.
Gray is not a compromise
It is the bridge between two sides
The shores on which our stubborn land
And restless seas collide
So, let's fold our atlas into paper planes
Change is slow, but I feel it taking shape
Ξύπνησε με ένα απαλό σκούντημα στον ώμο και ήχους από νερό πάνω σε νερό, κύματα και βροχή. Άκουσε το όνομά του από μια φωνή τόσο γλυκιά που έκανε την άνοστη λέξη να φαντάζει μελωδία. Έτσι όπως το πρόφερε του φάνηκε για πρώτη φορά ενδιαφέρον το όνομά του. Οι γονείς του και τα αδέρφια του πάντα τόνιζαν τα 'ν', τα έκαναν παχιά και ατσούμπαλα, έβγαζαν μια χωριατίλα που του ταίριαζε. Η Δρόσω δεν τα πρόφερε καν, ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο. Τα εξαφάνιζε.
«Κωστατή», φάνηκε να λέει. «Συγνώμη, μπορείς να… να ξυπνήσεις;»
Σχεδόν γέλασε που του το ζητούσε έτσι, σαν να είχε όντως επιλογή. Στο σπίτι του δεν είχε τέτοια. Μπούκαραν και του άνοιγαν τα πατζούρια να κατέβει για πρωινό. Αν αργούσε, περνούσε από το δωμάτιο ο πατέρας του και του έχωνε μια σφαλιάρα στην πατούσα τόσο δυνατή που πετιόταν όρθιος.
Με το δικό της το ξύπνημα, ξύπνησε χαμογελώντας αμυδρά. Ειδικά όταν το σκούντημα στον ώμο του μετατράπηκε σε κάτι άλλο. Κάτι που δεν απαιτούσε των χωρισμό του χεριού της από το δέρμα του, μόνο μιαν απαλή τριβή τους.
Ενδιαφέρον.
«Τι ώρα είναι;» ήταν βραχνή η φωνή του.
«Δεν ξέρω. Δεν έχεις ρολόι;»
«Έχω στο ξενοδοχείο», μουρμούρισε τρίβοντας τα μάτια του. Έκανε έναν κόπο να σηκωθεί από το κάθισμα, ώστε να μπορεί να το σηκώσει κι εκείνο με τη σειρά του. Η Δρόσω ήδη είχε φροντίσει το δικό της. «Καλημέρα», της είπε.
Εκείνη έγνεψε. «Καλημέρα».
Είχε ανοίξει ο ουρανός, δεν ήταν πρωί ακόμα κι ούτε φαινόταν ήλιος, όμως υπήρχε φως. Και ψιχάλιζε στην παραλία, είχε βραχεί γύρω τους η άμμος, είχε θολώσει το παρμπρίζ γεμάτο σταγόνες και υγρασία, και έσκαγε η βροχή πάνω στη θάλασσα σε ένα συνονθύλευμα από γκρι.
«Συγνώμη που σε ξύπνησα απλά πήγε χάραμα».
«Ναι, μάλλον κοιμόμαστε… δύο ώρες; Το παρακάναμε».
Χαμόγελο ήταν αυτό που του έσκασε;
«Τι;»
Πήρε το βλέμμα του μακριά της. «Τίποτα. Πώς είσαι;»
Η μισή του πλευρά ήταν βρεγμένη από τη μεριά που ήταν το ανοιχτό παράθυρο, το ίδιο και η μισή δική της. Τα έκλεισε πριν βραχούν κι άλλο.
«Καλά. Πολύ καλύτερα. Ήθελα… να σου ζητήσω μια χάρη. Αν δεν σου είναι κόπος. Ξέρω ότι ήδη έχεις κάνει πολλά-»
«Μην το συζητάς. Πες μου».
«Σε ξενοδοχείο είπες μένεις;»
«Ναι».
Δάγκωσε τα χείλη της για μια στιγμή πριν τα ελευθερώσει ξανά. «Να, μπορεί να έχει ξυπνήσει ο μικρός και δε θέλω να με δει… έτσι. Μήπως θα μπορούσα να έρθω στο δωμάτιο σου μια στιγμή για να πλυθώ; Είναι εύκολο;»
«Εννοείται», απάντησε, και για πρώτη φορά του πέρασε από το μυαλό ότι αντί να τσουβαλιάζονταν μέσα στο αμάξι, θα μπορούσαν κάλλιστα να είχαν κοιμηθεί εκεί. Ήταν μάλλον λίγο αργά για αυτό.
