.


Sometimes I find myself standing in those stairs
With eyes so blank and unsure
Realizing this is not where I want to be
And not where I want to go

And all those times that I could swear I heard you speak
You spoke in such a low voice
Of how if you could choose, you would choose not to feel
'Cause you are hardly ever happy


Δεν είχε χρόνο να επεξεργαστεί όσα συνέβαιναν, μόνο να αντιδράσει. Έπιασε τους ώμους του παιδιού και το γύρισε μακριά από το θέαμα μπροστά του. Η απότομη κίνηση έκανε αισθητή την παρουσία του στα τρία άτομα στο δωμάτιο. Ο μικρός τον κοίταξε με φόβο, η Δρόσω κοκάλωσε, και ο Τάκης πετάχτηκε από την καρέκλα κι όρμησε μπροστά φωνάζοντας.

«Τάκη μη!» η Δρόσω τον κράτησε σαν πήγε να πέσει από την αστάθεια. «Σταμάτα, κάτσε κάτω!»

«Τι είσαι εσύ ρε μπαγλαμά, τι θες εδώ;»

«Κάτσε κάτω είπα, ασ' τον!» σύριξε, και μετά το βλέμμα της επέστρεψε πάνω στην Κωνσταντή. «Τι κάνεις εσύ εδώ;»

«Τον ξέρεις;»

«Είναι από το χωρίο μου».

«Τι πράγμα;»

Ο Κωνσταντής τους κοιτούσε σαν χαμένος σαν η ένταση γινόταν φωτιά στις φλέβες του, παλλόταν ολόκληρος. «Τι έγινε εδώ πέρα;»

Η Δρόσω τραύλισε. «Τίποτα, τι-τι δουλειά έχεις εδώ;»

«Πώς τίποτα; Είστε καλά; Τι έγινε;» το βλέμμα του έπεσε πάνω στον μικρό που ξαφνικά ξεπάγωσε κι έτρεξε γρήγορα να χωθεί πίσω από τα πόδια της Δρόσως.

Η Δρόσω πήρε μια κοφτή ανάσα. «Όλα καλά», είπε σαν ζαλισμένη με τα μάτια της καρφωμένα πάνω στον Κωνσταντή. Χάιδεψε το κεφάλι του παιδιού μπαίνοντας μπροστά από το σώμα του, λες και προσπαθούσε να το κρύψει. «Όλα καλά, χαρτιά έπαιζαν μόνο και ξέφυγε το πράγμα, απλά τρομάξαμε».

Το βλέμμα του Κωνσταντή είχε καρφωθεί στον μικρό. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε με αγωνία.

Εκείνος μαζεύτηκε ακόμα περισσότερο πίσω από τη μάνα του.

Ήταν τόσο παράξενο να τον κοιτάζει. Την ομορφιά της είχε, λευκό δέρμα λείο σαν πορσελάνη, μάτια μεγάλα, ανοιχτόχρωμα μαλλάκια. Τα χρώματά της είχε, και τα ίδια χαρακτηριστικά λίγο πιο στρογγυλεμένα. Τόσο απίστευτο…

Ο Τάκης κοπάνησε το τραπέζι, κάνοντας τους όλους να πεταχτούν. «Ποιος σκατά είναι αυτός, θα μου πεις;»

Όταν ο Κωνσταντής πρόσεξε ξανά τη Δρόσω, εκείνη έτρεμε κάτω από το βλέμμα του. Κρατούσε το παιδί πίσω της σαν ρίγη διαπερνούσαν την προστασία των χεριών της, και περίμενε την αντίδρασή του.

Τι περίμενε; Να κάνει, να πει… τι;

«Ο άντρας της αδερφής της είσαι ρε;», διέκοψε τη βουβή συναλλαγή για ακόμη μια φορά η φωνή του δικού της. «Ο Νικη-τέτοιος;»

«Τάκη!» μια κραυγή ήταν το όνομά του από τα χείλη της, μα το βλέμμα της έμεινε ακλόνητο στον Κωνσταντή. Κι όσο τον έβλεπε να μην αντιδρά τόσο γέμιζε με απορία.

«Μίλα γιατί θα μου στρίψει!»

«Ο Κωνσταντής είμαι», απάντησε εκείνος. «Ο αδερφός του Νικηφόρου. Εσύ είσαι ο Τάκης;»

«Ολόκληρος», είπε βαρύγδουπα.

Όχι και ολόκληρος. «Θα μου πεις τι διάολο έγινε πριν μου στρίψει έμενα;»

«Τι είπες ρε; Σε ποιανού το σπίτι πουλάς τσαμπουκάδες, τρώγεσαι για καβγά;»

«Έγινε κάτι με την Ελένη;» ρώτησε η Δρόσω.

Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, την ψάχνουν. Κανένα νέο ακόμα».

«Γιατί ήρθες; Πώς με βρήκες;»

«Ρώτησα στο μαγαζί».

«Γιατί, Κωνσταντή;»

«Θέλω να μιλήσουμε».

Δεν μπόρεσε να διαβάσει την έκφρασή της. «Ήρθες από το Διαφάνι εδώ για να μιλήσουμε;»

«Ναι, αλλά βλέπω πρέπει να περιμένει», ένευσε προς τον Τάκη. «Αιμορραγείς. Έχω την κούρσα, θα σε πάω νοσοκομείο».

«Τι λε ρε μεγάλε…» ο Τάκης γέλασε σαν γύρισε στη Δρόσω. «Τον ακούς;»

«Τάκη χρειάζεσαι γιατρό».

Το γέλιο του δυνάμωσε.

«Κόφτο, σε έκαναν χάλια. Είναι βαθύ Τάκη. Τι στο διάβολο σκεφτόσουν, μπορείς να μου πεις; Θα μπορούσαν να σε σκοτώσουν. Φυσικά και θα σε καταλάβαιναν, δεν έχεις ιδέα από αυτά τα πράγματα. Δεν το πιστεύω ότι σε άφησα να τους φέρεις-»

«Λίγα τα λόγια Δροσούλα… μαζέψου».

«Να μαζευτώ εγώ; Τολμάς και λες αυτό το πράγμα τώρα;»

«Ναι τολμάω, δεν κατάλαβα. Εμ βρεγμένος εμ δαρμένος!»

«Έχεις καταλάβει τι κόντεψε να γίνει; Ποιους έβαλες στο σπίτι μας;»

«Για ποιον τους έβαλα, για πες μου; Γιατί σαν να μη μας τα λες καλά».

Ο Κωνσταντής πρόσεξε το παιδί να ζαρώνει πίσω από τη Δρόσω. Είχε γραπωθεί από το φόρεμά της και είχε κλείσει τα μάτια του.

