.


Mr. Sandman, bring me a dream
Make him the cutest that I've ever seen
Give him two lips like roses and clover
Then tell him that his lonesome nights are over

Sandman, I'm so alone
Don't have nobody to call my own
Please turn on your magic beam
Mr. Sandman, bring me a dream


Δεν είχε δει βλέμμα πιο διαπεραστικό από αυτό του παιδιού με το σπασμένο κύπελλο. Το σώμα του όλο είχε γίνει μάτια. Μάτια τρικυμισμένα, θολωμένα, μάτια που ήταν ολάκερα μια ανοιχτή πληγή. Από την στιγμή που ο Κωνσταντής είχε πατήσει στον Πειραιά έβλεπε τα ίδια πρόσωπα ξανά και ξανά, σαν τους δρόμους να διέσχιζαν κλώνοι ενός ανθρώπου. Του πήρε καιρό να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που έκανε όλα τα βλέμματα ίδια ήταν το πόσο κουρασμένα και άδεια έδειχναν, σαν να είχαν ξεχάσει τι πάει να πει λαχτάρα. Γερασμένα μάτια σε νέους ανθρώπους. Μα αυτού του παιδιού το βλέμμα ήταν τόσο ζωντανό, γεμάτο χρώμα και πόνο και αδικία, κι ένα μεγάλο 'γιατί'.

Ντράπηκε που το είδε. Ντράπηκε που ήταν εκεί. Έπρεπε να εξαφανιστεί από μπροστά του - μα σε αυτά τα μάτια που πάσχιζαν για ανάσα πώς μπορούσε να γυρίσει την πλάτη;

Είχε δει άνθρωπο να πνίγεται. Το ίδιο βλέμμα είχαν.

Τον κλείδωσε εκεί ο πόνος από την ίδια του τη σκέψη. Όσο η Δρόσω έτρεξε να πάρει τα θραύσματα μακριά από το αγόρι, ο Κωνσταντής σώπασε. Έτσι έκανε πάντα όταν πονούσε, δε μιλούσε, μόνο γινόταν μια μπάλα που αργά γέμιζε οργή ώσπου ξεσπούσε σε όποιον τον πλησίαζε.

Θύμωσε και τώρα.

Με εκείνην.

Την είδε να σκύβει κοντά στο παιδί, να σπρώχνει μακριά του τα σπασμένα κομμάτια σαν μητέρα που δε θα άφηνε τίποτα κακό ποτέ να τον αγγίξει, που θα έπεφτε στη φωτιά για να τον προστατέψει, και φούντωσε μέσα του ένα μένος που πίστευε αδύνατο να νιώσει για αυτήν. Έβλεπε τον κίνδυνο σε ένα θραύσμα και δεν έβλεπε τα μάτια του; Έφερε ένα παιδί στην Τρούμπα. Το μεγάλωνε μέσα στην αρρώστια. Το σπασμένο κύπελλο τι το φοβόταν, μην του κόψει το χέρι και πονέσει μια στιγμή; Σε ένα βλέμμα του ο Κωνσταντής είχε δει βάσανα που δε χωρούσαν στο κορμάκι του. Πώς ήταν δυνατόν εκείνη να μην το βλέπει; Πώς γινόταν να μην το έχει πάρει τόσα χρόνια να εξαφανιστούν; Τώρα που εκείνος της άπλωνε το χέρι να τη βοηθήσει, πώς μπορούσε να τον διώχνει;

Μια εξήγηση δεν έβρισκε, όσο κι αν προσπάθησε. Και προσπάθησε πολύ, σαν να χρειαζόταν να πιαστεί από κάπου για να τη δικαιολογήσει.

Η Δρόσω χαμήλωσε στο ύψος του μικρού, κι αφού έλεγξε τα χεράκια του για κοψίματα και τα φίλησε όταν δε βρήκε κανένα, άρχισε να του εξηγεί. «Μη φοβάσαι», του είπε. «Ο κύριος είναι φίλος μου, δε θα μας πειράξει». Ήταν τόσο απαλή η φωνή της, χάιδευε τα αυτιά του Κωνσταντή σαν την πρωινή λιακάδα. «Θυμάσαι… που σου μιλούσα για το χωριό μου; Εκεί που μεγάλωσα, που μένουν οι θείες σου; Από εκεί τον ξέρω. Μαζί μεγαλώσαμε».

Και το χαμόγελό που χάριζε στο παιδί είχε την ομορφιά ενός χερουβίμ. Το είδε να χαλαρώνει με το λόγια της αμέσως, σαν να μέρεψε η φουρτούνα μέσα του με ένα τρυφερό χάδι από την μητέρα του.

Ήταν αλλόκοτο. Ο Κωνσταντής δεν το καταλάβαινε. Δεν το είχε εκλάβει ποτέ από την δική του.

Μόνο όταν το παιδί τον κοίταξε τον επανέφερε στο παρόν. «Ο μπαμπάς μου είναι;» ρώτησε αθώα.

Οι δυο ενήλικες κοιτάχτηκαν.

Αν δεν της είχε κάνει εκείνο το χουνέρι τότε, που τους έκανε και τους δυο τους ρεζίλι στο χωρίο και την Ελένη να του σπάει μια μπουκάλα στο κεφάλι, μπορεί να είχε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του αυτή τη στιγμή. Το ήξερε πως ήταν ωμό ίσως, αλλά ήταν τόσα τα κρεβάτια όπου είχε περάσει τις νύχτες του που το δικό της θα γινόταν ένα από τα πολλά, τίποτα περισσότερο. Ήθελε να πιστεύει ότι θα τη θυμόταν. Ότι θα κρατούσε το χρώμα των στεναγμών της, την ανάσα του σώματός της, τη γεύση απ' το χάδι της, ότι θα τα φυλούσε όλα σε μια μακρινή ανάμνηση. Αν την είχε κάνει δική του δε θα το ξεχνούσε, έτσι ήθελε να πιστεύει.

Μα ήξερε τον εαυτό του. Και τον μίσησε λίγο περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι δεν το πίστευε στα αλήθεια.

Θυμόταν όμως ότι ήταν ψευτιές αυτά που είχε κάποτε κοκορευτεί στον Μελέτη και είχαν κυκλοφορήσει σε όλο το χωριό. Την είχε στριμώξει αρκετές φορές, μα εκείνη πάντα έσπαγε την λαβή του από καρπούς της και έφευγε τρέχοντας. Δεν είχε γίνει τίποτα μεταξύ τους, ποτέ. Δε θυμόταν καν αν είχε προλάβει να τη φιλήσει.

