.
Crimson and bare as I stand
Yours completely
Yours
As we go over
God and His priests and His kings
Turn their faces
Even they feel the cold
Πέρασε το βράδυ του στα βράχια στην άκρη της προβλήτας, γύρω του πεταμένες γόπες και κομμένες πετονιές. Βρωμούσε το νερό. Δεν είχε ξανασυναντήσει θάλασσα να βρωμάει, όχι ιώδιο και αλάτι αλλά κάτουρο και γλίτσα. Κάτι μεγάλα ψάρια κολυμπούσαν από κάτω του, τα φώτιζε αμυδρά το φως από τις κολώνες του λιμανιού. Ήταν γκρι και σωληνωτά, ίσα με τον βραχίονα του σε μέγεθος – μερικά ακόμα μεγαλύτερα. Ένας Θεός ήξερε με τι τρέφονταν και θέριευαν σε αυτόν τον γκρίζο βούρκο, ήλπιζε να μην τα έτρωγε κανείς αυτά. Οι φόβοι του μόνο επιβεβαιώθηκαν όταν, πριν ακόμα έρθει το χάραμα, ψαράδες άρχισαν να στήνουν τα καλάμια τους στην προβλήτα μέσα στο σκοτάδι, αφήνοντας νικελένια φαναράκια δίπλα στο κύμα που έσκαγε.
Αηδίασε τόσο που σηκώθηκε να φύγει. Εξάλλου τι άλλο να έκανε εκεί. Διέσχισε το Πασαλιμάνι με τα χέρια στις τσέπες του –όχι τόσο για να τα προφυλάξει από το κρύο όσο από συνήθειο. Οι ψαράδες τον χαιρετούσαν καθώς περνούσε από δίπλα τους, κι εκείνος έγνεφε ευγενικά σαν τους έβλεπε να καρφώνουν μπαλίτσες από ζυμάρι στα αγκίστρια, να φτύνουν σαν περνούσαν στο καλάμι τη διάφανη πετονιά. Κι έσερνε τα πόδια του πάνω στο τσιμέντο, βήμα μετά από βήμα, ξανά και ξανά, να φτάσει που;
Στο αμάξι του. Να γυρίσει πίσω. Να φτάσει στο χωρίο, να πάει σπίτι του.
Μάλλον τρέκλιζε αντί να περπατάει. Είχε πιει πολύ, να ξεμεθύσει περίμενε πριν οδηγήσει – όμως τώρα κόντευε ξημέρωμα. Ήταν βαρύ το κεφάλι του μα δεν κυλούσε αλκοόλ πια στις φλέβες του. Δεν είχε δικαιολογία να σέρνει έτσι το κορμί του. Δεν είχε πια λόγο να περιμένει.
Σε μια αλάνα το είχε παρκάρει όταν πρωτοήρθε Αθήνα, το θυμόταν. Φτάνει να έβρισκε που. Όλοι οι δρόμοι έμοιαζαν ίδιοι οι άτιμοι, ήταν κι εκείνος ράκος, έκανε κύκλους αδιάκοπα σαν χαμένος. Βρήκε μια πλατεία κάποια στιγμή που κάτι του θύμιζε. Ήταν αυτή απέναντι από το σπίτι της.
«Α, υπέροχα», μονολόγησε, κι έφτυσε κι εκείνος το χορτάρι όπως είχαν κάνει οι ψαράδες. Χωρίς λόγο. Απλώς αηδίασε ξανά.
Και έτσι, βήμα-βήμα, έφτασε στην αλάνα. Κι αντί να νιώσει ανακούφιση σαν αντίκρισε την κούρσα, εκείνος αναστέναξε γιατί ήταν έτοιμος να σκάσει. Δεν έβλεπε που πατούσε, έπεσε πάνω σε έναν περιπτερά που μόλις άνοιγε το περίπτερό του κι έριξε κάτω μια στοίβα εφημερίδες σαν παραπάτησε. Έβρισε και ζήτησε συγνώμη από τον άνθρωπο, και όπως άρχισε να μαζεύει τις σκορπισμένες φυλλάδες του φάνηκε ότι αντίκρισε ένα γνώριμο όνομα.
Ζάρωσε τα μάτια να διαβάσει τον τίτλο μέσα στα σκοτάδια.