«Ποτέ δεν συμφώνησα».

«Δεν συμφώνησες; Δεν πήρες τον μικρό στο ρεπό σου και μας άφησες ελεύθερη τη γωνιά;»

«Έπρεπε δηλαδή να τον αφήσω εδώ να σε βλέπει να μαχαιρώνεσαι».

«Να με βλέπει να καθαρίζω για πάρτη της πουτάνας της μάνας του!»

«Τάκη!»

«Να δει πως ξηγιούνται οι άντρες! Που τον έχεις σα μωρό να κατουράει τα παντελόνια του -αλλά σαν τα μούτρα σου θες να τον κάνεις, έτσι ήσουν πάντα, κακομαθημένη και αχάριστη! Εγώ φταίω που σε μάζεψα από τους δρόμους, που δε σε έχω στείλει τόσα χρόνια πίσω στο χωρίο σου να βόσκεις-»

Κόπηκε στη μέση η πρότασή του όταν βρέθηκε κολλημένος στην ντουλάπα με το βραχίονα του Κωνσταντή να πιέζει το λαιμό του. «Τι είπες ρε αλήτη;»

Η οργή γλίστρησε από τη φωνή της Δρόσως. «Κωνσταντή μη! Είναι χτυπημένος!»

Ο Τάκης βόγκηξε. «Άσε με κάτω μη σου τα κόψω τα κουλά σου».

«Σε ποια μιλάς έτσι; Ε;»

«Στη γυναίκα μου ρε, κάνε πέρα».

«Στη Δρόσω δε θα ξαναμιλήσεις έτσι» πίεσε τον λαιμό του τόσο δυνατά που ένιωσε την ανάσα του να κόβεται κάτω από το χέρι του. «Τ' ακούς;»

Ένιωσε τη Δρόσω να τραβάει το μπράτσο του. «Άφησέ τον, σε παρακαλώ».

Χαλάρωσε λίγο τη λαβή του όταν την άκουσε, μα το βλέμμα του έμεινε ακλόνητο. «Δε θα την ξαναπιάσεις στο στόμα σου, το κατάλαβες;».

«Κωνσταντή…»

Γύρισε σε εκείνη, τραβώντας τα χέρια του από τον Τάκη. «Αυτό το ρεμάλι ερωτεύτηκες;»

«Σταμάτα. Δεν τον ξέρεις».

«Άκουσα αρκετά».

«Κι εγώ», είπε ο Τάκης σαν στάθηκε ξανά στα πόδια του, τρίβοντας τον λαιμό του. «Διώξτον. Διώξτον εσύ πριν το κάνω εγώ γιατί θα φύγει ξαπλωτός».

Ο Κωνσταντής εκείνη κοίταζε. «Δεν πάω πουθενά αν δε σου μιλήσω».

«Δεν είναι καλή στιγμή Κωνσταντή, δεν το βλέπεις;»

«Ωραία, κάποια στιγμή θα είναι. Μέχρι τότε θα είμαι Αθήνα». Έριξε ένα βλέμμα στον Τάκη. «Θα με αφήσεις τώρα να σε πάω σε ένα γιατρό;»

Εκείνος έπιασε το ματωμένο μαντήλι από το τραπέζι και το πίεσε στο πρόσωπό του. «Καλά τι σας ποτίζουν στο χωρίο σας; Τράβα από δω που θα με πας και στο γιατρό».

Η Δρόσω αναστέναξε. «Τάκη, σε παρακαλώ, μη το κάνεις αυτό. Δεν είσαι καλά, ασ' τον να σε πάει».

«Πόδια έχω θα πάω μόνος μου. Μια ζωή μόνος ο Τάκης, μαθημένος είναι. Κανέναν δεν έχει ανάγκη. Τ' ακούς; Κανέναν και καμία».

«Μην το κάνεις αυτό τώρα…»

«Αλλά δεν πάω πουθενά μέχρι να φύγει αυτός, μόνη μαζί του δε μένεις».

«Δε θα με πειράξει ο Κωνσταντής».

«Μπα; Πολύ σίγουρη δεν είσαι Δροσούλα; Από πότε νταραβερίζεσαι μαζί του;»

Σκοτείνιασε το βλέμμα της. «Κόφτο τώρα, δε σε παίρνει».

«Συχνός πελάτης ο κουνιάδος σου; Σου φέρεται καλά; Έχεις στην οικογένεια μια αδυναμία».

«Τι λες ρε σαλεμένο;» έκανε ο Κωνσταντής.

«Τίποτα», η Δρόσω γρύλισε τη λέξη και χτύπησε το στήθος του Τάκη. «Ούτε μια λέξη παραπάνω, Τάκη, δεν αστειεύομαι».

«Γιατί δεν μου είπες τίποτα, τότε; Αλλά τι να μου πεις εμένα, σωστά… εγώ… περσινά ξινά σταφύλια, ούτε να με κοιτάξεις. Εγώ είμαι να σου νταντεύω το μωρό, σε τι εκτίμηση με έχεις εμένα που θα μου δώσεις και αναφορά».

«Όταν μιλάς έτσι σε καμία εκτίμηση. Κόφτο είπα, ακούει το παιδί».

«Έτσι έμαθα, έτσι μιλάω. Ψηλέ πώς την είδες, θα μείνουμε εδώ παρεϊτσα κι όποιον πάρει ο χάρος; Βλέπω μας παρακολουθείς με ενδιαφέρον, σε τραβάει το μανουφάκι μας ε; Είναι ταπεινό, σένιο, δεν μπορείς να πεις. Κάνουμε ωραίο θέαμα, θα αρχίσουμε να κόβουμε εισιτήρια».

«Κωνσταντή, να χαρείς, φύγε από εδώ», απεγνωσμένη ήταν η φωνή της. «Φύγε και μην ασχολείσαι, δεν τα εννοεί αυτά που λέει, ζαλισμένος είναι».

«Καλά, λουλούδι μου, τραγούδα εσύ. Τραγούδα όπως ξέρεις…» Η φωνή του Τάκη ήταν ένας απόηχος στο δωμάτιο.

Δεν του έδωσαν σημασία. «Φύγε σε παρακαλώ να πάει και αυτός στο γιατρό γιατί θα μου μείνει στα χέρια, έχει χλομιάσει».

«Πώς θα πάει μωρέ Δρόσω, ίσα που στέκεται αυτός».

«Θα πάω κι εγώ μαζί του, πήγαινε».

«Και το παιδί;»

Η Δρόσω ζάρωσε σαν άκουσε τη λέξη από το στόμα του. Ο μικρός ακολούθησε την κίνηση της όπως είχε γραπωθεί πάνω της, σαν προεξοχή του σώματός της.

