.
Under miles of stone,
the dried fig of her heart
under scarab and bone
starts back to its beating
He asks "Are you cursed?"
She says "I think that I'm cured"
Then she kissed him and hoped
that he'd forget that question
Πρέπει να καθόταν ώρες στο μαρμάρινο σκαλί. Είχε γύρει κι ακουμπούσε πάνω στη λευκή κολόνα παρότι ήταν κρύα και βρώμικη, δεν την πείραζε. Σε αυτά ήταν συνηθισμένη. Και τώρα κοιτούσε τον θλιμμένο ουρανό με τα άδεια της μάτια, με μια φωνή να αναρωτιέται μέσα της τι πήγε τόσο λάθος.
Τι, άραγε.
Αλήθεια προσπαθούσε να καταλάβει.
Θα ήταν εύκολο να ρίξει την ευθύνη σε κάποια κατάρα. Ένα μεσημέρι του Ιούνη είχε γεννηθεί, ανήμερα με το θερινό ηλιοστάσιο. Τη μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, τότε ήρθε σε αυτόν τον κόσμο. Ίσως γι' αυτό να κουβαλούσε μέσα της το μεγαλύτερο σκοτάδι. Είχε δύσκολη γέννα η μάνα της, πόνους για ώρες ατελείωτες ώσπου η κυρά Δέσπω της είχε δώσει να πιεί χυμό από παπαρούνες να μερέψει. Το άνθος της λήθης, το βάφτιζε και το ξανά βάφτιζε. Μαγεία δεν ήταν αυτό; Μα η Δρόσω είχε ακούσει τις ιστορίες. Ήξερε ότι η μαγεία πάντα έρχεται με αντίτιμο. Ήξερε θρύλους για πλάσματα μυθικά με μια όψη απαίσια, που σκαρφάλωναν τις νύχτες στο στήθος τον κοιμισμένων και έκλεβαν την ανάσα από τα πνευμόνια τους, κάνοντας τους να πετάγονται στον ύπνο με μια αίσθηση ασφυξίας. Γυναίκες ήταν, με δέρμα σαπισμένο που έλιωνε, με ούλα τραβηγμένα και χείλη μαύρα και ξερά, με αραιά μαλλιά που ξερίζωναν στο αγέρι και μυρωδιά από τάφο και λιβάνι να περικλείει τη μορφή τους. Δεν ήθελαν να βλάψουν κανέναν, μόνο προσπαθούσαν μάταια να νιώσουν λίγη από την ζεστασιά και την εγγύτητα των ζωντανών. Καταραμένες από γεννησιμιού τους ήταν, επειδή η μάνα τους με μαύρη μαγεία προσπάθησε να γλιτώσει τις οδύνες, να ξεγελάσει την ίδια τη φύση. Δεν προκάλεσαν πόνο όταν ήρθαν σε αυτόν τον κόσμο, κι έπρεπε να το ξεπληρώσουν.
Ήταν εύκολο να ρίξει την ευθύνη εκεί. Να κοιτάξει τον γκρίζο ουρανό και να αναθεματίσει τη μάνα της που δεν άντεξε, κι άφησε εκείνη πίσω να κουβαλήσει το βάρος. Να πληγώνει όποιον τη πλησιάζει. Να μοιράζει τον πόνο που χρωστούσε από όταν κούρνιαζε στα σπλάχνα εκείνης.
Εύκολο.
Κούρνιαζε μόνη της τώρα, σε παγωμένα μάρμαρα, κρατώντας σφιχτά τον κορμό της να μη διαλυθεί. Πιο εύκολο ήταν να κατηγορήσει την αδικοχαμένη μάνα της από να πάρει μια ευθύνη για το πλάσμα που είχε γίνει. Έτσι είχαν τα πράγματα. Αυτή ήταν. Κι έτσι
Μόνη και μολυσμένη έμπηγε τα νύχια μεσ' τα μπράτσα της μπας και νιώσει κάτι πέρα από αυτό το απαίσιο κρύο που γλιστρούσε μέσα στις φλέβες της. Μπας και σχίσει τις καταραμένες σάρκες και δει επιτέλους τι χρώμα έχει το αίμα της.
Έπρεπε να είναι πράσινο. Πάντα το ήξερε ότι ήταν μολυσμένο, της το επιβεβαίωσαν οι γιατροί όταν απάντησε στις ερωτήσεις τους. Ναι, είχε πάρει πρόσφατα κάποια ναρκωτική ουσία. Ναι, είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους τη τελευταία δεκαετία. Όχι, δεν είχε τους τελευταίους μήνες επαφή με σύντροφο που πληρωνόταν με χρήματα, εκείνη ήταν που πλήρωναν.
Συγνώμη, της είπαν, αλλά δεν γίνεται. Γιατί παρά τη πορφυρή λίμνη που ο Κωνσταντής είχε αφήσει στο πεζοδρόμιο μέχρι να αξιωθεί ο κυρ Χαράλαμπος από απέναντι να βγει να καλέσει ασθενοφόρο, και παρά το γεγονός ότι τώρα εκεί μέσα ίσα που έβρισκε η καρδιά του αίμα να σπρώξει μεσ' το σώμα του, υπήρχε μεγαλύτερη πιθανότητα να γίνει καλά από μόνος του από ό,τι αν του έδινε το δικό της. Ήταν το μόνο που είχε να του δώσει, το σώμα της, το αίμα της, μα κι αυτό κακό θα του έκανε όχι καλό. Γιατί ήταν άρρωστο, ήταν οξύ, ήταν μίασμα. Οι φλέβες του δεν ήταν πλασμένες για να κυλήσει μέσα το αίμα της. Η παράξενα μεγάλη και αλλόκοτα ζεστή καρδία του δεν ήταν φτιαγμένη για εκείνη.
Κάπου από πίσω της, δυτικά, το παιδί της είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι του με τη μαντάμ Κούλα να το καλημερίζει. Η Δρόσω την είχε αφήσει με την παράκληση να ρίξει νερό με το λάστιχο κάτω από τη σκάλα πριν σηκωθεί ο μικρός. Να αραιώσει η λίμνη, να γίνει ένα ροζ ποτάμι που θα παρέσερνε η πρωινή βροχή, ώσπου τίποτα πλέον δε θα μαρτυρούσε τι είχε γίνει χτες. Εκείνη είχε πλύνει τα χέρια της όταν πήραν τον Κωνσταντή, στο νιπτήρα του νοσοκομείου. Είχε βαφτεί κι εκείνος ροζ. Μα το αίμα είχε ξεραθεί και όσο κι αν έτριβε, όση μανία κι αν την έπιασε προσπαθώντας, κι αν γρατζούνησε τα χέρια της και βόγκηξε και ξέσπασε και κοπάνησε τον καθρέφτη, κάτω από τα νύχια της υπήρχε ακόμα αυτό το χρώμα της σκουριάς.
Δυο ώρες είχε περιμένει να ξημερώσει, δυο ώρες μέχρι να τον βγάλουν από το χειρουργείο. Άκουσε κάτι για ζημιά στο ήπαρ, για απώλεια αίματος, για, για, για… Δεν καταλάβαινε.
