.


Peter said to Paul "All those words that we wrote
Are just the rules of the game and the rules are the first to go"

But I got a girl in the war, Paul the only thing I know to do
Is turn up the music and pray that she makes it through

Because the keys to the kingdom got locked inside the kingdom
And the angels fly around in there, but we can't see them

And I gotta girl in the war, Paul I know that they can hear me yell
If they can't find a way to help her, they can go to Hell


Την άφησε ένα στενό μακριά από το σπίτι της, για τον απλό λόγο ότι έτσι και έβλεπε μπροστά του εκείνο το ρεμάλι δε θα έφταναν στη Λάρισα να δουν την αδερφή της. Θα του έκοβε τα καλαμπαλίκια και θα του τα έδινε να τα φάει επί τόπου.

Η Δρόσω του έδωσε τα δεύτερα κλειδιά, του είπε ότι έχει χθεσινή πίτα για μεσημεριανό και για τον μικρό και για εκείνον, του έδωσε την διεύθυνση του σχολείου να τον πάρει στο σχόλασμα, τον ευχαρίστησε, κι έφυγε για να πάει να τα κανονίσει με τον Τάκη και να ετοιμάσει το παιδί. Θα γυρνούσαν μέσα στην ημέρα. Αν ο Τάκης συμφωνούσε με όλο αυτό, φυσικά.

Και μόνο στην σκέψη ότι θα έκανε αυτό το σημαντικό ταξίδι με τον άνθρωπο που χτες την έριξε στα όρνια και την παράτησε μόνη της χωρίς ούτε να νοιαστεί τι απέγινε… Στο κάτω-κάτω ναι, ίσως ο Κωνσταντής δεν είχε δουλεία να εμφανιστεί στο νοσοκομείο μαζί της – και δεν είχε όρεξη να πατήσει πόδι εκεί μέσα και να προσποιείται ότι αγωνιά για την Σταμίρη πέρα από τη στεναχώρια που θα έφερνε ο χαμός της στη Δρόσω – αλλά ούτε με τον Τάκη είχε δουλειά να πηγαίνει. Τα είχαν χωρίσει τα τσανάκια τους, έτσι δεν είχε πει; Θα 'ρχόταν τώρα το τσογλάνι και θα το έπαιζε κάποιος, ότι τάχα της στάθηκε στα δύσκολα κι από εκείνον ζήτησε να τη βοηθήσει.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να καθαρίσει το μυαλό του. Δεν του έπεφτε και λόγος. Ας έκαναν ό,τι ήθελαν. Αν και όσο το σκεφτόταν, τόσο λιγότερο τον πείραζε η ιδέα του νοσοκομείου και του αδερφού του να τον στραβοκοιτάζει και όλων να κλαίνε πάνω από τη Σταμίρη. Αν ήταν εκεί να τη στηρίζει, αν είχε μια θέση δίπλα της, θα του ήταν αρκετό.

Αυτό βέβαια δε θα το είχε ποτέ.

Εν τέλει μόνο να κλείσει τα μάτια του για λίγο ήθελε γιατί ήταν με δυο ώρες ύπνο, κι έτσι πάρκαρε σε μια γωνία κι έβαλε λίγο ραδιόφωνο να του κάνει παρέα. Ρεμπέτικα έπιανε σε όλους τους σταθμούς κι ας ήταν υπερβολικά νωρίς ακόμα για νταλκάδες, δεν τον χάλασαν όμως. Άφησε ένα να παίζει, και με τα παράσιτα από τον καιρό και τον ήχο της βροχής να χτυπά στο παρμπρίζ του πήρε λίγη ώρα να καταλάβει ότι μιλούσε για μια Πασαλιμανιώτισσα που άναψε φωτιές σε ένα παλικάρι και τον είχε τον κακομοίρη να φουμάρει στα χασικλίδικα όλη μέρα από τον καημό του. Ξίνισε κι άλλαξε σταθμό, για να πετύχει μια όμορφη καπνουλού που μπορεί να 'ταν μια κούκλα πρώτης φίνας αλλά το 'χε κάνει συνήθειο να γλεντάει όλη μέρα μ' όλους τους μάγκες στους τεκέδες. Έβρισε κι άλλαξε άλλον έναν, κι άκουσε για μια μικρούλα παιχνιδιάρα που τον έλιωνε με μια ματιά, και τώρα τον παράτησε να πίνει όλη μέρα σε μια γωνίτσα στην ταβέρνα.

Τι στο διάολο άκουγαν πρωινιάτικα οι Πειραιώτες;

Έδωσε μια και έκλεισε το ράδιο και βολεύτηκε στην καρέκλα. Του πήρε λίγη ώρα μα τελικά κοιμήθηκε. Κακό στραβό κι ανάποδο ύπνο έκανε, γιατί κάθε τρεις και λίγο πεταγόταν μην και αργήσει να πάρει τον μικρό από το σχολείο.

Δεν άργησε, τελικά. Τρία τέταρτα νωρίτερα ήταν στημένος απ' έξω, μέσα στην βροχή, να περιμένει όρθιος στην είσοδο. Και όταν άρχισαν να μαζεύονται οι κυρίες με τις γούνες και τα τακούνια να περιμένουν τα βλαστάρια τους, όλο και του έριχναν κάτι παρατεταμένες ματιές και κάτι ψιθύριζαν και χαχάνιζαν μεταξύ τους, μέχρι που αναρωτήθηκε αν το σχολείο ήταν μέσα ή έξω από τα κάγκελα γιατί πραγματικά έκαναν σαν σκολιαρούδια. Δυο του μίλησαν κιόλας. Η μια τον ρώτησε αν ήταν καινούργιος εδώ και αν περίμενε το παιδάκι του, και τι τυχερός που ήταν ο λεβέντης του που έχει έναν πατέρα που τον νοιάζεται. Μετά ρώτησε γιατί δεν ήρθε η γυναίκα του να πάρει το παιδί, μήπως δεν ήταν παντρεμένος; Της το ξέκοψε γρήγορα το τραγουδάκι. Η δεύτερη τον ρώτησε αν ήθελε να μοιραστούν την ομπρέλα της. Που να της εξηγούσε ότι άμα σήκωνε την ομπρέλα να τον καλύψει αυτόν εκείνη θα βρεχόταν ολόκληρη από κάτω, 1,50 πράγμα… Και μετά τον ρώτησε αν είναι καινούργιος εδώ – α, και γιατί δεν έπαιρνε η γυναίκα του το παιδί, μπας και δεν ήταν παντρεμένος;

Τα σαράντα πέντε λεπτά του φάνηκαν κολαστήριο. Παρακαλούσε να έρθει το σχόλασμα για να τον σώσει ο μικρός. Και όταν τελικά ήρθε, τα πιτσιρίκια με τις γαλανόλευκες στολές άρχισαν να ξεπροβάλουν στο προαύλιο και οι κυριούλες άρχισαν να τεντώνονται στις μύτες των ποδιών τους να δουν πρώτες το δικό τους. Εκείνος βρισκόταν μόνος του σαν σε άλλο κατάστρωμα, δυο κεφάλια πάνω από τα βελούδινα καπέλα τους. Τέτοια φορούσε και η Δόμνα, θυμήθηκε τυχαία. Πωπω, πώς του ήρθε τώρα αυτή; Ήταν τόσο μακρινή η θύμησή της.