«Κάτσε με τον γιό σου, Δροσούλα», είπε ο Τάκης από πίσω σαν άρπαξε τα κλειδιά από το τραπέζι. «Κάτσε μαζί του και άσε με εμένα. Δεν έχω ανάγκη εγώ, εκείνος σε έχει. Έτσι μικρέ;»

Το παιδί κοιτούσε τον Κωνσταντή.

Όταν το πρόσεξε εκείνος σάστισε. Μα δεν πρόλαβε να καταλάβει τι έβλεπε στο βλέμμα του γιατί μόλις ο Τάκης του απηύθυνε τον λόγο ο μικρός το έριξε αμέσως. Ίσως από ένστικτο το σώμα του Κωνσταντή χαμήλωσε για να βρεθεί στο ύψος του. «Δε χρειάζεται να φοβάσαι ρε μπόμπιρα, όλοι καλά είναι».

Σαν τα λόγια του να είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα, το παιδί μαζεύτηκε ξανά.

«Είμαι φίλος της μαμάς σου, δε θα σας πειράξω», του είπε αμέσως μα δεν έδειχνε να τον ακούει, μονάχα έσφιξε τη λαβή του γύρω από τη μητέρα του.

Δεν τον ζόρισε άλλο.

Όταν σηκώθηκε πάλι όρθιος η Δρόσω τον κοιτούσε παρακλητικά. «Κωνσταντή, κανείς στο χωριό δεν το ξέρει», τα λόγια της ήταν μιλημένα γρήγορα και σιγανά λες και έτσι θα τα άκουγε μόνο εκείνος. «Σε παρακαλώ, δεν πρέπει να το μάθουν. Σε ικετεύω».

Ο λαιμός του είχε κλείσει. «Ούτε οι αδερφές σου ξέρουν;»

«Όχι», κούνησε το κεφάλι της. «Όχι ούτε εκείνες. Σε παρακαλώ, θα σου εξηγήσω ό,τι θες αλλά δεν πρέπει να πεις κουβέντα-»

«Πότε θα σε δω;»

Ένα ακόμη χτύπημα της παλάμης του Τάκη πάνω στο τραπέζι τράβηξε πάνω του την προσοχή τους. «Τι θα γίνει μάγκα μου, θα της κλείσεις και ραντεβού; Τι δεν έχεις καταλάβει, στρίβε λέμε! Δίνε του!»

«Κωνσταντή πήγαινε», είπε η Δρόσω με επείγοντα τόνο σαν η κατάσταση του Τάκη ήρθε ξανά στο προσκήνιο. «Σε παρακαλώ, πήγαινε να πάει κι εκείνος γιατί δε θα φύγει αλλιώς».

«Εντάξει, θα… θα κλείσω ένα δωμάτιο για απόψε και θα σε βρω αύριο βράδυ στο μαγαζί».

«Ναι, τόλμα να εμφανιστείς!» φώναξε ο Τάκης. «Τόλμα και όταν τα κάνω γης Μαδιάμ εκεί μέσα στο Νώντα θα δώσεις λογαριασμό εσύ!»

Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα σε όλους τους πριν εστιάσει ξανά στα μπερδεμένα της μάτια. «Καλό βράδυ».

Και έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω, γιατί μόνο έτσι μπορούσε.

Κατέβηκε τα σκαλιά φουριόζος. Δεν ήξερε πώς η σκουριασμένη σκαλωσιά είχε αντέξει τους άνδρες που είχαν ξεχυθεί πάνω της προηγουμένως· ήταν τόσο ασταθής κάτω από τα βήματά του. Δεν κάθισε να δει αν έφυγε και ο Τάκης μετά όπως έλεγε, μόνο τους άκουσε να φωνάζουν ξανά καθώς απομακρυνόταν μα έκλεισε τα αυτιά του και συνέχισε να προχωράει.

Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά – όσο μπορούσε δηλαδή στο κέντρο της πόλης. Δεξιά και αριστερά τα πατζούρια ήταν ασφαλισμένα. Του φαίνονταν παράξενες οι κλειδωμένες πόρτες, τόσο ενάντια σε ό,τι είχε συνηθίσει. Γάτες σκαρφάλωναν στους τενεκέδες, τσιμπούσαν αποφάγια από σκισμένες σακούλες. Στους σωλήνες στις γωνίες σκαρφάλωναν κατσαρίδες που είχαν ξετρυπώσει από τους υπονόμους. Ήταν αλλιώς η βρώμα της Αθήνας. Ήταν γκρίζα όχι καφέ σαν του χωριού, ήταν υγρή και γλιστερή όχι ξερή και χωμάτινη.

Βρήκε το κοντινότερο ξενοδοχείο στην οδό Νοταρά και μπήκε μέσα σκυθρωπός. Σε άνθρωπο δε μίλησε και δεν είχε σημασία, η κυρία στην υποδοχή ούτε που του έδωσε προσοχή.

«50 δραχμές η ώρα. Πετσέτες καθαρές, σεντόνια χθεσινά. Που είναι η κοπέλα;»

«Δεν υπάρχει κοπέλα».

«Δεν υπάρχει;» το ύφος της άλλαξε και τον κοίταξε για πρώτη φορά. «Μαστούρι είσαι;»

«Τι πράγμα;»

«Να δω τα χέρια σου».

Αν είχε δύναμη να αντιδράσει θα το είχε κάνει. Τώρα σήκωσε απλώς να μανίκια του.

«Καθαρός είσαι. Καλά κι εδώ ήρθες να πιάσεις δωμάτιο;»

«Σας κάνει εντύπωση;»

«Τι να σου πω. Άμα τη βρίσκεις χειροκίνητα, δική σου υπόθεση. Στο 18 σε έβαλα».

Πήρε το κλειδί στο χέρι του διστακτικά. Το νούμερο 18 ήταν χαραγμένο πάνω σε μια μεταλλική πλάκα, απόλυτο και γνώριμο.

«Τι έγινε, τι το κοιτάς;»

Έκλεισε τη παλάμη του γύρω από το κλειδί γρήγορα. «Τίποτα».

Έτσι κύλησαν οι υπόλοιπες ώρες, σε ένα μεγάλο τίποτα. Δεν είχε τίποτα να κάνει, τίποτα να πει. Ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα ρούχα και τα παπούτσια και προσποιήθηκε ότι δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε τέτοιο δωμάτιο, δεν είχε κοιμηθεί ποτέ σε λερωμένα σεντόνια, δεν είχε γλιστρήσει ποτέ ματσάκια στο εσώρουχο κάποιας κοπέλας καθώς εκείνη ντυνόταν βιαστικά να φύγει. Μακριά από εδώ. Μακριά του.