«Θα γίνει καλά;»
Κανείς δεν της απάντησε ναι. Όμως κανείς δεν της απάντησε όχι. Θα μάθουμε στις επόμενες ώρες είπαν, γιατί μπορεί να σώσαμε το σώμα του αλλά η ζημιά ήταν μεγάλη και δεν ξέρουμε σε τι κατάσταση θα ξυπνήσει. Αν ξυπνήσει.
Αντίκρισε τα κλειστά του βλέφαρα και το χλωμό του πρόσωπο από την πόρτα του δωματίου και εκεί έμεινε, ακίνητη. Σαν να μην καταλαβαίνει.
«Πέρνα μέσα, κοπέλα μου», είπε η κυρία που καθόταν στο προσκέφαλο του άντρα της στο διπλανό κρεβάτι. «Έχει καρέκλα».
Πιο δίπλα μια άδεια κλίνη. Απέναντι ένας παππούς με μάσκα στο πρόσωπο, κι ένας ακόμα που έβηχε δυνατά. Ήταν γεμάτο το δωμάτιο κι ο Κωνσταντής στη γωνία. Ένας από τους πολλούς. Θα έπρεπε να ήταν μόνος του τώρα, ασφαλής σε μια εντατική μονάδα, μα ήταν όλες γεμάτες.
Και αυτόν τον είχε φέρει εκείνη. Δε θα είχε κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση. Το κάθε άλλο.
Ίσως αν τον έφερνε ο Δούκας… ο πατέρας του… να του εξασφάλιζε το πιο πολυτελές, το πιο προσεγμένο δωμάτιο. Ίσως και να του αγόραζε όλο το νοσοκομείο. Ίσως αν η Δρόσω καλούσε σπίτι του να είχε καλύτερη τύχη, να ήταν σε καλύτερα χέρια. Σίγουρα καλύτερα από τα δικά της.
Ούτε να ειδοποιήσει τη μάνα του δεν μπορούσε.
Είχε κάτσει δίπλα του με τα πολλά, αμίλητη, μουδιασμένη. Τον κοιτούσε μέχρι που από τη συγκέντρωση σκοτείνιασε το δωμάτιο γύρω του, έτσουξαν τα μάτια της από τον ξερό αέρα. Δεν είχε κάτι να του πει. Δεν τόλμησε να τον αγγίξει.
Του έβαλαν ορό. Του ρύθμισαν τη μάσκα που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό του. Σωλήνες και σωληνάκια ξετρύπωναν από το σώμα του, τα έβλεπε παρά το λεπτό λευκό σεντόνι που είχαν ρίξει πάνω του.
Κι εκείνη εκεί, να τον κοιτάζει και μέσα της να ουρλιάζει μα να μη τολμάει να σαλέψει, μέχρι που δεν άντεξε άλλο και βγήκε τρέχοντας από την πόρτα, πέρασε μέσα από τους διαδρόμους, βγήκε στη πίσω αυλή και σωριάστηκε στη σκάλα, προσπαθώντας να χαθεί, να γίνει όσο μικρή ένιωθε, όσο μικρή ήταν στα αλήθεια.
Εκείνη έφταιγε για όλα. Ούτε κατάρες, ούτε μοίρες, ούτε μαγείες - μόνο αυτή. Που τη μεγάλωσε ένα σπίτι ζεστό και στοργικό, δυο Παναγίες με ορθάνοιχτες αγκάλες, κι εκείνη έριξε τη μία στη φυλακή και την άλλη στη δυστυχία, πήρε, πήρε, πήρε και δε σκέφτηκε κανένα παρά τον εαυτούλη της. Έβαλε φωτιά στο σπίτι της και σε εκείνες και μετά απορούσε που φλέγονταν ο κόσμος, έφερε ένα πλασματάκι στο κόσμο για να το καταστρέψει και αυτό, να βρωμίσει το τελευταίο καθαρό πράγμα.
Γιατί αυτό έκανε. Έμεινε μέχρι να είναι πολύ αργά. Έβαλε το τι αξίζει σε εκείνη πάνω από το τι αξίζει στο παιδί της. Ήξερε πώς ήταν τα χαρούμενα παιδικά χρόνια, είχε ζήσει τη ξεγνοιασιά, τη λιακάδα, τα χωράφια, την αθωότητα, μα έβαλε πάνω από όλα αυτά τη τιμωρία τη δική της. Και έτσι τιμώρησε και τον Γιάννο μαζί της.
Τα ήξερε όλα αυτά. Τόσα χρόνια ήξερε. Και έμενε. «Λίγο ακόμα», έλεγε πριν κλείσει τα μάτια της τα βράδια. Λίγο ακόμα, γιατί τόσο δεν ήταν αρκετό. Γιατί η Ασημίνα ζούσε ένα ψέμα και δεν ήταν αρκετό. Γιατί η Λενιώ δε θα έβλεπε ξανά το φώς του ήλιου για τη δική της την τιμή – που την μοίρασε μόνη της απλόχερα σαν πρόσφορο στην εκκλησιά - και δεν ήταν αρκετό. Και τα έριχνε όλα στον Τάκη, ενώ ο μόνος που την κρατούσε εκεί ήταν η ανάγκη της για μια λύτρωση που δε θα ερχόταν. Γιατί όσο πλήρωνε τόσο τιμωρούνταν. Ο πόνος έγινε ανακούφιση. Και αυτήν την ανακούφιση δεν την άξιζε.
Τα ήξερε όλα αυτά.
Και έμενε.
Και τώρα μέσα σε μια μέρα βρέθηκε στο προσκέφαλο δυο ψυχών που τρεμόπαιζαν, που γλιστρούσαν από τα σώματα τους. Δυο άνθρωποι που αν δεν υπήρχε εκείνη θα ήταν υγιείς. Ελεύθεροι. Ευτυχισμένοι. Και τώρα χαροπάλευαν, ενώ εκείνη στεκόταν δίπλα τους με ένα συγνώμη τόσο μικρό όσο εκείνη.
«Δροσούλα;»
Η φωνή της Λενιώς μια ημέρα πριν ήταν βραχνή κι αδύναμη μα τόσο δική της. Άφθαρτη από τα μονοπάτια της μνήμης ταξίδευε μαζί της τόσα χρόνια, και τώρα κουδούνιζε φρέσκια και αρχαία συνάμα. Πόσα συγνώμη να της πει. Πόσα δάκρυα να χύσει. Ψιθύριζε τη λέξη ξανά και ξανά κρατώντας τα χέρια της αδερφής της, πνιγόταν σε κάθε συλλαβή μέσα σε λυγμούς, και η Λενιώ έδειχνε απλώς χαρούμενη… Άνοιξε τα μάτια της και έδειχνε τόσο χαρούμενη που την έβλεπε…
«Να είσαι ευτυχισμένη, αυτό θέλω μόνο. Πες μου… πες μου για σένα».