ΣΥΝΕΛΗΦΘΕΙ Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΡΑΠΕΤΙΣ ΕΛΕΝΗ ΣΤΑΜΙΡΗ:ΝΟΣΗΛΕΥΕΤΑΙ ΚΑΤΟΠΙΝ ΕΜΠΛΟΚΗΣ ΤΗΣ ΣΕ ΑΙΜΑΤΗΡΟΝ ΣΥΜΒΑΝ
Αμέσως κοκάλωσε. «Σημερινό είναι αυτό;»
Ο περιπτεράς μάλλον δεν πρόσεξε την ταραχή του. «Ναι, μόλις τα τύπωσαν. Φρέσκα φρέσκα, δεν τα νιώθεις που 'ναι ζεστά ακόμα;»
Τι ζέστη να νιώσει που είχε παγώσει ολόκληρος.
Έτρεξε στο αμάξι όπως δεν είχε τρέξει ποτέ, πετούσαν τα πόδια του στον αέρα, πετούσαν τα φύλλα της εφημερίδας που άρπαξε χωρίς καν να πληρώσει και ο κακομοίρης ο περιπτεράς φώναζε ξοπίσω του μα μυαλό δεν είχε να τον προσέξει. Έκλεισε την πόρτα με τόση δύναμη που τραντάχτηκε ολόκληρο το όχημα και η μηχανή έβγαλε ένα βρυχηθμό άνευ προηγουμένου σαν χύθηκε στην άσφαλτο. Η θάλασσα και οι πιρόγες έγιναν μια θολούρα σαν έσκισε την παραλιακή, έστριψε στην Μπουμπουλίνας και μετά στην Φίλωνος και είδε ξανά από μακριά την ροζ ταμπέλα της Χαβάης λίγες μόνο ώρες αφού την είχε αφήσει. Όρμησε μπροστά με το αμάξι να γρυλίζει μόνο για να πατήσει το ίδιο απότομα φρένο μόλις είδε μια ξανθιά φιγούρα πεσμένη πάνω σε κάτι σκαλιά, και σχεδόν έσκασε στο παρμπρίζ από την φόρα. Ευτυχώς οι δρόμοι ήταν άδειοι και δεν προκάλεσε καμία καραμπόλα.
Τρόμαξε να την γνωρίσει για ακόμη μια φορά, τώρα περισσότερο από ποτέ. Ήταν χλωμή, θεόχλωμη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα και το βάψιμο μουντζουρωμένο. Είχε κάτσει πάνω σε κάτι μπλε σιδερένιες σκάλες, διπλωμένη δίπλα στο έδαφος, και κρατούσε αδύναμα το κιγκλίδωμα. Δεν ήταν καλά. Δεν ήξερε τι έφταιγε στην εικόνα της τώρα περισσότερο από ποτέ, μα ήταν άθλια, ήταν τόσο λάθος που βούλιαξε η καρδιά του στο στομάχι του. Τον οξύ ήχο από το χειρόφρενο ακολούθησαν τα γοργά του βήματα στο πεζοδρόμιο μέχρι που με ένα σάλτο βρέθηκε γονατισμένος κοντά της, να παίρνει το πρόσωπό της στα χέρια του.
Εκείνη τραβήχτηκε σαν να ξυπνάει απότομα, τον έσπρωξε μακριά της με τόση λίγη δύναμη που εκείνος τρόμαξε. Πάλεψε κι έβγαλε μια μικρή κραυγή μέχρι που άνοιξε τα μάτια της και τον αντίκρισε.
Τότε άφησε τα χέρια της να πέσουν και τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα.
«Τι έγινε;» ρώτησε τρομοκρατημένος. «Τι έπαθες; Τι-»
«Δεν νοιώθω καλά», είπε, και μέχρι και η φωνή της ήταν ξεψυχισμένη. Δεν μπορούσαν να εστιάσουν τα μάτια της, άρχισε να κουνιέται σαν να μη βολεύεται, κι έπειτα άλλαξε θέση ξανά, και ξανά, και όλο και πιο έντονα μέχρι που σαν να ξύπνησε το σώμα της και να μην μπορούσε να σταματήσει να αλλάζει θέση, δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη.