Οδήγησε μέσα στη βροχή, με τον ρυθμικό τρίξιμο από τους υαλοκαθαριστήρες να τους κρατάει συντροφιά. Με τα παράθυρα κλειστά ήταν σαν να είχαν κλειστεί σε μια φούσκα, κι ενώ όλα έγιναν ένας μακρινός βόμβος, έμειναν οι δυο τους. Η Δρόσω είχε ακουμπήσει το κεφάλι της δίπλα στο τζάμι, και σε κάθε εκπνοή τα χνότα της το έβαφαν κι εκείνο γκρι, να κάνει παρέα στον συννεφιασμένο ουρανό.
Είχε ομίχλη σήμερα. Η υγρασία και η δροσιά του Σεπτέμβρη ήταν ένας δυνατός συνδυασμός και η ορατότητα στο δρόμο ήταν περιορισμένη. Οδήγησε πιο προσεκτικά από ό,τι συνήθως καθώς διέσχισαν μαζί το Πασαλιμάνι, από την αρχή του ως το τέλος του. Όταν πέρασαν ένα φαρμακείο την ρώτησε άμα χρειάζεται κάτι, εκείνη όμως αρνήθηκε.
«Μια χαρά είμαι», τον διαβεβαίωσε. «Μην ανησυχείς».
Ανέβηκαν από την Κολοκοτρώνη και όχι την Φίλωνος, δεν ήθελε να περάσει ξανά μπροστά από το μαγαζί. Όμως η θέα ήταν ίδια και σε αυτόν τον δρόμο, καμπαρέ και μπαρ στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο. Οι νέον ταμπέλες ήταν επιτέλους σβηστές, έτσι ήταν εύκολο να μην τις κοιτάζει. Κι όταν έστριψε στη Νοταρά, βρήκε αμέσως το ξενοδοχείο.
Όταν το είδε η Δρόσω αναστέναξε. Δεν την ρώτησε γιατί, όμως κατάλαβε μόλις μπήκαν μέσα. Η ταμίας κούνησε το κεφάλι της αποδοκιμαστικά. «Είπα κι εγώ, μονάχος τόσες μέρες. Βρε παλικάρι μου, δεν την βλέπεις πώς είναι, πρωί-πρωί; Τα μαύρα της τα χάλια έχει η κοπέλα, αυτή βρήκες; Τόσες υπάρχουν έξω, διάλεξε μιαν άλλην».
«Μη σε νοιάζει, κυρά Τζένη», απάντησε η Δρόσω πριν προλάβει να το κάνει ο Κωνσταντής. «Μια χαρά είμαι».
«Αχ», στέναξε εκείνη και ξάπλωσε πίσω στην καρέκλα της. «Τι τους κάνεις βρε Ρόζα ήθελα να 'ξερα, και τρέχει όλος 6ος στόλος πίσω από το μουνάκι σου».
Εκείνη ρουθούνισε άνοστα. «Σέρνει καράβι, δε λένε;»
«Το δικό σου; Υπερωκεάνιο».
«Δρόσω», σύριξε εκείνος μέσα από τα δόντια του, με την πίεση του να έχει ανέβει στο Θεό. «Πάμε σε παρακαλώ, γιατί θα μου στρίψει;»
«Άντε, άντε, γιατί δεν κρατιέται το παιδί», τους έκανε νόημα προς τις σκάλες η κυρά Τζένη. «Κοκόνα μου θυμάσαι, ε; Σεντόνια αλλάζουμε εμείς, άμα πάνε αλλού χύσια-»
«-καθαρίζουμε εμείς, θυμάμαι κυρία Τζένη» της έγνεψε η Δρόσω και άρπαξε το μπράτσο του Κωνσταντή να τον κρατήσει γιατί τον είδε που τινάχτηκε προς την υποδοχή. «Καλημέρα».
Πώς κρατήθηκε εκείνη την ώρα ακόμα δεν το ξέρει. Χρειάστηκε σχεδόν να τον τραβήξει στις σκάλες κοτζάμ μαντράχαλο μέχρι που κάποια στιγμή γλίστρησε το κόκκινο από την όραση του και μπόρεσε να σκεφτεί και να κινηθεί καθαρά ξανά. Και πάλι όμως, αυτήν την άνεση της Δρόσως δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Θα προσπαθούσε, αλλά δε θα την ξεχνούσε.
«Ηρέμησε», του ψιθύρισε, τάχα αυστηρά. «Θα πάθεις τίποτα».
Κι αν άκουσε μια δόση διασκέδασης στον τόνο της, όταν έφτασαν μπροστά από το δωμάτιο της κόπηκε η διάθεση. Την έπιασε να χαζεύει το νούμερο καθώς αυτός ξεκλείδωνε. Το θυμόταν, λοιπόν, κι εκείνη. Δεν ήταν μόνο αυτός.