Έξι χρόνια. Μια ζωή. Ήταν σαν να την γνώριζε από την αρχή. Τόσα ψέματα, τόσες ανοησίες και κούφια γράμματα που έγραφε με πείσμα, μα πού πήγε το πείσμα της όταν έπρεπε να συστηθεί στη μάνα της;
Ως Δρόσω; Ως Ρόζα;
Δάγκωσε τη γλώσσα της και κατάπιε δηλητήριο. Σκούπισε τα δάκρυα και συγκάηκαν τα χέρια της.
«Είμαι καλά», ψέλλισε και της είπε για το μαγαζί με τα είδη προικός στο οποίο δούλευε πωλήτρια, εκεί από όπου ψώνιζε όλη η καλή κοινωνία. Τον καλό μισθό που έπαιρνε, την αφεντικίνα της που την πρόσεχε σαν κόρη της. Για τον Δημήτρη, που ήταν καλός, ευγενικός και την πρόσεχε. Που την αγαπούσε και τον αγαπούσε και εκείνη, που ήταν έτοιμοι να ανοίξουν το σπιτικό τους. Της είπε για τα γράμματα που αντάλλαζε με την Ασημίνα, που παρότι ήταν μακριά ήταν σα να μη πέρασε μια μέρα, λες και βρίσκονταν ακόμα στη κοινή τους κάμαρη και ψιθύριζαν τα μυστικά τους μέχρι να τις βρει αποκοιμισμένες μαζί το χάραμα.
«Ψυχούλα μου…» η φωνή της Λενιώς είχε μαλακώσει, έλιωνε σα μέλι· και έτσι ζεστή και γλυκιά ήταν και η κουρασμένη έκφρασή της. «Πόσο περήφανη είμαι για σένα. Μόνο αυτό μου φτάνει, να ξέρω ότι είσαι καλά».
Της έσφιξε τα χέρια, μα ήταν σαν να έσφιγγε την ίδια την καρδιά της στις χούφτες της.
«Μου έλειψες τόσο πολύ...»
«Κι εμένα».
«Σ' αγαπώ».
Και η Δρόσω πλάνταξε στο κλάμα, γνωρίζοντας ότι ποτέ ξανά δε θα άφηνε τον εαυτό της να απαντήσει. Θα μόλυνε την αδερφική αγάπη άμα την έπιανε στο στόμα της.
Έκλαιγε και τώρα, στα σκαλιά ενός άλλου νοσοκομείου. Δεν κατάλαβε πώς ξεκίνησε μα έτρεχαν ρυάκια στα μάγουλά της. Κράτησε σφιχτά τα μπράτσα της στην ανάμνηση της Λενιώς να της ζητάει να της πει ένα τραγούδι. Κι όσο της το τραγουδούσε, το άκουγε και μέσα στο μυαλό της με τη φωνούλα του γιου της. Έστω κι αυτή η υπόνοια της παρουσίας του στο ίδιο δωμάτιο με τη Λενιώ κόντεψε να κάνει την καρδιά της να σκάσει.
«Στο 'πα και στο ξαναλέω, στο γιαλό μη κατεβείς», τραγουδούσε ο Γιαννάκος μια ηλιόλουστη Κυριακή με τα χέρια του βουτηγμένα στο αλεύρι σαν έπλαθε κουλουράκια. «Κι ο γιαλός κάνει φουρτούνα και σε πάρει και διαβείς».
Εκείνη τον χάζευε απ' την άλλη άκρη του τραπεζιού, το κεφάλι γερμένο στην παλάμη της. «Κι αν με πάρει που με πάει;» τον ρωτούσε.
Αυτός χαιρόταν που τραγούδησε μαζί του. «Κάτω στα βαθιά νερά!»
«Κάνω το κορμί μου βάρκα
τα χεράκια μου κουπιά…»
«…το μαντήλι μου πανάκι
μπαινοβγαίνω στη στεριά».
Και οι φωνές τους μπλέχτηκαν με εκείνες από μια άλλη ανάμνηση, παλιά όσο και ο χρόνος. Τρία κορίτσια να απλώνουν μπουγάδα στην αυλή, τα μαλλιά τους πλεγμένα σε πλεξούδες που η μία έκανε στην άλλη.
«Στο 'πα και στο ξαναλέω
μη μου γράφεις γράμματα»
Ένας λυγμός διαπέρασε το κορμί της στα μαρμάρινα σκαλιά, και τύλιξε τα χέρια γύρω της πιο σφιχτά. «Γιατί γράμματα δεν ξέρω», τελείωσε τον στίχο μόνη της, μέσα στην ησυχία. «Και με πιάνουν κλάματα».
Και άφησε την φωνή της να αντηχήσει στην άδεια είσοδο ώσπου χάθηκε κι εκείνη.
«Δεσποινίς Σταμίρη;»
Δεν ξέρει πόσες ώρες μετά έσπασε η νοσοκόμα τη σιωπή, ήταν όμως τόσο απρόσμενη η εμφάνισή της που την έκανε να τιναχτεί. Γύρισε με το χέρι στο στήθος απ' το ξάφνιασμα.
«Ξύπνησε. Σας ζητάει».
Ένιωσε την καρδιά της να σκιρτάει κάτω από την παλάμη της.
Ίσως έπρεπε να ακολουθήσει τη νοσοκόμα, όμως η Δρόσω δεν είχε μυαλό για τυπικότητες κι έτσι την προσπέρασε δίχως λέξη και διέσχισε γοργά το διάδρομο. Σκαρφάλωσε τα σκαλιά δυο-δυο για να φτάσει στο σωστό όροφο, και μέχρι να βρει το δωμάτιό του είχε πλέον λαχανιάσει. Ένα χάλι πρέπει να ήταν - αναψοκοκκινισμένη, μαλλί ένα κουβάρι, ρούχα με ξεραμένες πιτσιλιές – μα μόλις πέρασε το κατώφλι και συνάντησε ένα ζευγάρι ανήσυχα, καστανά μάτια… εκείνα πλημμύρισαν ανακούφιση.
«Να τη», έκανε η κυρία από το διπλανό κρεβάτι λες και την περίμεναν ομαδικώς, μα εκείνη ούτε άκουγε ούτε πρόσεχε, μόνο έδωσε δυο δρασκελιές και βρέθηκε δίπλα του.
Ήταν ζωντανός. Ήταν ξύπνος. Τη ζητούσε.
Αυτή η λαχτάρα και η ανακούφιση που αντίκρισε στο πρόσωπό του άνθισε και μέσα της, απλώνοντας ρίζες στον ίδιο της τον πυρήνα. Μόνο όταν βρέθηκε δίπλα στη κλίνη του ,κοντοστάθηκε, γιατί τελευταία στιγμή έπιασε τον εαυτό της πριν ορμήσει πάνω του. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε με αγωνία, και τα δάκτυλά της – που τόση ανάγκη είχαν να κρατήσουν κάτι – γραπώθηκαν γύρω από το μεταλλικό χερούλι του κρεβατιού του.
Έτρεμε η φωνή της. Έτρεμε ολάκερη.
