.
Κλείσε, μη μας βλέπουνε λοξά οι ματιές του κόσμου
δώσ' μου το χειλάκι σου, που είν' απαλό, νωπό
Έχω κάτι ολόγλυκο, για σένα, απόψε, φως μου
έχω κάτι ολόγλυκο, σαν μέλι, να σου πω
'Τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής'.
Πρώτη φορά το είχε ακούσει από τα χείλη του κύριου Νέστωρα. Την είχε θαμπώσει αυτή η φράση, τότε, παλιά. Εννοείται το είχε πιστέψει. Όλα τα πίστευε τότε.
Φυσικά μεγαλώνοντας είχε μάθει ότι απ' όλα έχει ο μπαξές, και τα χειρότερα κτήνη είχαν ευγενικά μάτια. Δεν κρίνεται ο άνθρωπος από ένα βλέμμα, ούτε μια πράξη, ούτε μια αξία. Μια ιστορία είναι ο καθένας μας, και εμείς κρατάμε το στυλό στο χέρι. Εμείς την έχουμε γράψει, και εμείς θα την τελειώσουμε. Ίσως τα λάθη μπορούμε να τα σβήσουμε, μα πάντοτε θα μένει μια μουτζούρα. Κι αν είμαστε άξιοι συγγραφείς μπορεί να το πει μόνο όποιος τη διαβάσει όλη. Πράγμα που ποτέ δε θα καταφέρει κάποιος με μια μόνο ματιά.
Θυμόταν τον εαυτό της κοριτσάκι, να μιλάει αψήφιστα για πράγματα που νόμιζε πως καταλάβαινε. Να πιστεύει πως της πέφτει λόγος, πως εκείνη ξέρει… Και ο ίδιος της ο εαυτός της τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια. Από τότε μουτζουρώνει. Λέξεις, προτάσεις, σελίδες, μέχρι που τα μαύρισε όλα. Η ιστορία της έγινε μια μεγάλη μουτζούρα που κανείς ποτέ δε θα μπορούσε να διαβάσει. Κανέναν δε θα άφηνε. Δε θα το άντεχε.
Σταμάτησε λοιπόν να κρίνει τους ανθρώπους. Όμως κάπου στην πορεία σταμάτησε και να προσπαθεί να τους καταλάβει. Έκλεισε καλά τα παράθυρα τα δικά της και τους άφησε όλους έξω. Έμεινε μέσα μόνη της να μη τη δει ποτέ κανείς, μέσα σε ένα κενό τόσο απέραντο που μέσα του έβρισκες άστρα. Και το κενό της το έκρυβε πίσω από λέξεις και χαμόγελα, αμπάρωσε και σφάλισε να μη φανεί πόσο άδεια ήταν στα αλήθεια.
Και τώρα εκείνος πετούσε στο παράθυρό της πετραδάκια.
Ανάθεμά τονε.
Άφησε μια χαραμάδα, ίσα να τον κοιτάξει με τρόμο. Ήταν τρελός, δεν εξηγούνταν αλλιώς. Μόνο ένας τρελός θα περίμενε από εκείνη να σβήσει τις μουτζούρες της και να τον αφήσει να διαβάσει. Μα αυτός δεν της ζητούσε πια να τον προσκαλέσει μέσα. Να βγει έξω μαζί του ζήτησε. Μια βόλτα μεσ' τη νύχτα, λουσμένοι στο φως απ' το φεγγάρι. Και με αυτά τα κουταβίσια μάτια, άντε να του πεις όχι…
Κάθε μέρα πήγαινε στο νοσοκομείο να τον δει, και κάθε μέρα κάτι τους έπιανε μόλις πρωτοαντίκριζαν ο ένας τον άλλο. Μόνο αυτό της έλειπε, σκεφτόταν, αλλά αν ήταν μια φορά δύσκολο να συγκρατήσει κανείς δάκρυα, να κρύψει ένα χαμόγελο ήταν δέκα. Καινούργια γνώση αυτή, την είχε διαγράψει η μνήμη της.
Τις πρώτες μέρες ο Κωνσταντής κοιμόταν πολύ, θαύμα ήταν να τον πετύχει ξύπνιο. Κι όταν το έκανε δυο κουβέντες κατάφερναν να ανταλλάξουν πριν βαρύνει ξανά. Από τη μία ήταν δύσκολο να τον βλέπει τόσο ταλαιπωρημένο, από την άλλη αυτό το ρητό με τον ύπνο που έθρεφε τα μωρά μάλλον ίσχυε για όλους. Μέρα με τη μέρα τον παρακολουθούσε να δυναμώνει όλο και περισσότερο, μέχρι που δε χρειαζόταν πια η νάρκη. Και τώρα με τη λίγη άδεια που της έδωσε ο Νώντας από το μαγαζί μέχρι να μπουν όλα σε μια τάξη -όση τάξη ήταν δυνατόν τέλος πάντων- τα βράδια άρχισε να κοιμάται κι εκείνη. Και όταν περνούσε τη νύχτα με τον Γιάννο χουχουλιασμένο στο πλευρό της, όλα φαίνονταν λίγο πιο εύκολα το πρωί.
Το ανδρόγυνο από τη διπλανή κλίνη πήρε σύντομα εξιτήριο, το ίδιο και ο ένας από τους παππούδες. Καινούργιοι ασθενείς μπήκαν και βγήκαν, μα εκείνον τον κρατούσαν μέχρι να σιγουρευτούν ότι γλίτωσε από τη μόλυνση που αναπόφευκτα είχε πάθει η τομή του, κι ότι το συκώτι του αναπλαθόταν φυσιολογικά.
Ναι… «αναπλαθόταν».
«Ξέρεις τι μου θυμίζει;» τη ρώτησε ένα μεσημέρι που τα συζητούσαν. Το μαύρο χιούμορ τους έσωσε εκεί μέσα, καθώς φαίνεται ήταν κάτι που είχαν κοινό τους. «Που είχα πετύχει έναν εργάτη να σφάζει μια κότα κι όταν της έκοψε το κεφάλι εκείνη συνέχισε να περπατάει κανονικά».
«Α ναι», συμφώνησε κι εκείνη καθώς καθάριζε με τα δόντια της έναν ηλιόσπορο. «Και μια δική μας το είχε κάνει όταν την έσφαξε ο πατέρας». Του πρόσφερε το σακουλάκι.
«Ναι αλλά με σπόρια θα τη βγάλουμε;» της γκρίνιαξε.
«Εμείς τις κότες σπόρια τις ταΐζαμε, δεν ξέρω για εσάς».
Α ναι, χιούμορ. Άλλο ένα πράγμα που την ξάφνιασε με τον εαυτό της.
Φαγάνας της βγήκε, μεγάλος φαγάνας. Το κατέβαζε το φαγητό του νοσοκομείου σε δευτερόλεπτα, και είχαν βαρεθεί να του αρνιούνται δεύτερο πιάτο οι νοσοκόμες. Και μετά γυρνούσε για βοήθεια σε εκείνη. Βρε καλέ μου βρε χρυσέ μου δεν κάνει, εκεί αυτός. Μια φορά του τρύπωσε φιδέ για βραδινό μα πάλι της ξίνισε.
«Φιδέ;»
«Κοίτα να με ευχαριστείς που σήμερα θα χορτάσεις», είπε καθώς ακουμπούσε τη γαβάθα (τη λες και κατσαρόλα) στο κομοδίνο, «και όταν βγεις με το καλό θα σου φτιάξω συκωτάκι να δυναμώσεις».
«Φτιάξε μου από τώρα μπας και μεγαλώσει το δικό μου μια ώρα αρχύτερα».
«Κωνσταντή».
Κι σύντομα έφτασε η μέρα που μπήκε στο δωμάτιο του και τον βρήκε όρθιο, να στηρίζεται πάνω στην νοσοκόμα με μια έκφραση συγκέντρωσης που έσπασε εντελώς μόλις την είδε. «Καλώς τη».
Κόντεψε να της πέσει η τσάντα. Την παράτησε όπως-όπως στο κρεβάτι κι έβαλε φτερά να σταθεί δίπλα του. Ένα βήμα τους χώριζε και το έκανε εκείνος, το πρώτο του. Έδειχνε τόσο περήφανος που τα κατάφερνε. Ήταν τόσο όμορφο το πρόσωπό του έτσι φωτεινό που την έκανε να χάσει τον ειρμό της, και το μόνο που βρήκε να του πει σαν τον κοιτούσε ήταν, «Ψήλωσες».
Εκείνος γέλασε για ακόμη μια φορά.
Την πρώτη φορά που έκανε μπάνιο ταλαιπωρήθηκε πολύ. Κουράστηκε και πονούσε, κι έπειτα απογοητεύτηκε που κουράστηκε και πονούσε, μα όλα αυτά σαν να προσπαθούσε να της τα κρύψει κι εκείνη δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Το κακό παράγινε όταν ήρθε ο γιατρός να του δείξει πώς να αλλάζει τη γάζα, κι εκείνος με ένα σφιχτό χαμόγελο της ζήτησε να βγει έξω.
«Θέλω να δω για να σε βοηθάω».
«Δε σε θέλω για νοσοκόμα, Δρόσω. Θα το κάνω μόνος μου, πήγαινε».
Εκείνη βγήκε έξω με έναν κόμπο στο λαιμό, κι αλήθεια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό ξαφνικά.
Όταν αργότερα μάζευε τα πράγματά της να φύγει της έπιασε το μπράτσο και την σταμάτησε. «Δρόσω».
«Τι;»
«Μου θύμωσες;»
Δεν του απάντησε, μόνο κοίταξε τον τοίχο μπροστά της.
«Έλα, συγνώμη για πριν. Ακούστηκε απότομο, δεν το εννοούσα έτσι».
«Και τότε πώς το εννοούσες;»
Δεν της απάντησε.
«Με θεωρείς αδύναμη, έτσι δεν είναι;»
«Τι; Όχι».
«Ότι δεν μπορώ να διαχειριστώ τίποτα».
«Πώς σου ήρθε αυτό τώρα;»
«Τι να σκεφτώ, Κωνσταντή, όταν πας να μου κρυφτείς σαν να είμαι κανένα μωρό;»
«Μωρό;» κάγχασε από την έκπληξη. «Σαν μωρό νομίζεις σε βλέπω;»
«Δεν μπορώ να βρω άλλο λόγο που το παίζεις βαρύς κι ασήκωτος σήμερα».
«Νόμιζα τέτοιοι σ' άρεσαν», είπε καυστικά, και το είδε στα μάτια του ότι το μετάνιωσε πριν καλά-καλά βγει από το στόμα του. «Συγνώμη-»
«Καληνύχτα, Κωνσταντή».