Έτσι μόνο μπόρεσε να κρατήσει τα λογικά του, όσο η Δρόσω κοκκίνιζε. «Όχι, αγάπη μου, δεν είναι ο μπαμπάς σου. Αλλά τον ξέρω από τόσο δα παιδί. Ήμασταν… ήμασταν φίλοι».

Του χτύπησε τόσο άσχημα η λέξη μετά από τις τελευταίες σκέψεις του, μα η Δρόσω δε σταμάτησε εκεί. Κάθισε στη σκάλα και πήρε τον γιό της στην αγκαλιά της, και άρχισε να του λέει μια ιστορία, έτσι από το πουθενά. Ο Κωνσταντής σώπασε πριν καν μιλήσει, και το παιδί έγειρε στο στήθος της να ακούσει τι είχε να του πει. Όχι, όχι δεν ήταν ιστορία - μια ανάμνηση περιέγραφε. Μια δεξίωση σε ένα σπίτι με μεγάλες πόρτες και μεταξωτές κουρτίνες, μωβ φορέματα και κολονάτα που άφριζαν. Ο Κωνσταντής να της ζητάει να χορέψουν, κι εκείνη να του δίνει το χέρι της για ένα μόνο βαλς. Όμως το ένα έγινε δεύτερο, το δεύτερο τρίτο, και σύντομα μεθυσμένοι από την μουσική είχαν βρεθεί να χαζεύουν τα αστέρια στην πίσω αυλή. Ήταν το πιο όμορφο βράδυ, και το φεγγάρι είχε κατέβει τόσο χαμηλά που αν άπλωναν λίγο τα χέρια τους θα το είχαν αγγίξει.

Άκουγε εκείνος άναυδος, για μια στιγμή χαμένος στη μελωδία της φωνής της. Το έκανε εικόνα· τους δυο τους στο πατρικό του κάτω από τον έναστρο ουρανό του χωριού τους. Και ήταν τόσο ζωντανό που σχεδόν το πίστεψε. Σχεδόν ένιωσε τα δάκτυλα του να αγγίζουν κατά λάθος τα δικά της στην προσπάθειά τους να φτάσουν το φεγγάρι. Σχεδόν άκουσε το τραγούδι των γρύλων στους θάμνους και τη μακρινή μουσική να αντηχεί από τη δεξίωση στο σαλόνι. Σχεδόν ξέχασε πως ποτέ του δεν την είχε χορέψει.

Σχεδόν ξέχασε…

Ένας κόμπος είχε ανέβει στο λαιμό του, δεν τον άφηνε να καταπιεί. Ενοχή πήρε τη θέση του θυμού που τόσο εύκολα είχε ξεσπάσει μέσα του για εκείνη. Εξίσου εύκολα είχε ξεχάσει τις δικές του επιλογές. Μία-μία είχαν αρχίσει να ξεπηδούν από συρτάρια κλειδωμένα στο πίσω μέρος του μυαλού του. Όχι τώρα, αυτό συνέβαινε καιρό. Συνέβαινε πλέον κάθε λεπτό που περνούσε σε αυτήν την πόλη, κάθε βράδυ που καθόταν μόνος κάτω από τον Θεσσαλικό ουρανό, κάθε που σώπαιναν τα άλογα και άκουγε την πνοή του να αντηχεί στον στάβλο. Πνοή που δεν του άνηκε. Την είχε κλεμμένη.

Κανέναν δεν είχε το δικαίωμα να κρίνει ο Κωνσταντής. Ήταν βλάσφημο να το ξεχνάει, ειδικά τώρα που αν έπεφτε φωτιά να τον κάψει θα έκαιγε μαζί κι εκείνη.

Σαν τέλειωσε η ιστορία οι δυο αλλιώτικες μορφές των εαυτών τους χάθηκαν χορεύοντας σε ένα δικό τους 'κι έζησαν αυτοί καλά'. Ο μικρός χώθηκε βαθύτερα στην αγκαλιά της μάνας του. «Συγνώμη», ψέλλισε.

«Για πιο πράγμα;»

«Που έσπασα το μπολάκι του Σούπερμαν» Ο Κωνσταντής είδε τα χείλη του να πάλλονται ενώ οι λέξεις μετά βίας ακούγονταν. «Και που φώναξα στον κύριο φίλο σου».

«Ψυχή μου… Καρδούλα μου, μην το ξαναπείς αυτό, σε παρακαλώ», η φωνή της Δρόσως έσπασε σαν του φίλησε το μέτωπο. «Τι κακό έκανες εσύ;»

Τα μεγάλα του μάτια γύρισαν ξανά στον Κωνσταντή.

Δεν αποφάσισε να τους πλησιάσει, μόνο βρέθηκε γονατισμένος μπροστά στη σκαλωσιά. «Εγώ συγνώμη που σε τρόμαξα», είπε στον μικρό, προσπαθώντας να απαλύνει τη φωνή του όπως έκανε εκείνη. Το βρήκε κάθε άλλο παρά δύσκολο. «Ούτε εσένα θα πειράξω ούτε τη μαμά σου. Το υπόσχομαι»

«Δεν τρόμαξα», απάντησε εκείνος ήσυχα. «Απλά θύμωσα».

«Α μάλιστα… Μάλλον μοιάζουν αυτά τα δυο μερικές φορές. Είσαι πολύ γενναίο παιδί. Το ξέρεις; Η μαμά σου είναι πολύ τυχερή που σε έχει να την υπερασπίζεσαι έτσι», του άπλωσε το χέρι, ανοίγοντας λίγο την παλάμη του. «Με λένε Κωνσταντή».

Κάτι άλλαξε στο βλέμμα της Δρόσως σαν τον παρακολουθούσε. Σκλήρυνε, κάπως. «Πες του πώς σε λένε», είπε επίπεδα στο παιδί.

Ο Κωνσταντής περίμενε υπομονετικά. Το παιδί δεν έκανε κίνηση να του δώσει το χέρι, όμως είπε σιγανά, «Γιάννο».

Και κάθε ίχνος δύναμης στέρεψε από το σώμα του Κωνσταντή, άπιαστη σαν το νερό που κατρακυλά μέσα σε ένα νιπτήρα. Γύρισε κι έψαξε τα μάτια της Δρόσως, ελπίζοντας για ένα λάθος.