Του έκανε εντύπωση φυσικά. Και εξίσου φυσικά, δεν το σχολίασε.
Την άφησε να περάσει πρώτη όσο άναβε το φως. Κλείδωσε πίσω τους, γιατί σε μέρη σαν αυτά ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει. Άφησε το σακάκι του στο κρεβάτι και έβγαλε τα παπούτσια του που είχαν μουσκευτεί από την βροχή.
Εκείνη στάθηκε αμήχανα για μια στιγμή στο κέντρο του δωματίου. Όταν η προσοχή του στράφηκε πάνω της, έδειξε με τον αντίχειρά της προς το μπάνιο. «Πάω να…»
«Ναι».
«Θα γυρίσω σε λίγο».
«Ναι».
Και κλείστηκε μέσα.
Εκείνος έπιασε το σβέρκο του για μια στιγμή κοιτώντας γύρω με κάποια ψυχική οδύνη. Σκατά το είχε αφήσει το δωμάτιο - μέχρι κι ένα σώβρακό του έβλεπε πεταμένο, σίγουρα το είχε δει κι εκείνη. Που να 'ξερε χτες το βράδυ ότι θα την έφερνε εδώ. Που να 'ξερε ποτέ ότι θα την είχε να λούζεται στο διπλανό δωμάτιο.
Άρχισε να μαζεύει τα κουρέλια του όσο ο ήχος του νερού που έτρεχε από το μπάνιο μπλεκόταν με εκείνον της βροχής από τα ανοιχτά παράθυρα. Ευτυχώς δεν έφτανε να βρέξει μέσα, και τα άφησε ανοιχτά γιατί με τόση υγρασία η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Είχε πλέον ξημερώσει, μα αντί για τα χρώματα του πρωινού όλα ήταν μια μείξη γκρίζου και λευκού, τόσο έντονου που σε τύφλωνε. Όταν βρήκε και φόρεσε το ρολόι του, έδειχνε έξι το πρωί.
Άλλαξε κι εκείνος ρούχα, και στο μεταξύ πήρε τηλέφωνο κάτω και ζήτησε να τους ψήσουν δυο καφεδάκια να τους τα ανεβάσουν. Έφαγε το βρισίδι της αρκούδας για κάποιον λόγο, 'τι το πέρασε εδώ' και τα λοιπά, αλλά αφού τσακώθηκε λίγο με την κυρά 'Τζένη' –γιατί πολλά της τα είχε μαζεμένα και κάπως έπρεπε να ξεσπάσει- τελικά ετοιμάζονταν τα καφεδάκια τους, κι εκείνος στρογγυλοκάθισε φρέσκος-φρέσκος στο κρεβάτι, σε ένα πεντακάθαρο δωμάτιο.
Κάποια στιγμή, η πόρτα του μπάνιο μισάνοιξε, κι από πίσω ξεπρόβαλλε το κεφάλι της Δρόσως πλαισιωμένο με ίσια βρεγμένα μαλλιά, πιο χρυσά τώρα από ό,τι ξανθά.
«Πετσέτα θες», την πρόλαβε.
«Μμμ; Όχι, πήρα την δική σου. Απλά… μήπως έχει πουθενά χαρτί;»
«Χαρτί;» επανέλαβε.
«Ναι. Δεν έχει μέσα. Έχουν αφήσει καθόλου;»
Κοίταξε γύρω του, έψαξε λίγο άγαρμπα τα ντουλάπια σε σημείο που έκανε χαμούλη πάλι και μάλλον την άκουσε να κρυφογελάει αν και δεν ήταν σίγουρος. Της βρήκε ένα ρολό χαρτί τελικά, και της το έδωσε μέσα από την μισάνοιχτη πόρτα.
«Ευχαριστώ», του είπε, βλεφαρίζοντας ένα εκατοστό μακριά από το πρόσωπό του με τους ατμούς από το μπάνιο να κολλούν πάνω στο δέρμα του.
Και του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
«Ναι», μουρμούρισε μόνος του. «Παρακαλώ».
Ευτυχώς δε χρειάστηκε να κάνει πολλά άσκοπα πέρα-δώθε στο δωμάτιο γιατί κάπου εκεί ήρθαν οι καφέδες με μια κυρά Τζένη που τον στραβοκοίταζε, και πάνω που κάτι πήγε να του πει της έκλεισε με τη σειρά του την πόρτα στη μούρη και το καταευχαριστήθηκε. Και τότε βγήκε η Δρόσω από την τουαλέτα, φορώντας το ίδιο μαύρο φόρεμα με πριν, μα κατά τα άλλα μια αληθινή δροσοσταλιά.