Από τα τελευταία παιδάκια που βγήκαν ήταν ο δικός του. Ο δικός της. Κρατούσε τη δερμάτινη σάκα του στα χέρια του και είχε κατεβασμένο το κεφάλι. Κι όταν όλα τα παιδάκια βγήκαν μαζεμένα κι έτρεξαν στις μανάδες τους, εκείνος απλώς κατέβηκε ήρεμος τα σκαλιά, όχι θλιμμένος απλώς σοβαρός, σαν συγκεντρωμένος. Του θύμισε έναν μινιόν επιχειρηματία.

Το παιδί σήκωσε το βλέμμα κι άρχισε να ατενίζει το πλήθος. Ο Κωνσταντής σήκωσε ψηλά το χέρι του και το κούνησε έντονα στον αέρα. Τον πρόσεξε, και χωρίς δισταγμό άρχισε να έρχεται προς το μέρος του. Και μόλις οι Δομνίτσες πρόσεξαν ποιο παιδί τελικά περίμενε, ξάφνου όλες τον στραβοκοίταζαν αντί για να τον γλυκοκοιτάζουν.

Δεν το πίστευε, η νύχτα με την ημέρα. Αν δεν ήταν μπροστά τα πιτσιρίκια θα τους έκανε σκηνή, αλλά αντ' αυτού δάγκωσε τη γλώσσα του και προσπάθησε να το πάρει ανάλαφρα. Σωτήρας του ο μικρός, άθελά του. Θα του το χρωστούσε.

Δεν ήξερε τι του είχαν εξηγήσει. Φανταζόταν ότι η Δρόσω τον είχε προειδοποιήσει ότι θα τον έπαιρνε ο Κωνσταντής και θα περνούσαν την ημέρα μαζί, όμως ο βλάκας δεν την ρώτησε αν σκόπευε να του πει για το νοσοκομείο και την θεία του. Αν το παιδί τον ρωτούσε τώρα, δεν ήταν σίγουρος πώς θα έπρεπε να το διαχειριστεί.

Στο μεταξύ ο μικρός σταμάτησε μπροστά του. «Γεια σας, κύριε Κωνσταντή».

«Γεια σου, μπόμπιρα».

Του άπλωσε το χέρι. Ο Κωνσταντής το έπιασε και το κούνησε σε μια χειραψία.

Ο μικρός σήκωσε το κεφάλι και τον στραβοκοίταξε. Κράτησε το χέρι που του είχε δώσει και άρχισε να προχωρά προς το σπίτι, κρατώντας τον.

Α.

Σωστά, ναι.

«Φέρε εδώ την σάκα σου να μην την κουβαλάς… Τι κάνεις, πώς πήγε το σχολείο;»

«Καλά», απάντησε. «Εσείς πώς είστε;»

Χαμογέλασε. «Α, μια χαρούλα. Και χαρούμενος που θα περάσω την ημέρα μαζί σου».

Δεν του απάντησε.

Γενικότερα δεν ήταν και πολύ ομιλητικός. Δέχτηκε να του μιλάει στον ενικό, όμως παρότι ο Κωνσταντής προσπάθησε να του πιάσει κουβεντούλα σε όλη τη διαδρομή, ούτε μια συζήτηση δεν στέριωσε. Απαντούσε μονολεκτικά με ένα ναι κι ένα όχι, και του ξέκοβε τα πολλά πολλά. Το οποίο τον έβγαζε τον Κωνσταντή έξω από τα νερά του, γιατί όπως και να το δεις μια έφεση στην επικοινωνία πάντα την είχε, δώσε του παρεΐτσα και πάρε του τη ψυχή. Δεν είχε και τόσην εμπειρία με παιδιά, αλλά δεν πίστεψε ποτέ ότι θα του πήγαινε κάποιο κόντρα.

Τον γύρισε με το αμάξι, τον έβαλε στην προηγούμενη θέση της μάνας του και έλεγξε τρεις φορές αν ήταν κουμπωμένη η ζώνη του πριν ξεκινήσει. Τον ρώτησε για τους φίλους του στο σχολείο, ποιος κέρδισε στην μπάλα στο διάλειμμα, αν σήκωσε το χέρι να πει μάθημα. 'Καλά είναι', 'Οι άλλοι', 'Ναι', του απάντησε εκείνος, και συνέχισε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Του έβαλε ραδιόφωνο μπας και είχε καμιά αγάπη για τη μουσική το παιδί αντί για τη κουβέντα σαν τη μάνα του, και ξεκίνησε το δρόμο για το σπίτι.

«Ααχ ας ήμουνα, τι να 'μουνα,
αμάν, αμάν, αμάν,
ααχ γύρος του φουστανιού σου,
να έσκυπτα, να έβλεπα
αμάν, αμάν, αμάν
ααχ, την τρύπα του μουνιού σου»

Ο Κωνσταντής κοπάνησε το ραδιόφωνο με τόση δύναμη που ένα κουμπί ξεκόλλησε και εκτοξεύθηκε πάνω στον μικρό, ο οποίος άνοιξε τα χεράκια του και το έπιασε.

Κοιτάχτηκαν για μια στιγμή αμίλητοι. Μετά ο μικρός γέλασε.

Ο Χριστός και η Παναγία και οι δώδεκα απόστολοι, ήταν μία το μεσημέρι!

Δεν ήξερε τι κατάλαβε το πιτσιρίκι και γιατί γελούσε. Αλλά παρά τον δικό του πανικό και τα γουρλωμένα του μάτια, ήταν μια νίκη με τον τρόπο της. Ακόμα χαχάνιζε. Ελαφρώς αλλά είχε ένα γέλιο τόσο κελαρυστό που μόνο να γελάσεις μαζί του μπορούσες.

Ο Κωνσταντής σήκωσε το ένα δάχτυλο. «Αυτό… δε θα το πεις στη μάνα σου. Κατάλαβες;»

Εκείνος έγνεψε κι άπλωσε το χέρι του να του δώσει πίσω το κουμπί. Το πήρε χαμογελώντας.

Η υπόλοιπη διαδρομή ευτυχώς δεν ήταν περιπετειώδης. Ανέβηκαν στο σπίτι και ο μικρός τον βοήθησε να βρει το σωστό κλειδί, κι έπειτα μπήκε πρώτος μέσα κι έβγαλε τα παπούτσια του να τα αφήσει δίπλα στην πόρτα. Ο Κωνσταντής τον μιμήθηκε και έκλεισε την πόρτα πίσω τους.

«Πεινάς;» τον ρώτησε σαν άφησε την σάκα του στον καναπέ. Γύρω το σπίτι του φάνηκε ξένο, κι ας είχε μόλις πατήσει εκεί πριν δυο ημέρες. Πάνω στον χαμό, το τελευταίο πράγμα που είχε προσέξει ήταν η αρχιτεκτονική.

«Λίγο».

«Η μαμά σου έχει φτιάξει πίτα».

«Τι πίτα;»

«Ε… δεν ξέρω».

«Πατσαβουρόπιτα θα 'ναι».

«Τι;»

«Πατσαβουρόπιτα φτιάχνει», εξήγησε ο μικρός. «Επειδή είναι γρήγορη».

Ωραία ονόματα έδιναν στις πίτες τους εδώ πέρα. «Σου αρέσει εσένα;»

Ο μικρός το σκέφτηκε. «Για πίτα καλή είναι».

«Ε γιατί θα σε ρωτούσα ρε μούργο, για ψάρι;» γέλασε. «Για πίτα βέβαια».

Αυτό το χιούμορ δεν το εκτίμησε. «Καλή είναι», επανέλαβε.

Μάλιστα. Πολύ σοβαρό της βγήκε αυτό το παιδί.

Ο Κωνσταντής πήγε να ξεθάψει το φαγητό γιατί δε θυμόταν την τελευταία φορά που έφαγε και τώρα πεινούσε σαν λύκος. Στο πρώτο του βήμα μέσα στην κουζίνα το πάτωμα έτριξε δυνατά.