Εκείνος ούτε πήρε χαμπάρι το δισταγμό της ούτε λογάριασε τίποτα, μόνο άπλωσε το χέρι του προς εκείνη και βούτηξε ό,τι βρήκε – τον καρπό της, τις τυλιγμένες χούφτες της, τον αγκώνα της. Απλώς για να την ακουμπήσει, σαν να έψαχνε, να έλεγχε αν ήταν αληθινή. Άνοιξε εκείνη τις παλάμες ζαλισμένη, και αμέσως ο Κωνσταντής έχωσε ανάμεσα τη μία δική του. Ήταν κρύα και αδύναμη σε σχέση με το συνήθως στιβαρό άγγιγμά του, μα φώλιασε μέσα στα χέρια της ατρόμητα.
«Καλά είμαι. Εσύ; Τι έγινε, σε πείραξε;» τη ρώτησε βραχνιασμένα, με τα επείγοντα του λόγια να μετατρέπονται απευθείας σε βήχα.
«Σσς, σσς...» του έκανε αυτόματα, χαϊδεύοντας τον να μερέψει. «Μια χαρά είμαι εγώ, μια χαρά…»
«Που είναι;»
«Δεν ξέρω, εξαφανίστηκε. Πώς νιώθεις;»
Αναστέναξε, ανήσυχος ακόμα. «Χάλια. Ο μικρός; Ξύπνησε;»
«Κωνσταντή», το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να της έρχεται είναι να γελάσει, όμως ήταν τόση η ένταση και τόσο άσχετη η ερώτηση που της ξέφυγε ένα γελάκι σαν έσκυψε πιο κοντά του. Είναι καλά… είναι καλά…
«Δεν είδε…;»
«Όχι, δεν είδε», τον διαβεβαίωσε. «Πονάς; Πες μου, τι…» Τι να κάνει; Τι να έκανε, τι μπορούσε να κάνει; Πλέον μάλλον τίποτα. Μόνο να κάθεται εδώ λες και δεν ήταν η ίδια η αιτία αυτού του πόνου.
«Πονάω, αλλά… είμαι… είναι και βαρύ το κεφάλι μου, δεν ξέρω…»
«Να ξεκουραστείς πρέπει, είσαι αδύναμος ακόμα», μουρμούρισε - αδύναμα κι εκείνη.
«Πώς είμαι;»
«Είπαν έχασες πολύ αίμα, και είχε ζημιά στο συκώτι σου οπότε έπρεπε να… κόψουν ένα κομμάτι», είπε αβέβαια. Δεν ήξερε αν είχε καταλάβει σωστά. «Αλλά αφού ξύπνησες θα δυναμώσεις. Όλα θα πάνε καλά».
Εκείνος άκουσε με προσοχή, γνέφοντας ψύχραιμα.
Και δεν ήταν η ώρα, να τον αφήσει έπρεπε, μα γλίστρησαν οι λέξεις σαν χείμαρρος από το στόμα της: «Συγνώμη Κωνσταντή, λυπάμαι τόσο πολύ. Δεν έχω λόγια να σου πω… Εγώ φταίω για όλα», και βούρκωσε για χιλιοστή φορά σε μια μέρα. «Συγνώμη…»
Έτσι, σαν και με τη Λενιώ. Άχρηστα, μικρά συγνώμη με το βλέμμα χαμηλωμένο, μόνο αυτά της είχαν μείνει. Και δεν ήταν αρκετά. Ποτέ δε θα ήταν αρκετά για την πνοή που σχεδόν του έκλεψε.
Μα εκείνος τράβηξε το χέρι από τα δικά της και ακούμπησε το πρόσωπό της. Και σκούπισε την αλμύρα από τα ροδαλά της μάγουλα. «Μην κλαίς».
Και ήταν γελοίο, ήταν υβριστικό, ήταν λάθος, λάθος, λάθος αλλά χαμογέλασε ξανά. «Αυτό μου είπες και χτες που…»
Και η φωνή της έσβησε.
Την κατάλαβε, όμως.
Το χάδι του σάστισε στο μάγουλό της. «Α… δεν κατάλαβα ότι το είπα. Φωναχτά».
Κατάπιε και γεύτηκε τα ίδια της τα δάκρια. Κι όταν τόλμησε επιτέλους να τον κοιτάξει, εκείνου τα μάτια ήταν ήδη πάνω της, να ατενίζουν το πρόσωπό της, να ψάχνουν. Πάντα να ψάχνουν.
«Νόμιζα ότι έφυγες», της παραδέχτηκε μετά από ένα λεπτό.
Να φύγει; Μετά από ότι έγινε… Μετά από όσα έκανε… Μετά από…
Να… φύγει;
Χίλιες απαντήσεις πέρασαν από το μυαλό της. Άλλες αναρωτιόντουσαν που αλλού είχε να πάει. Άλλες πείραζαν αυτή τη μόνιμη του ελπίδα να τη δει μακριά από αυτόν τον τόπο. Άλλες ήταν αστείες, να τον κάνει να ηρεμήσει, άλλες πιο σοβαρές γιατί δεν ήταν καιρός, και δεν είχε το δικαίωμα. Χίλια πράγματα είχε να του πει και τίποτα δεν κατάφερε να βγει από τα χείλη της, εκτός από ένα «Εδώ είμαι».
Και μόλις το ξεστόμισε εκείνος σαν να μέλωσε. Έτσι του το είπε ξανά. Και ξανά. Κάπως βρέθηκε να χαϊδεύει τα μαλλιά του, και συνέχισε να του το λέει μέχρι που το πίστεψε, που το πίστεψαν και οι δυο.
Τα μάτια του έκλειναν στο χάδι της, και καθώς η παλάμη του γλίστρησε από το μάγουλό της, εκείνη τη έπιασε και την άφησε απαλά στο στήθος του.
«Ξεκουράσου, Κωνσταντή… Θα είμαι εδώ όταν ξυπνήσεις».
Ήταν υπόσχεση. Και προς τους δυο τους. Γιατί δε θα δείλιαζε ούτε θα έτρεχε τούτη τη φορά, είχε σιχαθεί τον εαυτό της για κάθε επιλογή που είχε πάρει ως σήμερα και δε χωρούσε άλλη αηδία στο κορμί της. Για μια φορά θα κοιτούσε κατάματα τι είχε προκαλέσει. Θα μπορούσε να ζήσει με αυτό;
Ήταν μια καλή ερώτηση. Θα το μάθαινε.
Έδωσε κατάθεση λίγες ώρες αργότερα, όσο ο Κωνσταντής κοιμόταν. Κάθισε απέναντι από τον αστυνόμο και όσο δύσκολο κι αν ήταν έφερε στη μνήμη της τη χθεσινή ημέρα, λεπτό προς λεπτό. Τα λόγια που αντάλλαξαν στο σπίτι οι δυο άντρες, τον Κωνσταντή να τον τραβάει έξω, τον Τάκη να τον ρίχνει από τα σκαλιά, να ορμάει σε εκείνη… Ο ήχος του σουγιά να σκάει στο πεζοδρόμιο κουδούνισε στα αυτιά της. Θυμόταν τόσο καθαρά το ξάφνιασμα στο πρόσωπό του Κωνσταντή. Όταν κοίταξε την κοιλιά του ήταν σαν να μην το πίστευε.