Έβγαλε ένα βογγητό και μετά άλλο ένα. «Δεν είμαι καλά», είπε ξανά. «Δεν είμαι καλά, δεν νιώθω καλά. Κωνσταντή, δεν…»
«Τι έγινε;» την ρώτησε ξανά.
Εκείνη διπλώθηκε στα δύο απότομα, χτύπησε το κεφάλι της στα κάγκελα της σκάλας, βογκούσε και έκλαιγε. «Δεν ξέρω τι ήταν, δεν ξέρω τι- δεν είμαι καλά, σε παρακαλώ! Κάτι μου…» του άρπαξε το χέρι, ήταν μούσκεμα η παλάμη της. Ήταν ολόκληρη λουσμένη στον ιδρώτα, μα τόσο χλωμή και παγωμένη ταυτόχρονα.
«Κάτι σου έδωσαν», συνειδητοποίησε.
Εκείνη μόνο άρχισε να κλαίει δυνατότερα, λυγμοί και αγκομαχητά άρχισαν να τραντάζουν το κορμί της σαν σφάδαζε. «Φοβάμαι, δεν ξέρω τι- δεν είμαι καλά, δεν νιώθω-»
«Χάπι ήταν;» ήταν στιβαρός ο τόνος του μα δεν μπορούσε να κρύψει τον πανικό του. «Δρόσω, πες μου, χάπι ήταν;»
«Ναι».
Σφίχτηκε η καρδιά του μα ήξερε τι έπρεπε να κάνει και δε δίστασε λεπτό. Αν το σκεφτόταν δε θα το έκανε. Αν δεν το έκανε η Δρόσω δε θα ηρεμούσε. Άρπαξε ξανά το σαγόνι της με το ένα χέρι και κρατώντας το σφιχτά την γύρισε να τον κοιτάζει. Εκείνη φώναξε γιατί την πόνεσε, μα χωρίς δισταγμό έφερε και το άλλο χέρι του κι έχωσε δυο δάχτυλα μέσα στο στόμα της. Τα πίεσε μέσα, βαθιά, όσο πιο βαθιά μπορούσε.
Ο λαιμός της τραντάχτηκε κι εκείνη έβγαλε έναν απαίσιο ήχο, και αμέσως τράβηξε τα χέρια του να την αφήσει κι εκείνη γύρισε και ξέρασε βίαια στο βρεγμένο πεζοδρόμιο. Άδειασε όλο το στομάχι της βογκώντας κι εκείνος της έπιασε τα μαλλιά και τα κράτησε πίσω και της ζήτησε συγνώμη, «Συγνώμη κορίτσι μου, συγνώμη, θα περάσει τώρα θα δεις, συγνώμη», κι εκείνη ξερνούσε και έκλαιγε και ξερνούσε ξανά, μέχρι που δεν είχε άλλο να βγάλει κι εκείνος έκλαιγε μαζί της.
Και τότε εκείνη ηρέμησε επιτέλους. Πήρε μια κοφτή ανάσα και μετά κι άλλη μία, κι άλλη μία, ώσπου τελικά άρχισε σχεδόν να αναπνέει κανονικά. Αδύναμα, αλλά ρυθμικά.
Ο Κωνσταντής την παρακολουθούσε και απανωτά ρίγη τον διαπερνούσαν ολόκληρο από την ένταση. Έτρεμε τόσο που μούδιασαν τα χέρια του, δεν τα ένιωθε ούτε αυτά ούτε τα γόνατά του, και όταν άφησε το σώμα του ελεύθερο έπεσε πίσω, κάτω στο πεζοδρόμιο με την πλάτη του να σκάει στον τοίχο και έμεινε εκεί με τα μπράτσα του να κρέμονται άψυχα και δάκρια να τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του και να μην μπορεί να τα ελέγξει.
Δεν είχε τρομάξει τόσο ξανά στη ζωή του. Τέτοιο τρόμο δεν τον είχε ξανανιώσει.
«Δεν το 'θελα» την άκουσε να ψιθυρίζει. «Μου το έχωσε στο στόμα την ώρα που… κι εγώ… και το πίεσε… το κατάπια και… δεν το 'θελα».
«Είναι εντάξει τώρα», της είπε, πιο πολύ να το ακούσει αυτός. «Θα φύγει, μην… μην φοβάσαι. Σε λίγο θα φύγει. Πονάς;»
«Ναι».