«Τρίζει αυτή η σανίδα», ήρθε μια φωνή από πίσω του. «Πρέπει να περάσεις με ειδικό τρόπο. Να έτσι».

Και πέρασε ανάμεσα από τα πόδια του για να του δείξει. Ένα βήμα δεξιά, ένα μεγάλο σάλτο αριστερά – που για τον Κωνσταντή ήταν μισό βήμα – και μετά όλα καλά.

«Α, έτσι…» είπε εκείνος και μιμήθηκε ακριβώς τα βήματά του. Ο μικρός έγνεψε, σαν περήφανος δάσκαλος. «Το έχεις εξασκήσει το άθλημα, ε;»

«Ναι».

«Και τι συμβαίνει άμα πατήσεις τη λάθος σανίδα και τρίξει;»

Για μια στιγμή το πρόσωπό του σκοτείνιασε. «Άστο καλύτερα».

«Ε… εντάξει», δεν τον πίεσε.

Έβγαλε την πετσέτα που κάλυπτε την πατσαβουρόπιτα και έψαξε στα ντουλάπια για δυο πιάτα. Έστρωσε στο τραπέζι και τον φώναξε να φάνε. Κάθισαν ο ένας απέναντι από τον άλλο, και ενώ ο Κωνσταντής εισέπνευσε τρία κομμάτια με το καλημέρα, ο μικρός έμεινε σιωπηλός να σκαλίζει το πιάτο του.

«Δεν σου αρέσει και πολύ, ε;» τον ρώτησε ματσουκώνοντας το τέταρτο.

«Καλή είναι», απάντησε μηχανικά.

«Έλα μεταξύ μας είμαστε, την αλήθεια πες μου».

Ο μικρός εξέτασε για μια στιγμή το πρόσωπό του. Μετά έγνεψε. «Ε, νταξει. Έτσι κι έτσι».

«Τι σου αρέσει; Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό;»

«Τα παϊδάκια».

Ο Κωνσταντής κόντεψε να πνιγεί. «Κοψίδια σου αρέσουνε, ρε μαγκίτη; Μίλα αγόρι μου και παίζουμε τις κουμπάρες τόσην ώρα!»

Στράβωσε την μύτη του. «Τι είναι αυτό;»

«Έλα δω κι άσε τα λόγια, σήκω πάνω. Φύγαμε, πάμε για κοψίδια».

«Και η πίτα;»

«Βρε ασ' την πίτα τώρα κι έλα, θα την καθαρίσω εγώ μετά μη σε μέλει».

Μισή ώρα μετά κάθονταν σε ένα τραπεζάκι με θέα το Πασαλιμάνι και μια λαδόκολα απλωμένη ανάμεσά τους. Ο μικρός άρχισε να τρώει με το πιρούνι αλλά άπαξ και είδε τον Κωνσταντή να ορμάει στο φαγητό με τις χερούκλες το παράτησε κι εκείνος και χούφτωσε ένα παϊδάκι.

«Το μεδούλι είναι το καλύτερο», τον ορμήνεψε ο μεγάλος.

«Ίου».

«Αλήθεια. Δοκίμασε».

«Εσύ πρώτος».

Βούτηξε ένα παϊδάκι και ρούφηξε το λευκό σωληνάκι μέσα στο στόμα του. Μετά έκλεισε τα μάτια και αναστέναξε, υπερβολικά δυνατά. «Μμμ…»

«Ναι, καλά» είπε ο μικρός σαν τον χάζευε. «Πλάκα μου κάνεις».

«Βρε δοκίμασε σου λέω, κι άμα δε σ' αρέσει φτύστο».

Τελικά το έφτυσε, αλλά χαλάλι.

Λίγο αργότερα ο μικρός είχε έρθει να κάτσει πάνω του για να έχουν κοινή θέα στο δρόμο. Για κάθε κόκκινο αμάξι που περνούσε, ο μικρός έπαιρνε έναν πόντο. Για κάθε μπλε έπαιρνε έναν ο Κωνσταντής.

«Τα σώβρακα μου πήρες, άτιμε», γκρίνιαζε ο δεύτερος σαν του αγόραζε ένα χωνάκι παγωτό από τον πλανόδιο με το καροτσάκι, το οποίο κέρδισε και με την αξία του. Φυσικά πήρε ένα και στον εαυτό του, σοκολάτα αυτός, βανίλια ο μπόμπιρας. Ευτυχώς είχε σταματήσει η βροχή και μπόρεσαν να τα φάνε κάνοντας τη βόλτα τους με την ησυχία τους. Περπατούσαν στο λιμάνι γλείφοντας τα γλυκίσματα, όταν ο Κωνσταντής τον σκούντηξε και του έδειξε πως αν δαγκώσεις τη μύτη από το χωνάκι και ρουφήξεις από κάτω τη κρέμα, ήταν αποδεδειγμένα δύο φορές πιο νόστιμη. Επιστημονικό αυτό.

Ρουφούσαν τα χωνάκια περπατώντας μέχρι που ο μικρός έπεσε κι έσκισε το πόδι του. Αλλά σηκώθηκε αμέσως, και συνέχισε να περπατάει.

«Δεν πονάς;»

«Δεν πονάνε οι άντρες».

Ο Κωνσταντής του χάιδεψε το κεφάλι, όμως ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται στα λόγια του.

Τον ανέβασε πάνω στα κάγκελα να πατήσει και συνέχισαν έτσι την υπόλοιπη διαδρομή με αυτόν να ισορροπεί και τον Κωνσταντή να του κρατάει το χέρι. Όταν τα κάγκελα τελείωσαν ο μικρός σκαρφάλωσε πάνω του, και από εκεί και πέρα τον κουβαλούσε καθισμένο στους ώμους του. Κουνούσε τα ποδαράκια του στον αέρα, τα αθλητικά του καθαρά κι όχι γεμάτα λάσπες όπως ήταν τα δικά του μια ζωή με το παιχνίδι στα χωράφια.

Ο μικρός κρατιόταν με το ένα χέρι από το μαλλί του Κωνσταντή ενώ με το άλλο του έδειχνε πράγματα. Και σε κάθε τι που του έδειχνε του τραβούσε και το μαλλί από τον ενθουσιασμό, κι εκείνος έκανε μια γκριμάτσα αλλά κατά βάθος έλιωνε. Του έδειξε τα αγαπημένα του από τα καΐκια που ήταν δεμένα στο λιμάνι, το σπίτι όπου έμεναν πριν τους διώξουν και πάνε σε αυτό που ήταν τώρα, ένα άδειο χαρτόκουτο όπου μέχρι πριν λίγο καιρό έμενε μια γάτα με τα τρία γατάκια της, την κυρία Κούλα που ψώνιζε στο περίπτερο και τον πρόσεχε καμιά φορά όταν δεν μπορούσε η μαμά του.

Φυσικά όταν η κυρία Κούλα γύρισε ο Κωνσταντής είδε μπροστά του την μανταμίτσα από τη Χαβάη –χωρίς τα πούπουλα αυτή τη φορά – της οποίας κόντεψε να της φύγει το κλαπέτο μόλις τον αναγνώρισε και πρόσεξε ποιανού το παιδί κουβαλούσε στους ώμους του.

«Γεια, κυρία Κούλα!» χαιρέτησε ο μικρός.

«Ήρεμα, κυρία Κούλα», χαιρέτησε ο μεγάλος. «Θα μας πάθεις καμία αποπληξία».