«Συγνώμη!» πήγε να την κρατήσει ξανά αλλά του ξεγλίστρησε. «Περίμενε, Δρόσω, συγνώμη!»
«Τι κάνεις, έχεις τρελαθεί;» είπε όταν τον είδε να πάει να την ακολουθήσει. «Κάτσε κάτω».
«Μη φύγεις έτσι, περίμενε, βλακεία είπα».
«Κάτσε κάτω».
«Εσύ πρώτη».
«Τι αμαρτίες πληρώνω…» είπε και σωριάστηκε στην καρέκλα.
Κάθισε κι εκείνος διστακτικά. «Συγνώμη, αλήθεια. Είμαι ηλίθιος».
«Παρακάτω».
«Δεν το παίζω βαρύς βρε Δρόσω, τίποτα δεν το παίζω, απογοητευμένος είμαι. Δεν καταλαβαίνεις; Κάθε μέρα προσπαθώ και κάθε μέρα τρώω τα μούτρα μου. Έχω κολλήσει εδώ μέσα και σε κόλλησα κι εσένα να με νταντεύεις, κοντεύω εβδομάδα και ίσα να πάω μέχρι τη τουαλέτα μπορώ».
«Μαχαιριά έφαγες Κωνσταντή, κόντεψες να μου μείνεις στα χέρια. Δεν είναι παίξε γέλασε».
«Το ξέρω αυτό».
«Τότε άσε τις παλικαριές κι άσε με να σε βοηθήσω».
«Κόφτο σου λέω, δεν προσπαθώ να σου μπω στο μάτι. Να με κοιτάς και να με λυπάσαι δε θέλω. Αυτό είναι που δεν αντέχω. Να με βλέπεις έτσι αδύναμο».
«Όπως με έβλεπες κι εσύ τόσο καιρό».
Του έκοψε τη φόρα αυτό. Και πάλι όμως κούνησε το κεφάλι του, «Δεν είναι το ίδιο».
«Όχι;»
«Όχι. Ούτε σε λυπήθηκα ούτε έμεινα δίπλα σου από ενοχές. Ή από υποχρέωση. Σε έβλεπα έτσι και πονούσα. Εγώ ήθελα να σε φροντίσω».
Ενοχές… υποχρέωση;
Άφησε τα λόγια του να στεριώσουν για μια στιγμή, να φωλιάσουν μέσα της. Τρόμαξε που το άκουσε, σαν εκεί που νόμιζε ότι πατούσε σε σταθερό έδαφος η γη να γλίστρησε κάτω από τα πόδια της. Τόσες πλάκες, τόσα πειράγματα… 'Με μένα είναι αλλιώς' την τσιγκλούσε και γελούσε με το κοκκίνισμά της, και στην πραγματικότητα τόσο καιρό πίστευε ότι εκείνη βρισκόταν εκεί για να τον ξεπληρώσει;
Μετά από ένα λεπτό, με τη φωνή του να κουδουνίζει ακόμα στα αυτιά της, σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε στα μάτια. «Και είναι τόσο δύσκολο να πιστέψεις ότι θέλω το ίδιο;»
Όταν αντέδρασε με ένα ξάφνιασμα, η Δρόσω δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι ήθελε να είναι δίπλα του, ήταν ξεκάθαρο. Το 'γιατί' δείλιασε να τον ρωτήσει, δεν ήξερε αν θα μπορούσε να διαχειριστεί την απάντηση. Όμως της μπήκαν σκέψεις, πάντα της έμπαιναν. Φυσικά και δε θα την πίστευε. Κανείς δε θα την πίστευε. Τέτοια πατσαβούρα που ήταν, ποιος θα περίμενε να νιώθει πράγματα στα αλήθεια; Και η ίδια για μια παραίσθηση το είχε. Θραύσματα ζωής που είχαν ξεχαστεί για λίγο στο σώμα της, κι όπου να 'ναι θα έφευγαν κι εκείνα. Δεν τον αδικούσε που έβλεπε το σκάρτο κι άδειο πλάσμα που ήταν.
«Ούτε εσύ με πιστεύεις».
Τον κοίταξε με απορία, χαμένη ακόμα στη θύελλα.
«Δεν πιστεύεις ότι σε νοιάζομαι στα αλήθεια, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε.
Όχι. Όχι, δεν το πίστευε στα αλήθεια. Το δεχόταν γιατί δεν είχε ενέργεια να τον πολεμάει, μα δεν το πίστευε στα αλήθεια. «Δεν αξίζω κανενός το νοιάξιμο».
«Και είναι τόσο δύσκολο να πιστέψεις ότι νιώθω το ίδιο;» χρησιμοποίησε τα ίδια της τα λόγια.
Αυτό ήταν, εν τέλει, που θα την κρατούσε ξύπνια όλο το βράδυ. Αυτή η συνειδητοποίηση ότι ποτέ της δεν τον είδε. Δεν τον κοίταξε, όχι στα αλήθεια. Γιατί δεν της είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορεί να νιώθει έτσι. Στα χειρότερά της, όταν ο κόσμος όλος έγινε τείχη που στένευαν και την ασφυκτιούσαν, εκείνος της μίλησε για λάθη, για ενοχές, για λύτρωση και αυτοτιμωρία. Μίλησε σαν να ήταν στο μυαλό της, σαν να διάβαζε κάθε της σκέψη. Κι εκείνη, κλεισμένη πίσω από τα δικά της κλειστά πατζούρια, πότε δεν αναρωτήθηκε το πώς. Ποτέ δε σκέφτηκε τι περνούσε από το μυαλό του, μέχρι που από μόνος του έκανε ένα βήμα μπροστά και της άνοιξε μια χαραμάδα στα δικά του τα λημέρια. Και δεν ήταν ότι δεν ντρεπόταν ή ότι δε φοβόταν, σχεδόν είχε ζαρώσει από τη συστολή και τα μάγουλά του είχαν πάρει ένα χρώμα ροδαλό. Μα συνέχισε να την κοιτάζει με βλέμμα σταθερό. Την άφησε να δει. Βάθη καστανά την πλημμύρισαν, πονεμένα, πληγωμένα. Μια πληγή… μια μεγάλη, ορθάνοιχτη πληγή, κι ένα κενό τόσο βαθύ… τόσο απέραντο που μέσα του χωρούσαν ολόκληροι γαλαξίες, λαμπίριζαν χιλιάδες μικροσκοπικά άστρα που ξάφνου ήθελε να αγγίξει. Ένα κενό ίδιο, ολόιδιο, με το δικό της.
«Πάντως για ένα πράγμα έχεις δίκιο», της είπε τελικά. «Θα προτιμούσα να σε γλίτωνα από πράγματα που θα σε πλήγωναν, που δε χρειάζεται να δεις. Παλιά σε θυμάμαι ήσουν αλλιώς, σωστή πριγκηπέσα, αλλά… Μάλλον ξέμαθες να σε φροντίζουν».
«Κι εσύ μάλλον...», μουρμούρισε εκείνη, «…δεν έμαθες ποτέ».
Να τη πάλι η πληγή, ορθάνοιχτη. Και εκείνη τη στιγμή, για ένα λεπτό μονάχα, η Δρόσω θα ορκιζόταν ότι ο κύριος Νέστωρας είχε δίκιο. Ότι η ψυχή στα μάτια ήταν κρυμμένη, φτάνει να σου άνοιγε κανείς τα παραθύρια να τη δεις.
Μετά από αιώνες, διστακτικά, ο Κωνσταντής της χαμογέλασε ξανά. «Μάλλον».
Είχε περάσει καιρός από όταν σκέφτηκε κάτι πέρα από την Τρούμπα και τον γιό της. Κι ακόμα περισσότερος από όταν θέλησε κάτι εκτός από τη τιμωρία της. Και τώρα κάτι νέο γεννήθηκε μέσα της, ένιωσε το γλυκό μυρμήγκιασμα μιας νέας επιθυμίας να τη γαργαλάει συνεσταλμένα. Ήθελε… να δει πώς θα αντιδρούσε στην στοργή της. Ήθελε να κοιτάζει τα μάτια του τη στιγμή που συνειδητοποιούσε ότι τον νοιάζεται. Και πιο πολύ απ' όλα αυτά, ήθελε για εκείνον να τα νιώσει.
Υπήρχε πάντα αυτή η φωνή στο μυαλό της που ούρλιαζε ότι τίποτα από αυτά δεν είχε να του δώσει εκείνη. Να τον έδιωχνε μακριά της έπρεπε αν τον νοιαζόταν πραγματικά, γιατί μόνο έτσι υπήρχε περίπτωση να τα νιώσει ποτέ· σε ξένα χέρια. Και την πίστευε αυτή τη φωνή. Πόσο την πίστευε…
Όμως αυτή η καταραμένη, νεογέννητη επιθυμία της ήταν γλυκιά σαν νέκταρ και της θόλωνε το μυαλό, δεν μπορούσε να σκεφτεί όταν ήταν κοντά του. Ούτε όταν ήταν μακριά του, εδώ που τα λέμε. Ποτέ δεν την άφηνε, πετάριζε μέσα στα σωθικά της και ρόδιζε το δέρμα της κι έτσι ένιωθε σχεδόν άρρωστη – πιότερο κάθε μέρα που περνούσε. Άκουγε το όνομά του και σφιγγόταν το στομάχι της κι ανάθεμα αν καταλάβαινε τι σοι τρέλα την είχε καταβάλει.
Αυτό ήταν. Τρέλα, όχι επιθυμία. Ήταν τρέλα και τίποτα παραπάνω. Φταίει που πλησίαζε πανσέληνος.
Ο Τάκης ήταν άφαντος, ίχνος του δεν είχε καταφέρει να βρει η αστυνομία. Ούτε με το φίλο του στην Εύβοια βρήκαν άκρη, καθώς φαίνεται δεν είχε πάει εκεί. Δεν πρόλαβε; Είχε άλλο σχέδιο; Δεν γνώριζε, όμως ο Τάκης με θολωμένα τα μυαλά δεν ήταν παιχνιδάκι κι όσο δεν γνώριζε τις κινήσεις του δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Ήταν εκείνος με τον οποίο μοιραζόταν κάθε της σκέψη τα τελευταία 6 χρόνια. Ήξερε τα πάντα από την πρώτη στιγμή. Ήξερε ακριβώς πώς να την καταστρέψει αν ήθελε. Μα θα το έκανε;
Ήταν… αφυπνιστικό ότι δεν το γνώριζε. Ότι τον είχε ικανό.