Εκείνη δεν αντέδρασε. Μόνο κατέγραφε την κάθε του αντίδραση.

Το πρώτο του ένστικτο ήταν να μην την αφήσει να δει. Πήρε μια κοφτή ανάσα, μα πέρα από αυτό κράτησε το στόμα του κλειστό και ήθελε να πιστεύει πώς δε φάνηκε στο πρόσωπό του τίποτα από όσα ξέσπασαν μέσα του. Μα δεν μπορούσε να κρατήσει την ψυχραιμία του και ταυτόχρονα να κλειδώσει κι εκείνο το αναθεματισμένο συρτάρι. Κοπανούσαν από μέσα οι ενοχές σαν τα δεινά και τις ασθένειες που ήταν κρυμμένες σε ένα κουτί, μα δε χρειάζονταν καμία Πανδώρα να τις ελευθερώσει. Μονάχα μια αφορμή.

Κι αυτή ήταν από τις ικανότερες.

Ήταν σκοτεινά στον στάβλο όταν τον είχαν φέρει εκείνο το βράδυ έτσι δε θυμόταν λεπτομέρειες για το συγκεκριμένο κατάλυμα, δεν είχε ξαναπατήσει πόδι εκεί μέσα άλλωστε. Το μόνο που θυμόταν ήταν η υγρασία, πόσο πυκνός και αποπνικτικός ήταν ο αέρας -γεμάτος σκόνη που είχαν σηκώσει σαν τον έσερναν να τον καθίσουν- και εκείνη τη λινάτσα που κρεμόταν από το κοντάρι στο ταβάνι. Αυτή τη λινάτσα κοιτούσε ο Κωνσταντής εκείνο το βράδυ, μόνο αυτή. Είχε κολλήσει τα μάτια του πάνω της. Έτρεμε ολόκληρος σαν για πρώτη φορά ένιωσε να απλώνεται μέσα του αυτός ο χειμώνας που δεν θα τον άφηνε ποτέ, μα το βλέμμα του ήταν ακλόνητο σε εκείνη τη λινάτσα, που ακίνητη στεκόταν στην άπνοια, λες και δεν την αφορούσαν τα κοινά αυτού του κόσμου. Ώσπου ο Γιάννος σταμάτησε να σφαδάζει και ο Μελέτης ξετύλιξε από τον λαιμό του σχοινί. Και τότε, για μια μονάχα στιγμή, η λινάτσα σάλεψε μόνη της σαν κάτι να την κούνησε φεύγοντας.

Μόνο στον ύπνο του την ξανάδε, ποτέ όταν ξυπνούσε. Όχι συχνά, μα καμιά φορά την έβλεπε ακόμα να σαλεύει μόνη της στον άδειο στάβλο.

Τώρα άπλωσε το χέρι και πιάστηκε από την σκουριασμένη κουπαστή να στηριχτεί σαν του ήρθε μια ζαλάδα. Χτυπούσε η καρδιά του τόσο αδύναμα λες και είχε σταματήσει. Από όλους τους ανθρώπους… Από όλους τους καταραμένους ανθρώπους, εκείνον…

«Γιατί;» ρώτησε τη Δρόσω, πασχίζοντας βγάλει τη φωνή του.

«Γιατί… ο καλύτερος από εμάς έφυγε πρώτος. Κι άφησε αυτόν τον κόσμο φτωχό και άσχημο γιατί μείναμε πίσω εμείς. Όταν βρήκα ξανά αυτήν την ομορφιά», έσφιξε τα χέρια της γύρω από το παιδί, «ένα όνομα είχα να της δώσω».

Σηκώθηκε στα πόδια του και πισωπάτησε, γύρισε πλάτη αφήνοντας τους πίσω του να μην τον βλέπουν. Δεν το άντεχε άλλο το βλέμμα της. Ήταν αιχμηρό σαν λεπίδα, το ένιωθε να του σχίζει τα σωθικά. Το ήξερε πως η όποια ταραχή θα πρόδιδε έστω λίγη από την ενοχή του, και γνώριζε πως για εκείνη, μια Σταμίρη, τη φίλη του, ακόμα και λίγη θα ήταν πάνω από αρκετή.

Έσφιξε το σαγόνι και κλείδωσε τις αρθρώσεις του να παραμείνει όρθιος.

Μα δεν ένιωθε καλά. Τρύπωσαν σκέψεις στο μυαλό του, όλο και περισσότερες κάθε λεπτό που κυλούσε.

Κάποια στιγμή η μαύρη γάτα πέρασε από μπροστά του λικνίζοντας την ουρά της, και άκουσε τον μικρό να την χαιρετά από πίσω του, ήρεμος πλέον. Βήματα ακολούθησαν τη συνάντησή τους. Στο μόνο που κατάφερε να εστιάσει ήταν το χέρι που άγγιξε την πλάτη του.

Ήταν απρόσμενο. Τον ξάφνιασε.

Και πάλι, η Δρόσω μόλις που πρόλαβε να σταθεί δίπλα του όταν εκείνος ξεστόμισε, «Δικός του είναι;»

«Τι;»

«Του Γιάννου είναι το παιδί, έτσι δεν είναι; Πλάγιασες μαζί του πριν…»

Το χέρι της έπεσε κατευθείαν από την πλάτη του. «Όχι! Όχι, είσαι τρελός; Ο Γιάννος κι εγώ ποτέ δεν… δεν ήταν έτσι».

Γύρισε απότομα να την κοιτάξει, έτοιμος να εκραγεί. «Θα τρελαθώ, Δρόσω. Κοντεύω να τρελαθώ, θα χάσω το μυαλό μου».

«Ηρέμησε», του είπε. Και για πρώτη φορά είδε ανησυχία στα μάτια της πάνω από ό,τι άλλο σαν τον κοίταζε. Φαντάστηκε μόνο να διαγραφόταν το ένα χιλιοστό από την απόγνωση που ένιωθε στο πρόσωπό του…

Πήγε να μιλήσει μα έσπασε η φωνή του. Δάγκωνε τη γλώσσα του τόσο που τη μάτωσε, η γεύση της σκουριάς τόσο ταιριαστή στη στενόχωρη πυλωτή. Πήρε μια ανάσα μπας και πάρει μπρος ο σφυγμός του μα εκείνος αμυδρός κι αδύναμος έμεινε.