«Τι κάνεις αγόρι μου;» χαμογέλασε εκείνη βεβιασμένα στο παιδί, κι όταν εξέλαβε ένα «Καλά, ευχαριστώ» γύρισε ξανά σε εκείνον. «Τι κάνεις πάλι εδώ, βρε τζαναμπέτη;»

«Κωνσταντή τον λένε».

«Κωνσταντή με λένε».

«Βρε μίλα και άσε τα καλαμπούρια», έκανε εκείνη κι έβαλε τα χέρια στη μέση της, τσαλακώνοντας την εφημερίδα που κρατούσε.

Ο Κωνσταντής έγνεψε προς τη φυλλάδα. «Τη διάβασες ή όχι ακόμα;»

«Πυροβόλησαν τη θεία Ελένη», εξήγησε το παιδί. «Η μαμά κι ο Τάκης πήγαν να τη δουν στο νοσοκομείο».

Ο Κωνσταντής έστρωσε νευρικά το μουστάκι του. Να τα, που ανησυχούσε και τι να του πει.

«Μάλιστα… περιπέτειες λοιπόν. Και γιατί δεν σε έφερε σε μένα η μάνα σου και σε άφησε με τον… Κωνσταντή;» πρόφερε βαρύγδουπα και συλλαβιστά το όνομά του, σαν να της ήταν δυσάρεστο.

Ο Κωνσταντής ένιωσε τον μικρό να κάνει μια κίνηση. Μάλλον ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω».

«Θες να σε πάρω εγώ; Να έρθεις να ζωγραφίσουμε;»

«Όχι, καλά περνάμε. Και έχω να κάνω και τα μαθήματά μου».

Πόσο φούσκωσε η καρδούλα του σαν άκουσε αυτά τα λόγια από το πιτσιρίκι δεν μπορούσε να το εξηγήσει. «Είδες, θεια Κούλα;», είπε κι εκείνος επίτηδες, τονίζοντας την προσφώνηση. «Μια χαρά περνάει με τον Κωνσταντή το παιδί. Άιντε καλημέρα, τώρα».

Και άρχισε να περπατάει με τον μικρό στους ώμους, δίνοντας που και που ένα σάλτο το οποίο έκανε το πιτσιρίκι να ξεφωνίζει. Είδε με την άκρη του ματιού του την Κούλα να κάνει τον σταυρό της, και είχε να διασκεδάσει τόσο από… ούτε κι εκείνος θυμόταν πότε.

Όταν γύρισαν στο σπίτι ο Κωνσταντής πέταξε τον μικρό στον καναπέ – ο οποίος έβγαλε μια αξιολάτρευτη κραυγούλα – και προσγειώθηκε δίπλα του με ένα γδούπο που κόντεψε να γκρεμίσει το έπιπλο. «Τώρα τι;» τον ρώτησε.

«Τώρα έχω να διαβάσω».

Έβγαλε τα μολύβια του και τα τετράδιά του και τα ακούμπησε στο τραπεζάκι. Φυσικά και ο Κωνσταντής δεν σκάμπαζε γρι από αυτά, όμως ευτυχώς ήταν η αρχή της πρώτης τάξης κι έτσι μόνο αντιγραφή τα γράμματα είχε να κάνει – από το η μέχρι το μ, τέσσερεις σειρές το καθένα. Του είπε να του πει αν θέλει βοήθεια και ο μικρός συμφώνησε. Η άκρη της γλώσσας του εξείχε από το στόμα του σαν συγκεντρωνόταν – σμίγοντας τα φρύδια - κι ήταν ό,τι πιο χαριτωμένο είχε δει ο Κωνσταντής. Μετά στο πάνω μισό της σελίδας του τετραδίου που ήταν κενό, ο μικρός άρχισε να ζωγραφίζει. Ο Κωνσταντής χλαπάκισε την υπόλοιπη πίτα και έπλυνε και τα δυο πιάτα που είχαν λερώσει με τον μικρό πριν γυρίσει ξανά στον καναπέ και καθίσει δίπλα του.

Κάγχασε όταν είδε την ζωγραφιά του. «Γιατί έχουν μούσια καλέ οι γάτες;»

Οι τέσσερεις μορφές ήταν ζωγραφισμένες στη σειρά, δίπλα από ένα άδειο χαρτόκουτο. Μια μαμά με τα γατάκια της, όλα με κόκκινες μουτζούρες στη μουσούδα.

«Γιατί έχουν».

«Μούσια;»

«Ναι».

«Σώπα... Στο κουτί που μου έδειξες στο δρόμο μένουν;»

Ο μικρός δίστασε. «Τότε δεν είχαν μούσια».

Τον χτύπησε ότι είχε τον ίδιο τόνο που είχε πριν στη κουζίνα, όταν μιλούσαν για το πάτωμα που τρίζει. Και έτσι ο Κωνσταντής σοβάρεψε. «Που τις είδες αυτές τις γάτες με τα κόκκινα μούσια;»

Σχεδόν το περίμενε όταν το παιδί έδειξε την κουζίνα.

Δυο πράγματα πέρασαν από το μυαλό του. Ότι δεν ήταν μούσια τα κόκκινα και κάποιος έκανε κακό σε αυτές τις γάτες στη κουζίνα, ή ότι τις είχε φανταστεί. Ίσως τις είχε δει στον ύπνο του· το μικρό ντιβάνι εκεί πρόδιδε ότι στην κουζίνα κοιμόταν.

«Πότε τις είδες;» τον ρώτησε δειλά.

«Κάθε βράδυ έρχονται», απάντησε το παιδί.

Μια ανάσα ανακούφισης ήταν η απάντησή του, και εκείνος μπόρεσε να χαλαρώσει ξανά στον καναπέ. Ήταν όμως ασυνήθιστο, γάτες με κόκκινα μούσια. «Αυτές πατάνε στη σανίδα που τρίζει;»

Το παιδί τον κοίταξε έκπληκτο, σαν να μην περίμενε να το ξέρει. «Ναι. Και τα άλλα».

«Ποια άλλα;»

«Είναι μάγισσες και τέρατα. Και κάνουν παρέλαση. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Και πατάνε τη σανίδα συνέχεια. Επίτηδες το κάνουν, για να το ξυπνήσουν».

«Ποιο;»

«Το θεριό».

Το ψιθύρισε, λες και ήταν κάπου εδώ να τον ακούσει.

«Έλα εδώ ρε μπαγάσα». Ο Κωνσταντής τράβηξε τον μικρό στην αγκαλιά του. Εφιάλτες ήταν, θυμόταν και τους δικούς του. Ποιο παιδί δεν έβλεπε τέρατα στον ύπνο του; Μα όσο ψεύτικα κι αν ήταν, ο φόβος ήταν πάντα πραγματικός. «Πώς είναι; Το έχεις δει;»

Ο μικρός έγνεψε. «Είναι σαν αράχνη με μυτερά πόδια αλλά έχει και φτερά. Περπατάει έτσι σκυμμένο σαν να σέρνεται. Και όλη την ώρα βγάζει βρυχηθμούς σαν δράκος. Και όταν σε κοιτάζει έχει κόκκινα μάτια που στάζουνε».

«Στάζουνε;»

Τεντώθηκε κι έσυρε ένα δάκτυλο στο μάγουλο του Κωνσταντή. «Σαν να λιώνουν».

«Και… τι γίνεται όταν ξυπνήσει;»

«Φοβούνται οι μάγισσες και φεύγουν. Κι αρχίζει να κάνει αυτό βόλτες στο σαλόνι. Αλλά εγώ μπαίνω κάτω από τα σκεπάσματα, δεν μπορεί να σε πειράξει κάτω από τα σκεπάσματα ή αν είναι κάποιος μαζί σου».