Η Δρόσω κάθε πρωί πήγαινε τον Γιάννο στο σχολείο κι έφευγε κατευθείαν για το νοσοκομείο. Γυρνούσε να τον πάρει στο σχόλασμα και όλη την υπόλοιπη μέρα το σπίτι ήταν δικό τους. Έκαναν μαζί τα μαθήματα, ζωγράφιζαν, υπήρχε μια ηρεμία άνευ προηγουμένου. Φωνή δεν υψώθηκε μέσα στο διαμέρισμα. Εκτός από μια φορά που άρχισαν οι δυο τους να κυνηγιούνται και να γαργαλιούνται και σήκωσαν τον κόσμο, μα κανείς δεν ήταν εκεί για να τους την πει. Και κάθε βράδυ που μαγείρευαν παρέα κι ο μικρός πρότεινε να βάλλουν στο φαγητό κάποιο τρελό υλικό, κανείς δεν ήταν εκεί για να γκρινιάξει ότι το φαί δεν τρωγόταν. Ξίνιζαν τα μούτρα τους που το δοκίμαζαν όμως ήταν δικό τους, κι ήταν το πιο νόστιμο φαγητό στον πλανήτη.
Για δυο πράγματα τσακώθηκαν η Δρόσω με τον Κωνσταντή. Το πρώτο ήταν τι θα γίνει όταν τελικά έβγαινε. «Κάτσε να γίνω καλά και θα τα βρούμε», έλεγε εκείνος σαν το αύριο να ήταν μακρινό και να μην τους αφορούσε. Όμως μετά το νοσοκομείο θα χρειαζόταν βοήθεια και το ήξεραν και οι δυο. Η Δρόσω έφτασε στο σημείο να τον παρακαλεί να την αφήσει να του την προσφέρει, κι εκείνος απέφευγε με νύχια και με δόντια μια σαφή απάντηση ρίχνοντας λεμόνι στις πληγές της. Όμως δεν την πείραζε καν αυτό, την πείραζε που δεν έπαιρνε μιαν απόφαση. Αν του φαινόταν τόσο δραματικό να ερχόταν στο διαμέρισμα μαζί της, ας έπαιρνε τους δικούς του να τον φροντίσουν εκείνοι. Πάντως μόνος του δεν έμενε στο ξενοδοχείο, όπως κάποια στιγμή της ανέφερε. Κι όσο περνούσαν οι μέρες και τηλέφωνο στο Διαφάνι δεν έπαιρνε ούτε είχε μια υπεύθυνη στάση, τόσο ανησυχούσε η Δρόσω για το μέλλον του αντί για εκείνον. Ώσπου τελικά έφτασε ο κόμπος στο χτένι και πάτησε πόδι, και ένα πρωί που έκαναν βόλτα στην αυλή του ανακοίνωσε ότι ξενοίκιασε το δωμάτιό του στο ξενοδοχείο και τα πράγματά του βρίσκονταν πλέον στο σπίτι της.
Έξαλλος έγινε. «Γιατί κάνεις του κεφαλιού σου; Τι δουλειά είχες να ανακατευτείς;»
«Καμιά δουλειά δεν είχα. Όπως κι εσύ δεν είχες αλλά ανακατεύτηκες, και να 'μαστε τώρα. Κοίτα, δεν ξέρω τι έχει γίνει σπίτι σου και δεν μιλιέστε, αλλά μόνο σου δε θα σε αφήσω παρ'το απόφαση».
«Μια χαρά μιλιόμαστε αλλά λόγος δεν υπάρχει να τους μπλέξω. Καλά είμαι Δρόσω, το έχεις κάνει τεράστιο στο μυαλό σου ενώ δεν συμβαίνει τίποτα».
«Κόντεψες να μου μείνεις στα χέρια!» του φώναξε για χιλιοστή φορά.
«Ωραία, πάει αυτό».
«Όχι δεν πάει! Καθόλου δεν πάει, εδώ είναι! Κάθε βράδυ το ξαναζώ στον ύπνο μου και κάθε μέρα κάνουμε λες και είναι όλα μέλι γάλα, λες και δεν σε κρατούσα μια βδομάδα πριν στα χέρια μου καθώς ξεψυχούσες. Δεν ξέρω τι τραύματα έχεις βιώσει Κωνσταντή και είσαι τόσο ψύχραιμος, ξέρω όμως ότι εγώ έχω ζήσει πολλά όμως και πάλι τώρα δεν μπορώ να ηρεμήσω. Τη μια σπαρταρούσες την άλλη σώπασες, ήσουν χλωμός σαν το πανί, σου φώναζα κι εσύ δεν αντιδρούσες όμως είχαν μείνει τα μάτια σου ανοιχτά. Έχεις ιδέα πόσο τρόμαξα;»
Μάλλον δεν είχε. Δεν έδειχνε να έχει, έτσι που την κοιτούσε έκπληκτος. Για χιλιοστή, γαμημένη φορά. Λες και κάθε υπόνοια ότι τον νοιάζεται ήταν αδιανόητη, λες και χρειαζόταν τρανταχτές αποδείξεις και λέξεις συλλαβισμένες και υπογραμμισμένες για να το πιάσει. Εκείνη όμως όχι να τους τις υπογραμμίζει, ούτε να τις ψελλίσει δεν ήταν ικανή, ούτε καν να τις σκεφτεί. Εδώ καθόταν κι έριχνε ευθύνες στην πανσέληνο για την τρέλα που την περιτριγύριζε, κι εκείνος περίμενε να κάτσει και να του πει ξεκάθαρα… τι;
Δεν είχε λόγια να του πει.
Όσο εκείνος φάνταζε να πασχίζει να συγκρατήσει τα δικά του.
Τον έπιανε συνεχώς να την κοιτάζει. Εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε, ούτε ένιωθε τη παρουσία του να της γαργαλάει το δέρμα. Το απόγευμα που πήρε επιτέλους το εξιτήριο παράγινε το κακό, σε όλη τη διαδρομή με το ταξί έπαιζε νευρικά με τα χέρια της όσο ο Κωνσταντής φαινόταν συνεχώς στο τσακ να ανοίξει το στόμα του μα το μετάνιωνε την τελευταία στιγμή. Τι στο διάολο από όσα εκκρεμούσαν μεταξύ τους να ήθελε να της πει αυτή τη φορά… Δεν το ήξερε, αλλά παρότι ένα κομμάτι της ευχόταν να το ξεστόμιζε να τελειώνανε ό,τι κι αν ήταν, δεν ήταν αρκετά γενναία να βάλει μόνη της ένα τέλος. Έτσι τον άφησε να βασανίζεται και συνέχισε να παίζει με τα χέρια της.
Πίσω στο διαμέρισμα τους περίμενε ο μικρός με την Κούλα, και ένα σαλόνι στολισμένο με χάρτινα σημαιάκια δεμένα σε σπάγκο - ένα γράμμα από πολύχρωμες μπογιές στο καθένα. 'ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ', έλεγαν όλα μαζί.
«Βρήκε μόνος του πώς γράφεται η λέξη, εγώ απλά τον βοήθησα να τα στήσουμε», τους εξήγησε η Κούλα όσο ο μικρός έτρεξε στην αγκαλιά της μάνας του εκστασιασμένος. «Σιδερένιος, παλικάρι μου. Κι άλλο κακό να μη σε βρει».
«Ευχαριστώ», της απάντησε με το πρώτο ειλικρινές χαμόγελο προς το πρόσωπό της. Κι έπειτα γύρισε στον μπόμπιρα με τη φωνή του να λυγίζει από το βάρος. «Τι έφτιαξες πάλι ρε μπαγάσα, ε; Για μένα όλα αυτά;»
Εκείνος μόνο έγνεψε, μισο-κρυμμένος στη ποδιά της μάνας του σαν ξάφνου να τον ντράπηκε.
«Τι είσαι εσύ μωρέ; Τι παιδί είσαι εσύ…»
Η Δρόσω χάιδευε με το ένα χέρι το κεφαλάκι του. «Είναι πανέμορφο, αγοράκι μου».
«Είναι το πιο όμορφο δώρο που μου έχουν κάνει», συμφώνησε κι εκείνος. «Αυτό και η ζωγραφιά σου».
«Σου άρεσε;»
«Αν μου άρεσε λέει; Είναι δυνατόν βρε να μη μου αρέσει;»
«Ήμασταν εμείς στο λιμάνι», του εξήγησε.
«Το ξέρω καλέ, αφού μας έφτιαξες ίδιους. Μέχρι και το μουστάκι μου πέτυχες».
«Τώρα δεν έχεις μουστάκι, έχεις μούσια».
Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν η Κούλα έφυγε ήταν να χωθεί στο μπάνιο, κι όταν βγήκε και η Δρόσω τον αντίκρισε ήταν φρεσκοξυρισμένος. Έτσι σωστά και ορθόδοξα όπως τον ήξερε, δίνοντας ξανά σχήμα στο χαρακτηριστικό μουστάκι του.
«Μάλλον χρησιμοποίησα τον αφρό του… Τάκη», ανακοίνωσε άνοστα.
Εκείνη απλώς έγνεψε, προσπαθώντας διακριτικά να χαλιναγωγήσει ό,τι κι αν ήταν αυτό που την έπιασε σαν τον είδε να μοιάζει πιο υγιής και πιο ο εαυτός του από ποτέ. «Καλά έκανες. Θα σου φέρω και τα νυχτικά του Τάκη να αλλάξεις, τα δικά σου τα έπλυνα αλλά δεν έχει χώρο έξω στην απλώστρα οπότε δεν πρόλαβα να-»
«Μη παιδεύεσαι για πάρτη μου βρε Δρόσω. Δεν ήταν ανάγκη…»
«Μαζί με τα δικά μας τα έβαλα, κανένα παίδεμα. Μην ανησυχείς».
Οι πιτζάμες του Τάκη του ήταν μικρές. Θαρρείς θα φάνταζε αστείο ένα τόσο ψηλό και γεροδεμένο κορμί με παντελόνι μέχρι τα μισά της γάμπας του και ένα ριγέ πουκάμισο τόσο στενό που κόντευαν να πεταχτούν τα κουμπιά από τις κουμπότρυπες, όμως έτσι όπως κολλούσε το ύφασμα πάνω του, έτσι που αγκάλιαζε το στέρνο του και κάθε του περίγραμμα… μόνο αστείο δεν ήταν. Λίγες φορές στη ζωή της της είχε φανεί παράνομο να κοιτάζει κάτι, πόσο μάλλον κάποιον.
Του έφτιαξε συκώτι όπως υποσχέθηκε. Ανάλατο και νερόβραστο για τα δεδομένα της, επίτηδες για να είναι ελαφρύ, αλλά τόσο που έφαγε εκείνος ήταν σίγουρη ότι δεν το γλίτωνε το βαρυστομάχιασμα. Το εισέπνευσε το βραδινό, κι ο μικρός που ούτε να το αγγίξει το συκώτι παρά τα παρακάλια τα δικά της μια ζωή, δοκίμασε τώρα μια διστακτική μπουκιά όταν του την προσέφερε ο Κωνσταντής… Βγάλε τώρα άκρη.
