Προσπάθησε να το κάνει εικόνα. Να έχει η Δρόσω που γνώρισε σε εκείνο το κόκκινο δωμάτιο δίπλα της έναν άντρα, ένα παιδί… Τι… τι σόι άντρας αφήνει τη γυναίκα του να ξεφτιλίζεται κάθε βράδυ με τους ξελιγωμένους εκεί μέσα; Από τόσο δα κουτσούβελο την ήξερε τη Δροσούλα αποκλείεται να έμπλεκε με τέτοιους τύπους, ούτε να έφευγε μακριά από τις αδερφές της με ένα μωρό στα σπλάχνα. Δεν υπήρχε περίπτωση να είχε παιδί, δεν υπήρχαν παιδιά στην Τρούμπα. Δε γινόταν να υπάρχουν.

Δε γίνεται…

Δεν ήταν σε θέση να επεξεργαστεί τίποτα, μόνο ένιωθε σκατά. Είχε ένα πλάκωμα που όλο και βάραινε και τον πίεζε, τον έπνιγε. Ένα κουβάρι έγιναν οι σκέψεις του, όλες μαζί ένα ατελείωτο βουητό στα αυτιά του που αντί να κοπιάζει δυνάμωνε, όπως δυνάμωνε στην ανοιχτή πλατεία και ο αέρας. Φυσούσε ανελέητα τα δέντρα γύρω του, έσπρωχνε βίαια τα κλαδιά ώσπου χτυπούσαν μεταξύ τους, τα γύμνωνε από τα ταλαιπωρημένα φύλλα τους δίχως να λογαριάζει τίποτα. Κι όταν τα φύλλα ξεσκίζονταν τα παρέσερνε μαζί του, τα στροβίλιζε, τα χτύπαγε, τα τραβούσε μακριά μέχρι κάποια στιγμή να τα πετάξει μέσα στη θάλασσα. Πρέπει να ήταν ανακούφιση να σκάνε στο νερό… κι ας σήμαινε πως σύντομα θα χάνονταν στο άπειρο.

Του πήρε ώρα να δώσει σημασία στις φωνές που αντήχησαν από πίσω του. Κι όταν το έκανε δεν αντέδρασε, μόνο τις άφησε να γλιστρήσουν στη συνείδησή του ως ασήμαντες που ήταν. Φωνές, κρότοι, γδούποι. Ένα βογγητό. Άλλος ένας τσακωμός.

Και τότε εκείνη ούρλιαξε.

Την άκουσε και η συνειδητοποίηση ήταν άμεση, θα την αναγνώριζε παντού. Πετάχτηκε στα πόδια του και γύρισε πάνω στην ώρα για να δει στην απέναντι πλευρά της πλατείας μια γυναικεία φιγούρα να ορμάει μέσα σε ένα διαμέρισμα από το κοινόχρηστο μπαλκόνι. Η σκάλα που οδηγούσε εκεί έτρεμε από το βάρος σαν μια φουρνιά ανδρών κατέβηκε στο πεζοδρόμιο και γρήγορα επιβιβάστηκε σε μια λουσάτη κούρσα. Πάνω στο μπαλκόνι έμεινε μόνο του ένα παιδί, ένα μικρό αγόρι που κοιτούσε μέσα από τον πόρτα.

«Τάκη!» άκουσε τις κραυγές της ξανά. «Όχι, Θεέ μου, όχι!»

Ο Κωνσταντής δε θυμόταν να έχει ξανατρέξει τόσο γρήγορα. Πήραν φωτιά τα πόδια του, με δέκα δρασκελιές διέσχισε την πλατεία αλλά μόνο πρόλαβε ένα χτύπημα στο μπαμπρίζ του αυτοκινήτου πριν εκείνο σπινάρει στην άσφαλτο. Έριξε μια Χριστοπαναγία και όρμησε στη σκάλα, μα όταν έφτασε στο μπαλκόνι ούτε το παιδί ήταν πλέον εκεί. Μια κυρία που είχε βγάλει το κεφάλι από το παράθυρο τον κάρφωνε με το βλέμμα της καθώς εκείνος την προσπέρασε κι έφτασε στην πόρτα από όπου πήγαζε το φως. Ήταν ορθάνοιχτη.

Δεν το σκέφτηκε, μπήκε μέσα.

Βρήκε το αγόρι στο διάδρομο να στέκεται σαν να ήταν παγωμένο. Μπροστά του η Δρόσω ήταν σκυμμένη πάνω από έναν άνδρα που βογκούσε, σκούπιζε το αίμα από το πρόσωπό του και πίεζε τις πληγές του κλαίγοντας.

Ο Κωνσταντής κοκάλωσε πίσω από το παιδί. Είδε το αίμα που έσταζε από την καρέκλα, σταγόνα σταγόνα, να σχηματίζει μια κόκκινη λίμνη πάνω στο μάρμαρο.

Κι αν ποτέ δε νοιάστηκε γιατί η γοργόνα σκότωνε τους ψαράδες, πλέον μόνο αυτό ζούσε για να μάθει.