«Άρα έχεις βρει το αδύνατό του σημείο», συμπέρανε ο Κωνσταντής. «Το νικάς κάθε βράδυ».

Ο μικρός έγνεψε. «Ναι αλλά είναι…» σώπασε.

«Τι είναι;»

«Άστο».

«Πες μου».

Ο μικρός άφησε μια ανάσα στο στήθος του. «Τρομακτικό».

Ο Κωνσταντής του χάιδεψε την πλάτη. «Φυσικά και είναι. Ακούγεται πολύ τρομακτικό. Λυπάμαι που έρχεται εδώ».

Ο μικρός έμεινε σιωπηλός για λίγο. Μετά, «Ο Τάκης λέει τα αντράκια δε φοβούνται».

Λες και χρειαζόταν κι άλλο λάδι στη φωτιά για την πάρτη του λεχρίτη. «Κι ο δικός μου ο πατέρας αυτό μου λέει. Αλλά να σου πω κάτι; Νομίζω αυτό είναι μια βλακεία και μισή. Κι εγώ άντρας είμαι, και ξέρεις τι; Πολλές φορές φοβάμαι».

«Εσύ;».

«Ναι».

«Αλήθεια;»

«Αμέ. Και μεταξύ μας, νομίζω όποιος λέει ότι ποτέ δε φοβάται, απλώς δεν είναι αρκετά μάγκας για να το παραδεχτεί. Ναι ρε. Και φοβόμαστε καμιά φορά, και πονάμε, και κλαίμε».

«Κλαίνε οι γυναικούλες».

«Κλαίμε οι άνθρωποι», τον διόρθωσε. «Όταν πονάμε. Ξέρεις κλάμα που 'χω ρίξει εγώ; Ου! Με το τσουβάλι. Να, και τώρα που μου μιλάς θέλω να κλάψω».

«Αλήθεια;»

«Ναι ρε σου λέω, έτοιμος είμαι».

«Γιατί;»

«Γιατί πονάω που σε βλέπω να πονάς».

«Δεν πονάω».

«Εδώ», του είπε, κι έδειξε την καρδούλα του. «Δεν πονάς μερικές φορές;»

Ο μικρός το σκέφτηκε. Μετά κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. «Μερικές φορές».

«Εύχομαι να μην πονούσες. Όταν πονάς πονάω κι εγώ. Και πονάει και η μαμά σου. Και όταν πονάει η μαμά σου πονάω πάλι κι εγώ, διπλά. Έτσι γίνεται όταν αγαπιόμαστε».

Ο μικρός τον κοίταζε σκεπτικός, σαν να επεξεργάζεται αυτά που του έλεγε. Τον άκουγε στα αλήθεια. Του φαινόταν περίεργο του Κωνσταντή να τον ακούει κάποιος με τόση προσοχή, και να σκέφτεται στα σοβαρά όσα του είπε. Δεν ήταν συνηθισμένος σε τέτοια στο σπίτι του. Ζήτημα αν είχε ακούσει η μάνα του μια κουβέντα από όσα της είχε πει ποτέ. Από το ένα αυτί έμπαιναν από το άλλο έβγαιναν. Για τον πατέρα του ούτε λόγος, σε εκείνον δεν μιλούσες καν. Σου πετούσε μια διαταγή με την αγριοφωνάρα του κι εσύ εξαφανιζόσουν μη σου έρθει κανένα τραπέζι στο κεφάλι. Όμως ο μικρός τώρα είχε σμίξει τα φρυδάκια του και σχεδόν έβλεπε να γρανάζια να γυρίζουν στο μυαλό του.

«Ο Τάκης μας αγαπάει», είπε τελικά. «Όμως μας πονάει».

«Τι εννοείς… σας… χτυπάει;»

Ακόμα σκεπτικός, ο μικρός έδειξε το στήθος του Κωνσταντή, όπως είχε κάνει σε αυτόν πριν. «Εδώ».

Εκείνος σάστισε.

«Καμιά φορά πετάνε πράγματα και χτυπάνε ο ένας τον άλλο. Αλλά εδώ πονάει πιο πολύ», χτύπησε απαλά το στέρνο του Κωνσταντή. «Κι εγώ κλαίω καμιά φορά. Όταν βλέπω να κλαίει η μαμά. Αλλά κλαίω μόνος μου να μη με βλέπει, γιατί ξέρω ότι στεναχωριέται περισσότερο όταν κλαίω».

Άμα ήταν δυνατό να σπάσει στα αλήθεια μια καρδιά, αύτη ήταν η στιγμή που η δική του θα είχε γίνει θρύψαλα, χίλια μυτερά κομμάτια που θα είχαν σκορπιστεί στο σώμα του και θα είχαν καρφωθεί παντού, σε κάθε όργανο, κάθε μυ, κάθε κομμάτι της σάρκας του.

«Να σου πω ένα μυστικό;» προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή του σταθερή, λες και δεν είχε καταντήσει μια πληγή ολόκληρος που αιμορραγούσε.

«Ναι».

«Αν όταν πονάει η καρδούλα σου… πηγαίνεις στα άτομα που σε αγαπάνε και τους το λες… ξέρεις τι γίνεται τότε;»

Έκανε μια μπάλα στον αέρα με τα δυο του χέρια, και αφού την κράτησε μπροστά στο παιδί να τη δει, την χώρισε στα δυο.

«Σπάει η καρδιά μου», συμπέρανε ο μικρός.

«Ε…» έτριψε το σβέρκο του. Αλλού το πήγαινε. «Αυτός ήταν ο πόνος σου, υποτίθεται. Και όταν μοιράζεσαι με τους άλλους αυτά που σε στεναχωρούν, η στεναχώρια σου γίνεται μισή, έτσι λένε. Γιατί αν τα κρατάς μέσα σου κουβαλάς μόνος σου το βάρος, ενώ αν το σηκώνεις μαζί με κάποιον άλλο θα είναι πολύ πιο εύκολο. Να, τώρα που μου τα είπες, δε νιώθεις λίγο καλύτερα;»

Έγνεψε αμέσως, σαν να το ένιωθε όντως.

«Το ίδιο και εγώ. Χάρηκα πολύ που μιλήσαμε, αλήθεια».

Ο μικρός δεν απάντησε, όμως ξάπλωσε το κεφαλάκι του στο στέρνο του Κωνσταντή.

Εκείνος χαμογέλασε. «Και το βράδυ που θα στήσουμε παρέα ενέδρα στο θεριό δε θα φοβάσαι λιγότερο;»

«Τι πράγμα;» πετάχτηκε πάνω πάλι.

«Να του στήσουμε ενέδρα λέω, να μην ξέρει από πού της ήρθε η βρωμοαράχνη».

Το παιδί είχε γουρλώσει τα μάτια του. «Αλήθεια θα το κάνεις;»

«Ναι ρε, παίζουμε τώρα; Πάμε. Έχεις κανένα σπαθί;»

«Όχι».

«Ωραία, θα φτιάξουμε. Λοιπόν…» κοίταξε γύρω του. «Ξέρεις αν υπάρχει πουθενά χαρτί;»

Ο μικρός μάζεψε χαρτί και ταινία και έφερε κι ένα ψαλίδι – το οποίο ο Κωνσταντής πήρε από τα χέρια του αγριοκοιτάζοντάς τον και χρησιμοποίησε μόνο εκείνος. Έφτιαξαν από ένα χάρτινο καπέλο το οποίο φόρεσαν και οι δυο για προστασία, και από ένα χάρτινο σπαθί. Τα τύλιξαν και με ταινία να είναι γερά και στιβαρά, και μετά ο Κωνσταντής πρότεινε να φτιάξει βραδινό γιατί «νηστικό αρκούδι δεν πολεμάει».