«Που;»
Εκείνη δάγκωσε τα χείλη της. Φρέσκα δάκρια άρχισαν να τρέχουν. «Δεν μπορώ να… σου… πω».
Δεν χρειαζόταν.
«Χριστέ μου», χτύπησε το κεφάλι του, δυο γροθιές στους κροτάφους του. «Χριστέ μου, Χριστέ μου…»
«Συγνώμη», ζήτησε τώρα αυτή. «Συγνώμη, αλήθεια, δεν ήθελα να…»
«Γιατί το κάνεις αυτό γαμώτο! Γιατί;!» ούρλιαξε εκείνος. «Σε λίγο ξημερώνει κι αντί να ντύνεις το παιδί σου για το σχολείο-» έκοψε τον εαυτό του όταν εκείνη διπλώθηκε στα δύο ξανά, και βίαιοι λυγμοί ξέσκισαν το κορμί της. «Μη! Μη κλαις, πρέπει να ηρεμήσεις, εγώ δεν- δεν το εννοούσα, Δρόσω, ηρέμησε».
Δεν μπόρεσε. Πέρασαν δυο λεπτά, και μόνο τα αναφιλητά της αντηχούσαν στον άδειο δρόμο, παρέα με το βουητό του αυτοκινήτου και ένα σωλήνα που έσταζε. Οι αναμμένοι προβολείς και οι νέον ταμπέλες ήταν το μόνο φως, κι όταν εκείνος έγειρε μπροστά και της έπιασε το γόνατο εκείνη χαμένη όπως ήταν ξαφνιάστηκε και τραβήχτηκε, μέχρι που ξανά κατάλαβε ότι ήταν εκείνος, και ξανά χαλάρωσε στο άγγιγμά του.
Την χάιδευε ώρα πολύ, κάνοντας κύκλους στο γυμνό της γόνατο με τον αντίχειρά του. Και πρόσεξε για πρώτη φορά το φόρεμα που φορούσε απόψε, ένα μαύρο που λαμπύριζε στο λιγοστό φως, που κάπου το είχε ξαναδεί.
Εκείνο το πρώτο βράδυ, όταν την πρωτοείδε εκεί μέσα. Όταν σαν χαμένος την ζήτησε, όταν τον συνάντησε σε εκείνο το κόκκινο δωμάτιο. Στο δωμάτιο 18. Το ίδιο φόρεμα φορούσε εκείνο το βράδυ, αυτό που του είχε ζητήσει να κουμπώσει.
Χωρίς να το θέλει, γλίστρησε το βλέμμα του στην πλάτη της. Και να το πάλι, ξεκούμπωτο, να την αφήνει γυμνή στο πεζοδρόμιο… γιατί δεν μπορούσε να το κουμπώσει μόνη της.
Έβαλε λίγη δύναμη να στηριχτεί και γλίστρησε στο σκαλί δίπλα της. Απαλά, χωρίς λέξη, της σήκωσε το φερμουάρ. Κι όταν τελείωσε σαν φυσικό επόμενο, της άφησε ένα μικρό φιλί στον ώμο. Τότε εκείνη αναστέναξε κι έγειρε πίσω. Κι αυτός τύλιξε γύρω της τα μπράτσα του και την κράτησε.
Αβίαστα. Έτσι, για μια στιγμή, μεσ' τα βρεγμένα σοκάκια της Τρούμπας.
Κι ήταν τόσο κρύα. Τόσο παγωμένη μέσα στα χέρια του. Την έκρυψε να τη ζεστάνει, της έτριψε τα μπράτσα, μα λες και το κρύο πήγαζε από μέσα της και την κάλυπτε ξανά.
«Έλα να σε πάω στο αμάξι», της είπε μετά από λίγο. Κι εκείνη δεν αντιστάθηκε, μόνο του έδωσε το χέρι της όταν σηκώθηκε και της το ζήτησε. Ήταν η πρώτη φορά που το δεχόταν
Την έβαλε να καθίσει – προσεκτικά, κι εκείνη δάγκωνε τη χείλη της να μη δείξει πως πονάει - και μπήκε εκείνος στη θέση του οδηγού. Πήγε να ξεκινήσει μα θυμήθηκε πως πριν κόντεψε να σκάσει πάνω στο παρμπρίζ και έγειρε να της βάλει πρώτα τη ζώνη.