Θα μπορούσε να ήταν εκείνη.

Η σκέψη ήταν πυρωμένο σίδερο στο μυαλό του. Την είδε μαζί του με μάτια κενά, να τον αγγίζει ανέκφραστη. Είδε το είδωλό του στους λεκιασμένους καθρέφτες γύρω του να την παρακολουθεί λαίμαργα, σαν κτήνος. Είδε ένα πλασματάκι κουλουριασμένο στο κρεβάτι του να περιμένει το φιλί της.

Ανακατεύτηκε.

Έσφιξε το σαγόνι και πίεσε με μια μπουνιά τα χείλη του γιατί είχε ανέβει οξύ στο λαιμό του. Ο κρύος ιδρώτας στο δέρμα του γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Δεν άντεχε εδώ μέσα. Κάθε λεπτό γλιστρούσε η σκέψη του σε όλο και πιο φρικαλέα μονοπάτια, έχανε το μυαλό του. Αλλά που να πάει;

Εντέλει εκεί έμεινε, για ακόμη μια φορά χαμένος μέσα σε ένα βουητό. Βούιζε η πόλη, βούιζαν οι τοίχοι, βούιζε το σώμα του. Πέρασε σχεδόν όλο το βράδυ στο μικρό μπαλκόνι που έβλεπε στην πίσω μεριά του ξενοδοχείου, παρέα με τον άνεμο που δεν έλεγε να κοπιάσει. Ήταν τόσο γεμάτο το τοπίο. Υψώνονταν οι πολυκατοικίες μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι, οι άνθρωποι στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο με ένα τρόπο που φάνταζε ασφυκτικό. Κάγκελα στα στενά μπαλκόνια, κάγκελα στα παράθυρα. Από επιλογή τους ζούσαν όλοι τούτοι εδώ; Δεν μπορούσε να το καταλάβει. Πώς ανέπνεαν; Λυσσομανούσε ο αέρας μα ήταν κολλώδης στα πνευμόνια του, δεν ήταν αυτή η φιλόξενη γη που γνώριζε. Ούτε ένα νυχτοπούλι δε λαλούσε στο σκοτάδι, ένας γρύλος, ένα θρόισμα από φύλλα. Μόνο γλιστρούσε ο Βοριάς ανάμεσα στα ψηλά σπίτια σφυρίζοντας από τις ρωγμές, μπλεκόταν σε κρεμασμένα καμπανάκια που αντηχούσαν στη νύχτα. Κάπου μακριά κάτι μεταλλικό χτυπούσε πάνω σε μια επιφάνεια, κάνοντας έναν επαναλαμβανόμενο μεταλλικό ήχο. Χτυπούσε ξανά και ξανά με τον αέρα κρατώντας ένα σταθερό ρυθμό, και με κάθε χτύπο ένα χέρι αόρατο έσφιγγε τα σπλάχνα του Κωνσταντή. Ξανά και ξανά. Όλο και πιο δυνατά.

Πώς ήταν δυνατόν να είχε φέρει εδώ ένα παιδί;

Τι της συνέβη;

Το χάραμα τον βρήκε με ένα κουβάρι απορίες και έναν έντονο πόνο στο κεφάλι. Όταν βγήκε από το δωμάτιο πήρε μαζί το πορτοφόλι του και το κλειδί. Εδώ θα ήταν και αύριο βράδυ, ήταν το μόνο για το οποίο μπορούσε να πάρει μιαν απόφαση. Αυτό φυσικά σήμαινε ότι έπρεπε να ειδοποιήσει. Ένα βράδυ τύχαινε, δυο όμως ήταν πολλά. Βρήκε το κοντινότερο περίπτερο – ποτέ του δεν ήταν ευκολότερο, τόσα περίπτερα μαζεμένα όσα στην πρωτεύουσα δεν είχε ξαναδεί – και έκανε ένα τηλέφωνο στο σπίτι του.

Ευτυχώς το σήκωσε η Αγορίτσα.

«Κωνσταντή!» Ξεφώνησε μόλις άκουσε τη φωνή του. «Που είσαι αγόρι μου, είσαι καλά; Ανησυχήσαμε!»

«Καλά είμαι Αγορίτσα, ήρθα για κάτι δουλειές και χάλασε το αμάξι».

«Ώχου… Άλλη συμφορά μας βρήκε τώρα! Και που κοιμήθηκες;»

«Σε ένα ξενοδοχείο, μην ανησυχείς, καλά είμαι σου λέω. Απλά πες σε όλους αν μπορείς ότι δε θα γυρίσω ακόμα, πρέπει πρώτα να το πάω για-»

«Ο Κωνσταντής είναι κυρά μου!» Τον έκοψε ξαφνικά.

«Επιτέλους! Φερ'τον εδώ».

«Αμέσως».

Σφίχτηκε ολόκληρος. «Όχι, μη, δε χρειάζεται, απλά-»

«Αγόρι μου;» Η φωνή της Μυρσίνης τον διαπέρασε σαν τον ήχο από νύχια που γρατζουνούν ένα μαυροπίνακα.

Ξίνισε τα μούτρα του. «Έλα μάνα».

«Που είσαι παιδί μου, έχουμε φάει τον τόπο!»

«Αθήνα είμαι, για δουλειές ήρθα».

«Τι λες τώρα; Τι δουλειές; Έτσι εξαφανίζεσαι και δε μιλάς σε κανέναν; Δεν είσαι μόνος σου Κωνσταντή! Έχεις εμάς να ανησυχούμε, την οικογένειά σου, την αρραβωνιαστικιά σου. Ξέρεις πώς ανησύχησε η Δόμνα;»

«Η Δόμνα;» παραξενεύτηκε. «Πώς το έμαθε η Δόμνα;»

«Αυτό σε απασχολεί ή που μας κοψοχόλιασες όλους; Εδώ ήταν το κορίτσι, ήρθε να σου κάνει έκπληξη και τελικά έκανες σε όλους έκπληξη εσύ».

Έτριψε το μέτωπό του, σφίγγοντας τα μάτια του. Υπέροχα.

«Ανάθεμά σε, Κωνσταντή! Ανάθεμά σε! Ξέρεις πόσην ώρα έκανα για να την ηρεμήσω; Και τι δικαιολογία δεν της είπα για να σε καλύψω, και ούτε που ήξερα που ήσουν και με ποια γυρνούσες!»