Ο μικρός προσφέρθηκε να βοηθήσει.

Βρήκαν μακαρόνια στο ντουλάπι, κι ο Κωνσταντής τα έβαλε να βράσουν όσο έψαχναν για υλικά να φτιάξουν μια σάλτσα. Όμως υλικά δε βρήκαν όσο κι αν κοίταξαν, και ήταν ήδη πολύ αργά για να τα αναζητήσει σε κάποιο ψιλικατζίδικο. Έτσι ο Κωνσταντής έριξε μέσα μπόλικο βουτυράκι κι αλατάκι, και τα έφαγαν σκέτα τα μακαρόνια κι είπανε και ευχαριστώ.

Μετά που σκοτείνιασε, μάζεψαν από το σαλόνι μαξιλάρια και μαζί με το σεντόνι έφτιαξαν ένα τοίχο στη μια μεριά από το ντιβάνι για να τους καλύπτει από το σημείο με τις τάβλες. Χώθηκαν και οι δύο πίσω από τα μαξιλάρια, μέσα στο «οχυρό» τους όπως το ονόμασε ο μικρός, και έστησαν καραούλι. Με τα καπελάκια τους και τα σπαθιά τους.

Περνούσε η ώρα και δεν εμφανιζόταν τίποτα. Ο Κωνσταντής είχε ακουμπήσει πίσω στον τοίχο και χάζευε τον μικρό που κρατούσε σφιχτά το σπαθί του μέσα στη γροθιά του, πάντα σε επιφυλακή.

«Μπορεί να αργήσουν», του είπε ο μικρός. «Συνήθως έρχονται αργά».

«Ας αργήσουν, εδώ θα είμαστε», τον διαβεβαίωσε εκείνος. «Μέχρι τότε, θες να έρθεις εδώ πίσω να ξαπλώσεις λίγο;»

«Μπορεί να με πάρει ο ύπνος», γκρίνιαξε.

«Δεν πειράζει, θα είμαι ξύπνιος εγώ. Έλα κλείσε τα μάτια σου και θα φυλάω εγώ σκοπιά».

«Σίγουρα;»

«Μπέσα».

«Άμα έρθουν θα με ξυπνήσεις».

Έκανε σταυρό με τους δείκτες του και τον φίλησε. Και ικανοποιημένος, ο μικρός ήρθε κοντά του αλλά δεν ξάπλωσε στο ντιβάνι. Γλίστρησε να χωθεί στην αγκαλιά του Κωνσταντή ξανά, κι έτσι εκείνος τύλιξε τα χέρια του γύρω από το σωματάκι του και τον κράτησε κοντά του.

«Αν πρώτα έρθουν οι δικοί σου, εγώ θα πρέπει να φύγω», του παραδέχτηκε. Δεν ήθελε να παραξενευτεί όταν ξυπνούσε μόνος του. «Αλλά αν γίνει αυτό, εσύ θα κουκουλωθείς όπως κάθε βράδυ και δε θα σε πειράξει κανένας. Και θα το κάνουμε το καραούλι μας άλλη φορά. Εντάξει;»

«Εντάξει. Αλλά θα αργήσουν», είπε σαν να μιλούσε ακόμα για τα φαντάσματα. «Πάντα αργούν».

«Πάντα ε;»

«Ναι».

«Να, είναι που… είναι η δουλειά τους έτσι», προσπάθησε να του εξηγήσει. «Κάποιο άνθρωποι πρέπει να δουλεύουν αργά, όταν κοιμούνται οι άλλοι».

«Όχι, η μαμά κοιμάται μαζί τους γιατί είναι πουτάνα και δεν της αρέσει να κοιμάται μαζί μας».

Πάγωσε το αίμα του. «Τι είπες;» ρώτησε τραυλίζοντας τις λέξεις. «Που το άκουσες αυτό;»

Δε μίλησε.

«Γιάννο, ποιος σου είπε τέτοιο πράγμα;» το όνομα έκαψε τα χείλη του, η λέξεις το μυαλό του.

«Ο Τάκης», μουρμούρισε ο μικρός.

Και όσο εκείνος άρχισε να φλέγεται, ο ύπνος τύλιξε ήσυχα το παιδί.

Όταν το μεγάλο ξύλινο ρολόι στη γωνία χτύπησε μεσάνυχτα, η πόρτα δειλά άνοιξε. Εκείνος είχε χάσει τόσο την επαφή με το περιβάλλον που δεν τους κατάλαβε, μέχρι που ένιωσε ένα γνώριμο σκούντημα στον ώμο του. Η φιγούρα της Δρόσως ήταν θολή μέσα στο σκοτάδι, φάνηκε να περιεργάζεται τους δυο τους έτσι όπως τους βρήκε αγκαλιά, ακόμα φορώντας τα καπέλα και κρατώντας τα σπαθιά τους. Εκείνος το πρώτο πράγμα που πρόσεξε ήταν το πρησμένο από τα κλάματα πρόσωπό της.

Ξεκόλλησε αμέσως τον μικρό από πάνω του και τον άφησε στο στρώμα όσο πιο απαλά μπορούσε. Δίπλα έβγαλε και άφησε το καπέλο του, και από τη στιγμή που σιγουρεύτηκε ότι δεν ξύπνησε, όλη η προσοχή του στράφηκε στη Δρόσω. «Τι έγινε;» ψιθύρισε με αγωνία. «Είσαι καλά; Είναι…»

«Είναι καλά», ψιθύρισε κι εκείνη με την σειρά της. «Ξύπνησε, της μίλησα».

Εκείνος έγνεψε, χαμογελώντας. «Θα γίνει καλά, έτσι δεν είναι;»

«Ναι. Όλα πήγαν μια χαρά».

«Μπράβο… μπράβο», της έπιασε το μπράτσο και την έσφιξε. «Μπράβο, κορίτσι μου. Αλήθεια χαίρομαι».

«Σε ευχαριστώ… Εσείς; Όλα καλά;»

«Ναι, περάσαμε καλά».

«Αλίμονο», αντήχησε η φωνή του Τάκη από το σαλόνι, χωρίς καμιά προσπάθεια να την κρατήσει χαμηλή. «Σε λάτρεψε ο μικρός ε;»

Γύρισαν και οι δυο να τον κοιτάξουν.

«Φυσικά και σε λάτρεψε».

«Τάκη να χαρείς…» ακόμα και μέσα στην ταραχή της, η Δρόσω φάνηκε να βλέπει ξεκάθαρα τη διάθεσή του για καυγά. «Δεν είναι τώρα η στιγμή».

«Τι έκανες, τον πήγες βόλτα με την κούρσα;» συνέχισε εκείνος ακλόνητος. «Του πήρες γλυκά, παιχνίδια, ε; Τον αγόρασες κανονικά».

Και αυτό ήταν.

«Έλα έξω», του είπε και πέρασε από δίπλα του σκουντώντας τον με φόρα για να βγουν έξω από το σπίτι. Γιατί το παιδί κοιμόταν, θύμισε στον εαυτό του καθώς οι σκέψεις ξέφευγαν. Το παιδί κοιμόταν.

«Ε! Τι κάνεις εκεί ρε;»

Η Δρόσω έκλεισε γρήγορα την πόρτα της κουζίνας να προφυλάξει τον μικρό. «Κωνσταντή, σε παρακαλώ!»