Το δεύτερο πράγμα για το οποίο η Δρόσω και ο Κωνσταντής τσακώθηκαν ήταν για το πού θα κοιμηθούν. Εκείνου έδειχνε να του φαίνεται εντελώς φυσιολογικό κοτζάμ πληγωμένος γίγαντας να πάρει το ράντζο του παιδιού στην κουζίνα, και να πλαγιάσουν μάνα και γιος στο διπλό στην κρεβατοκάμαρα. Πράγμα που σε εκείνη φάνταζε εντελώς παράλογο.
«Στο κρεβάτι θα κοιμηθείς», ήταν κάθετη. «Με την ανάρρωση δεν παίζουνε, χρειάζεσαι καλό ύπνο, τον άκουσες τον γιατρό. Ο μικρός θα κοιμηθεί στο δικό του, κι εγώ θα βολευτώ μια χαρά στον καναπέ. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, πίστεψέ με».
Δεν της ζήτησε ευτυχώς να το εξηγήσει το τελευταίο, και μετά από αρκετά μασημένα λόγια που αντάλλαξαν – μην ακούσει τίποτα ο μικρός και νομίζει ότι τσακώνονται – του είπε τελικά «Δικό μου είναι το σπίτι κι εγώ βάζω τους κανόνες», το οποίο μαγικά τον έκανε να υποχωρήσει, λες και ήταν μια φράση που είχε μάθει να σέβεται. Του έστρωσε φρέσκα σεντόνια, τον βοήθησε να βολευτεί, του άφησε ένα ποτήρι νερό και τον όρκισε να τη φωνάξει για οτιδήποτε χρειαστεί. Έσβησε το κερί που ήταν στο κομοδίνο φεύγοντας, και τον ρώτησε αν ήθελε να αφήσει ανοιχτά ή να κλείσει την πόρτα.
«Κλείσε καλύτερα», της απάντησε. «Ευχαριστώ».
«Τίποτα. Καληνύχτα, Κωνσταντή».
«Καληνύχτα». Μετά, δυνατότερα, «Καληνύχτα μπόμπιρα!»
«Καληνύχτα!», ήρθε η φωνή από την κουζίνα, και η Δρόσω χαχάνισε καθώς έκλεινε την πόρτα της κάμαρης.
Το επόμενο πρωί ετοίμασε πρωινό, πήγε τον μικρό στο σχολείο, κι όταν γύρισε ακόμα ο Κωνσταντής κοιμόταν. Όταν ξύπνησε είχε πια πάει μεσημέρι, και ζαβλακωμένος εμφανίστηκε στη κουζίνα όπου αυτή μαγείρευε. Έτριβε τα μάτια του σαν μικρό παιδί, και χαμογέλασε όταν την πρωτοαντίκρισε. «Καλημέρα».
«Καλημέρα. Έλα κόπιασε, θα σου ψήσω ένα καφέ».
Έτσι λοιπόν - και πριν καλά καλά το καταλάβουν - άρχισαν να κυλούν ξανά οι μέρες, με ένα καλημέρα να ακολουθεί την κάθε καληνύχτα και τούμπαλιν. Σαν γάργαρο νερό που κυλούσε στ' αυλάκι αρχίνησε να γλιστρά το φθινόπωρο. Μπήκαν και οι τρεις λοιπόν σε μια ρουτίνα που ίσως για πρώτη φορά είχε τον Γιάννο ως κέντρο της και όχι τη Χαβάη· σχολείο, διαβάσματα, μαγειρέματα, ιστορίες, παιχνίδι… Δεν είχε δει πιο φωτεινό το βλέμμα του παιδιού της. Ούτε του Κωνσταντή. Και όταν κοιτούσε στο καθρέφτη, σχεδόν το ίδιο μπορούσε να πει για το δικό της.
Κάθε βράδυ που περνούσε να πει στον Κωνσταντή καληνύχτα του έσβηνε φεύγοντας το κερί. Εκείνος το έβρισκε αστείο γιατί εννοείται μπορούσε να το κάνει μόνος του. Μα κι η Δρόσω για πλάκα το έκανε, ήταν εθιστικό εκείνο το τελευταίο χαμόγελό του πριν τους τυλίξει το σκοτάδι. Και κάθε πρωί –προς μεσημέρι, αν ρωτούσες εκείνη- έπιναν μαζί το καφεδάκι τους. Ήταν η πιο γαλήνια στιγμή της μέρας. Όχι από άποψη ησυχίας γιατί η βροντοφωνάρα του ανέσταινε νεκρούς, ούτε από άποψη ηρεμίας γιατί όλο κάποιο τρόπο έβρισκε να τη βουρλίσει ή να την ξεκαρδίσει – α ναι, συνέβαινε κι αυτό τώρα. Όμως ήταν τόσο εύκολο να είναι μαζί του που όλα αυτά την μέρευαν.
Κάποιες φορές ήταν σαν… σαν να είχε μερικούς βόλους, και κάθε που μιλούσε σε κάποιον να του έδινε κι από έναν. Κάθε συζήτηση ένας βόλος λιγότερος, ώσπου έμενε με άδεια χέρια κι έπρεπε να κλειστεί για λίγο στη φωλιά της με τα πατζούρια της ασφαλισμένα για να μαζέψει εκ νέου καινούργιους για την επόμενη μέρα.
Όμως εκείνα τα γαλήνια πρωινά –προς μεσημέρια- που περνούσαν οι δυο τους, συνειδητοποίησε ότι δεν έχανε ούτε ένα βόλο, αντίθετα ξάφνου βρισκόταν με περισσότερους. Ποτέ του δεν της πήρε τίποτα. Μόνο της έδινε, χωρίς να το κάνει θέμα μήτε να ζητά αντάλλαγμα. Γέμιζε τα χέρια της βόλους ήσυχα, όσο ήσυχα γέμιζε κι εκείνη.
Καμιά φορά εκείνα τα πρωινά –προς μεσημέρια- τους έκανε παρέα και η Κούλα. Η πρώτη φορά έγινε τυχαία, μα όσο γνώριζε τον Κωνσταντή τόσο ξεθάρρευε κι εκείνη. Ήταν μάλλον το αντίκτυπο που αυτός είχε στους ανθρώπους. Και δώσε και η πάρλα, δώσε και τα πειράγματα, έφτασε ένα πρωί –προς μεσημέρι- που με την πρόφαση ότι έλεγε 'μούρλια' το φλιτζάνι, η Κούλα βούτηξε το δικό του κι άρχισε να λέει κάτι για άσπρα άλογα και κεράκια που ευτυχώς ο Κωνσταντής δε φαινόταν ούτε να καταλαβαίνει ούτε να πιστεύει. Η Δρόσω από την άλλη ήξερε πολύ καλά ότι αναφερόταν στον πρίγκιπα που τάχα έβλεπε στα δικά της τα φλιτζάνια λίγο καιρό πριν να λιώνει για εκείνη σαν το κεράκι. Κατακόκκινη έγινε πίσω από τον Κωνσταντή, έκανε νοήματα στην Κούλα να σταματήσει μέχρι που αυτός γύρισε και την έπιασε, και μετά δεν ήξερε σε ποιο ντουλάπι να χώσει το κεφάλι της να το κρύψει.
«Είσαι τρελή;» σύριξε αργότερα μόλις κατάφερε να τη ξεμοναχιάσει. «Εσύ δεν μου 'λεγες να μείνω μακριά του, ότι δεν είναι εμπιστοσύνης; Τι βλακείες είναι αυτές που του τσαμπουνάς τώρα;»
Μα το πρόσωπό της Κούλας μόνο μαλάκωσε, έδειχνε ήρεμη και σίγουρη σαν την ανατολή. «Μια φορά να τον ακούσω να μιλάει για σένα χρειάστηκε, κορίτσι μου», εξήγησε. «Φάνηκε στα μάτια του».
«Ποιο;» Ρώτησε μπερδεμένη. «Ποιο φάνηκε; Πότε σου μίλησε για μένα;»
«Αυτό δεν μπορώ να σου το πω εγώ, θα πρέπει να το δεις μόνη σου. Αλλά κοκόνα μου, πρέπει κι εσύ κάποια στιγμή να τον αφήσεις να σου δείξει».
Να τον άφηνε; Μα… Αυτή ήταν η πιο γελοία απαίτηση. Δεν υπήρχε κάτι που δεν τον άφηνε να κάνει. Στο μόνο που δεν είχε γίνει το δικό του ήταν τα κρεβάτια, από εκεί και πέρα ξεκινούσε ο αχταρμάς. Όσο καλύτερα γινόταν αυτός, τόσο εκείνη δεν αναγνώριζε το σπίτι της. Κοιτούσε αλλού για μια στιγμή και έπειτα πάντα την περίμενε μια έκπληξη, τη μία ήταν ένας καθαρός νεροχύτης («Έπλυνες… τα πιάτα;» «Τα μισά τα έσπασα, μη με ευχαριστείς») την άλλη μια λαδόκολλα στο τραπέζι («Χτες δε φάγαμε κρέας;» «Του γιού σου ιδέα ήτανε, εγώ μόνο εκτέλεσα!») την άλλη η γυμνή πλάτη του σαν έβγαινε από το μπάνιο («Συγνώμη, συγνώμη, ξέχασα την αλλαξιά») την άλλη ένα χαρτόκουτο στον καναπέ γεμάτο με γατάκια («Μαμά, μάντεψε! Ο Σούπερμαν ήταν κορίτσι!» «Μη φωνάζεις ρε σπόρε, είδα κι έπαθα να τα κοιμίσω») την άλλη ένα ολόκληρο οχυρό από σεντόνια στημένο στη κουζίνα («Τι κάνετε πάλι με τα σπαθιά;» «Σσς! Είσαι τρελή; Μπες μέσα γρήγορα πριν σε δουν, έλα έχουμε κι ένα περίσσιο»). Γυρνούσε από τα ψώνια και από ένα στενό μακριά άκουγε γέλια και τσιρίδες – όχι μόνο του μικρού αλλά και τα δικά του. Σαν σατανιασμένα φωνάζανε, έμπαινε στο σπίτι παρακαλώντας να ησυχάσουνε γιατί είχε ήδη πολλά ραμμένα για τη γούνα τους η σπιτονοικοκυρά, και τότε της ερχόντουσαν βροχή τα μαξιλάρια στο κεφάλι – τόσα που κάποια στιγμή βουρλιζόταν και πετούσε τα ψώνια κάτω, έπιανε κι αυτή ένα, κι όποιον πάρει ο χάρος.