«Καλώς τη. Με τις υγείες σου».
Του χαμογέλασε… το λες και ντροπαλά. Λαμβάνοντας υπόψη όσα είχαν προηγηθεί ήταν σχεδόν αστείο. Μόνο που στα ρόδινά της μάγουλα σχηματίστηκαν κάτι λακάκια που εκείνος δεν είχε ξαναπροσέξει, και για μια στιγμή σε εκείνα στάθηκε. Να μην την είχε ξαναδεί να χαμογελάει; Όχι, δεν ήταν δυνατόν. Μα τώρα που τα πρωτοέβλεπε κάτι του έκαναν εκείνες οι δυο λακουβίτσες.
Σαν να το πρόσεξε, εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της συνεσταλμένα. «Μπορείς;» τον ρώτησε, κι έδειξε την πλάτη της.
Σωστά. Το φόρεμα.
«Φυσικά», της είπε κι η Δρόσω γύρισε ανάποδα. Βρέθηκαν αντίκρυ στα είδωλά τους από τον καθρέφτη που πλαισίωνε ολόκληρο τον τοίχο. Εκείνη βρεγμένη και ροδοκόκκινη από το μπάνιο, εκείνος αλαφιασμένος και επίσης κάπως ροδοκόκκινος…
Έκλεισε τα δάκτυλά του γύρω από το φερμουάρ και το τράβηξε απαλά προς τα πάνω κατά μήκος της πλάτης της. Ακολούθησε πιστά κάθε καμπύλη, το άγγιγμά του πιο απαλό από πούπουλο πάνω στο δέρμα της. Την ένιωσε να ανατριχιάζει κάτω από τα ακροδάχτυλα του. Νόμιζε πως είναι η ιδέα του, όμως μια ματιά το επιβεβαίωσε. Εκείνη είχε χαλαρώσει κλείνοντας τα μάτια, σαν να ήταν εύκολο να είναι έτσι μαζί του. Και μόλις την κούμπωσε θυμήθηκε το βράδυ, πως πάνω στην έντασή τους της είχε αφήσει ένα φιλί στον ώμο κι εκείνη όχι μόνο το είχε δεχτεί αλλά είχε γύρει και πάνω του σαν να τον αποζητούσε.
Κάτω από το φως της μέρας, του φάνηκε σκάνδαλο μόνο η σκέψη.
Όμως όταν άφησε τα χέρια του να πέσουν από το κουμπωμένο φερμουάρ, εκείνη τα έπιασε και τα δύο από τους καρπούς. Την κοίταξε απορημένος καθώς, αργά μα αποφασιστικά, τύλιξε τους βραχίονές του κάτω από το στήθος της.
Και βρέθηκε να την κρατάει. Και να προσπαθεί να συγκρατήσει την καρδιά του, γιατί έτσι όπως χτυπούσε σίγουρα η Δρόσω θα την ένιωθε με την πλάτη της ακουμπισμένη πάνω στο στέρνο του.
Συνάντησε το βλέμμα του μέσα από τον καθρέφτη. «Φοβάσαι να με αγγίξεις;»
Εκείνος συνοφρυώθηκε.
«Δε θα σπάσω».
«Δεν είναι αυτό».
«Τότε; Αφού το θέλεις, σε βλέπω».
«Θέλω να το θες κι εσύ».
Την ξάφνιασε αυτό, τόσο που της ξέφυγε ένα γελάκι. «Κωνσταντή…»
Αλλά δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με εκείνην κολλημένη έτσι πάνω του. Δεν την είχε ξανανιώσει έτσι, και ήταν τόσο… τόσο…
Και το ήξερε η άτιμη. Όταν αυτός πήγε να κάνει ένα βήμα πίσω τον κόλλησε πάνω της, ξανά.
«Δρόσω…» την προειδοποίησε.
«Μετά από τα χτεσινά», το είδωλό της δεν πήρε το βλέμμα από πάνω του, «οποιοσδήποτε θα με είχε βρίσει και θα είχε εξαφανιστεί. Δε θα ήθελε να με ξαναδεί στα μάτια του, όχι να με βοηθήσει κιόλας».