«Είχε προηγούμενα μαζί του;» τη ρώτησε ο αστυνόμος καθώς συνέχιζε τα βιαστικά σκαλίσματα του στο σημειωματάριο.
«Όχι. Απλώς… ο Κωνσταντής με πλησίασε. Και ο Τάκης το παρερμήνευσε, όπως κάνει πάντα. Βρίσκει το χειρότερο για αυτόν σενάριο και το πιστεύει αλήθεια, και μετά απλά δεν σκέφτεται».
«Ήταν η κακιά η ώρα, λοιπόν», συμπέρανε ο ένστολος.
Η κακιά η ώρα… Ήταν, ναι. Δεν ήταν άνθρωπος ο Τάκης που σάρωνε τους δρόμους και έσφαζε κόσμο. Υπήρχαν τέτοιοι, είχε γνωρίσει μπόλικους από δαύτους. Κάθε νύχτα στις γειτονιές τις Τρούμπας σκούπιζαν κορμιά σαν τα αποτσίγαρα, κι ας μην κατάφερε εκείνη ποτέ να το συνηθίσει. Όμως την κακιά την ώρα την ήξερε καλά. Την καταλάβαινε καλύτερα από τον οποιοδήποτε. Θυμόταν τόσο καθαρά πώς το ένα χτύπημα έφερε το άλλο, την οργή να κυλά αχαλίνωτη στις φλέβες της, το κρανίο να υποχωρεί κάτω από την πέτρα με έναν κρότο, και το χέρι της να μην σταματάει μέχρι που βάφτηκε κόκκινο και γέμισε γλοιώδη κομμάτια…
Έτσι εύκολα βαφτίστηκε φόνισσα. Μέσα σε μία μόνο στιγμή. Αν δεν είχε τρομάξει τόσο… Όχι όταν ο Σέργιος έσκισε τα ρούχα της ή όταν την πέταξε κάτω, μα όταν την πλάκωσε και συνειδητοποίησε ότι ήταν βαρύς και δυνατός. Έλυνε τη ζώνη του, δεν την κρατούσε καν, μα και πάλι δεν μπορούσε να τον σπρώξει από πάνω της. Τον χτυπούσε, τον δάγκωσε στον ώμο, μα σαν εκείνος να μην ένιωθε. Και τότε ήταν που τα έχασε γιατί κατάλαβε ότι βρισκόταν στο έλεος του. Η ανάσα του ήταν τόσο παχιά και λαχανιασμένη και η παλάμη του στο στόμα της έκοβε τη δική της, φίμωσε τις κραυγές της, κι όσο εκείνη ούρλιαζε ο Σέργιος της έγλειψε το πρόσωπό. Τα χέρια του απ' τη ζώνη του πήγαν ανάμεσα στα πόδια της και έσπρωχναν τα υφάσματα, σκάλιζαν να ξεθάψουν, να βρουν, να αρπάξουν… Την έφτασε. Πριν τον τραβήξουν από πάνω της οι αδερφές της, για μια στιγμή, την έφτασε.
Αυτό ήταν το πρώτο άγγιγμα που γνώρισε. Ένα άρπαγμα.
Κι ήταν τόσος ο τρόμος, η οργή, η παραβίαση που ναι, ξέφυγε. Τον είδε να ορμάει στη Λενιώ, να απειλεί ότι θα σκοτώσει και τις τρεις και θόλωσε εντελώς, άρπαξε την πέτρα και δε σταμάτησε μέχρι που τον ένιωσε να ξεψυχάει. Ίσως να συνέχισε και τότε.
Την κακιά την ώρα την ήξερε, την καταλάβαινε και τη σεβόταν. Και ούτε πίστευε ότι ο Τάκης ήταν φονιάς. Αλλά εκείνος τι δικαιολογία είχε; Θόλωσε για ποιο πράγμα; Τι του άρπαξαν εκείνου; Είχε πάρει την κατρακύλα μήνες τώρα, έκανε τη μια βλακεία μετά την άλλη κι όταν οι συνέπειες του χτύπησαν τη πόρτα πήγε να σκοτώσει άνθρωπο για να τις γλιτώσει. Κόντεψε να πάρει μια ζωή, χωρίς να συνειδητοποιεί τι κάνει. Η κακιά η ώρα ήταν κι αυτό.
Μα σαν άκουσε τα λόγια από τον αστυνόμο, η Δρόσω μόνο νευρίασε. Και πείσμωσε. Και μίλησε.
«Δεν έχει συγγενείς, έχει όμως ένα καρδιακό φίλο στην Εύβοια. Μου τα είχε πει γιατί είχε κάτι τρελές ιδέες όταν ήμασταν μαζί, να φύγουμε και να ζούμε στην παρανομία, σαν φυγάδες δεν ξέρω. Να κλέβουμε τράπεζες και να περνάμε σύνορα και να έχουμε πλαστές ταυτότητες και…» Ξεροκατάπιε, ακούγοντας πόσο γελοία φάνταζαν τα λόγια της. «Τέλος πάντων, τον φίλο του τον λένε Βασίλη Κοντογιάννη. Εκεί θα πάει να κρυφτεί. Μένει σε ένα χωριό, την Αμάρυνθο. Και από εκεί θα φτιάξει τα χαρτιά του να φύγει για Τουρκία. Αυτό ήταν το σχέδιό του αν κάτι ποτέ πήγαινε στραβά. Αν δεν τον βρείτε εδώ τριγύρω εκεί θα έχει πάει».
Και επέστρεψε στον αστυνόμο το χαρτί με την υπογραφή της.
Αυτός την ευχαρίστησε για τις πληροφορίες. Την επαίνεσε που έκανε το σωστό και μετά ευχήθηκε ταχεία ανάρρωση για τον Κωνσταντή πριν φύγει. Και την άφησε με ένα παράξενο αίσθημα στα σπλάχνα της, μια μείξη ενοχής με κάτι καινούργιο που δεν ήξερε πώς να κατονομάσει. Δεν είχε σημασία, όμως. Άλλα προείχαν τώρα.
Πετάχτηκε σπίτι να δει τον μικρό. Έτρεξε αμέσως να την αγκαλιάσει, ήταν μέσα στην τρελή χαρά για τη χθεσινή ημέρα και απορούσε που πήγαν όλοι. Δεν του το έκρυψε, του είπε ότι ο Κωνσταντής χτύπησε και ήταν στο νοσοκομείο. Του είπε και ότι ο Τάκης ήταν που τον χτύπησε, και ότι τώρα τον ψάχνει η αστυνομία – αν τον δει οπουδήποτε να μην πάει μαζί του ό,τι κι αν του πει. Να τρέξει κατευθείαν σε εκείνη ή στην Κούλα. Όσο κι αν ήθελε να κρατήσει καθαρό το κεφαλάκι του, έπρεπε να ξέρει να για είναι ασφαλής.