Εκείνη είχε γύρει πίσω καθώς της την κούμπωνε, είχε βουλιάξει στο κάθισμα και τον χάζευε. «Πάντα μπροστά μου θα σε βρίσκω, ε;» ρώτησε, τραβώντας τις λέξεις σαν να ήταν ζαλισμένη από το ποτό.
Όταν την κοίταξε, εκείνη χαμογελούσε.
«Ο Τάκης που είναι;»
«Σπίτι, δεν με περίμενε».
«Γιατί δεν τον άκουσες, Δρόσω; Καλά εμένα, εκείνον γιατί δεν τον άκουσες που σου είπε να μην πας; Τον είδα που σε στρίμωξε στο μαγαζί».
«Τον άκουσα. Να πάω μου έλεγε, αυτός το κανόνισε».
«Τι πράγμα;»
«Μας έβλεπε που μιλούσαμε, είπε μιας και είμαι πουτάνα ας φανώ και χρήσιμη, εκείνοι πλήρωναν πολλά να μοιραστούν μια γυναίκα».
Δεν άκουσε καλά. Δεν γίνεται να άκουσε καλά, δεν υπήρχε περίπτωση. «Κι εσύ πήγες;»
Συνέχιζε να χαμογελάει. «Αφού είμαι. Δεν είμαι;»
Ο Κωνσταντής τράβηξε απότομα το χειρόφρενο και πετάχτηκε έξω από το αμάξι χωρίς λέξη. Κοπάνησε την πόρτα και απομακρύνθηκε για μια στιγμή, πήρε μερικές βαθιές ανάσες να ηρεμήσει, και όταν δεν λειτούργησαν όρμησε μπροστά κι άρχισε να κλωτσάει τη ρόδα της κούρσας, ξανά και ξανά. Κλοτσούσε και ούρλιαζε μέχρι που λαχάνιασε και πόνεσε ο λαιμός του, και έπειτα έριξε μια γροθιά στην πόρτα και οξύς πόνος διαπέρασε το χέρι του. Δεν του έδωσε καν σημασία.
Θα τον σκότωνε. Άπαξ και τον έπιανε στα χέρια του θα τον σκότωνε.
Μπήκε ξανά στο αμάξι λεπτά αργότερα, και η Δρόσω φαινόταν κουρασμένη μα ταυτόχρονα σε επαγρύπνηση. Την ένιωσε να ψάχνει το πρόσωπό του.
Δεν της μίλησε. Έβαλε μπροστά και όρμησε στο δρόμο.
«Που με πας;»
«Μακριά από εδώ».
«Τι εννοείς;» ρώτησε ανήσυχη.
Του ήρθε να γελάσει. Ήταν κάτι καινούργιο και αυτό. «Δε θα σε απαγάγω, Δρόσω. Μακριά από αυτόν τον δρόμο εννοώ».
Φάνηκε να την ησυχάζει αυτό, όμως σε κάθε κόκκινο φανάρι σαν την έλουζε το πορφυρό φώς, εκείνη του έριχνε ένα απορημένο βλέμμα.
«Χαλάρωσε», της έλεγε κάθε φορά. «Κλείσε τα μάτια σου να ξεκουραστείς». Μα εκείνη πάντα τα κρατούσε ανοιχτά και τον κοιτούσε.
Πάρκαρε σε μια παραλία τελικά. Δεν ήξερε γιατί, απλά ήταν ήσυχα και δεν θύμιζε πόλη. , έγραφε η ταμπέλα με πολύχρωμους χαρακτήρες και γύρω φοίνικες και ηλιοβασιλέματα, βέβαια τίποτα από τα δύο δεν υπήρχε στην παραλία. Ήταν λουσμένη στο σκοτάδι, τόσο που ούτε η θάλασσα φαινόταν, μόνο ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν ρυθμικά στην ακρογιαλιά μαρτυρούσαν την παρουσία της.
Κατά τα άλλα σιωπή.