Δεν ήταν του Γιάννου. Δεν ήταν του Γιάννου. Δεν έφταιγε αυτός για την κατάντια της Δρόσως. Δεν είχε αφήσει το παιδί ορφανό. Δεν ήταν του Γιάννου…

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε εκείνη. Άπλωσε το χέρι της να τον αγγίξει ξανά. «Έχεις χλομιάσει».

Ο Κωνσταντής τραβήχτηκε πριν εκείνη προλάβει να τον ακουμπήσει.

Και φόβος γλίστρησε στην έκφραση της, απόλυτος σαν την ησυχία της πόλης, η οποία σώπασε απρόσμενα. «Γιατί αντιδράς έτσι στο όνομά του, Κωνσταντή;», ρώτησε, και η ατίθαση μπουγάδα πίσω της μέρεψε σαν να μην υπήρχε πια αγέρι, απλώθηκε μια ηρεμία απόκοσμη γύρω από τους δυο τους, σκοτείνιασαν οι γωνίες, κρύφτηκε ο ήλιος που είχε κάνει τα μάτια της να λάμπουν. Τώρα είχαν σκοτεινιάσει κι εκείνα ξανά, γκρίζα σαν την ανάμνηση, χαμένα στον καπνό.

«Θα σε δω το βράδυ», της είπε γρήγορα. Κι έφυγε. Γιατί ένα ακόμα λεπτό και οι δυνάμεις του θα τον εγκατέλειπαν. Μια ακόμα στιγμή κοντά της και…

Ήταν λες και εκείνη σύχναζε παρέα με τους εφιάλτες του. Σαν όπου πήγαινε να την βρει, εκεί να ήταν όλοι τους μαζί της και να του είχαν στήσει καρτέρι. Ή ίσως να τους καλούσε αυτή. Ίσως να ήξερε ακριβώς τι ήταν που φοβόταν και να το καλούσε κατευθείαν από την κόλαση, ένας δαίμονας κι εκείνη με πρόσωπο χερουβικό. Ήταν πιθανό.

Δεν εξηγούνταν αλλιώς να τον βασανίζει έτσι.

Χρόνο να ηρεμήσει χρειαζόταν, μα και που τον είχε τι να τον κάνει με τέτοια αντάρα που ξεσπούσε μέσα του κάθε φορά; Το ένα χτύπημα μετά το άλλο, το ένα κύμα μεγαλύτερο από το άλλο ώσπου δεν υπήρχε κενό για να αναπνεύσει. Πνιγόταν κι εκείνος, παρέα με τους πνιγμένους.

Το βράδυ έπιασε ξανά το πίσω τραπέζι στη Χαβάη, είδε για ακόμα μια φορά τη σκιά της να γλιστρά στη σκηνή μέσα στο σκοτάδι, κι όταν άνοιξαν οι προβολείς και την έλουσε ξανά εκείνο το αναθεματισμένο ροζ φως από την νέον ταμπέλα, κάτι έσπασε μέσα του. Δεν ήθελε να είναι εκεί, ήταν τόσο ξεκάθαρο στο βλέμμα της το άδειο. Οι πελάτες γελούσαν γύρω τους, άπλωναν τα χέρια τους στις κοπέλες, γέμιζαν τα ποτήρια τους και κανένας δεν την έβλεπε πως βούλιαζε στη μουσική, σαν να ικέτευε να την καταπιεί ο ήχος.

Τον είδε κι εκείνη στο κοινό, σχεδόν αμέσως. Θυμόταν φαίνεται που ήταν το τραπέζι του, κατευθείαν πάνω του βρέθηκε η ματιά της μόλις συνήθισε τους προβολείς. Αναρωτήθηκε αν τον είχε ψάξει ξανά. Αν τυχαία κάποιο βράδυ είχε αντικρίσει κάποιον άλλο να κάθεται στη θέση του. Να είχε νιώσει ανακούφιση που δεν τον βρήκε; Τώρα που τον κοιτούσε κατάματα από τη σκηνή, τι να σκεφτόταν άραγε;

Τραγούδησε για χείλη πλασμένα από ρόδα και τριφύλλι, κι ικέτευσε τον Θεό των ονείρων να της χαρίσει έναν άνδρα βγαλμένο από τον παράδεισο. Πώς γινόταν κάποιος που την έβλεπε να πιστεύει ότι αυτό ζητούσε; Ότι ήθελε οποιονδήποτε από εδώ μέσα; Δεν την έβλεπε που τσαλαβουτούσε μέσα σε στίχους ψεύτικους, μέσα στην υποκρισία και τα βεβιασμένα χαμόγελα;

Κουνούσε το κορμί της ξέφρενα στον εύθυμο ρυθμό, κάθε στροφή που έκανε τα μάτια της έπεφταν πάνω του κι εκείνος έπινε, έπινε να αντέξει. Κι όταν ένας πελάτης την πλησίασε με ένα χαρτονόμισμα κι εκείνη φόρεσε ένα ακόμα χαμόγελο και τον άφησε να το γλιστρήσει αργά ανάμεσα στο στήθος της, ο Κωνσταντής κόντεψε να σπάσει το ποτήρι στη χούφτα του.

Και όσο γίνονταν όλα αυτά, ο Τάκης ήταν στημένος πίσω στο μπαρ με ένα επίθεμα κολλημένο στο μάγουλο. Του έκανε εντύπωση που δεν του είχε ορμήσει μόλις τον είδε εδώ μέσα, όπως είχε υποσχεθεί χτες. Αντ' αυτού εκείνος - όταν δε μιλούσε με τον μαγαζάτορα - απλώς γυρνούσε για να ρίξει στον Κωνσταντή ένα οργισμένο βλέφαρο. Στη Δρόσω δεν έριξε ούτε ένα.

Εν τέλει, ο Κωνσταντής κατέβασε έναν ολόκληρο Γιάννη που περπατάει, και έδινε πάλη κάθε δευτερόλεπτο να μην ορμήσει σα σκυλί να διώξει τα όρνια μακριά της. Όταν το νούμερο τελείωσε όλοι την χειροκρότησαν, μα εκείνος δεν άντεξε. Για ακόμη μια φορά μόνο σώπασε.