«Με ποια; Μάνα τι λες, τρελάθηκες;»

«Και που θες να πάει το μυαλό μου Κωνσταντή; Όταν εξαφανίζεσαι χωρίς να πεις κουβέντα; Θα σου ήταν κόπος να ενημερώσεις ότι έχεις δουλειές, να ξέρουμε κι εμείς τι συμβαίνει στο σπίτι μας; Αλλά μου φαίνεται από όταν έφυγε ο πατέρας σας έχει ξεφύγει η κατάσταση από κάθε έλεγχο. Τώρα που γύρισε επιτέλους καιρός να μπουν κάποια πράγματα στη θέση τους-»

«Μάνα, σταματάς λίγο όμως να σου πω τι θέλω; Από τα μούτρα με έπιασες και δεν έχω σταυρώσει λέξη. Λοιπόν», την έκοψε, και προσποιήθηκε ότι δεν άκουσε το επιφώνημα αγανακτησμού της από την άλλη γραμμή, «ήρθα όπως είπα για δουλειές και έμεινε το αμάξι. Χτες βράδυ. Και-»

«Τι πράγμα; Τι θα πει έμεινε;»

«Έμεινε ρε μάνα, πώς το λένε, χάλασε! Το πήγα τώρα σε ένα συνεργείο να το φτιάξουν άλλα έχει πάθει γερή ζημιά λέει, δε διορθώνονται απευθείας αυτά τα πράγματα. Θα πάρει μερικές μέρες».

«Ωραία», είπε εκείνη. «Ωραία, πλήρωσε μια κούρσα να σε φέρει και θα στείλω κάποιον εργάτη να έρθει να το πάρει μόλις είναι έτοιμο».

«Τι λες μωρέ; Και θα αφήσω εγώ εδώ το αμάξι, να μας κάνει ο άλλος ό,τι του κατέβει, να μας χρεώσει τα μαλλιοκέφαλά μας και μετά να τρέχουμε».

«Και τι θα κάνεις Κωνσταντή, θα κάθεσαι εκεί σαν μαχαραγιάς να τον επιβλέπεις; Μην ακούω ανοησίες».

«Στην ανάγκη ακριβώς αυτό θα κάνω, ναι».

«Σύνελθε, αγόρι μου… που θα ξενοκοιμάσαι σαν κανένας παρακατιανός μέχρι να πιάσουν τα χέρια του όποιου άσχετου ανέλαβε την επισκευή… Πώς θα μείνεις εκεί μόνος σου, τι θα τρως;»

«Γεμάτη ψητοπωλεία είναι η Αθήνα ρε μάνα, πώς κάνεις έτσι; Δυο-τρεις μέρες θα λείψω… άντε μια βδομάδα», το ξανασκέφτηκε.

«Μια εβδομάδα θα τρως κρέας;»

«Να σου πω, να σε ενημερώνω και για κάθε που ξύνομαι, τώρα που γυρίζει;»

«Κωνσταντή!»

«Ε μα τι θα γίνει τώρα, μου έχεις πάρει τα αυτιά τόσην ώρα. Λοιπόν εγώ εδώ θα μείνω μέχρι να φτιαχτεί, και μετά θα το πάρω καλά-καλά και θα γυρίσω σπίτι μου κύριος. Το κατάλαβες;»

«Και στη γυναίκα σου τι θα πω;»

Στο λαιμό του στάθηκε η προσφώνηση. «Αυτά που σου είπα τώρα. Και αν δεν της φτάνουν πρόβλημά της, εγώ λογαριασμό δε δίνω σε καμία. Κι αν δε σου κάνει κόπο, πες της το κι αυτό».

«Παιδί μου έχεις αποτρελαθεί; Πώς μιλάς έτσι για το κορίτσι, δεν ντρέπεσαι;»

«Έτσι έμαθα, έτσι μιλάω», βρέθηκε να ξεστομίζει τα ίδια λόγια που είχε πει νωρίτερα ο Τάκης.

Και δεν του άρεσε καθόλου αυτό. Τον έκανε να κοντοσταθεί μια στιγμή στο ακουστικό.

«Πες της…» είπε τελικά καθώς το ξανασκέφτηκε, «ότι θα μιλήσουμε όταν γυρίσω. Μέχρι τότε να ξέρει ότι είμαι καλά. Αυτό θα έπρεπε να σας είναι αρκετό».

«Ακούς τι λες; Δεν πρόκειται να-»

«Μητέρα, ό,τι είπαμε είπαμε. Αυτά αποφάσισα και η απόφασή μου δεν αλλάζει. Λοιπόν… άντε. Θα τα πούμε σε μερικές ημέρες».

«Που μένεις; Να ξέρω πώς μπορώ να σε-»

«Θα τα πούμε», επανέλαβε αυστηρότερα, «σε μερικές ημέρες. Εντάξει;»

«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να-»

«Γεια σου, μητέρα», είπε γρήγορα και έκλεισε το ακουστικό. Δεν ήταν η επιτομή της ευγένειας αλλά δεν θα τον κρατούσε και ξύπνιο το βράδυ. Για αυτή τη δουλειά είχε άλλα.

Ερωτήσεις, συγκεκριμένα. Ερωτήσεις δύσκολες που μόνο να τις σκεφτεί φοβόταν, πόσο μάλλον να τις ξεστομίσει. Που δεν έλεγαν να τον αφήσουν σε ησυχία. Που δεν μπορούσαν να περιμένουν μέχρι το βράδυ. Για την ακρίβεια, δεν μπορούσαν να περιμένουν στιγμή.

Κατέβηκε την οδό Νοταρά κι έστριψε στη γωνία. Ένα στενό μετά βρήκε την πλατεία με το παγκάκι όπου είχε κάτσει το προηγούμενο βράδυ σε μια κατάσταση έξαλλη μα όχι και τόσο διαφορετική από τη σημερινή του. Φυσούσε ακόμα, σαν μια θύελλα να είχε ξεσπάσει τη στιγμή που έμαθε για το παιδί και να μην έλεγε να κοπάσει μέχρι να μερέψει και εκείνη που είχε μέσα του.

Διέσχισε την πλατεία και βρέθηκε μπρος στο σπίτι της. Μια λεμονιά ήταν φυτεμένη στη γειτονιά κι εκείνος χώθηκε κάτω από το κάλυμμα της. Δεν ήταν νωρίς, μα φάνταζαν ήσυχα τα διαμερίσματα. Ίσως οι άνθρωποι εδώ να κοιμόντουσαν μέχρι αργά χωρίς κοκόρια να τους ταράξουν τον ύπνο. Ή ίσως να είχαν ήδη φύγει για τις δουλειές τους εδώ και ώρες – δεν ήταν για παιχνίδια η Αθήνα, έτσι άκουγε . Ο Κωνσταντής ήλπιζε στο δεύτερο· αν ήταν εκεί ο Τάκης δε θα μπορούσε να τη δει. Θα έπρεπε να φύγει, να περιμένει ως το βράδυ. Και μέσα στο μαγαζί τι να της πει και τι να του απαντήσει; Δεν ήταν μέρος εκεί για συζητήσεις. Δεν ήταν μέρος εκεί… τελεία.