Το μεγαλύτερό της επίτευγμα ήταν που τον κατάφερε να δέχεται τη βοήθειά της. Κι όχι μόνο αυτό, να την αποζητάει. Πάλευε η κακομοίρα να του δείξει όσα δεν μπορούσε να του πει, μα όλο έναν υψωμένο τοίχο έβρισκε μπροστά της… ώσπου άρχισε να μιλάει για την επιστροφή της στη δουλειά. Το επόμενο λεπτό ο Κωνσταντής της ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
Ήταν το πρώτο πράγμα που της ζήτησε στις δυο εβδομάδες από το ατύχημα. Το πρώτο πράγμα που δεν ζόρισε τον εαυτό του για να πάει να πάρει μόνος του. Ένα μονάχα ποτήρι νερό.
Και αυτό ήταν.
Δεν άκουγε τίποτα άλλο από εκεί και πέρα. Ένα, «Δροσούλα;» να αντηχεί στο διαμέρισμα, γλυκό και σχεδόν κωμικά παραπονιάρικο. Σπάνια ζητούσε όμως κάτι φυσιολογικό όπως, λόγου χάρη, να του στρώσει τα μαξιλάρια ή να του φέρει μια κουβέρτα – άλλο που αυτά τα κατάφερνε από την πρώτη μέρα μόνος του. Όχι, άλλα είχε ανάγκη ο Κωνσταντής. Τη μια φορά της ζήτησε να τον βοηθήσει να θυμηθεί την ημερομηνία των γενεθλίων της. Μιαν άλλη είχε «μεγάλη ανάγκη» να μάθει ποιο τραγούδι έλεγε πάνω στην πίστα όταν την πρωτοείδε. Την παρακάλεσε για «λίγη βοήθεια» να μαντέψει το αγαπημένο της λουλούδι, καθώς και τον αγαπημένο της συγγραφέα. Προπαντός τον αγαπημένο της συγγραφέα – θυμόταν, λέει, ανά τα χρόνια την Ασημίνα να ζητά προτάσεις από τον Νικηφόρο για το τι βιβλίο να της στείλει δώρο στην Αθήνα… Πρέπει να της άρεσε να διαβάζει. «Σου αρέσει να διαβάζεις;»
«Κωνσταντή, έχω δουλειά…» προσπάθησε να μη δείξει τη ταραχή της στο άκουσμα των ονομάτων. «Αλήθεια τώρα γι' αυτό με φώναξες;»
«Φεύγοντας ξέρεις τι μου είπαν οι γιατροί; Ότι είναι πολύ σημαντικό να είμαι ήρεμος και χαλαρός. Εμένα εδώ μέσα με πιάνει ταχυπαλμία, δεν μου κάνει καλό να είμαι κλεισμένος μόνος μου».
«Ε, μην κλείνεσαι. Άνοιξε τα πατζούρια. Βγες μια βόλτα».
«Δεν μπορώ, πονάω».
«Από την μέρα που βγήκες μου λες πως πλέον δεν πονάς».
«Πονάω ψυχικά».
«Κωνσταντή», γέλασε εκείνη.
«Έλα εδώ να μου κάνεις λίγη παρέα… Να μερέψω. Όταν με αφήνεις μόνο μου να ξέρεις χειροτερεύω».
«Βρε κακό που μας βρήκε, στα καλά καθούμενα».
«Ξέρεις τι έχω πολύ ανάγκη;»
«Τι πάλι;»
«Να μου πεις ένα τραγούδι».
Κοίταξε το ταβάνι αναστενάζοντας. «Τι αμαρτίες πληρώνω;»
«Πονάω σου λέω, θέλω κάτι να ξεχαστώ».
«Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που εύχομαι να είχα μια τηλεόραση».
Έλαμψε το πρόσωπό του. «Να σου πάρω μία;»
«Να κάτσεις στα αυγά σου. Όχι για μένα, για εσένα τη θέλω. Μπας και απασχοληθείς και συνεχίσω τη ζωή μου».
«Μπα, Δροσούλα, δεν μου αρέσουν εμένα δαύτα. Τις βαριέμαι τις ιστορίες».
Δεν ήταν ό,τι πιο υγιές να σκαρώνει προφάσεις για να την κρατήσει σπίτι, το ήξερε. Μα μερικές φορές είναι ανώριμοι οι δρόμοι που σε οδηγούνε πιο μπροστά. Ίσως γιατί με μάτια παιδικά όλα απλοποιούνται, όλα γίνονται ξεκάθαρα. Εκείνη μετρούσε με βόλους τους ανθρώπους, αυτός ξεμωράθηκε μήπως τον λυπηθεί. Εκείνη ξεχνούσε να τιμωρεί τον εαυτό της, αυτός ξεχνούσε να τον μισήσει που δεν μπόρεσε. Και κάποια στιγμή μέσα στη βαβούρα, ξέχασαν και οι δυο να ντραπούν το νοιάξιμο του άλλου.
Έτσι κάθισε στο κρεβάτι δίπλα του κι άρχισε να του χαϊδεύει τα μαλλιά.
Και δεν πήγε στη δουλειά. Δεν ήθελε να πάει.
«Εγώ… ποτέ δεν τις βαριόμουν τις ιστορίες», του παραδέχτηκε. «Μου άρεσε πολύ να διαβάζω. Παλιά».
Του έσπρωξε τη μικρή φράντζα μακριά από το κούτελό του, κι εκείνος έκλεισε τα μάτια ικανοποιημένος. «Τι διάβαζες;»
Η καρδιά της πήδηξε ένα χτύπο. Δε θυμόταν πόσα χρόνια είχαν περάσει από όταν το όνομα είχε αγγίξει τα χείλη της. Ευλαβικά το είπε τώρα, σαν προσευχή. «Ξενόπουλο. Δε θα τον ξέρεις».
«Όχι δεν τον ξέρω». Δεν περίμενε να της απαντήσει κάτι άλλο, όμως ο τόνος του την ξάφνιασε. Ακούστηκε λες και… λες και ευχόταν να μην ήταν έτσι. Λες και κοπανούσε το κεφάλι του που δεν τον ήξερε. «Πες μου όμως. Μίλα μου γι' αυτόν. Τι έγραφε;»
Ήταν παράξενο συναίσθημα να νιώθει εκείνα τα σκουριασμένα γρανάζια θαμμένα βαθιά μέσα στο στήθος της να παίρνουν ξάφνου μπρος. Να ξεπαγώνουν για πρώτη φορά μετά από έναν αιώνα και να αρχίσουν να γυρνούν όλα μαζί, ανακαλύπτοντας ότι ταιριάζουν το ίδιο καλά όπως την πρώτη τους ημέρα.
Του μίλησε για τον Ξενόπουλο. Κι εκείνος άκουσε. Όντως άκουσε. Στα μάτια την κοιτούσε για λεπτά ολόκληρα – ή μήπως ήταν ώρες; - και όσο κυλούσε ο χρόνος και γυρνούσαν τα γρανάζια, τόσο μέλωνε το βλέμμα του σαν να τον τάιζε νέκταρ.
«Τι;» τον ρώτησε συνεσταλμένα μόλις τελείωσε.
Αυτός βλεφάρισε, λες και ξυπνούσε από κάποιο λήθαργο. «Τίποτα».
«Τι είναι; Γιατί με κοιτάς;»
Σαν να πήγε να της πει κάτι, μα για ακόμη μια φορά τελικά το κράτησε.
Την επόμενη ημέρα βρήκε άλλη μια έκπληξη πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ένα πακέτο που το αγκάλιαζε ένα γαλάζιο περιτύλιγμα.
«Δεν ξέρω αν πήρα το σωστό», της έλεγε νευρικά καθώς εκείνη άρχισε να το ξετυλίγει. «Δεν ξέρω από αυτά… εγώ ρώτησα για αυτόνανε και μου είπαν τούτο είναι από τα καλύτερά του».
«Είναι», σαν χαμένη το κοιτούσε. Τόση ήταν η ταραχή της που το βιβλίο έτρεμε μέσα στα χέρια της. Κανένας δεν το είχε στο χωριό, το είχε μεγάλο παράπονο που ποτέ δε θα το διάβαζε. Η Αθήνα ήταν γεμάτη βιβλιοπωλεία, και ούτε μια φορά δεν της πέρασε από το μυαλό ότι βρισκόταν κάτω από τη μύτη της. Δεν το είχε ψάξει, δεν το είχε καν σκεφτεί. Σαν ο Ξενόπουλος να μην υπήρχε σε τούτη τη ζωή. Και τώρα να το μεσ' τα χέρια της, εκείνο το όνομα με την καλλιγραφική γραμματοσειρά, λέξεις του που ποτέ δεν είχε διαβάσει μα ήδη αγαπούσε. Ενθουσιασμός κύλισε στις φλέβες της, σα δροσερό νερό σε ξεραμένο χώμα ξύπνησε το κορμί της. «Κωνσταντή…»
«Ναι;»
Θολά τα έβλεπε όλα, οι λέξεις βούιζαν στα αυτιά της σαν σμήνος από μέλισσες - τόσα να του πει, μπλεγμένα όλα μαζί σε ένα βόμβο. Τελικά όρμησε και τον αγκάλιασε, παγιδεύοντας το βιβλίο ανάμεσα στα στήθη τους. Τον ένιωσε που σάστισε ο κακομοίρης, μήτε εκείνη περίμενε τόσο έντονη αντίδραση από τον ίδιο της τον εαυτό· όμως παρότι την παίδευαν οι μέλισσες, της άφησαν το μέλι.
Την Κυριακή την έπιασε και της πρότεινε να πάνε οι τρεις τους παραλία.
«Οκτώβρη μήνα;»
«Έλα μωρέ, αφού έχει ακόμα ζέστες».
«Μα… κάνει;» απόρησε εκείνη. «Νιώθεις εντάξει;»
«Περδίκι είμαι», τη διαβεβαίωσε. «Και το ιώδιο είναι βάλσαμο για τις πληγές λένε».
«Ποιοι το λένε;»
«Κάποιοι σοφοί».
«Μάλιστα. Ε, αφού το λένε οι σοφοί».
Μάζεψαν τσάντες, πετσέτες, αντηλιακά. Η Δρόσω ξέθαψε τα γυαλιά ηλίου της και μια φουσκωτή μπάλα του μικρού, έκοψε φρούτα και τα σφάλισε σε ένα κιούπι, κι όταν ξύπνησε τον Γιάννο ψιθυρίζοντάς του την ιδέα εκείνος πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι του. Δεν τον είχε ξαναδεί να ετοιμάζεται τόσο γρήγορα. Σε δέκα λεπτά βρίσκονταν στη κούρσα του Κωνσταντή με ζώνες ασφαλισμένες και το ραδιόφωνο στη διαπασών – για καλή τους τύχη μπήκε το 'Φσστ μποινγκ' – και η διάθεση του Κωνσταντή φάνηκε να βελτιώνεται ακόμα περισσότερο όταν κατάφερε -ανώδυνα και με απόλυτη άνεση- να φέρει την κούρσα μέχρι τη Φρεαττύδα.