«Τι έγινε βουτυρόπαιδο, είπα κάτι που σε πείραξε;»

«Έξω», βρυχήθηκε, κι ένιωσε φλόγες να ξεσπούν στο δέρμα του σαν ρίγη οργής άρχισαν να διαπερνούν το σώμα του, το ένα πιο μεγάλο από το άλλο.

Η Δρόσω σάστισε. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι.

«Ρε Δροσούλα, την αλήθεια δεν είπα;» συνέχισε ο λεχρίτης. «Είναι αλλιώς ο άντρας που έχει φουσκωμένες τις τσέπες. Σωστά; Και το μήλο κάτω από τη μηλιά…»

Η μπουνιά του έσκασε στο στόμα κι από τη φόρα έχασε την ισορροπία του κι έπεσε πίσω στον καναπέ. Ένα δόντι έσκισε το δέρμα του Κωνσταντή μα εκείνος ούτε που το ένιωσε.

«Κωνσταντή!» φώναζε εκείνη, μα δεν την άκουγε.

«Ξέρεις τι λέει στο παιδί σου όταν λείπεις;» Καυτό υγρό άρχισε να ζεσταίνει το χέρι του. «Ότι σου αρέσει να κοιμάσαι με άλλους άντρες πιο πολύ από ό,τι εδώ μαζί του, γιατί είσαι πουτάνα. Αυτά του λέει όταν δεν είσαι εδώ».

Τρόμος φώλιασε στο πρόσωπό της. «…τι;»

«Τι παπαριές είναι αυτά που λες;» φώναξε ο άλλος φτύνοντας αίμα σας προσπαθούσε να σηκωθεί.

«Ο Γιάννος μου το είπε Δρόσω. Ότι η μαμά είναι πουτάνα».

«Ψέματα! Μαλακίες σου λέει ο βλάχος, μην τον ακούς!»

Του έχωσε άλλη μια στο στομάχι που τον δίπλωσε στα δυο. «Μιλάς; Τολμάς και μιλάς ρε μπάσταρδο;»

Εκείνος βόγκηξε καθώς παραπατούσε. «Στο σπίτι μου καριόλη με χτυπάς; Τον τάφο σου σκάβεις αγόρι μου, δε θα βγεις από 'δω χάμω… Δρόσω!» γύρισε σε εκείνη. «Μην είσαι ηλίθια γαμώτο, δε σου έφτασε μια φορά που πίστεψες τον άλλο τον τεντιμπόι τον Φίλιππο; Που εσένα σου 'ταζε έρωτες και εμένα με πλήρωνε να σε πηδάει; Δρόσω, σου μιλάω! Μη τολμήσεις να πιστέψεις λέξη απ' όσα λέει θα-»

«Βγάλτον έξω», ήταν το μόνο που κατάφερε εκείνη να αρθρώσει.

Ο Κωνσταντής τον άρπαξε από την μπλούζα και τον πέταξε στο μπαλκόνι, μέχρι που έσκασε στο κάγκελο. Βγήκε έξω γρήγορα πίσω του, και άκουσε και την Δρόσω να τους ακολουθεί έξω και να κλείνει την εξώπορτα.

Τον έπιασε από το πέτο και τον κόλλησε στα κάγκελα, πιέζοντας τον στο κενό. «Λοιπόν, έλα να μετρήσουμε σαν καλά παιδιά. Την είδες ανήλικο κορίτσι σε ανάγκη και της πούλησες αγάπες για να την κρεβατώνεις, την έφερες και την πέταξες έξι χρόνια μέσα σε αυτά τα σκατά, της έταξες βοήθεια ενώ εσύ της έτρωγες ό,τι μάζευε και το έπαιζες νταβατζής της, έχεις καταστρέψει το παιδί της κι ούτε έχεις τα αρχίδια να το παραδεχτείς, την πετάς στα όρνια και την παρατάς μονάχη σαν το σκυλί να τα βγάλει πέρα. Χτες τη βρήκα τέζα στο πεζοδρόμιο τόσο χώμα από τις μαλακίες που της έδωσαν τα τρία ρεμάλια σου που την πέρασα για πεθαμένη και πήγα να τρελαθώ, το καταλαβαίνεις πώς ήταν; Χλωμή σαν το πανί, σαν πτώμα ήτανε, την ξέσκισαν στο γαμήσι τόσο που δεν μπορούσε να κάτσει κι όλο ξερνούσε, αλλά χέστηκες εσύ για αυτό έτσι; Έτσι αγαπάτε εδώ; Έτσι ξηγιούνται οι μάγκες οι Περαιώτες; Έχεις καταστρέψει ένα κορίτσι-»

Ο Τάκης που τόσην ώρα αγκομαχούσε ξάφνου του έχωσε μια γονατιά που τον τίναξε για μια στιγμή, ήταν όμως αρκετή για να τον διώξει από πάνω του. Τον έσπρωξε κατευθείαν στις σκάλες, κι ο Κωνσταντής ίσα που κρατήθηκε από το κιγκλίδωμα. Ο Τάκης δεν του άφησε χρόνο να αντιδράσει, του έριξε μια στο πρόσωπο κι άλλη μια στην κοιλιά, ώσπου έχασε το κράτημά του και κατρακύλησε κάτω στα σκαλιά. Χτυπούσε στα σίδερα τους ώμους του, την πλάτη του, τα άκρα του, το κεφάλι του σαν έπεφτε.

Η Δρόσω φωνάζοντας όρμησε στον Τάκη, τον τραβούσε, τον χτυπούσε, του ξερίζωνε τούφες ολόκληρες από τα μαλλιά και τα νύχια της γέμισαν ξεσκισμένο δέρμα από τις πληγές που του έκανε μέχρι που εκείνος της έριξε ένα χαστούκι που την πέταξε πίσω και γκρεμίστηκε κι εκείνη πάνω στα κάγκελα. Στο μεταξύ ο Κωνσταντής είχε μετά βίας σταθεί στα πόδια του ξανά παρά τη μισή σκάλα που είχε κατέβει, κι όταν τον είδε να την χτυπάει γυάλισαν τα μάτια του. Όρμησε πάνω, ο Τάκης κάτω, και συναντήθηκαν στη μέση.

Δεν προλάβαινε να καταλάβει που τον χτυπούσε, ήταν τόσο μανιώδεις οι γροθιές του, χτυπούσε ξανά και ξανά και με όση δύναμη μπορούσε, όση είχε, τόση που οι αρθρώσεις του ούρλιαζαν και κυριολεκτικά άκουσε κάτι στο χέρι του να σπάει μα ούτε μυαλό είχε ούτε ψυχή πια να τον νοιάζει, όλα είχαν γίνει μια θολούρα. Βούτηξε τον Τάκη και τον πέταξε κάτω στα υπόλοιπα σκαλιά, και μετά πήδηξε πάνω από τα κάγκελα κι εκείνος και προσγειώθηκε στο πεζοδρόμιο. Ο Τάκης βογκούσε και σερνόταν στο δρόμο, ο Κωνσταντής τον πλησίασε κι άρχισε να τον κλωτσάει μανιασμένα, η Δρόσω απ' τη σκάλα ούρλιαζε να σταματήσει πριν τον σκοτώσει, κι εκείνος μόνο το αίμα του άκουγε να πάλλεται στα αυτιά του, ξανά και ξανά, ξέφρενα, λυσσασμένα.

Σταμάτησε. Κάπως. Δεν ήξερε πώς. Έτρεμε όλο του το είναι, η ίδια η ψυχή του έτρεμε, μην έχοντας ξαναβιώσει τόση οργή.