Δεν ήξερε αν περίμενε να έρθει στο τραπέζι του, όμως εκείνη αυτό έκανε. Κατέβηκε από τη σκηνή και ήρθε να τον βρει χωρίς να τη ζητήσει, κάθισε απέναντί του και ακούμπησε στην πλάτη της καρέκλας τον αγκώνα της.

«Σου άρεσε;» τον ρώτησε, χαλαρώνοντας λες και γύρισε στην παρέα της.

Τι να της απαντήσει; Να σκίσει το δέρμα του ήθελε, όμως καθάρισε το λαιμό του και προσπάθησε να βρει κάτι… «Έχεις πολύ ωραία φωνή», της είπε τελικά. Μόνο αυτό μπορούσε να πει.

Εκείνη χαμογέλασε, με το ίδιο βεβιασμένο χαμόγελο που είχε δώσει σε κάθε αρσενικό εδώ μέσα.

Έσφιξε τα δόντια του και σήκωσε το χέρι να παραγγείλει, όμως εκείνη τον πρόλαβε, «Κι άλλο θα πιείς;»

«Άκουσα πρέπει να σε κεράσω για να κάτσεις στο τραπέζι μου».

«Αυτό ισχύει μόνο όταν δε θέλω να κάτσω».

Δεν κατάλαβε. «Και τώρα θέλεις;»

«Ναι», έγνεψε σίγουρη. «Είπες θες να μου μιλήσεις. Άντε λοιπόν, να τελειώνουμε».

Μάλιστα.

Και πάλι όμως κάλεσε το γκαρσόνι. «Τι θες;» την ρώτησε με έναν αναστεναγμό.

Εκείνη τον αγριοκοίταξε για μια στιγμή. Τελικά ψέλλισε «Πορτοκαλάδα».

Το γκαρσόνι γέλασε. Κι όταν τελικά της έφερε το γυάλινο μπουκάλι κι έφυγε, ο Κωνσταντής τον ακολούθησε με το βλέμμα του ως το μπαρ. Εκεί ήταν ο δικός της ακόμα. Τους κάρφωνε με το βλέμμα του κι έπινε.

«Πώς είναι ο… Τάκης;» Στο λαιμό του καθόταν το όνομα. «Συγνώμη δε σε ρώτησα το πρωί».

«Μη νοιάζεσαι. Μια χαρά είναι. Δε παθαίνει τίποτα αυτός».

«Ράμματα του έκαναν;»

«Ναι».

«Χρειάστηκε πολλά;»

Κάγχασε. «Δεν τα μέτρησα».

Δεν μπόρεσε να μην προσέξει την πίκρα στον τόνο της. «Είστε καλά; Εσείς οι δυο. Θέλω να πω, είστε χαρούμενοι;»

«Για τον Τάκη ήρθες στην Αθήνα για να μιλήσουμε, Κωνσταντή;»

«Όταν ήρθα στην Αθήνα δεν ήξερα καν ότι υπάρχει ο Τάκης».

«Ήξερες όμως», έσμιξε τα φρύδια της σαν να θυμόταν κάτι. «Ήξερες χτες όταν μας βρήκες. Και για το παιδί ήξερες. Έτσι δεν είναι;»

Δεν το αρνήθηκε.

«Η Κούλα σου το είπε;»

«Η ποια;»

Η Δρόσω γύρισε προς τα δεξιά τους. Στην κολώνα ήταν ακουμπισμένη η τσατσά από χθες, τυλιγμένη όπως πάντα με πολύχρωμα φτερά.

«Α. Αυτή… όχι δεν μου είπε τίποτα. Την ρωτούσα αλλά δεν της πήρα λέξη».

Φάνηκε να την εξέπληξε αυτό. «Τότε ποιος;»

Με την σειρά του, γύρισε και κοίταξε προς το μπαρ.

«Ο Τάκης;»

«Όχι, όχι, το παιδί στο μπαρ», είπε γρήγορα γιατί την είδε να χλομιάζει.

«Ο Σταύρος… Τι σου είπε;»

Βούτηξε το μπουκάλι και στράγγιξε το ουίσκι στο ποτήρι του. Ήπιε μια γουλιά πριν μιλήσει. «Ότι ήσουν έγκυος όταν άρχισες να δουλεύεις εδώ. Και ότι το παιδί δεν είναι του Τάκη, όμως από πάντα ήσασταν μαζί».

Εκείνη έδωσε χρόνο στις λέξεις να αφομοιωθούν πριν μαζέψει καινούργιες. «Αλήθεια είναι», είπε τότε κι έγειρε μπροστά, όπως έκανε για να σε μαγέψει με παραμύθια από την ανατολή· από μαρμάρινα παλάτια, αραχνούφαντα υφάσματα και χρυσά κλουβιά. Όμως τώρα τίποτα σαγηνευτικό δεν υπήρχε στη φωνή της. Μόνο έφτυνε γρήγορα τις λέξεις να τις ξεφορτωθεί. Και μαζί τους, να ξεφορτωθεί κι εκείνον. «Στο χωριό έμεινα έγκυος. Έφυγα όταν άρχισα να φουσκώνω, ήρθα στην Αθήνα σε έναν παλιό φίλο του πατέρα μου. Στην ταβέρνα του γνώρισα τον Τάκη, εκείνος έπαιζε μπουζούκι εκεί κάποια βράδια, εγώ έκανα λάντζα. Βέβαια για λίγο κράτησε αυτό γιατί μόλις το κατάλαβαν για το μωρό με έδιωξαν - είχαν μια κόρη της παντρειάς και δεν μπορούσαν να ρισκάρουν να βγει τίποτα παραέξω. Με πήρε ο Τάκης σπίτι του χωρίς δεύτερη σκέψη, με είχε ακούσει να τραγουδάω και ήθελε να με κάνει φίρμα. Θέλαμε, δηλαδή… Το μωρό περιέπλεξε τα πράγματα, να περιμένω μέχρι να γεννήσω, μέχρι να κοιμάται καλά, μέχρι να κόψω το θηλασμό… Θα έπαιρνε καιρό, δεν μπορούσα να πάω σε δισκογραφική. Χρειαζόμουν μια δουλειά για να μπορώ να το φροντίζω, και στο μεταξύ κάναμε μαθήματα με τον Τάκη στο σπίτι μέχρι να στρώσει η κατάσταση. Απλώς… ποτέ δεν έστρωσε».