Βρήκαν σχεδόν ερημιά παρά το γεγονός ότι ήταν Κυριακή – δε τη τιμούσαν τη πλαζ το φθινόπωρο οι Αθηναίοι, παρά τη ζέστη που είχε ακόμα το μεσημέρι. Η Δρόσω βέβαια παραλία μεγαλώνοντας είχε δει μονάχα στο Τσάγεζι τις 3-4 φορές που είχε πάει εκεί τις τρεις αδερφές ο πατέρας τους, έτσι έτρεφε μια ιδιαίτερη συμπάθεια σε τούτο εδώ το μέρος. Δεν ήταν συχνά που έβρισκε την ευκαιρία να έρθει, και τώρα που τα κατάφεραν ένιωθε ανάλαφρη σαν τον αφρό που έσκαγε στο ακρογιάλι. Σαν ψέμα της φαινότανε τόση ευθυμία μαζεμένη, δεν ήταν μαθημένο το κορμί της.
Μόλις έστρωσαν τη ψάθα τους κάτω από κάτι αλμυρίκια ο μικρός τους παράτησε και έτρεξε στα κύματα.
«Γιάννο, στα ρηχά! Να σε βλέπω!»
«Εντάξει!» φώναξε, σηκώνοντας ένα νέφος άμμου πίσω από τα πέλματά του.
«Ξέρει κολύμπι;» απόρησε ο Κωνσταντής.
«Αυτός ξέρει, εγώ δεν ξέρω» του απάντησε σαν τραβούσε το φουστάνι πάνω από το κεφάλι της. Έμεινε με ένα ολόσωμο μαγιό, λευκό με κόκκινα λουλούδια.
«Κατάλαβα. Θα γελάσουμε».
«Ούτε εσύ;»
Χαμογελούσε σαν κλωτσούσε να βγει το παντελόνι του. «Από βουτιές, ό,τι έχω ρίξει στη ρεματιά».
«Λαμπρά».
Είχε ήδη βγάλει την μπλούζα του, και η ουλή κάτω από τα πλευρά του είχε τώρα χρώμα σκούρο καφέ, τα ράμματα μασκαρεμένα κάτω από φρεσκοφυτρωμένες τρίχες. Μόνο αν ήξερες την πρόσεχες. Ήταν τεράστια η αλλαγή. Το μαύρο μαγιό του Τάκη ήταν και αυτό κολλητό πάνω του. Πιο κολλητό από κάθε άλλο ρούχο, προφανώς. Ή ίσως να έφταιγε το σημείο. Σε κάθε περίπτωση, εκείνη είδε κι έπαθε να κρατήσει ψηλά το βλέμμα της. Ειδικά όταν ο Κωνσταντής έσκυψε για να βουτήξει το αντηλιακό από την τσάντα. «Να σου βάλλω;»
«Μμμ;» Της πήρε μια στιγμή να συγκεντρωθεί. Μια μακρόσυρτη στιγμή. «Α! Ναι, ευχαριστώ».
Όσο εκείνη καθόταν στη ψάθα, αυτός γλίστρησε πίσω της και γονάτισε στην άμμο. Η Δρόσω δίπλωσε τα γόνατα να τα αγκαλιάσει, μάζεψε τα μαλλιά της και ξάπλωσε το ένα μάγουλο στα σταυρωμένα χέρια της. Άκουσε το καπάκι απ' το αντηλιακό να ανοίγει και να κλείνει πίσω της και μια μικρή αναστάτωση άρχισε να ταράζει το στομάχι της. Τα χέρια του ακούμπησαν πρώτα τους ώμους της, ζεστά παρά το δροσερό αγέρι. Ήταν μια όμορφη αντίθεση που αμέσως έκανε το δέρμα της να τσουτσουριάσει. Το μαγιό της ήταν εξώπλατο, έτσι ανεμπόδιστα τον ένιωσε να απλώνει λάδι κατά μήκος της πλάτης της, ζωγραφίζοντας αργούς κύκλους που δεν έπαυαν να την κάνουν να αναρριγεί. Αν δεν είχε στο νου της να ελέγχει το παιδί, ένας Θεός ξέρει πώς θα κατάφερνε να συνέλθει όταν αναπόφευκτα χανόταν στο άγγιγμά του. Όταν τελείωσε της επέστρεψε τη συσκευασία, σκουπίζοντας στα μπούτια του τα χέρια του.
«Εσύ δε θα βάλλεις;»
«Μπα, δεν παθαίνω τίποτα εγώ».
«Ναι, τα είδαμε τα χαΐρια σου. Γύρνα να σου βάλω».
«Όχι, δεν-»
«Γύρνα».
Μα εκείνη κάπως έκλεψε, γιατί μόλις τον άγγιξε -πλέον και με τη βούλα- την πάτησε χοντρά και δεν έβρισκε σταματημό. Έτσι μετά τη πλάτη του άλειψε τα μπράτσα του, μετά γλίστρησε μπροστά και συνέχισε στο στήθος του, έκανε ένα προσεκτικό κύκλο γύρω από την ουλή του και έκοψε την ανάσα και των δυο τους σαν πέρασε ξυστά από τις θηλές του. Τα μάτια του βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής σαν άπλωνε λάδι στα ζυγωματικά του, στη μύτη, στα μάγουλα, κάτω από τα χείλη του… Και ήταν τόση η ένταση στα καστανά τους βάθη σχεδόν την έκανε να ζαρώσει, όμως ξάφνου μυαλό δεν είχε ούτε για αυτό.
«Πάμε;» τον ρώτησε βραχνά.
«Πάμε», της απάντησε με την ίδια ακριβώς βραχνάδα.
Και πριν σηκωθούν, έτσι κοντά του όπως ήτανε, του έσκασε στο μάγουλο ένα γρήγορο φιλί. Μετά πετάχτηκε όρθια και του άπλωσε το χέρι, γευόμενη τη γλυκιά πίκρα από το αντηλιακό στα χείλη της.
Κουντούρντισαν μέσα στη θάλασσα, μένοντας πάντα στα ρηχά. Έπαιξαν με τη φουσκωτή μπάλα ώρες ολόκληρες οι τρεις τους, έκαναν διαγωνισμό ποιος μπορεί να κρατήσει περισσότερο την ανάσα του, πιτσίλησαν ο ένας τον άλλο μέχρι αηδίας. Κάποια στιγμή ο Κωνσταντής άρχισε να σηκώνει στα χέρια του τον Γιάννο και να τον πετάει από ψηλά να κάνει βουτιές, και επειδή η Δρόσω είχε όσο να πεις κρυώσει, βγήκε έξω στα αλμυρίκια και τυλιγμένη στη πετσέτα της έβγαλε τον Ξενόπουλο κι άρχισε να ταξιδεύει.
Έφαγαν τα φρούτα που είχε φέρει, κι όταν μεσημέριασε ο Κωνσταντής πετάχτηκε μέχρι το φούρνο στη γωνία και πήρε ένα σκασμό τυρόπιτες. Τέσσερεις έφαγε μόνος του· ο Γιάννος είχε λιγωθεί στα γέλια, η Δρόσω απλώς χαιρόταν που είχε ανοίξει η όρεξή του.
Το απόγευμα που άρχισε να φυσάει τα αγόρια μπήκαν ξανά και έπαιζαν στα νεοφερμένα κύματα, όσο η Δρόσω κούρνιασε στη ψάθα με τα πόδια της θαμμένα στη ζεστή άμμο και συνέχιζε να διαβάζει. Ρουφούσε το βιβλίο σαν να είχε ανάγκη τις λέξεις πιότερο από τον αέρα που ανέπνεε. Ήταν όλες τους καινούργιες όμως ένιωθε μέσα της ότι τις είχε ξαναδιαβάσει, ήταν τόσο οικεία η γραφή και τόσο φρέσκια συνάμα. Κι όσο γυρνούσε τις σελίδες τόσο ένιωθε σαν κάτι μέσα της να έμπαινε στη θέση του, και το είχε τόσο ανάγκη αυτό το κάτι που ο μόνος λόγος που άφησε κάτω το βιβλίο ήταν όταν άρχισε να σκοτεινιάζει και δεν ξεχώριζε πια τα γράμματα.
Ο Κωνσταντής βγήκε μούσκεμα από τη θάλασσα, με φόντο το πορτοκαλί ηλιοβασίλεμα να απλώνεται στον ορίζοντα και κόκκους βρεγμένης άμμου να σκαρφαλώνουν στους αστραγάλους του. Όταν την έφτασε, η Δρόσω άφησε το βιβλίο στα μπούτια της και του πέταξε μια πετσέτα.
«Καλό;» τη ρώτησε λαχανιασμένος σαν άρχισε να σκουπίζεται.
«Δεν έχεις ιδέα».
«Αυτό είναι σίγουρο».
Εκείνη χαχάνισε. «Ο Γιάννος;»
«Στα ρηχά είναι, μαζεύει καβούρια», την ενημέρωσε, με μια απορία στον τόνο του.
«Τα βάζει στο κουβαδάκι να τα χαζεύει», του εξήγησε. «Και όταν φεύγουμε τα γυρίζει πάλι στο νερό».
«Α κατάλαβα, σε δουλειά να βρισκόμαστε… κι εγώ νόμιζα ότι τα τρώει».
Τον στραβοκοίταξε. «Έτσι και του φας τα καβούρια…»
«Ναι;»
«Θα…»
«…ναι; Να φοβάμαι; Τι θα μου κάνεις;»
Χτύπησε τη γάμπα του με τον Ξενόπουλο έτσι όπως στεκόταν όρθιος από πάνω της.
«Αου, σα δε ντρέπεσαι, μαχαιρωμένο άνθρωπο».
«Βρε άσε τα σάπια. Να σου πω, άμα βγει ο μικρός θες να αρχίζουμε να μαζευόμαστε;»
«Γιατί; Ωραία δεν περνάμε;»
«Ωραία περνάμε αλλά θα αρχίσει η ψύχρα μωρέ τώρα, θα πουντιάσουμε».
Της έκλεισε το μάτι. «Αυτό άστο πάνω μου».
Όταν λίγη ώρα αργότερα κατάλαβε τι είχε στο νου του είδε κι έπαθε να του αλλάξει γνώμη. «Θα μας φέρουν το λιμενικό!» φώναζε. «Εδώ είναι Αθήνα, δεν είναι ερημιές. Έχει παντού αστυνομία».
«Ναι, την είδα την αστυνομία όταν με έσφαζε ο άλλος».
«Κωνσταντή θα μπλέξουμε…»
Εκείνος χαμογελούσε σαν τελείωσε τη γούβα στην άμμο και πέταξε μέσα τα κλαδιά που έκοψε από τα αλμυρίκια. «Μου αρέσει όπως λες το όνομα μου».