Γύρισε να την δει. Είχε κουλουριαστεί στο κάθισμα σαν μια μπαλίτσα, γερμένη στο πλάι προς εκείνον. Σαν να τον ένιωσε άνοιξε αργά τα βλέφαρά της, μα ήταν βαριά και δεν μπορούσε να τα κρατήσει για πολλή ώρα.
«Κρυώνεις;» τη ρώτησε, και πήγε να κλείσει τα παράθυρα – μα εκείνη τον σταμάτησε.
«Άστα», του είπε. «Καλά είμαι».
Και ήταν όντως μεγάλη παρηγοριά το νανούρισμα της θάλασσας για να το φιμώσει. Αντ' αυτού έβγαλε το σακάκι του και το άπλωσε πάνω της να την σκεπάσει.
Εκείνη αναστέναξε και χαλάρωσε ξανά. «Ευχαριστώ».
Δεν το καταλάβαινε. Πώς μπορούσε να χαμογελάει;
«Πονάς ακόμα;»
«Λίγο».
«Το πρωί θα σε πάω σε έναν γιατρό. Απλώς να σιγουρευτούμε ότι τίποτα δεν έχει… ότι δεν σου… ότι είσαι καλά».
«Καλά είμαι. Αλήθεια. Έχει αστέρια απόψε;»
«Τι;»
«Έχει αστέρια; Απόψε;»
Την κοίταξε σαν να είναι τρελή. Και μετά, διστακτικά, από το παρμπρίζ κοίταξε τον ουρανό. Κατάμαυρος ήταν τώρα που η πόλη κοιμόταν. Ένα απέραντο, άδειο κενό. Στο Διαφάνι είχε πάντα χρώμα, αυτό το βαθύ μπλε που σε κάνει να θέλεις να χώσεις τα δάχτυλά σου μέσα του να νιώσεις να σε καταπίνει το παχύ βελούδο. Και ήταν τόσο γεμάτος, με άπειρα αστέρια που σχημάτιζαν ατελείωτους αστερισμούς. Ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορούσες να αντικρίσεις σε αυτόν τον κόσμο, ο νυχτερινός ουρανός στο Διαφάνι. Κι όπως έλαμπε η μοναχική σελήνη και χάιδευε τον κάμπο, ότι άγγιζε γινόταν ασήμι, γινόταν τόσο όμορφο κάτω από το φως της που για μια στιγμή ξεχνούσες κάθε δύνη και κάθε ασχήμια. Κάτω από το φεγγάρι όλα… όλα φάνταζαν τόσο όμορφα. Όλα φάνταζαν πιθανά.
Ήθελε να της τα πει όλα αυτά. Υπάρχει ομορφιά κάπου αλλού, απλώς όχι εδώ. Πίσω στο σπίτι τους, όλα ήταν όμορφα.
Μα εκείνη έδειχνε τόσο γαλήνια, κουρνιασμένη δίπλα του. Τόσο ήρεμη. Περίμενε μια απάντηση, και ήλπιζε. Ήλπιζε κι εκείνος… εκείνος δεν άντεξε να της τα πει.
«Έχει», είπε, και καθάρισε τον λαιμό του που είχε κλείσει. «Έχει αστέρια».
Πλάτυνε το χαμόγελό της μεσ' το παραλήρημα. «Δεν είναι όμορφα;»
Ένας κόμπος έγινε το στομάχι του. Έγνεψε κι ας μην τον έβλεπε σαν κοιτούσε το κενό. «Είναι».
«Κοίτα τα πως λάμπουν…»
Τον κατέστρεφε, για ακόμη μια φορά. Είχε τόση γλύκα και αθωότητα στη φωνή της που για ακόμη μια φορά τον έκανε κομμάτια, είχε ανάγκη ένα όνειρο κι εκείνη σαν μικρό παιδί, να κλείσει τα μάτια και να μην βλέπει την αλήθεια αυτού του κόσμου, να πιστεύει σε ένα χαρούμενο τέλος, να ακούσει ένα παραμύθι πριν κοιμηθεί… Όμως δεν ήταν παιδί. Δεν ήταν παιδί, κι ένα πλάσμα εξαρτιόνταν από εκείνη, από την μάνα του. Οι αποφάσεις της δεν ήταν δικές της μόνο, καλώς ή κακώς. Και τα παραμύθια ίσως την ηρεμούσαν για μια στιγμή, μα θα ήταν μια στιγμή μονάχα. Αύριο θα βρισκόταν ξανά σε εκείνο το μαγαζί, να σκαρφαλώνει τις κόκκινες σκάλες. Και εκείνος δεν άντεχε να το παρακολουθεί αυτό, δεν άντεχε να το ξέρει, δεν άντεχε να φύγει, δεν άντεχε να μείνει, δεν άντεχε να φαντάζεται αστέρια, δεν άντεχε άλλο.