Ξεπρόβαλλε το κεφάλι του από τη φυλλωσιά για να ρίξει μια ματιά στο σπίτι. Δεν υπήρχε τρόπος να το μάθει εκτός αν πλησίαζε. Αλλά δεν ήθελε να κοιτάξει μέσα από το παράθυρό της σαν κανένας ανώμαλος. Πίσω από την σκουριασμένη σκάλα που οδηγούσε στο κοινόχρηστο μπαλκόνι διέκρινε κάτι σαν πυλωτή που οδηγούσε στο πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Χωρίς να το σκεφτεί πήδηξε τα κοντά καφέ κάγκελα που τη διαχώριζαν από το πεζοδρόμιο και πάτησε πάνω σε ένα μικρό κομμάτι από χορτάρι που βρισκόταν κάτω από την πολυκατοικία. Ξεραμένο ήταν και διαλυμένο, παρατημένο στην τύχη του - μα και πάλι ήταν μια ανακούφιση να το νιώθει κάτω από τα παπούτσια του. Ήταν λες και το τσιμέντο μέρα με τη μέρα έκαιγε ολοένα και περσότερο τα πέλματά του.

Ακολούθησε το χορτάρι μέχρι την πυλωτή, που ήταν βαμμένη στα λευκά. Κρύφτηκε πίσω από μια ασβεστωμένη κολώνα και από εκεί τόλμησε μια ματιά. Γύρω υψώνονταν γκρίζες πολυκατοικίες, έτσι ο ανοιχτός χώρος ήταν κι εκείνος μια παραίσθηση, κλεισμένος ολόγυρα με ψηλούς τοίχους στους οποίους σκαρφάλωνε κισσός. Αν κοιτούσες κάθετα προς τα πάνω έβλεπες ένα κομμάτι από τον ουρανό, μα ήταν στενό και καλυμμένο από κεραίες. Του φάνηκε παράξενο πως σε έναν τόπο τόσο δυστοπικό οι άνθρωποι είχαν τηλεόραση. Από την άλλη ίσως ακριβώς γι' αυτό να την χρειάζονταν. Να ήταν το μόνο παράθυρο που τους έμενε δίχως κάγκελα.

Στην πυλωτή κοιτούσαν τα πίσω μπαλκόνια της πολυκατοικίας, κι άλλη μια λεπτή και φθαρμένη σκάλα στροβιλιζόταν να τα φτάσει. Υπήρχε ένα υπερύψωμα επίσης ασβεστωμένο, πάνω στο οποίο ήταν τεντωμένα κάτι μακριά σκοινιά με απλωμένα σεντόνια και ρούχα. Δεν ήξερε πώς ο αέρας κατάφερνε να γλιστρήσει μέσα από τους τέσσερεις τοίχους, μα η μπουγάδα ανέμιζε μανιωδώς δυσκολεύοντας την κοπέλα που προσπαθούσε να την απλώσει. Μπλεκόταν ο Βοριάς στα σεντόνια που κρατούσε, στο απαλό γαλάζιο φόρεμά της, στα ξανθά λιτά μαλλιά της. Του στοίχησε ένα χτύπο όταν την αναγνώρισε, έμοιαζε κοριτσάκι έτσι απλά ντυμένη. Σαν τα κρύα τα νερά, δεκαέξι χρονών κόρη να φροντίζει το σπιτικό της μέχρι να γυρίσουν οι αδερφάδες της. Γύρισε χρόνια πίσω με μια μόνο ματιά.

Όσο εκείνη πάλευε να μερέψει την ατίθαση μπουγάδα, ο μικρός ξεπρόβαλε πίσω από το υπερύψωμα με ένα ξύλο στο χέρι και μια μαύρη γάτα στο κατόπι του. Έδειχνε να ακολουθεί κάτι, ακουμπώντας με μεγάλη προσοχή το ξύλο στο έδαφος. Η γάτα τον ακολουθούσε νωχελικά, λικνίζοντας την άκρη της ουράς της στον αέρα. Σαν παλιά του φίλη.

«Μαμά;» τον άκουσε να φωνάζει.

«Καρδιά μου», απάντησε εκείνη λαχανιασμένα, πατικώνοντας ένα σεντόνι πάνω στο σχοινί. Του πέρασε γρήγορα δυο μανταλάκια πριν της ξαναφύγει.

«Τι τρώνε τα μυρμήγκια;»

Η συζήτηση ίσα που έφτανε στα αυτιά του Κωνσταντή πάνω από το βουητό του ανέμου, παρότι λίγα μόνο μέτρα τον χώριζαν από τα δυο παιδιά.

Δυο παιδιά. Έτσι φάνταζαν.

«Μμμ», έκανε εκείνη, ξινίζοντας τα μούτρα της. «Ψίχουλα νομίζω. Τα έχεις δει που τα κουβαλάνε στην πλάτη τους;»

«Όχι».

«Για κοίτα προσεκτικά, ίσως κάποιο να έχει ένα».

Ο μικρός άφησε στην άκρη το ξύλο και έσκυψε κοντά στο πάτωμα. Η γάτα πλησίασε και μύρισε το ξύλο, περίεργη. «Αυτό κουβαλάει ένα φύλλο!» Ξεφώνησε με ένα ξαφνικό ενθουσιασμό. «Κοίτα το!»

Η Δρόσω γέλασε καθώς άπλωνε ένα μικρό εσώρουχο. «Δεν βλέπω από εδώ πάνω, βρε χαζούλη».

«Α ναι» γέλασε κι εκείνος σαν γύρισε και την κοίταξε. Το γέλιο του ήταν ίδιο με το δικό της. «Είναι τόσο μεγάλο, μανούλα!»

«Πόσο, για δείξε μου;»

Άνοιξε τα χέρια του διάπλατα, τα ματάκια του ορθάνοιχτα.

«Τόσο μεγάλο, αλήθεια;»

«Ναι! Πώς το σηκώνει τόσο μεγάλο;»

«Ναι είδες; Δεν είναι πολύ δυνατά τα μυρμήγκια;»

«Ναι…»

«Μια σταλιά πλασματάκια και να έχουν τόση δύναμη μέσα τους, ε;»

«Ναι!»