Υπέθετε πως όντως έτσι είχαν τα πράγματα. Ούτε εκείνος είχε σκοπό να ξαναεμφανιστεί. Αλλά δε φανταζόταν ότι υπήρχε άνθρωπος που θα την έβλεπε έτσι και δε θα την βοηθούσε. Ήξερε ότι ήταν πάνω από πιθανό, αλλά αυτό… αυτό δεν ήθελε να το φανταστεί.
Η Δρόσω τότε γύρισε στο πλάι το κεφάλι της, για να τον κοιτάξει στα αλήθεια. Και μόνο τότε συνειδητοποίησε πόσο κοντά της ήταν πραγματικά, πως μονάχα εκατοστά χώριζαν τα πρόσωπά τους. Κι εκείνη μύριζε σαπούνι, και στα ζυγωματικά της είχε φωλιάσει γαλήνη, και μόνο έτσι ήθελε να την βλέπει. Μόνο έτσι.
«Σε ευχαριστώ», του είπε, πιο ειλικρινά, πιο ανοιχτά και πιο ευάλωτα από ό,τι του είχε πει οτιδήποτε.
Και γέμισε ολόκληρος. Γέμισε με αυτό το ευχαριστώ με τρόπους που ποτέ δε φανταζόταν, φούσκωσε το στήθος του, κόμπιασε ο λαιμός του, έσκασε το χαμόγελό του και φωτίστηκε ολόκληρος, το ένιωθε. Γέμισε τόσο που το ντράπηκε και ήθελε να το κρύψει.
«Μη μου λες ευχαριστώ, εντάξει».
Και εκείνη έριξε το βλέμμα της στα χείλη του. «Αλλά… τι;»
Όμως ο Κωνσταντής δεν απάντησε, και η ερώτησή της πλανήθηκε στον αέρα ανάμεσά τους, χόρεψε μαζί με τις ανάσες τους. Κι όσο περνούσαν οι στιγμές και κανείς τους δε μιλούσε τόσο βάραινε κι εκείνη μέχρι που κόντεψαν να σπάσουν τα τύμπανά τους από την πίεση, και η Δρόσω ήταν η πρώτη που δεν άντεχε άλλο τα ουρλιαχτά αυτής της σιωπής.
«Μου ζήτησες κάτι χτες», του θύμισε. Λες και υπήρχε περίπτωση να το είχε ξεχάσει. «Το θέλεις ακόμα;»
Μυρμήγκιασαν τα χείλη του από την προσμονή σαν χάζευε τον τρόπο που αγκάλιαζαν κάθε συλλαβή τα δικά της, τόσο ροδαλά, τόσο νωπά, τόσο έτοιμα…
Ανάθεμά την. Ανάθεμά την και τις λέξεις της και την φωτιά της και τα χείλη της. Ανάθεμα την ώρα και την στιγμή, ανάθεμα την μάνα που τον γέννησε, ανάθεμα!
Καθάρισε τον λαιμό του τόσο δυνατά που ήταν αστείο.
«Περισσότερο από όσο φαντάζεσαι», της απάντησε, «αλλά όχι έτσι».
Όχι σαν ευχαριστώ. Όχι σαν αντάλλαγμα.
Κι έκανε επιτέλους αυτό το καταραμένο βήμα πίσω που τόσην ώρα τον βασάνιζε, αφήνοντας τη ζεστασιά του σώματός της.
Εκείνη χαμένη φαινόταν. Σαν να μην καταλάβαινε τι συνέβαινε. Σαν να μην το πίστευε. Της πήρε ένα λεπτό μέχρι να αντιδράσει, κι όταν η στιγμή έφτασε το μόνο που άλλαξε πάνω της ήταν η έκφρασή της, που σαν να μαλάκωσε μπροστά του. Να απάλυνε.
«Έτσι μόνο έχω να σου το δώσω», του είπε, με μια νότα θλίψης να χρωματίζει τη φωνή της γαλανή.
«Αυτό δεν είναι αλήθεια».
«Είναι. Δεν έχω κάτι άλλο μέσα μου. Η μόνη… αγάπη που υπάρχει, είναι αυτή για το παιδί μου. Δεν έχω άλλη. Έχω αδειάσει. Κι αν… αν έμεινες γι' αυτό», έδειχνε τόσο επιφυλακτική, τόσο μπερδεμένη καθώς ξεστόμιζε τις λέξεις, λες και δεν πίστευε τα ίδια τα λόγια που μιλούσε, «αν αυτό είναι που ζητάς, τότε λυπάμαι αλλά εγώ δεν μπορώ να σου το δώσω. Μακάρι να μπορούσα. Θα ήταν όμορφο. Αλλά δεν είναι αυτό για μας. Για μένα».