Ήταν με διαφορά οι περισσότερες πληροφορίες που είχε λάβει ποτέ από εκείνη. Ήταν μια απρόσμενη ανάσα, και την ενθάρρυνε πριν σταματήσει. «Και αντί να σου βρει μια δουλειά σε έφερε εδώ μέσα».

Μάλλον το αντίθετο αποτέλεσμα είχε – εκείνη σώπασε.

Προσπάθησε ξανά. «Ήξερες για την Τρούμπα;»

Τράβηξε κοντά της την πορτοκαλάδα της - ίσως ασυναίσθητα γιατί δεν ήπιε. «Όχι. Μου είπε ότι θα με πάει για οντισιόν. Το βράδυ είδα το μαγαζί γεμάτο και κατάλαβα. Πήγα να τον παρατήσω. Βγήκα έξω τρέχοντας στα στενά σαν χαμένη».

«Γιατί γύρισες;»

Τα χείλη της μπλέχτηκαν σε ένα αμυδρό μειδίαμα όταν επιτέλους σήκωσε το βλέμμα. «Που να πάω; Ήμουν παιδί με ένα παιδί στα σπλάχνα και μόνη μου στην πρωτεύουσα. Ο Τάκης ήταν το μόνο άτομο που έκανε το μέλλον λιγότερο τρομακτικό, με τα μεγάλα του όνειρα και τα ωραία λόγια».

«Αυτό χρειαζόσουν; Ωραία λόγια;»

«Το ξέρω ότι ήταν αυταπάτες, ένας κόσμος από γυαλί. Μα ναι, τότε τον είχα ανάγκη».

Πιάστηκε από μια λέξη της περισσότερο από τις άλλες. «Τώρα;»

«Τώρα…» κάγχασε ξανά. «Έσπασε. Απλώς ξεχάσαμε να χωριστούμε, υποθέτω. Το μόνο που υπάρχει ανάμεσά μας είναι αυτό που κάποτε είχαμε, το ξέρει κι αυτός κι ας το ξεχνάει μερικές φορές. Προσπαθεί να με βοηθήσει να φύγω. Όπως μπορεί. Ξέρω φαίνεται άξεστος αλλά δεν είναι κακός άνθρωπος, Κωνσταντή. Και στα αλήθεια με αγαπάει. Τέλος πάντων, σε κάθε περίπτωση, τώρα δεν έχει σημασία τι χρειάζομαι εγώ. Ο Γιάννος είναι αυτός που έρχεται πάντα πρώτος».

Σφίχτηκε ολόκληρος σαν άκουσε το όνομα.

«Θα με νομίζεις τέρας που δεν τον έχω πάρει να φύγουμε». Άρχισε να χαϊδεύει το κυκλικό στόμιού του ποτηριού της με ένα δάκτυλο. Χαμογελούσε ακόμα. Ίσως ήταν άμυνα να δείχνει τόσο ανάλαφρη.

«Δεν νομίζω τίποτα».

«Νομίζεις», είπε τραγουδιστά. «Βλέπω πώς με κοιτάς».

Μάζεψε το βλέμμα του γρήγορα.

«Μην ανησυχείς, καταλαβαίνω».

«Δεν έχεις ιδέα».

«Αλήθεια;» ειρωνεύτηκε.

«Αλήθεια», είπε σοβαρά, μα αυτή τη φορά με μια ένταση που ξάφνιασε και τον ίδιο. «Νομίζω είναι γενναίο, το ότι ξυπνάς κάθε πρωί με τόση πίκρα και τόσο πόνο μέσα σου και αντικρίζεις αυτή τη ζωή. Και ότι κάθε φορά που γίνεσαι κομμάτια εσύ τα μαζεύεις και πλάθεις μια αγκαλιά για τον γιό σου. Μια αγκαλιά που -πίστεψέ με- δεν είναι δεδομένη στα καλύτερα σπιτικά. Είναι γενναίο ότι όταν κανένας δεν κοιτάζει γίνεσαι κι εσύ παιδί», της άρπαξε τον καρπό, «Μη γελάς, σου μιλάω!»

«Γίνομαι παιδί;» ήταν σκληρό το γέλιο της. «Με δουλεύεις; Τι έχεις πάθει;»

«Έλαμπες πριν που ήσασταν μόνοι σας. Στην πιλοτή. Πρώτη φορά μου θύμισες το κορίτσι που ήξερα, σαν το γάργαρο νερό-»

Τράβηξε το χέρι της από τη λαβή του. «Δεν ήξερες τι έβλεπες».

«Μπορεί. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι σου συνέβη, αλλά βλέπω πόσο υποφέρεις. Το βλέπω αυτό δεν μπορείς να το αρνηθείς».

«Δεν το αρνούμαι, Κωνσταντή. Στην Τρούμπα είμαι, δεν περνάω καλά. Κάνω ό,τι κάνω μόνο για να μαζέψω λεφτά γρήγορα, να τον πάρω και να φύγουμε από εδώ. Καταλαβαίνει τώρα, μεγαλώνει, δε θέλω να είναι αυτός ο κόσμος που θα γνωρίσει».

«Τότε γιατί δε δέχεσαι τη βοήθειά μου;»

«Δε θα δεχτώ τίποτα από εσένα σου είπα, ξέχνα το».

«Γιατί;»

«Δε θέλω την ελεημοσύνη σου!»

«Να σε βοηθήσω θέλω γαμώ το φελέκι μου, αν δεχτείς αύριο κιόλας παίρνουμε τον μικρό και γυρίζουμε στο χωρίο, και θα σε βοηθάω εγώ μέχρι να ορθοποδήσεις!»

«Δε θα γυρίσω στο Διαφάνι», γρύλισε, «ποτέ».

Δεν καταλάβαινε το πείσμα της. «Αν ντρέπεσαι-»

«Δε ντρέπομαι», του ξεκαθάρισε. «Και σταμάτα να με ψαρεύεις, ό,τι ήταν να σου πω σου το είπα. Το τι έγινε τότε δε θα το μάθεις, ούτε ποιος είναι ο πατέρας. Παρ' το απόφαση. Κι εγώ πίσω δεν πάω, ούτε πουθενά αλλού μαζί σου. Μόνη μου θα ορθοποδήσω μία και καλή, από κανένα δε θα εξαρτηθώ ξανά».

«Τόσο τραγικό είναι να ρίξεις λίγο τον εγωισμό σου;»

«Να το, είδες;» ξάπλωσε πίσω στην καρέκλα της. «Τέρας».