«Να σου πω, θες να φέρεις λίγο ψωμί από τη κουζίνα να δούμε πόσο μπορούν να σηκώσουν;»

«Αλήθεια; Μπορώ;»

«Γιατί να μη μπορείς; Ξέρεις που έχει;»

«Ναι».

«Άντε τότε, τρέχα».

Ο Κωνσταντής παρακολούθησε το παιδί σαν όρμησε στη σκάλα, και η Δρόσω αντί να του φωνάξει να μην τρέχει πάνω στα ετοιμόρροπα σίδερα μονάχα συνέχιζε να απλώνει την μπουγάδα με ένα χαμόγελο στα χείλη. Να ήταν άγνοια κινδύνου; Να ήταν εμπιστοσύνη στην κρίση ενός νηπίου; Το μόνο που ήξερε ήταν ότι η δική του ψυχή πήγε στην Κούλουρη μέχρι να πατήσει ο μικρός γερά στο μπαλκόνι και να χαθεί μέσα στο σπίτι.

Τότε ήξερε ότι είχε μόνο μια στιγμή στη διάθεσή του και ξεμύτισε από την κρυψώνα του. «Ψιτ!»

Η γάτα γύρισε να τον κοιτάξει. Η Δρόσω δεν τον άκουσε.

«Ψιτ! Δρόσω!» ψιθύρισε, μα ίσα που ταξίδευε η φωνή του πάνω από το αγέρι. Κάπως όμως κατάφερε να της τραβήξει την προσοχή, και εκείνη σαν τον αντίκρισε έμεινε άναυδη με ένα λευκό ύφασμα στο χέρι. Ήταν τόσο έντονη η ματιά της κάτω από το φως της μέρας, τόσο ανοιχτό το απαλό γαλάζιο – ολόιδιο με εκείνο στο αέρινο φουστάνι της. Τα ανακατωμένα της μαλλιά ήταν κατάξανθα, σχεδόν λευκά κι εκείνα κάτω από το φως, σαν το σεντόνι που κρατούσε. Έριξε μια πανικόβλητη ματιά προς το σπίτι, κι έπειτα ξεπάγωσε και πέταξε το σεντόνι στην μεγάλη μεταλλική λεκάνη δίπλα στα γυμνά της πόδια. Κατέβηκε με γοργό βήμα από το υπερύψωμα και έτρεξε κοντά του.

«Τι κάνεις πάλι εδώ;» Ψιθύρισε με ένταση. «Έχεις τρελαθεί;»

«Είναι μέσα ο Τάκης;»

«Όχι, αλλά είναι ο μικρός».

«Τον είδα».

«Τότε τι δουλεία έχεις εδώ;»

«Ήθελα να σε δω».

Του έριξε ένα βλέμμα όλο δυσπιστία.

«Να σε συναντήσω εννοώ… δεν νομίζω ότι το μαγαζί θα είναι καλό μέρος για…»

«Κι εδώ είναι; Με δουλεύεις Κωνσταντή;»

«Δεν ξέρω, αλλά σίγουρα άξιζε μια προσπάθεια από το να κάθομαι να κοιτάζω τα ντουβάρια».

«Εσύ ήθελες να μείνεις», του θύμισε. «Και ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί».

«Δεν καταλαβαίνεις;»

«Όχι, δεν καταλαβαίνω».

«Απαντήσεις θέλω, Δρόσω».

«Απαντήσεις για ποιο πράγμα; Για τη ζωή μου;» έγειρε το κεφάλι της. Το ύφος της ήταν εντελώς διαφορετικό από το τρομαγμένο κορίτσι που είχε συναντήσει την προηγούμενη ημέρα. Τώρα το πηγούνι της στεκόταν ψηλά, η στάση της έτοιμη να αμυνθεί. «Στις χρωστάω;»

«Ναι», παραμίλησε εκείνος.

«Γιατί; Γιατί είμαι κορίτσι του τόπου σου και με νοιάζεσαι;»

Έσφιξε το σαγόνι του. «Τι θες να σου πω;»

«Την αλήθεια και όχι τις βλακείες που μου αραδιάζεις. Σε ξέρω Κωνσταντή, δυστυχώς σε έχω γνωρίσει πολύ καλά κι όλα αυτά εγώ τα ακούω βερεσέ».

«Δεν με ξέρεις όμως. Όπως δεν σε ξέρω κι εγώ».

«Κι είπες να έρθεις εδώ να γνωριστούμε», ειρωνεύτηκε. «Όχι – να με δεις. Ωραία λοιπόν, να 'μαι. Σε ικανοποιώ έτσι ή θες να δεις και τίποτα άλλο;»

Μόνο να ρίξει μια Χριστοπαναγία μπόρεσε.

«Τι είναι;» γέλασε με την αντίδρασή του. «Θες να μου πεις δηλαδή ότι όποια Διαφανιώτισσα έβλεπες στην Τρούμπα το ίδιο θα έκανες, θα κολλούσες πάνω της σαν τσιμπούρι;»

Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν τον πίστευε. Και είχε δίκιο να μην τον πιστεύει, γιατί εν τέλει δεν ήταν η αλήθεια όσα της είχε πει. «Όχι», παραδέχτηκε. «Με σένα είναι αλλιώς».

Την ξάφνιασε η ειλικρίνεια στην απάντησή του. «Γιατί σου γυάλισα», συμπέρανε. «Από παλιά, πάντα με γυρόφερνες».

«Δεν είναι έτσι» προσπάθησε να μερέψει την οργή που γλιστρούσε στον τόνο του. Ούτε εκείνος καταλάβαινε, πιο μπερδεμένος από ποτέ ήταν και τα λόγια της ήταν οινόπνευμα στις ανοιχτές πληγές του. «Όταν σε είδα εκεί μέσα βούλιαξε η καρδιά μου στο στομάχι μου, μόνο αυτό ξέρω. Γι' αυτό ήρθα, και όταν έμαθα για το παιδί… έχασα το μυαλό μου, Δρόσω, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο».

Της πήρε μια στιγμή για να μιλήσει. «Κοίτα να συνέλθεις και να το ξεχάσεις».

«Γιατί μου φέρεσαι έτσι;»

Εκείνη είχε συνοφρυωθεί. Πριν προλάβει να απαντήσει άκουσαν και οι δυο κάποια γοργά βήματα από πάνω τους, και γύρισαν απότομα το κεφάλι. Η Δρόσω τον έσπρωξε πανικόβλητη πίσω από την κολώνα να κρυφτούν, όπου τον κόλλησε στον τοίχο πριν προσγειωθεί πάνω του κι εκείνη.

Τους ήρθε απότομη η εγγύτητα, ήταν και οι δυο απροετοίμαστοι. Τινάχτηκε από πάνω του, μα όταν πήγε να την ακολουθήσει τον πίεσε ξανά πίσω με τις παλάμες της στο στήθος του.