Ο Γιάννος κατευθείαν ζήτησε να δει τον Κωνσταντή. Του υποσχέθηκε ότι θα τον έβλεπε μόλις γινόταν λίγο καλύτερα, όμως αυτό την ξάφνιασε σε μεγάλο βαθμό. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς είχαν περάσει την προηγούμενη ημέρα για να θρέφει τέτοια συμπάθεια για τον Κωνσταντή ο μικρός. Ήταν πολύ κλειστό παιδί, και ιδιαίτερα με τους άνδρες δεν ανοιγόταν ποτέ του, μόνο ζάρωνε και έμενε σιωπηλός κι απρόσιτος. Ο Τάκης τόσα χρόνια προσπαθούσε να τον πλησιάσει, και κάθε απανωτή αποτυχία τον πονούσε απ' την αρχή. Ορφανός είχε μεγαλώσει κι εκείνος στα στενά τις Τρούμπας, και η απόρριψή του ως πατρική φιγούρα του στοίχιζε πολύ. Και τώρα μέσα σε μια μέρα είχαν βρει τον Κωνσταντή και τον μικρό αποκοιμισμένους αγκαλιά με χάρτινα σπαθιά στα χέρια. Δεν ήξερε πώς έγινε και ούτε το καταλάβαινε, μόνο λυπήθηκε που έπρεπε να το δει και ο Τάκης.
Αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία. Δεν υπήρχε δικαιολογία.
Ο μικρός έμεινε πρόθυμα για λίγο ακόμα με την Κούλα, το μόνο άλλο άτομο που συμπαθούσε εκτός από την μητέρα του, και η Δρόσω της φίλησε τα χέρια για την πολύτιμη βοήθεια. Αυτή ανησυχούσε όμως για τη φύση του Κωνσταντή και δεν της το έκρυψε.
«Τα παλικάρια που μαζεύονται εδώ μέσα για καλοπέραση τα έχω φάει με το κουτάλι, κοκόνα μου. Σαν την κάλπικη δεκάρα τα ξέρω, και δαύτος όταν πρωτοεμφανίστηκε μπήκε κορδωμένος και ζήτησε θέση στα πίσω τραπέζια. Δεν είναι κανένας χθεσινός. Κι ήρθε μετά βαρύ πεπόνι να μας την βγει κι από πάνω, ότι τάχα μου αυτός δεν είδε παπά κώλο».
«Έννοια σου Κούλα και ούτε εγώ είμαι χθεσινή. Έχουμε μια ιστορία και με μισό μάτι τον κοιτάζω από όταν ήρθε. Απλώς…»
«Απλώς;»
Και κάπου εδώ έμπαιναν σε επικίνδυνα μονοπάτια. «Δεν ξέρω».
«Σου φαίνεται διαφορετικός», υπέθεσε η Κούλα. «Ότι δεν είναι σαν τους άλλους εδώ μέσα».
«Δεν τρώω άχυρα, ξέρω τι είναι και τι είναι η οικογένειά του. Πάντα ήξερα. Αλλά μου έδειξε… κι άλλα. Είδα κι άλλα που δεν περίμενα…» έσβησε η φωνή της όταν πρόσεξε πώς την κοιτούσε. «Ξέρω πώς ακούγεται. Κι εγώ που τα λέω απορώ».
Η Κούλα την πήρε από το χέρι. «Εγώ λέω… ότι σου πόνεσε το δοντάκι για τον ψηλέα, και βλέπεις να στάζει μέλι το στόμα του».
Αναστέναξε. «Σοβαρά σου μιλάω».
«Σοβαρά μιλάω κι εγώ. Λόγος δε μου πέφτει στη ζωή σου, δεν είμαι μάνα σου να σε ορμηνέψω τι να κάνεις. Και χειρότερα από τον σκερβελέ που διάλεξες δύσκολα θα έβρισκες. Το μόνο που λέω είναι πρόσεχε μη σου βγει κι αυτός διαόλου κάλτσα».
«Δεν είναι έτσι, δεν ξέρεις… Ο Κωνσταντής με βοήθησε».
«Κι ο Τάκης αυτό ήθελε. Και ο Φίλιππος».
«Όχι χωρίς αντάλλαγμα».
«Άκου με, κοκόνα μου… Εσύ το 'χεις συνήθειο να εμπιστεύεσαι εύκολα. Και μετά απορείς που τρως τα μούτρα σου».
«Έννοια σου κι έμαθα».
Η Κούλα γέλασε. «Δε μαθαίνεται να μη ψάχνεις το καλό στους ανθρώπους».
«Εγώ; Ψάχνω το καλό στους ανθρώπους;» Γέλασε κι εκείνη με τη σειρά της. «Τα θες και τα λες, μαντάμ Κούλα;»
«Αμ το ψάχνεις… Το ψάχνεις μέχρι να το βρεις, στα πιο απόκρημνα μέρη. Και έχεις μάθει να αρκείσαι σε μια στάλα καλοσύνης. Αυτή βλέπεις και μένεις δίπλα τους, και βασανίζεις τη καρδούλα σου».
Πείσμωσε εκείνη. Έσφιξε τις γροθιές της, έτριξε τα δόντια της. «Δε μου αξίζει κάτι άλλο».
«Κάνεις λάθος».
«Δεν ξέρεις τι έχω κάνει».
«Για κανένα λάθος δεν αξίζει τέτοια τιμωρία».
Ήταν η δεύτερη φορά που το άκουγε. Η πρώτη ήταν το βράδυ στο αυτοκίνητο στη Φρεαττύδα, από τα χείλη τα δικά του.
Η Δρόσω τράβηξε το χέρι της από της Κούλας, τελειώνοντας εκεί την κουβέντα. «Να μην ανησυχείς για τον Κωνσταντή», είπε πριν φύγει με μια μελένια θλίψη να αγκαλιάζει τη φωνή της. «Από ό,τι φαίνεται ούτε αυτός μου αξίζει».
Στην πόρτα τη σταμάτησε ο Γιάννος, τρέχοντας πάνω της με μια φρέσκια ζωγραφιά στο χέρι. Ήταν δυο φιγούρες, προφανώς ο Κωνσταντής με εκείνον πάνω στους ώμους του. Είχαν χάρτινα καπέλα και σπαθιά ίδια με αυτά από χθες το βράδυ και περπατούσαν στη προβλήτα· γύρω τους θαλασσοπούλια, ένα καρότσι με παγωτό, και μπλε και κόκκινα αμάξια. Χαμογελούσαν και οι δυο.
«Πες του περαστικά μανούλα, εντάξει;»
Εκείνη ίσα που μπορούσε να μιλήσει. Έγνεψε κι έσκυψε να του φιλήσει τα μαλλάκια του. «Είναι πολύ γλυκό αυτό που έκανες. Θα νιώσει ήδη καλύτερα όταν του το δώσω, είμαι σίγουρη».
«Ωραία».
Επέστρεψε στο πλευρό του Κωνσταντή, φωλιάζοντας στη καρέκλα δίπλα από το κρεβάτι του. Του είχαν βγάλει τη μάσκα όσο έλειπε, ήταν μάλλον καλό σημάδι. Γύρισε και αντίκρισε εκείνη τη κυρία από το διπλανό κρεβάτι να ψαχουλεύει τη τσάντα της πριν τη κουμπώσει. «Έγινε κάτι όσο έλειπα;»
«Μμ; Α όχι καρδιά μου, όπως τον άφησες. Πάω στο κυλικείο, να σου φέρω κάτι;»
«Όχι, είμαι καλά. Σας ευχαριστώ πολύ».