Δεν άντεχε.
Γύρισε σε εκείνη κι έσκυψε κοντά της, πήγε να αγγίξει το γαλήνιο πρόσωπό της μα τρόμαξε. Τρόμαξε ότι θα την σπάσει. Δίστασε με τα δάκτυλά του ένα εκατοστό μακριά από το δέρμα της, μέχρι που μάζεψε το κουράγιο και χάιδεψε το μάγουλό της, όσο δειλά θα άγγιζε το πρώτο χιόνι. Εκείνη ξαφνιάστηκε και άνοιξε τα μάτια ξανά, κι όταν τον είδε τόσο κοντά δείλιασε και εκείνη. Δυο τρομαγμένα πλάσματα φάνταζαν, έτοιμα να τρέξουν στα λαγούμια τους, όμως εκείνος δάγκωσε τη γλώσσα του και το ένα χάδι έγινε δεύτερο, και τρίτο, και δέκατο, ώσπου συνήθισαν. Κι έμαθαν. Και τα ρίγη σταμάτησαν να τους διαπερνούν.
«Άκουσε με», της είπε ήρεμα, και άρχισε να χαϊδεύει τα μαλλιά της, να στρώνει τις μπερδεμένες και ατίθασες τούφες πίσω από το αυτί της ώσπου έγιναν ξανά μαλακές και ξανθές, ώσπου θύμιζαν εκείνη. «Δεν ξέρω τι έκανες και τιμωρείς έτσι τον εαυτό σου, αλλά τίποτα δεν αξίζει τέτοια τιμωρία, κορίτσι μου».
Την είδε αμέσως να κατσουφιάζει. Πήγε να τραβηχτεί όπως έκανε πάντα, αρνούμενη να αφήσει τέτοια λόγια να γλιστρήσουν μέσα στην φούσκα της.
«Σε παρακαλώ», την χάιδεψε ξανά, ακολουθώντας τον ρυθμό των κυμάτων. Κάθε ήχος που άφριζε στη νύχτα κι ένα πέρασμα του αντίχειρά του πάνω από το μάγουλό της. «Ούτε εμένα μου είναι ευχάριστο να μιλάμε για αυτό, όμως…»
«Τότε μίλα μου για τα αστέρια».
Ξεροκατάπιε, ανασαίνοντας κοφτά. «Δρόσω δεν… δεν μπορώ».
«Κι εγώ δεν μπορώ να…» έκοψε την πρόταση στη μέση. Μια στιγμή αργότερα άρχισε ξανά. «Ξέρω τι θέλεις να πεις και δεν μπορώ να το ακούσω, όχι απόψε. Ίσως αύριο, δεν ξέρω, ίσως… αν… όχι απόψε όμως. Σε παρακαλώ, όχι τώρα».
Ήταν παράξενο να υπάρχει ακόμα κάτι από το οποίο μπορούσε να πιαστεί, όμως αυτό το 'αύριο' τον γέμισε με ένα συναίσθημα που άφριζε σαν τα κύματα, και μέρεψε λιγάκι αυτή η αντάρα μέσα του, σαν τρικυμία που έσβηνε σε μια θάλασσα λάδι.
Όχι απόψε, λοιπόν. Αλλά αύριο. Θα υπήρχε κι αύριο.
Κι εκείνη έδειξε να ηρεμεί μόλις κατάλαβε ότι θα της το έκανε το χατίρι, θα πήγαινε με τα νερά της… για απόψε. «Είπες θα φύγεις», θυμήθηκε ξαφνικά, σαν αναλαμπή. «Γιατί έμεινες; Πώς με βρήκες;»
Θυμήθηκε και εκείνος.
Όμως δεν ήταν η στιγμή, είχε δίκιο. Αν είχαν κι αύριο, θα το άφηνε για τότε. Έγειρε και της κατέβασε το κάθισμα, να την ξαπλώσει. «Κοιμήσου», της είπε. «Θα σου πω το πρωί».