«Μη βγάλεις άχνα», του ψιθύρισε αυστηρά. Λες και του είχε μείνει ανάσα να μιλήσει.

Δεν της πήγε κόντρα όμως, την άφησε να γλιστρήσει μακριά του κι αυτός έμεινε εκεί, με την πλάτη στην κολώνα. Άκουσε τα βήματα να κατεβαίνουν τα σκαλιά, κι ένα γδούπο να προδίδει το σάλτο που τελικά έφερε τον μικρό στο έδαφος.

«Το 'φερα!» ανακοίνωσε χαρμόσυνα.

Το γελάκι της Δρόσω ακούστηκε νευρικό. «Όχι όλη τη φρατζόλα βρε αγάπη μου… Ένα κομμάτι μόνο χρειαζόμαστε. Μη πάει τζάμπα το ψωμάκι μας, τι θα φάμε το μεσημέρι;»

«Τόσο;» άκουσε τη φωνούλα του να ρωτάει, με έναν τρόπο αξιολάτρευτο.

«Λίγο πιο μικρό».

«Τόσο;»

«Τόσο, τέλεια. Μπορείς να γυρίσεις πάλι το υπόλοιπο ψωμί στη θέση του, σε παρακαλώ; Και να φέρεις και λίγο γαλατάκι να κεράσουμε τον Σούπερμαν;»

«Στο κεσεδάκι, μανούλα;»

«Ναι καρδιά μου. Αλλά να το φέρεις αργά μη το χύσεις, ναι;»

«Εντάξει», είπε, κι ακούστηκε αποφασισμένο το βήμα του ξανά πάνω στις σκάλες, σαν να είχε μόλις αναλάβει μια απόρρητη αποστολή.

Ο Κωνσταντής περίμενε στη θέση του αυτή τη φορά, δίχως να αρθρώσει λέξη. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα η Δρόσω γλίστρησε πάλι δίπλα του – παρ' όλα αυτά το βλέμμα της έμεινε καρφωμένο πίσω.

«Φοβάσαι θα τρομάξει άμα με δει;» της μουρμούρισε.

Εκείνη έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. «Ειλικρινά, είδα κι έπαθα να τον ηρεμήσω μετά το χτεσινό και να τον κάνω να ξεχαστεί. Δε θέλω να τον ταράξω άλλο».

«Καταλαβαίνω», το δέχτηκε, γνέφοντας απαλά. «Σχολείο δεν πηγαίνει ακόμα; Πόσο είναι;»

«Φέτος άρχισε. Είναι έξι χρονών».

«Και σήμερα γιατί δεν πήγε, δεν ήταν καλά;»

«Κυριακή είναι, Κωνσταντή».

«Α…» κάγχασε. «Ναι, σωστά». Υπήρξε μια μικρή παύση. Μετά της έριξε μια λοξή ματιά. «Άρα τον έκανες μόλις έφυγες».

Εκείνη δεν αντέδρασε.

«Θα μου πεις ποιος είναι ο πατέρας;»

Τότε ήταν που τον κοίταξε. «Αυτό δε σε αφορά».

Δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο, έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. «Δρόσω αν σε παράτησε έγκυο, κορίτσι πράμα, πρέπει να τον βρούμε. Παιδί έχει, πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του».

«Άφησε την αυτήν την ιστορία, ό,τι έγινε έγινε. Τις έχουμε βρει τις ισορροπίες μας».

«Τι έχετε βρει μωρέ, ισορροπία το λες αυτό;»

«Ήρθες εσύ τώρα να κρίνεις εμένα;»

«Όχι να σε κρίνω, να σε ξυπνήσω ήρθα».

Η έκφραση της σκοτείνιασε. «Δεν έχεις ιδέα για τι πράγμα μιλάς».

«Βοήθησε με να καταλάβω».

«Όχι, είπα, παράτα το. Είναι μεγάλη ιστορία».

«Ωραία, μπορώ να την μάθω;»

«Όχι, δεν μπορείς».

«Τον αγαπάς τουλάχιστον αυτόν τον τζιτζιφιόγκο που έχεις δίπλα σου;»

«Δουλειά μου».

«Μίλα! Τον αγαπάς;»

«Πάψε πια!» Ύψωσε τη φωνή της, ξεσπώντας άγαρμπα. «Γιατί κόφτεσαι να μάθεις, τι έχεις πάθει;»

«Νοιάζομαι για σένα, σου το είπα!»

«Τι νοιάξιμο μου πουλάς ρε Κωνσταντή;» Όταν έκανε ένα βήμα πίσω εκείνος την ακολούθησε, κι αυτό τη βούρλισε. «Παράτα με! Πόσες φορές πρέπει να σου το πω; Άσε με ήσυχη!»

Ο ήχος του κεραμικού που σπάει έκανε και τους δυο τους να σωπάσουν, συνειδητοποιώντας πολύ αργά ότι είχαν αφήσει πίσω τους την κρυψώνα της κολώνας, και τα προσεκτικά βήματα του μικρού είχαν καλυφθεί με μαεστρία από τις φωνές τους και τον μανιασμένο άνεμο. Τώρα εκείνος βρισκόταν στη βάση της σκάλας με χυμένο γάλα και θρύψαλα στα πόδια του, όμως κι αυτός σαν την μητέρα του είχε σήμερα μια στάση αλλαγμένη, μια φωτιά φούντωνε στα μάτια του και κάλυπτε τον όποιο φόβο ο Κωνσταντής είχε αντικρίσει μέσα τους εχθές.

«Άσε ήσυχη τη μαμά μου!» φώναξε με τη φωνή του να σπάει από την ένταση, μεγαλύτερη από ότι το κορμάκι του θα μπορούσε να χωρέσει.

Ο άνεμος άκουσε το παιδί και επιτέλους κόπιασε.

Ο Κωνσταντής μόνο θυμήθηκε ένα χέρι απάνθρωπο, σιχαμερό, πελώριο, να αρπάζει βίαια κάτι στολισμένες, καστανές μπούκλες μια πρωτοχρονιά, ώσπου οι διαμαντένιες φουρκέτες σκόρπισαν στο πάτωμα με κρότους εκκωφαντικούς. Θυμήθηκε τρυφερά χέρια να του κλείνουν τα μάτια, το κλάμα ενός μωρού, έναν έφηβο να μπαίνει στη μέση όσο εκείνος στεκόταν παγωμένος μπροστά στη τραπεζαρία.

Θυμήθηκε κι έκανε ένα βήμα πίσω.

Και σώπασε μαζί με τον Βοριά.