Την άκουσε. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, να την ακούσει. Και δεν συμφωνούσε, μα ίσως να μην ήταν δουλειά του να συμφωνήσει. Αν αυτά σκεφτόταν, την είχε μάθει αρκετά καλά για να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε περίπτωση με τα λόγια να της άλλαζε μυαλά. Έτσι απλώς την άκουσε κι ας διαφωνούσε, και το μόνο που έκανε ήταν να γνέψει και να σωπάσει κάθε αντίδραση, γιατί καμιά φορά μιλώντας ξεχνούσε να καταλάβει. Και αν μια φορά φοβόταν να την αγγίξει, χίλιες φοβόταν μην την πληγώσει.
Για ένα πράγμα όμως είχε δίκιο. Κι αν δεν του το έλεγε ξεκάθαρα δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν το πετούσε στα μούτρα του δεν θα το παραδεχόταν. Μα αυτό ήταν που τον κρατούσε εδώ. Βρέθηκε δεμένος σε αυτήν την άθλια πόλη, σε αυτήν την σιχαμερή συνοικία, γιατί για πρώτη φορά είχε κάτι να μοιράζεται. Γιατί το κενό που είδε στα μάτια της του θύμισε το δικό του. Κι αν δεν ήταν γραφτό τους να τα γεμίσουν μαζί, ίσως αν τη βοηθούσε να βρει το γιατρικό της μια μέρα να κατάφερνε να βρει και το δικό του. Ίσως κι εκείνος λίγη ελπίδα να χρειαζόταν για ένα χαρούμενο τέλος. Μονάχα ένα παραμύθι, κι ας μην ήτανε γραμμένο για τους δυο τους.
«Τότε κι εγώ», της είπε, «το μόνο που θέλω είναι να είσαι χαρούμενη».
Πιο ειλικρινά, πιο ανοιχτά και πιο ευάλωτα από ό,τι της είχε πει ποτέ οτιδήποτε.
Μα εκείνη δεν έδειξε να γεμίζει όπως αυτός. Μόνο να μπερδεύεται.
Γέλασε απαλά σαν την είδε να συνοφρυώνεται. Και με ένα άλμα πίστης, άπλωσε τον δείκτη του για να ισιώσει το κατσούφιασμα ανάμεσα στα φρύδια της. Ανάλαφρα, σαν να ήταν εύκολο.
Ορίστε. Συμβιβασμός.
«Έλα να κάτσεις, θέλω να σου πω κάτι. Αλλά πρώτα πιες καφέ».
«Εντάξει», συμφώνησε εκείνη, ακόμα άκρως μπερδεμένη αλλά ακούγοντας τον για κάποιον περίεργο λόγο. Πρέπει να ήταν Σταμιρέικο χούι να αψηφά κανείς κάθε πρόταση και κάθε συμβουλή. Όμως να την τώρα να κάθεται δίπλα του στο κρεβάτι, και να ρουφάει τον καυτό ελληνικό της χωρίς αντιρρήσεις.
Ξανά, συμβιβασμός.
Έξω το νερό πιτσιλούσε τις τέντες, τα παράθυρα, δημιουργώντας εντελώς διαφορετικούς ήχους μαζί με κάθε επιφάνεια που συναντούσε. Σαν κάθε μια να έβγαζε μια διαφορετική πλευρά του, και χωρίς εκείνες ο ήχος να μην ήταν ποτέ ολοκληρωμένος. Όμως τα εύσημα τα έπαιρνε πάντα το νερό. Είναι ο ήχος της βροχής, ποτέ του εδάφους που της κόβει την πτώση. Ο ήχος της βρύσης που στάζει, ποτέ του μαρμάρου που καταπίνει τις σταγόνες. Ο ήχος του κύματος που σκάει, ποτέ της άμμου που σβήνει τη μανία του. Χιλιάδες επιφάνειες που δημιουργούν τόσους αμέτρητους συνδυασμούς που δε χωρούν σε μία σκέψη ή σε ένα μυαλό για να τα συγκρατήσει. Μα χωρίς σύντροφο, έναν ήχο έχει πάντα το νερό. Έναν μονότονο ήχο που χάνεται στην αιωνιότητα. Να το ήξερε, άραγε;
Ο Κωνσταντής δεν ήξερε πώς να αρχίσει. Είχαν ξυπνήσει σήμερα δίχως τη ματαιότητα του χτες, από κάποιο θαύμα ίσως. Μπορεί κάποιος Θεός να τους λυπήθηκε, ή μπορεί να ήταν αυτή η ηρεμία πριν την καταιγίδα, δεν το ήξερε. Όμως σπάραζε η καρδιά του να γνωρίζει ότι αυτή η μικρή ανακωχή έφτανε στο τέλος της. Η Δρόσω φυσούσε τον καφέ και τον ρουφούσε ξινίζοντας τα μούτρα της, καιγόταν η γλώσσα της ή ήταν πικρός; Δεν γνώριζε. Το μόνο που ήταν ξεκάθαρο ήταν ότι βιαζόταν να τον τελειώσει. Κόντευε εξίμισι, θα ήθελε να φύγει. Έπρεπε να το πάρει απόφαση. Μα πώς να της το πει;
«Χτες», παραδέχτηκε, «δεν σε βρήκα τυχαία. Μάλλον όχι - τυχαία σε πρόσεξα εκεί, και δόξα τω Θεώ. Αλλά γύρισα πίσω στο μαγαζί γιατί είδα κάτι, και πρέπει να το ξέρεις κι εσύ».