Ο Τάκης κάτω του γύρισε αργά πλευρό αγκομαχώντας. Χαμογελούσε το μαλακιστήρι.

«Άντε γαμήσου», κόχλαζε το σάλιο του, σαν να έβραζε μέσα του δηλητήριο. «Άει γαμήσου. Άμα την ξαναπλησιάσεις σε σκότωσα».

Ο Τάκης από το πάτωμα τον έφτυσε.

Άκουσε τη Δρόσω να κατεβαίνει τις σκάλες και γύρισε, με την καρδιά του να έχει ανέβει στο λαιμό του.

«Είσαι καλά;» Τον ρώτησε.

«Εσύ είσαι καλά;» Έπιασε το σαγόνι της με το ένα χέρι του και της γύρισε το κεφάλι να δει. Μια κοκκινίλα είχε ήδη καλύψει το μάγουλό της, από τα χείλη της μέχρι το ζυγωματικό της. Μέσα το ένα μάτι της ήταν κατακόκκινο κι εκείνο.

Ζάρωσε τα μούτρα της και τραβήχτηκε από το χέρι του, γιατί πάνω στο θυμό του άρχισε άθελά του να τη σφίγγει. «Έσκισες τα χείλια σου», είπε και τον άγγιξε με την σειρά της.

«Καλά είμαι. Πονάς;»

«Λίγο. Πάμε πάνω, Κωνσταντή».

«Θα τον σκοτώσω».

«Άστον αυτόν κι έλα. Πάμε πάνω. Αυτός όπως έστρωσε θα κοιμηθεί».

Δεν πρόλαβαν.

Πιο πολύ ήταν το ξάφνιασμα παρά ο πόνος. Ο πόνος ήταν μια στιγμή, οξύς σαν σουβλιά κι αλάνθαστος. Αλλά το ξάφνιασμα, παρότι κι εκείνο στιγμιαίο, δημιούργησε μια αλυσιδωτή αντίδραση, σαν αλλεπάλληλα κύματα από παγωμένο φόβο που ανελέητα απλώθηκαν παντού και τον μούδιασαν ολόκληρο, μέχρι που το μόνο που έμεινε ήταν ο χτύπος της καρδιά του ξανά, το αίμα να πάλλεται στα αυτιά του όπως πριν μα όχι καυτό πια. Μόνο παγωμένο.

«Μη! ΤΑΚΗ! Τι έκανες;!» οι κραυγές της Δρόσως από την πρώτη κιόλας στιγμή ήχησαν μακρινές. Ήταν παράξενο. «Τάκη τι έκανες;!»

Κοίταξε κι εκείνος κάτω να δει, τι έκανε ο Τάκης; Μια μπουνιά το χέρι πάνω στη κοιλιά του. Ο Τάκης ήταν γονατισμένος πίσω του, όμως του την έφερε από μπροστά. Ίσως ήταν ένας τρόπος να ξεφύγει απ' τη δειλία της πισώπλατης. Ίσως να μην είχε χρόνο να το σκεφτεί, απλώς εκεί να πήγε το χέρι του. Ποτέ δε θα το μάθαινε.

Η χούφτα χαλάρωσε, κι ο σουγιάς έσκασε στο πεζοδρόμιο. Ο Κωνσταντής τον κοίταξε, μετά την κοιλιά του απορημένος. Δεν πονούσε. Μόνο μούδιαζε, και ο κόσμος κινούνταν πιο αργά. Δεν περίμενε να είναι έτσι. Άγγιξε την κοιλιά του και το χέρι του βάφτηκε κόκκινο, έκαιγε το αίμα σαν ξεπηδούσε. Έτρεχε, έτρεχε. Σαν βγαίνοντας ο σουγιάς να ελευθέρωσε ένα καταπιεσμένο χείμαρρο.

Τα χέρια της κάλυψαν τα δικά του. Τον πίεσαν και τότε τον ένιωσε τον πόνο που περίμενε, όμως και πάλι για λίγο. Πιότερο ένιωθε την δύναμη των χεριών της, πόσο έντονα τον πίεζαν, πόσο σφιχτά τον κρατούσαν. Εκείνη τον κρατούσε εκεί. Θόλωναν τα άλλα, μα το κράτημά της τον ξυπνούσε.

Έπεσε στα γόνατά του όσο ο Τάκης σηκώθηκε από τα δικά του. Η Δρόσω γονάτισε κι αυτή, πιέζοντας. Κι όταν εκείνος γκρεμίστηκε στο έδαφος, έβαλε όλη της τη δύναμη να τον γυρίσει ανάσκελα για να συνεχίσει να πιέζει, όσο ο Τάκης τραγουδούσε.

«Μες στον Περαία μια βραδιά,
στου Τσελεπιού τη σκάλα,
έναν λεβέντη σκότωσαν,
τον Κώτσο τον Κεφάλα»

Όσο το ένα χέρι πίεζε το άλλο μπλέχτηκε στα μαλλιά του, βρέχοντας τα με κάτι κολλώδες. «Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ… Μείνε ξύπνιος, σε παρακαλώ».

«Τον έκλαψ' όλος ο ντουνιάς
και όλα τα ζεϊμπέκια,
γιατί όλοι τον ξέρανε
με το λουλά στα χέρια»

«Τάκη! Σταμάτα, έχεις τρελαθεί;! Φώναξε βοήθεια!»

Ο Κωνσταντής άρχισε να βήχει. Κάτι μαζευόταν στο λαιμό του, το έφτυνε μα γέμιζε ξανά. Το στόμα του γέμισε σκουριά, ίδια με της σκάλας.

«Η Τρούμπα τώρα μοναχιά,
και μια κοπέλα κλαίει
και με παράπονο πικρό
όλο βογκάει και λέει:»

«Βοήθησε τον!» ούρλιαξε. «Τάκη, σύνελθε! Βοήθα τον, σε παρακαλώ!» Κοίταζε γύρω από το σώμα του αβοήθητη, σαν κάτι να την τρόμαζε στο πεζοδρόμιο.

Ένιωσε τα ρούχα του να μουσκεύουν. Γιατί μούσκεψαν τα ρούχα του;

«'Χήρα τώρα η κακομοίρα,
αχ, γιατί μ' αφήνεις χήρα;'»

Κάτι του φώναζε η Δρόσω μα δεν καταλάβαινε. Την κοίταζε με απορία. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της και δάκρυα έσταξαν πάνω στα μάγουλά του.

«Α ρε μεγάλε Μπαγιαντέρα! Τι έγραψες ρε μάστορα!» φώναξε ο Τάκης στους ουρανούς. Άρπαξε από χάμω το μαχαίρι και ξεχύθηκε στο δρόμο.

Η Δρόσω ούρλιαζε πίσω του, μα την σταμάτησε ο Κωνσταντής. Άπλωσε το χέρι του να αγγίξει το πρόσωπό της, την τράβηξε πιο χαμηλά, έτσι... να την βλέπει. Τόσο όμορφο κορίτσι ακόμα και κλαμένο. Το πιο όμορφο, νεράιδα κάτω από το μακρινό φεγγάρι. Μην κλαις... Έλα, μη μου κλαις. Πάνω που σε πρωτοείδα να χαμογελάς.

Όταν έπεσε το χέρι του, είχε βάψει το μάγουλο της κόκκινο.

Τα βήματα του Τάκη ξεμάκραιναν τρεκλίζοντας. Τα στενά της Τρούμπας σκοτείνιασαν να τον καλύψουν.

Ο Κωνσταντής σώπασε. Έμεινε μονάχα η Δρόσω να παρακαλεί.

Μέχρι που σώπασε κι εκείνη.