Φούντωσε εκείνος. «Ωραία, άσε με εμένα. Μέχρι τώρα; Λες θες να φύγεις τώρα για αυτόν, τόσα χρόνια όμως δεν πάλευες, κάνω λάθος;». Έσμιξε τα φρύδια καθώς μιλούσε, ακούγοντας τα ίδια του τα λόγια. «Θα έμενες εδώ αν δεν ήταν εκείνος», συνειδητοποίησε. «Αν ήσουν μόνη σου δε θα έκανες ούτε μια προσπάθεια να σώσεις τον εαυτό σου. Αν δεν μάζευες τα κομμάτια σου για εκείνον, δε θα τα μάζευες καθόλου. Έτσι δεν είναι, Δρόσω; Θα έμενες εδώ».

Αυτό ήταν που της έκοψε το γέλιο επιτέλους.

Γύρισε το κεφάλι μακριά του, κι εκείνος είδε τους μύες του σαγονιού της να σφίγγονται, το λαιμό της να πασχίζει να καταπιεί σαν φάνηκε να γίνεται δύσκολο.

Ησύχασε. Ζάρωσε μακριά του.

Ήθελε να την αγγίξει. Να της πιάσει το χέρι, να την κρατήσει για μια στιγμή. Το ήξερε πως δε θα τον άφηνε.

«Μίλα μου», της είπε αντί για αυτό, και έκανε τη φωνή του το χάδι που δεν μπορούσε να της δώσει.

Εκείνη σκούπισε γρήγορα το μάγουλό της. «Γιατί μου το κάνεις αυτό;»

«Γιατί ξέρω πώς μοιάζει κάποιος που πιστεύει ότι δεν πλήρωσε αρκετά».

Έσπασε το πρόσωπό της. Το κάλυψε πίσω από τα μαλλιά της, βούλιαξε να μην φαίνεται, να μην την βλέπουν. Δε χωρούσαν κλάματα εδώ μέσα έτσι γύρισε προς το ροζ φως να την καλύψει, μα εκείνος άκουγε την κοφτή ανάσα της. «Δεν ξέρεις τίποτα».

«Ούτε εσύ».

«Και ούτε θέλησα να μάθω! Εσύ γιατί μου σκαλίζεις τις πληγές;»

«Δεν μπορώ να σου γυρίσω την πλάτη και να φύγω, Δρόσω…»

«Όχι», τον έκοψε και γύρισε απότομα προς εκείνον. «Όχι, υποσχέθηκες ότι ήθελες μόνο να μιλήσουμε. Κάθισα μαζί σου, μιλήσαμε. Τώρα θα με ξεχάσεις και θα φύγεις».

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν μπορώ να-».

«Γιατί με βασανίζεις;» και η φωνή της επιτέλους έσπασε, κουβαλώντας περισσότερο συναίσθημα από ό,τι την είχε ακούσει ποτέ. «Μια ζωή εμένα κυνηγούσες για κάθε σου καπρίτσιο, και τότε και τώρα. Τι σου έκανα; Γιατί;»

Ό,τι είχε μοιραστεί μαζί του απόψε το είχε κάνει παραδομένα, όχι σαν να μην ήταν τίποτα αλλά σαν να μην είχε επιλογή. Αυτή σε εκείνον άνηκε. Την κρατούσε στα χέρια του, αν άνοιγε το στόμα του σε οποιονδήποτε ο κόσμος που είχε πλάσει θα καταστρεφόταν. Δεν έπρεπε απλώς να φύγει, έπρεπε να φύγει ικανοποιημένος.

Την εκβίαζε. Χωρίς να θέλει.

Ήταν το μόνο σίγουρο, καμία διάθεση δεν είχε ούτε να τα μοιράζεται αυτά μαζί του ούτε να κάθεται στο τραπέζι του, κι ας έλεγε ό,τι ήθελε. Ήταν το ίδιο δύσκολο να του δίνει τις πληροφορίες που ζητούσε με το να του έδινε το κορμί της. Ίσως και πιο δύσκολο. Το έκανε όμως, για να τον ξεφορτωθεί. Τελικά στα αλήθεια το μόνο που ήθελε από εκείνον ήταν να την αφήσει ήσυχη.

Θα ήταν απλό. Να ζητήσει συγνώμη που μπλέχτηκε και να εξαφανιστεί. Απλό, σωστό, και τίμιο. Δική της ήταν η ζωή, δικό της ήταν το παιδί, εκείνος δεν είχε καμία δουλειά εδώ.

Όμως…

«Ήσουν έγκυος τότε», συνειδητοποίησε. «Όταν σου έκανα το χουνέρι. Όταν πήγα να σε κάψω ζωντανή, εσύ… ήσουν έγκυος».

Η Δρόσω μάζευε τα δάκρια της με χέρια που έτρεμαν. Έτρεμαν σαν τη ψυχή του. Πώς τα κατάφερναν να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο; Πώς ήταν δυνατόν μαζί να ξυπνούν τους δαίμονές τους;

Άλλη μια ενοχή λοιπόν για το συρτάρι του, για το κουτί της Πανδώρας. Πήρε τη ζωή του ενός Γιάννου, και κόντεψε να πάρει και του δεύτερου.

Δεν ήταν εκείνη το τέρας. Το τέρας στεκόταν μπροστά της, μπροστά σε κάθε καθρέφτη, κάθε τζαμαρία σε φτηνά ξενοδοχεία, καραδοκούσε στους εφιάλτες, κατάπινε αστέρια στο μαύρο νερό.

«Μόνο εγώ φταίω για αυτό που είμαι», είπε αδύναμα η Δρόσω, «όχι εσύ».

Δεν είχε μυαλό για να καταλάβει τι έλεγε.

«Θα φύγω», της είπε σιγανά, τόσο που ίσα ακούστηκε πάνω από τον ήχο από τα μπουζούκια και τις εύθυμες συνομιλίες γύρω τους. «Συγνώμη».

Τι μικρή λέξη. Τι ασήμαντη μικρή λέξη. Καταστρέφεις ζωές, διαλύεις ανθρώπους, κλέβεις πνοές, και μένει στο τέλος μια συγνώμη. Ένα βλαστάρι σε ένα ξερό κι άγονο πλανήτη. Τι σημασία είχε μόνο του; Θα ξεραινόταν κι αυτό. Άπαξ κι αρχίσεις να καταστρέφεις, στο τέλος μένεις μόνος. Δε σου μένει κανείς. Δε σου μένει τίποτα.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» η φωνή του ήταν άδεια. Δεν είχε να πονέσει άλλο απόψε, δε χωρούσε άλλος πόνος στο σώμα του.