«Τίποτα, κορίτσι μου».
«Ο άντρας σας;» ρώτησε κι έγνεψε προς το άδειο κρεβάτι.
«Για μιαν εξέταση τον πήραν, να δούμε πώς πάει. Σήμερα-αύριο βγαίνουμε».
«Με το καλό. Περαστικά εύχομαι… Με συγχωρείτε που δε σας μίλησα πριν. Μέσα στην ταραχή…»
«Αλίμονο κοπέλα μου, τι τα μελετάς! Ο δικός σου; Πώς είναι;»
Δεν τη διόρθωσε. «Μίλησα πριν με τον χειρούργο. Αφού ξύπνησε, τα δύσκολα τα πέρασε. Θα γίνει καλά».
«Μπράβο, μπράβο… Μπράβο το παλικάρι. Μια χαρά θα πάνε όλα μην ανησυχείς. Φαίνεται αυτός έχει δυνάμεις μέσα του. Να δεις πώς μας τρόμαξε όταν ξύπνησε, πετάχτηκε πάνω κι άρχισε να σε φωνάζει. Δρόσω, σωστά;»
Της στάθηκε η μιλιά στο λαιμό.
«Έλα βρε τσούπρα μου που ντρέπεσαι, δεν τα ξέρεις; Έτσι κάμνουν οι άντρες. Δείχνουν πρωτοπαλίκαρα κι άπαξ κι εύρουν τα δύσκολα πάνε και κρύβονται σαν τα κουτσούβελα πίσω από τις ποδιές μας. Τώρα θα τους μάθουμε… Εσένα μια φορά εικόνισμα σου έστησε, ο άμοιρος ακόμα να μιλήσει δεν μπορούσε καλά-καλά κι αρχίνισε να ρωτά αν είδαμε ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά με κατάξανθα μαλλιά και κάτι γαλανά μάτια που δεν ξεχνιούνται. Είδε κι έπαθε η νοσοκόμα να τον κρατήσει σε μια μεριά να τον εξετάσει, εδώ σηκώθηκα κι εγώ να του πω ότι εδώ ήσουν μπας και κάτσει σε χλωρό κλαρί. Μωρέ μέχρι και τα σωληνάκια του πέταξε δαύτος, τον ελυπήθηκε η ψυχή μου. Ποιητή βρήκες κοκόνα μου, όμορφα τα ματάκια σου μα αν τον άκουγες να μιλάει για αυτά θα 'λεγες βλέπει οράματα απ' τα φάρμακα». Η γυναίκα γέλασε μόνη της, κι έπειτα έκλεισε τη τσάντα και την πήρε μαζί της. «Ώ ρε πρέπει να πάρω εκείνα τα κορδόνια για τα γυαλιά γιατί μια ζωή στο σπίτι τα ξεχνάω, και δίχως αυτά δε θωρώ την τύφλα μου. Άμα δεν έχει μυαλό ο άνθρωπός… Δε θέλεις τίποτα είπαμε, ε;»
«Όχι, ευχαριστώ».
«Άντε, επιστρέφω».
Και την άφησε στις σκέψεις της.
Εκείνος δεν είχε σαλέψει, ακόμα χλωμός και αδύναμος φάνταζε, μα κάτι ήταν αλλιώτικο. Δεν την τρόμαζε η όψη του μήτε ήταν μπουνιά στα σωθικά της, μόνο ανακούφιση της έφερνε. Το βλέμμα της ακολουθούσε τη καμπύλη της μύτης του, γλιστρούσε στα ζυγωματικά του, χάιδευε τα βλέφαρά του κι έπειτα ξεκινούσε πάλι από την αρχή. Και την επόμενη φορά που άνοιξαν τα μάτια του, εκείνη ήταν εκεί. Όπως υποσχέθηκε.
«Γειά σου».
Άργησε να εστιάσει πάνω της, σαν να μην μπορούσε να συγκεντρωθεί. Μόλις το έκανε όμως ήταν λες και ξύπνησε απότομα, λες και γλίστρησε μέσα του ζωή. «Δρόσω».
Εκείνη έτριψε απαλά το μπράτσο του, χωρίς δισταγμό αυτή τη φορά.
«Τι… τι ώρα είναι; Πόση ώρα κοιμάμαι;»
«Πρέπει να είναι απόγευμα», υπέθεσε. «Δεν παίρνω όρκο. Πώς νιώθεις;»
«Διψάω».
Πήρε το ποτήρι από το κομοδίνο και τον βοήθησε να πιεί στηρίζοντας του το κεφάλι. Σε κάθε γουλιά ο Κωνσταντής ξίνιζε τα μούτρα του.
«Πονάς;» τον ρώτησε καθώς το άφηνε κάτω ξανά.
«Ε, τσιμπάει λίγο».
«Θα φέρω τη νοσοκόμα, να σου δώσει κάτι να ηρεμήσεις».
«Όχι ακόμα, περίμενε. Δε θέλω να ξανακοιμηθώ».
«Λένε πρέπει να ξεκουράζεσαι, το χρειάζεσαι».
«Κάτσε βρε κορίτσι μου να καταλάβω λίγο τι μου γίνεται. Να σε δω μια στιγμή».
Στριφογύρισε τα μάτια της, μα ένα χαμόγελο έπαιζε με τα χείλη της.
«Έμεινες».
«Σου κάνει εντύπωση;»
Όταν δεν της απάντησε, έγνεψε μόνη της. Και εκείνης το ίδιο.
«Πάντως πέρασα από το σπίτι. Ο Γιάννος μου είπε να σου πω περαστικά. Και να σου δώσω αυτό».
Κράτησε όρθια μπροστά του τη ζωγραφιά για να τη δει. Εκείνος κοντοστάθηκε για ένα λεπτό, μέχρι που τα καστανά του μάτια απάλυναν. Ήταν λες και λίγα από τα χρώματα της ξυλομπογιάς γλίστρησαν στο πρόσωπό του, κι έβαψαν ροδαλά τα ως τώρα χλωμά του μάγουλα. «Βρε μπαγάσα…» μουρμούρισε τρυφερά.
Η Δρόσω ακούμπησε τη ζωγραφιά στο κομοδίνο στοργικά. «Μάγια του έκανες;»
«Μάλλον το ανάποδο». Κι έκλεισε για λίγο τα βαριά του βλέφαρα. «Του το είπες, ε;»
«Ήθελα να ξέρει γιατί λείπω. Και κυρίως να ξέρει να φυλάγεται από τον Τάκη, αν ξαναεμφανιστεί».
Φούντωσε, σαν να θυμήθηκε ξαφνικά. «Το ρεμάλι. Το παλιοτόμαρο».