Της είχε τραβήξει την περιέργεια. Είχε ακουμπήσει το πιατάκι με τον καφέ στην ποδιά της και όλη η προσοχή της ήταν στραμμένη πάνω του. «Τι είδες;»
«Θα σου πω. Αλλά θέλω να το πάρεις ψύχραιμα, όσο… όσο μπορείς».
«Πες μου τι έγινε», είπε σοβαρά. «Με τρομάζεις».
«Έπεσα πάνω στις σημερινές εφημερίδες. Λένε βρήκαν την Ελένη».
«Τι πράγμα;» η φωνή της εκτοξεύθηκε. «Πότε, πώς; Που την έχουν;»
«Δρόσω δεν είναι μόνο αυτό», της έπιασε το χέρι. «Την πυροβόλησαν. Στο νοσοκομείο είναι, λένε σε κρίσιμη κατάσταση, τώρα δεν ξέρω αν…»
«Τι λες;» της έπεσε ο καφές κατάχαμα σαν σηκώθηκε όρθια. «Τι λες τώρα; Τι…»
Κομματάκια πορσελάνης σκόρπισαν παντού, κατρακύλησαν κατά μήκος του δωματίου.
«Είσαι με τα καλά σου; Το ήξερες όλη αυτήν την ώρα και δεν είπες τίποτα;»
«Χρειαζόσουν λίγη ηρεμία και-»
«Σκοτίστηκα τι χρειαζόμουν! Θεέ μου η Λενιώ… Θεέ μου, τι… γιατί; Γιατί, ποιος της το έκανε αυτό;»
«Θες να πάρεις τηλέφωνο την Ασημίνα;» άπλωσε το χέρι του και σήκωσε το ακουστικό από το κομοδίνο. «Έλα, να μάθουμε τι συμβαίνει. Ούτε εγώ ξέρω».
«Όχι, πάρε… πάρε εσύ».
«Τι;»
«Πάρε εσύ, σε παρακαλώ».
«Να πάρω σπίτι μου να ρωτάω για την αδερφή σου, Δρόσω; Ως τι θα ρωτήσω;»
Ζάρωσε το πρόσωπό της.
«Έλα εδώ και πάρε, δίπλα σου θα είμαι». Δεν καταλάβαινε τον δισταγμό της αλλά αυτό μπορούσε να της το υποσχεθεί.
Μάλλον της ήταν αρκετό, γιατί ήρθε και κάθισε ξανά δίπλα του και του πήρε το ακουστικό. «Δε θυμάμαι απ' έξω το νούμερο».
Της το κάλεσε εκείνος.
Χτύπησε αρκετές φορές, κι ήταν αρκετά κοντά της για να μπορεί να ακούσει. Μια γυναικεία φωνή απάντησε τελικά, κι εκείνη κοκάλωσε μόλις έφτασε στα αυτιά της.
«Οικία Σεβαστού, παρακαλώ;» είπε η μητέρα του. «Παρακαλώ;»
Η Δρόσω όμως δεν αντιδρούσε, σαν το λευκό της δέρμα να ήταν πλασμένο από μάρμαρο που κάποιος γλύπτης σκάλισε. Ο Κωνσταντής της έπιασε το χέρι και το έσφιξε μια φορά, και μόνο τότε έδειχνε να ζωντανεύει το σώμα της. Μα όχι για να απαντήσει. Του έδωσε γρήγορα το ακουστικό και σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήγε μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου παραπατώντας. Όταν με τα πολλά γύρισε να τον κοιτάξει, ήταν μόνο για να του κάνει νόημα να μιλήσει αυτός. Κούνησε τα χέρια της σαν απεγνωσμένη.