«Τι;»
«Λες 'Κωστατή' χωρίς τα 'ν' …είναι αξιολάτρευτο».
Κι έτσι την έκανε κατακόκκινη σαν τον ήλιο που έδυε, και έκλεψε χρόνο να ανάψει τη φωτιά με το πάσο του δίχως τις δικές της αντιδράσεις. Φούντωσαν οι φλόγες γρήγορα και τύλιξαν τα ξύλα, που όσο ο ουρανός σκοτείνιαζε μετατρέπονταν σε κάρβουνο. Σύντομα η φωτιά ήταν το μόνο φως, και ένα μαύρο πέπλο τύλιξε την παραλία. Μόνοι τους ήταν, φύλλο δε σάλευε πέρα από τη γωνίτσα τους. Γύρισε κι ο Γιάννος με ένα κουβά μικροσκοπικά καβουράκια στο χέρι, έσταζε κι έτρεμε ολόκληρος ο κακομοίρης, μωβ είχαν γίνει τα χειλάκια του. Η Δρόσω τον τύλιξε με μια πετσέτα και χουχούλιασαν και οι τρεις τους γύρω από τη φωτιά.
Έσκαγε το κύμα ρυθμικά, φυσαλίδες απλώνονταν στην άμμο και βυθίζονταν στα υγρά της βάθη. Μόνο ο ήχος τους αντηχούσε μέσα στη σιωπή, παρέα με τις φλόγες που τσιτσίριζαν στο αγέρι, πετώντας μικρές σπίθες που έσβηναν στο μαύρο του ουρανού.
«Περάσατε καλά;» ρώτησε ο Κωνσταντής.
Ο μικρός έγνεψε, γερμένος στο μπράτσο της μάνας του. «Τέλεια», είπε καθώς χασμουριόταν. «Εσύ;»
«Σπόρε, νομίζω ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου».
Η Δρόσω κοιτούσε το πρόσωπό του σαν μιλούσε. Η θέρμη από τη φωτιά τον είχε τυλίξει, ροδίζοντας τα μάγουλά του και βάφοντάς τον κι εκείνον με αποχρώσεις πορτοκαλί. Ήταν περίεργη, προσπάθησε να καταλάβει· έτσι το έλεγε για τον μικρό, ή αλήθεια το εννοούσε; Μα όταν εκείνος συνάντησε το βλέμμα της έκρυβε μέσα του τόση γλύκα, που πιότερο τη ζέστανε από τη φωτιά. Και μάλλον την ήξερε την απάντηση.
Δεν ήθελε να φύγουν. Μέρευε η ψυχούλα της στην ακροθαλασσιά. Ο μικρός γλίστρησε από πάνω της και ξάπλωσε στη ψάθα, βάρυνε η ανασούλα του τόσο όμορφα κι ατάραχα. Και καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος αυτή τον σκέπασε και μουρμούρισε ένα νανούρισμα στο αυτί του, για κεντητά από διαμαντόπετρες και το χορό του φεγγαριού στο πελαγίσιο νερό.
Ξεπρόβαλλε κι εκείνο τώρα, πίσω από τα αλμυρίκια. Ταξίδευε προς τη θάλασσα αθόρυβα – τόσο όμορφο, τόσο επιβλητικό. Ζωγράφιζε στα κύματα ένα μονοπάτι από ασήμι κι αστερόσκονη. Να δεις πώς το είχε πει ο Κωνσταντής… 'Ο δρόμος της αγάπης', το θυμήθηκε. Χάρηκε που τον είδε, που ήταν κι αυτός εδώ απόψε.
Η Δρόσω άφησε τον μικρό κοιμισμένο στη ψάθα και σηκώθηκε. Ήπιε λίγο νερό να διώξει την αλμύρα, που γάργαρο το ένιωσε να απλώνεται σε όλο το κορμί της. Κι έπειτα έκανε λίγα βήματα πιο πέρα και πήγε κι έκατσε στην άμμο, δίπλα στη φωτιά. Δίπλα στον Κωνσταντή.
Το βλέμμα του αρμένιζε, έπλεε στη θάλασσα. Ακολουθούσε το μονοπάτι, το πέπλο της παρθένας σελήνης που άγγιζε το νερό. Η Δρόσω κούρνιασε στο πλευρό του. Όταν αγκάλιασε τα πόδια της το μπράτσο της ακουμπούσε το δικό του.
«Κοιμήθηκε;» τη ρώτησε ήσυχα.
«Ναι». Άφησε μια στιγμή να περάσει ανάμεσά τους. Πίσω τους, τριζόνια είχαν φωλιάσει στα αλμυρίκια, κάλυπταν την ηχώ της πόλης. Σχεδόν ξεχνούσες που βρισκόσουν σε τούτο εδώ το μέρος.
«Δεν ξέρω αν το έχει πάρει το αυτί σου», του είπε μετά από ένα λεπτό, «αλλά ο Γιάννος από μικρός σχεδόν κάθε βράδυ βρέχει το κρεβάτι του. Έχει εφιάλτες, λέει. Για κάτι μάγισσες και φαντάσματα που κυκλοφορούν μέσα στο σπίτι, κάνουν 'παρέλαση' στην κουζίνα…»
«Ναι», μουρμούρισε εκείνος. «Ναι, μου έχει πει για τους εφιάλτες».
Η Δρόσω έγνεψε. Ακούμπησε το σαγόνι της πάνω στα γόνατά της. «Έχει να βρέξει το κρεβάτι από τη νύχτα που έφυγε ο Τάκης. Δεν έχει δει εφιάλτη από τότε, κοιμάται βαθιά… Τον βλέπω να γελάει, να σου μιλάει και να μη βάζει γλώσσα μέσα του και ξαφνιάζομαι, Κωνσταντή. Στο μυαλό μου όλα αυτά δεν ήταν στον χαρακτήρα του, ήταν απλώς διαφορετικός, ήσυχος, ώριμος… λες και είναι στη φύση των παιδιών να είναι ώριμα. Είναι στα αλήθεια δυνατόν να είμαι ακόμα πιο άθλια μάνα από όσο πίστευα; Η ηλίθια νόμιζα ότι ήμασταν πλασμένοι από την ίδια πάστα, φτιαγμένοι να νιώθουμε άνετα μόνο κρυμμένοι στις φωλιές μας. Γι' αυτό τώρα που τον άφησα δεν τον αναγνωρίζω, γιατί μόλις είδε ήλιο άνθισε… Η ψυχούλα μου… άνθισε… κι εγώ…»
«Ει…» εκείνος έσκυψε πιο κοντά της. «Τι είναι αυτά τώρα; Τι σκέψεις είναι αυτές;»
Ανοιγόκλεισε τα μάτια και σταγόνες έσταξαν πάνω στα γόνατα της, στα διπλωμένα χέρια της. Κατάπιε και κατάπιε ξανά, μα δε βρήκε τη φωνή της.
Ο Κωνσταντής έσπρωξε μια ξανθιά τούφα πίσω από το αυτί της. «Νομίζω… το έχεις συνήθειο να τα ρίχνεις όλα πάνω σου. Λες 'τώρα τον άφησες'… να κάνει τι; Τι δεν τον άφηνες να κάνει και το άλλαξες τώρα;»
Σε αυτό, η αλήθεια ήταν, δεν είχε απάντηση. «Δεν ξέρω».
«Να σου πω εγώ τι πιστεύω;»
Ένας κόμπος είχε ανέβει στο λαιμό της, της έγδερνε το λάρυγγα. Όμως συμφώνησε.
«Πιστεύω ότι από την ίδια πάστα είστε φτιαγμένοι, απλά όχι αυτή που νομίζεις. Για τον μικρό είναι πιο εύκολο να βρει το δρόμο του, πιο… απλό, πώς το λένε. Όλα είναι πιο απλά όταν είσαι πιτσιρίκι. Όμως κι εσύ δεν είσαι όσα πιστεύεις, δε βλέπεις καθαρά. Έχεις μικρύνει τον εαυτό σου, Δρόσω. Εσένα είναι που δεν αφήνεις ελεύθερη. Και να σου πω και κάτι; Αν ήσουν μια από αυτές τις χαρακτήρες στα βιβλία που διαβάζεις, βάζω στοίχημα ότι θα σε καταλάβαινες. Θα σε έπιανες από το χέρι και θα σε τραβούσες από τις λάσπες. Για τον καθένα θα το έκανες, ακόμα και για τομάρια σαν εμένα».
«Δεν είσαι τομάρι», μουρμούρισε, σκουπίζοντας τη μύτη στον καρπό της. «Μην το λες αυτό».
Την έδειξε, σαν μόλις να είχε αποδείξει αυτά που έλεγε. Εκείνη στριφογύρισε τα μάτια της.
«Δρόσω, φουσκώνεις όλων τα καλά εκτός από τα δικά σου. Τους έχεις βγάλει όλους αγίους κι εσένα δαίμονα. Αυτό που άλλαξε αυτές τις δυο εβδομάδες δεν ήταν το πώς φέρεσαι στο παιδί, ήταν ότι έφυγε ο Τάκης, κι ότι άρχισες να χαμογελάς. Αυτά τα δύο άλλαξαν, μόνο».
«Κι εσύ» τον διόρθωσε. «Ήρθες κι εσύ».
«Εγώ δεν έκανα τίποτα».
«Είσαι τρελός; Εσύ-»
«Άσε με εμένα τώρα και δες καθαρά για μια φορά, κορίτσι μου. Είσαι υπέροχη μητέρα. Είσαι γλυκιά και υπομονετική, τον προσέχεις και τον αγαπάς. Δεν είναι δεδομένο αυτό, πίστεψέ με. Όλα αυτά που σου φαίνονται μικρά, για εμένα θα ήταν όλος ο κόσμος».
Ράγισε η καρδιά της με τη λαχτάρα στη φωνή του.
«Όσο βλέπω εσένα μαζί του, τόσο καταλαβαίνω πόσο…» Έσβησε η πρόταση του πριν τη τελειώσει, όμως εκείνη την άκουσε ολόκληρη. Και πάλι δεν μπορούσε να το φανταστεί. Δεν το χωρούσε ο νους της πώς το πλάσμα που βγήκε από τα ίδια σου τα σπλάχνα μπορείς να το κοιτάξεις με μάτια που δεν ξεχειλίζουν από στοργή.