Κατέβασε και το δικό του και βολεύτηκε στη θέση του, με θέα τον ουρανό. Και προσποιήθηκε ότι έβλεπε το σύμπαν ολόκληρο, με όλους τους γαλαξίες κι όλα τα άστρα να λαμπυρίζουν μέσα του. Και ότι το φώς του φεγγαριού χάιδευε τα πρόσωπά τους και αντανακλούσε φωτεινό στα μαύρα νερά που απλώνονταν μπροστά τους.
«Ξέρεις», της είπε καθώς βάραιναν τα βλέφαρά τους. «Η Αγορίτσα παλιά μας έλεγε παραμύθια, για γοργόνες και ψαράδες με μαγεμένα δίχτυα. Έλεγε πάντα ότι το μονοπάτι που φτιάχνει το φεγγάρι πάνω στο νερό της θάλασσας λέγεται 'ο δρόμος της αγάπης'. Κι όσα ζευγάρια βρίσκονταν πάνω του μαγεύονταν, και ερωτεύονταν παράφορα».
Την πρόσεξε που χαμογελούσε ξανά. Τώρα χαμογελούσε κι αυτός μαζί της.
«Σε ένα βιβλίο του κύριου Νέστορα», απάντησε με τη σειρά της, «έγραφε ότι η τρέλα έχει να κάνει με τη φάση της σελήνης. Έλεγαν παλιά ότι η επειδή πανσέληνος προκαλεί έντονη δροσιά το βράδυ, κάνει τον εγκέφαλο πιο υγρό από ό,τι πρέπει και προκαλεί τρέλα».
«Η δροσιά προκαλεί τρέλα;» Θεέ μου, πόσο συμφωνούσε.
«Το φεγγάρι. Η δροσιά δεν φταίει σε τίποτα, να την αφήσεις ήσυχη».
Εκείνος γέλασε απαλά.
«Και από εκεί βγαίνει και η αγγλική λέξη για την τρέλα. Από την παλιά λέξη για το φεγγάρι. Κάτι με 'λούνα', δε θυμάμαι. Είναι αυτός που τον έχει λούσει το φως της σελήνης».
«Πάντως για έρωτα μιλούσε η Αγορίτσα», της θύμισε. «Όχι για τρέλα».
Εκείνη χασμουρήθηκε. «Το ίδιο πράγμα είναι».
Ησύχασαν μετά από αυτό, μα δεν της άρεσε. Πήγε να το παλέψει. «Πες μου κάτι άλλο».
«Τι;»
«Δεν ξέρω», μουρμούρισε καθώς την έπαιρνε ο ύπνος. «Πες κάτι, μίλα μου».
«Εντάξει. Εμ…» είχαν βαρύνει οι ανάσες του σαν προσπαθούσε να ανασύρει αναμνήσεις. Αθώες αναμνήσεις, κάτι όμορφο να της δώσει. Έψαξε την παιδική του ηλικία μα δεν βρήκε πολλές. Νύσταζε, μάλλον γι' αυτό θα του ήταν δύσκολο. Αυτό έπρεπε να φταίει. Έστυψε το μυαλό του να βρει κάτι αγνό μα του έρχονταν εικόνες από ξύλο στην αυλή, μικρά αγόρια να φωνάζουν, να κλέβουνε γλυκά, να πετούν πέτρες σε ζωάκια… Και μετά θυμήθηκε να πιάνει στα χέρια του εκείνο το σωματάκι που είχαν βασανίσει, να το κλείνει μέσα στις χούφτες του και να χάνεται μαζί του μεσ' το δάσος. Εκεί που κανείς δε θα τον έβλεπε να το θρηνεί.
«Κάποτε… κάποτε είχα θάψει ένα πουλί», είπε σιγανά.
Η Δρόσω για μια στιγμή πάγωσε δίπλα του. Κι έπειτα, σαν να την διαπέρασε το παγωμένο αγέρι, ανατρίχιασε. «Κι εγώ το ίδιο», την άκουσε να ψιθυρίζει.
Μπορεί όμως να το φαντάστηκε. Τον είχε ήδη πάρει ο ύπνος.