Έμεινε σύξυλος να την κοιτάζει, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα. Όμως έφερε το ακουστικό στο αυτί του. «Μάνα, εγώ είμαι»
«Κωνσταντή μου! Κωνσταντή επιτέλους, κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία μου!»
«Για ποιο πράγμα; Αφού ήξερες που είμαι».
«Άσε τις τρέλες αγόρι μου και δεν είναι καιρός για τέτοια. Γύρνα πίσω τώρα. Διόλου δεν με ενδιαφέρει πώς θα έρθεις και τι θα κάνεις με εκείνο το σαράβαλο, παίρνεις το πρώτο ταξί κι έρχεσαι πίσω αυτή τη στιγμή».
Και πόσην όρεξη δεν είχε να το κάνει αυτό τώρα… Α ρε Δρόσω. «Μάνα τα είπαμε αυτά, άμα δε φτιάξω το αμάξι δεν γυρίζω, για άλλο πήρα. Για-».
«Έχεις ιδέα τι έχει συμβεί; Πιάσανε την φόνισσα, αγόρι μου!» άρχισε να λέει μόνη της πριν χρειαστεί να την ρωτήσει. «Την έχουνε στο Γενικό Λαρίσης και την εγχειρίζουνε αντί να την αφήσουνε, τη βρώμα, που να ψοφήσει σαν το σκυλί!»
Η Δρόσω είχε κολλήσει στον τοίχο, πίεσε μια μπουνιά στα χείλη της σαν να προσπαθούσε να μην ουρλιάξει. «Βούλωστο, μάνα! Βούλωσέ το γιατί δε θέλω πολύ να μου στύψει!»
Και μια μακρόσυρτη σιωπή ακολούθησε από την άλλη γραμμή. Μετά, ένα απότομο «Τι είπες;»
«Ξέχνα ότι πήρα, πρέπει να κλείσω. Γεια».
«Κωνσταντή μη τολμήσεις να-»
Κοπάνησε το τηλέφωνο τόσο δυνατά που ζήτημα αν ξαναδούλευε ποτέ. «Στο Γενικό Λαρίσης την έχουνε», είπε γρήγορα σαν πλησίασε την Δρόσω στον τοίχο.
Αυτή άπλωσε ένα χέρι και γράπωσε την μπλούζα του στην χούφτα της. Τον κράτησε εκεί, με την μπουνιά στο στήθος.
«Ζει;»
«Ναι, την έχουν χειρουργείο».
Τότε ήταν που άρχισε να αναπνέει ξανά. «Πρέπει να πάω». Άφησε την μπλούζα του, μόνο για να πέσει άψυχα τα χέρι της στο πλευρό της. «Δεν μπορώ να πάω…»
«Θα σε πάω εγώ».
«Όχι… όχι δεν καταλαβαίνεις, δεν… Δεν γίνεται».
«Αν είναι για το παιδί-»
«Δεν μπορώ».
«Ο Τάκης μπορεί να τον πάρει από το σχολείο και-»
«Δεν μπορώ να την δω, Κωνσταντή!» Φώναξε. «Είμαι ένα σκουπίδι, πώς θα εμφανιστώ μπροστά της; Μπροστά σε…» η φωνή της έσβησε, κι η πρόταση έμεινε μετέωρη.
«Μπορεί να πεθάνει και να μην είσαι εκεί», πέταξε στα μούτρα της. «Τι είναι πιο σημαντικό;»
Εν τέλη αυτό την ταρακούνησε, και μετά από πολλή ώρα συνάντησε νευρικά το βλέμμα του. Αιμορραγούσαν τα μάτια της, το γκρίζο υγρό και μανιασμένο.
Και δέχτηκε… Σχεδόν.
«Ως τι θα εμφανιστούμε μαζί οι δυο μας; Θα είναι η Ασημίνα εκεί, ο Νικηφόρος. Κι εσύ δεν έχεις δουλειά εκεί μέσα, ούτε να τη δεις δε θες την αδερφή μου».
Δεν είχε άδικο. Καθόλου άδικο δεν είχε.
«Τότε θα προσέχω τον μικρό», αποφάσισε. «Και εσύ θα πας με τον… Τάκη». Το όνομά του το έφτυσε από το στόμα του, σαν όσο περισσότερο έμενε εκεί να τον μόλυνε.
Του έπιασε το χέρι. «Είσαι σίγουρος;»
«Ναι», έγνεψε προς την πόρτα. «Μάζεψε τα πράγματά σου, φεύγουμε».
Ξανά, συμβιβασμός.