Ούτε στο δικό της. «Ναι».

«Γιατί είπες στον… μικρό», ξεροκατάπιε. Ήξερε ότι ποτέ δε θα μπορούσε να πει το όνομά του. «Ψέματα για εκείνη τη δεξίωση στο πατρικό μου;»

Η Δρόσω είχε σταματήσει πια να κλαίει. Τον κοίταξε με τα γκρίζα μάτια της και φόρεσε ξανά εκείνο το χαμόγελο, το άδειο. «Ήθελα να του δώσω να πιστεύει σε κάτι όμορφο. Έστω ένα όνειρο. Είναι ισχυρό πράγμα η ελπίδα, και ίσως αν… αν πιστεύει ότι στους ανθρώπους υπάρχει καλό, να σταματήσουν και οι εφιάλτες του. Άλλωστε δεν είπα ψέματα. Ίσως να είχε γίνει έτσι, αν ήταν αλλιώς τα πράγματα. Αν γυρνούσαμε πίσω σε εκείνο το βράδυ, ίσως…» έκοψε τον εαυτό της. Μετά κάγχασε ήσυχα. «Συγνώμη. Τι σου λέω τώρα».

«Θα σου ζητούσα να χορέψουμε ξανά».

Ήταν σχεδόν γλυκό το βλέμμα που του έδωσε. «Το ξέρω».

«Θα μου έλεγες ναι;»

Σαν μαγεμένος την κοίταζε. Κι εκείνη αυτή τη φορά δε γέλασε.

Κάπου, σε έναν άλλο κόσμο, είχαν διαλέξει διαφορετικά. Ποτέ του δεν την πείραξε, ποτέ της δεν έφυγε. Χόρευαν κάθε βράδυ κάτω από τα αστέρια στην αυλή του σπιτικού τους, χωρίς μουσική. Τραγουδούσαν μόνο οι γρύλοι, και οι καρδιές τους που χτυπούσαν για πρώτη φορά κρατούσαν το ρυθμό. Σε έναν άλλο κόσμο τα μάτια της ήταν καταγάλανα και λαμπίριζαν κάτω από το φεγγάρι σαν τα χείλη τους χάιδευαν πληγές που άρχιζαν ντροπαλά να θρέφουν. Σε έναν άλλο κόσμο, εκείνος θυμόταν το πρώτο τους φιλί.

Η Δρόσω χάιδεψε το ποτήρι της, και εκείνος σχεδόν ένιωσε τα ακροδάχτυλα της πάνω στο δέρμα του. Έπειτα ανασήκωσε τους ώμους της. «Αυτό δε θα το μάθουμε».

Έφυγε χωρίς να πιει ούτε μια γουλιά από την πορτοκαλάδα της. Ολόκληρη έμεινε εκεί, βαμμένη ροζ κάτω από το φως, η μόνη του παρέα όσο η Δρόσω χάθηκε από τα μάτια του. Δεν πρόσεξε πολλά από εκεί και πέρα. Κόσμος πέρασε, κόσμος ήρθε και έφυγε, κόσμος κάθισε στα τραπέζια και κόσμος ανέβηκε στα δωμάτια του πάνω ορόφου από τις βελούδινες κόκκινες σκάλες. Εκείνος εκεί, να κοιτάζει το γεμάτο μπουκάλι της - τον πιο αθώο χυμό - και να αδειάζει το δικό του. Παρήγγειλε κι άλλο. Έπινε κι έπινε, ώσπου έγινε η Χαβάη ένα όνειρο, μόνο ένας εφιάλτης. Θα ξυπνούσε κάτω από τον έναστρο ουρανό μια μέρα. Θα την έπαιρνε μαζί του. Θα την γύριζε πίσω, κι αυτή και τον μικρό, θα-

Μια κίνηση τράβηξε το βλέμμα του. Είδε τον Τάκη να την έχει πάρει παράμερα με το χέρι του γραπωμένο στο μπράτσο της. Της ψιθύριζε με ένταση. Εκείνη κάτι απαντούσε. Μα δεν πετούσαν φωτιές τα μάτια της σαν εκείνου. Ήταν γαλήνια, ήρεμα. Ναρκωμένα.

Τρεις άντρες περίμεναν στη βάση της σκάλας. Ο ένας χαμογελούσε, οι άλλοι δυο απλώς στέκονταν. Και οι τρεις την κοιτούσαν.

Δεν ξέρει πώς, αλλά κατάλαβε.

Και σηκώθηκε.

Τρέκλισε μέχρι να την φτάσει, πάνω που ο Τάκης την παράτησε και επέστρεψε στο μπαρ. Εκείνος δεν την άρπαξε να την σταματήσει, μόνο γλίστρησε το όνομά της από τα χείλη του σαν ικεσία.

«Μην το κάνεις».

«Κωνσταντή...»

«Θα σου δώσω τα διπλά».

Κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις πιεί».

«Θα σου δώσω δέκα φορές όσα σου δίνουν και οι τρεις μαζί, για ένα φιλί».

Έκλεισε τα μάτια της. «Σταμάτα».

«Άσ' τους πίσω και έλα μαζί μου, σε παρακαλώ».

«Δεν έχει νόημα αυτό που κάνεις…»

«Σε παρακαλώ».

Και όταν τα άνοιξε ξανά, τον κοίταζε σαν να τον λυπόταν.

«Μόνο αυτό θα σου ζητήσω ποτέ». Ήταν ένα κουβάρι οι λέξεις του, μια θάλασσα η φωνή του και πνιγόταν μέσα της, δεν χώριζε τις λέξεις, δεν ήξερε τι έλεγε, μόνο ανάγκη είχε να την κρατήσει και έβγαιναν από μέσα του σαν χείμαρρος οι σκέψεις, «Δώσε μου ένα φιλί για να θυμηθώ. Άσ' τους και φίλα με. Σε παρακαλώ».

Κι ίσως σε έναν άλλο κόσμο να του το είχε δώσει. Ίσως να τον έκανε να θυμηθεί.

Τώρα μόνο είπε «Αντίο» κι ανέβηκε μαζί τους.

Κι εκείνος ποτέ δεν έμαθε.