«Σσς… καλέ…» άπλωσε το χέρι να τον μερέψει, στρώνοντας τα μαλλιά του απαλά. Και τότε, ανέμελα, ο δείκτης της ακολούθησε τη καμπύλη της μύτης του, γλίστρησε στα ζυγωματικά του και χάιδεψε τα κλειστά βλέφαρά του, αντιγράφοντας πιστά το μονοπάτι που συνεχώς διέσχιζε το βλέμμα της όταν αυτός κοιμόταν. «Πάει τώρα. Έφυγε».
Όταν το άγγιγμά της άφησε τις βλεφαρίδες του εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Ζαλισμένος φάνταζε.
«Τον ψάχνει η αστυνομία», του παραδέχτηκε τότε. «Έδωσα κατάθεση, είπα που μπορεί να κρύβεται. Όπου να 'ναι θα τον βρουν».
Έδειξε έκπληκτος. «Γιατί;»
«Τι γιατί;»
«Γιατί τον κάρφωσες;»
Η Δρόσω συνοφρυώθηκε. «Γιατί ήταν το σωστό».
Εκείνος γέλασε βραχνά.
«Τι;»
«Με δουλεύεις».
«Όχι».
«Έλα, άσε τις μπαρούφες και πες μου».
«Τι εννοείς;»
«Από πότε σε ένοιαξε εσένα το σωστό, ρε Δρόσω;»
«Φυσικά και με νοιάζει. Μόνο αυτό με νοιάζει».
Εκείνος ξεφύσηξε. «Σκας γάιδαρο εσύ, ε;»
Δεν καταλάβαινε.
«Θες να μου πεις ότι αν μαχαίρωνε οποιονδήποτε παλικαρά θα τον έδινες στους μπασκίνες; Δε θα τον έκρυβες να τον γλιτώσεις;»
Την κόμπλαρε η φράση του, τόσο που κόλλησε το μυαλό της. Κι όσο κυλούσαν τα δευτερόλεπτα έμεινε εκεί σαν χαμένη να τον κοιτάζει.
Με κάθε νέο χτύπημα του ρολογιού μια μικρή δόση σκανδαλιάς γλιστρούσε στην έκφραση του Κωνσταντή. Ώσπου τελικά: «Με μένα είναι αλλιώς».
Ήταν τα ίδια λόγια που της είχε πει κάποτε… 'Με σένα είναι αλλιώς'. Και ευχήθηκε επί τόπου ν' άνοιγε η γη να την καταπιεί.
Δεν είχε καταλάβει πώς είχε φτάσει ως εδώ. Γύρισε ο κόσμος ανάποδα μέσα σε λίγες ημέρες. Αν της έλεγαν ότι ο Κωνσταντής Σεβαστός θα έμενε για πάρτη της Αθήνα και θα έκανε τη ζωή της γης Μαδιάμ, ικανή ήταν να τον είχε στείλει εκείνη στο κρεβάτι του πόνου χωρίς υπερβολή. Και τώρα τον είχε απέναντί της κι αντί να θέλει να του μπήξει καμιά τσουγκράνα στο λαιμό, εκείνη πάλευε να μερέψει το σφυγμό της κάτω από το βλέμμα του μπας και καταφέρει να αρθρώσει μια πρόταση. Πότε έγινε αυτό; Πώς έγινε; Αφού νεκρή δεν ήταν από γεννησιμιού της; Μη δεν είχε μονάχα ένα ξερό σύκο κρυμμένο μεσ' το στέρνο της, θαμμένο κάτω από πέτρες και κλαδιά; Πώς ήταν δυνατόν μια καρδιά καταραμένη να σκιρτάει;
Έφτασε μια στιγμή κάτω από το βραδινό ουρανό για να τα αλλάξει όλα, εκείνη η ηρεμία της παραλίας κι ο ήχος τον κυμάτων καθώς τον χάζευε να κοιμάται στη θέση του οδηγού. Τότε που η σελήνη έβαφε το πρόσωπό του ένα μωβ τόσο απαλό που φάνταζε λευκό, και που τα αστέρια είχαν γλιστρήσει όλα στις χούφτες του. Εκείνος τα κρατούσε γι' αυτό δεν βρίσκονταν στον ουρανό. Μέσα στα χέρια του είχαν κουρνιάσει, στο πιο απρόσμενα ζεστό μέρος του σύμπαντος. Κι όσο τα χείλη του έχασκαν μισάνοιχτα κι εκείνη παρακολουθούσε το στήθος του να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει αργά μαζί με την παλίρροια, εκείνη η αιώνια ερώτηση πλανιόταν μεσ' το νου της… Τι κάνεις εδώ;
Αυτό τον ρωτούσε όταν της έτριβε την πλάτη καθώς άδειαζε το στομάχι της στο πεζοδρόμιο. Κι όταν της φίλησε τον ώμο καθώς της κούμπωνε τα κουρέλια, πάλι αυτό ρωτούσε. Κάθε φορά που άνοιγε τα μάτια της, τα φώτα, την πόρτα, και τον έβλεπε μπροστά της. Τι κάνεις ακόμα εδώ; Γιατί δε με μισείς ακόμα;
Κι εκείνος ποτέ δεν απαντούσε. Όχι σαν να μην ήξερε. Μα σαν να περίμενε να το δει μόνη της.
«Κοκκίνισες».
«Σταμάτα».
«Έχω δίκιο λοιπόν;»
Είχε, πανάθεμά τονε. Με εκείνον ήταν αλλιώς. Γιατί όσες ενοχές κι αν ένιωθε, δεν ήταν εκείνες που την κρατούσαν στο προσκεφάλι του μα η ανάγκη της… αυτή η ξαφνική ανάγκη της να τον ακούει να αναπνέει. Να τον νιώθει, να ξέρει ότι είναι καλά.
Όμως αυτό ούτε στον εαυτό της δεν ήταν σε θέση να το παραδεχτεί. Γιατί αν αφηνόταν θα έκανε καμία τρέλα. Και τώρα προείχαν άλλα, δεν ήταν καιρός ούτε για τρέλες, ούτε για έρωτες, ούτε να σαστίζει έτσι σαν συνειδητοποιεί ότι είναι ακόμα ζωντανή. Ότι ακόμα μπορεί να νιώσει, να νοιαστεί... Κι ας ήταν ένα θαύμα. Κι ας ήταν όλο δικό του.
«Που πας;» τη ρώτησε όταν την είδε να πετάγεται από την καρέκλα.
«Να φωνάξω τη νοσοκόμα, να σε κοιμίσει να ησυχάσω».
Της βγήκε τόσο φυσικό, λες και δεν είχαν περάσει έξι χρόνια από την τελευταία φορά που πείραξε κάποιον. Και το γέλιο του Κωνσταντή αντήχησε στο δωμάτιο, τόσο δυνατό που ξύπνησε τον παππού απέναντι.
«Δε γλιτώνεις έτσι εύκολα από μένα, Δροσοσταλίτσα», την απείλησε, και το ξεραμένο φρούτο έδωσε άλλον έναν δειλό χτύπο.
Λένε ο τρόπος να σπάσεις μια κατάρα είναι να δώσεις νέο όνομα στον καταραμένο.
Υπάρχει κι άλλος ένας τρόπος. Έτσι λένε.
Μα εκείνη δάγκωσε τα χείλη της σαν τον χάζευε να γελά.