«Γι' αυτό σου λέω», συνέχισε ο Κωνσταντής μετά από μια στιγμή. «Αν για κάτι φταις είναι που δεν άφηνες τον εαυτό σου να είναι ευτυχισμένος, γιατί αυτό είναι που τον ωρίμασε πριν την ώρα του κι όχι το που τον μεγάλωσες. Άκου…» Της γύρισε το κεφάλι να τον κοιτάξει. «Έκανα λάθος, τόσο καιρό. Λύσσαξα να φύγεις από εδώ, τάματα σου έκανα σαν τον ηλίθιο, αλλά νομίζω τελικά το πού είσαι δεν έχει σημασία. Δε φταίει η Τρούμπα. Γιατί εγώ μια φορά μόλις πέρασα τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου μέσα στο πιο άρρωστο μέρος του κόσμου. Ένιωσα ευτυχισμένος Δρόσω, το ένιωσα και δεν ήξερα τι ήτανε, δεν ήξερα να το αναγνωρίσω. Κι εσύ αυτή τη στιγμή να τα παρατούσες όλα και να ερχόσουν πίσω στο χωριό μαζί μου, όσο κουβαλάς αυτές τις σκέψεις δε θα κατάφερνες να στεριώσεις πουθενά. Αν δεν πάψεις να τιμωρείς τον εαυτό σου για ό,τι κι αν είναι αυτό που έχει συμβέι-»
«Το ξέρω».
Έμεινε η φράση του μετέωρη, κι εκείνος χαμένος με δυο μονάχα λέξεις.
«Τα ξέρω όλα αυτά. Τα κατάλαβα κι εγώ».
Κατάπιε τη γλώσσα του, και μετά κατάπιε κανονικά και θορυβωδώς. Είχε τη πιο μπερδεμένη έκφραση στο πρόσωπό του.
«Καμιά φορά», του εξήγησε, «είναι πιο εύκολο να τα ρίχνω όλα πάνω μου. Έτσι αξίζω να είμαι εδώ».
«Το κάνεις πάλι».
Γέλασε ξεψυχισμένα. «Συγνώμη».
Της χαμογέλασε κι αυτός. «Θα σου λέω εγώ τι αξίζεις. Μέχρι να το πιστέψεις».
Εκείνη μόνο αναστέναξε.
Όταν δεν αντέδρασε αλλιώς, άρχισε ικανοποιημένος να της χαϊδεύει το μάγουλο. «Είσαι καλύτερα τώρα;»
Έγνεψε και χαλάρωσε, το πρόσωπό της παραδομένο στα χέρια του. «Ναι, είμαι».
«Χαίρομαι που τα… τα βλέπεις. Κι εσύ. Όλα αυτά». Μιλούσε σαν να διάλεγε τις λέξεις του μία-μία. Κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα του, τον είχε μάθει να πετάει την αλήθεια του κι όποιον πάρει ο χάρος. «Αλήθεια, δεν έχω λόγια να σου πω πόσο χαίρομαι».
«Κι εγώ χαίρομαι που… είσαι εδώ», καθάρισε τον λαιμό της. «Που δεν έφυγες όταν σε έδιωχνα».
Ήθελε κόπο να το πει - έπρεπε να σπρώχνει τη γλώσσα της πριν από κάθε λέξη, δεν ήταν εύκολο. Όμως δεν ήταν πια καιρός για υπεκφυγές. Του άξιζε κάτι καλύτερο.
«Ώστε έτσι ε…» Από χιλιόμετρα μπορούσες να ακούσεις το χαμόγελό του. «Κοίτα να δεις».
«Μην το πάρεις πάνω σου και δε σε συμμαζεύουμε».
«Άρα δε θέλεις απόψε να μιλάμε για τα αστέρια;»
Να τα. Αυτά ήταν που πετούσε κι όποιον πάρει ο χάρος. Ποιον όποιον δηλαδή, πάντα εκείνη έπαιρνε. «Δε θα με χαλούσαν λίγα αστέρια, να σου πω την αμαρτία μου».
Και τώρα εκείνος ήταν που χαχάνισε, σαν κοίταξαν και οι δυο τους τον ουρανό. Άδειος ήταν, ούτε ένα άστρο δε γέμιζε το μαύρο πέπλο. Μονάχα το φεγγάρι, που σαν να νοσταλγούσε τη μαγεία μιας παλιάς ταινίας έβαφε τον κόσμο ασπρόμαυρο.
«Ξέρεις τι σκέφτομαι;» η φωνή της Δρόσως μπλέχτηκε με τον αφρό της θάλασσας, μια αλμύρα μεσ' τη σιωπή.
«Ποτέ».
Χαμογέλασε χωρίς να τον κοιτάζει. Τον ουρανό κοιτούσε. Το φεγγάρι. «Αν στα αλήθεια έπεσα όσο χαμηλά μπορούσα να φτάσω… Αν πέσαμε, και οι δυο, τόσο χαμηλά», διόρθωσε - γιατί παρότι κανείς τους δεν είχε ανοιχτεί για το παρελθόν, δεν μπορούσε να αρνηθεί το κενό που οι δυο τους μοιραζόντουσαν. Ούτε και εκείνος το αρνιόταν –έλαμψαν τα μάτια του όταν έγινε μέρος του 'εμείς'. «Τότε ένα δρόμο έχουμε από εδώ και μπρος. Ένας μόνο μας έχει απομείνει».
Θα έπιαναν ο ένας το χέρι του άλλου και θα ανέβαιναν. Μαζί θα προχωρούσαν μεσ' τα λασπόνερα μέχρι να έβλεπαν επιτέλους τα άστρα. Τον δρόμο προς το φως, αυτό εννοούσε. Όμως σαν του μιλούσε, το βλέμμα και των δυο ταξίδευε σε εκείνο το λευκό μονοπάτι πάνω στο νερό. Το φως της σελήνης, το ξόρκι με τη πιο γλυκιά τρέλα, που έλουζε τα πρόσωπά τους σαν μαζί το χάζευαν από την αμμουδιά.
«Ότι θα μιλούσα ποτέ έτσι με κάποιον…» τον άκουσε τελικά να μουρμουρίζει, «αυτό δεν το είχα φανταστεί. Μαζί σου κιόλας. Μας φανταζόσουν ποτέ να χαζεύουμε το φεγγάρι έτσι οι δυο μας;»
Προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό της. Μιλιά δεν έβγαλε, μα ήταν εκκωφαντική η απάντηση της.
Ο Κωνσταντής δεν της ζήτησε εξηγήσεις. Σώπασε δίπλα της, κι όταν εν τέλει αυτή μάζεψε το κουράγιο να ερευνήσει την ησυχία του, την ξάφνιασε η έκφραση του. Θυμήθηκε, συνειδητοποίησε. Την ιστορία με τη δεξίωση. Εκείνο τον στρόβιλο από μωβ βελούδο να αγκαλιάζει το ρυθμό της μουσικής σαν την χόρευε, τον κήπο με τα τριζόνια που ντροπαλά τους κρυφοκοίταζαν από τις φυλλωσιές, τα χέρια τους που απλώνονταν να αγγίξουν το υπέρλαμπρο φεγγάρι, τη γεύση από το πρώτο τους φιλί.
Δεν ήξερε αν αυτό το τελευταίο του το είχε αναφέρει.
Ναι, το είχε φανταστεί. Για πλάκα, για… ούτε εκείνη ήξερε γιατί. Ένα αθώο όνειρο και τίποτα παραπάνω. Ούτε στις πιο τρελές της σκέψεις δεν περίμενε ότι θα την κοιτούσε κάποτε έτσι. Ότι καθώς τρεμόπαιζε η αντανάκλαση από τις φλόγες σε αυτά τα καστανά του μάτια, θα φώτιζε μέσα τους ένα κόσμο ολόκληρο. Άστρα κι ολάνθιστα λιβάδια, ήλιους λεβάντες και βουνά, σκέψεις, φόβους, όνειρα κι ελπίδες. Νοσταλγία, πίκρα, πληγές… τόσες πληγές. Ένα αγόρι που καρτερούσε, κρυμμένο πίσω από ένα ξεχασμένο εαυτό. Και εκείνες τις αναθεματισμένες λέξεις που τόσες μέρες κρατούσε σφιχτά ασφαλισμένες μη ξεγλιστρήσουν από τα χείλη του.
Πίστεψε ξανά στα λόγια του κυρίου Νέστορα εκείνη τη νύχτα. Ίσως έφταιγε ο Ξενόπουλος, ίσως η σελήνη… Μα πίστεψε ξανά. Ολόγυμνη κι ευάλωτη φώλιαζε στα μάτια του η ψυχή του, της έκλεψε την πνοή η θωριά της και δεν μπορούσε πια να το αρνηθεί. Μόνο ήθελε να πάρει λίγο από αυτό το βάσανο που αγκάλιαζε τα καστανά τους βάθη, κι έτσι απαλά αναστέναξε: «Πες μου».
«Τι;»
«Αυτό που θέλεις να μου πεις. Πες το μου».
«Πολλά θέλω να σου πω μα δεν με αφήνεις».
Προφανώς την είδε που απόρησε. Έσμιξε τα χείλη του, κι έπειτα έκατσε οκλαδόν στην άμμο.
«Αν με άφηνες» της εξήγησε απαλά, «θα σου έλεγα ότι δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου. Ότι τα μάτια σου με κυνηγούν από τη στιγμή που σε είδα πάνω στη σκηνή, και όπου κι αν κοιτάξω εκείνα βλέπω. Θα σου έλεγα ότι ποτέ δεν έχω νιώσει έτσι για καμία και ποτέ δεν πίστευα ότι μπορώ. Θα σου έλεγα πόσο όμορφη είσαι τώρα κάτω από το φεγγάρι... Πως τόση ώρα που σε κοιτάζω το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι πόσο θέλω να σε φιλήσω».
Ήταν πολλά κι όλα μαζί, και η φαντασία της ποτέ δεν τα είχε αγγίξει. Της έκλεψαν το οξυγόνο και έμεινε να συνειδητοποιεί ότι αυτή η ζεστασιά που φώλιαζε στα σωθικά της ήταν τόσο διαφορετική από το παγωμένο σοκ που περίμενε.
«Αλλά», γέλασε εκείνος, «θα μου πεις λόγια είναι».
Ναι, ήταν λόγια. Κι ο Ξενόπουλος λόγια ήτανε. Κι αυτά τα λόγια ήταν χάδι στη μαραμένη της καρδιά, που σιγά-σιγά μάθαινε να χτυπάει ξανά μέσα στα πιο απρόσμενα χέρια.
«Τότε μην τα πεις», τον παρακάλεσε. «Δείξε μου».
Ο Κωνσταντής δίστασε μια στιγμή. Όχι όμως σαν να τον βρήκε απροετοίμαστο. Έγειρε προς το μέρος της σκεπτικός, κι έπειτα άρχισε να την πλησιάζει αργά· τόσο αργά λες και επίτηδες της έδινε χρόνο να αντιδράσει. Να τον σπρώξει αν θέλει, να τραβηχτεί. Ήταν αβάσταχτη η προσμονή· κάθε μικρό εκατοστό που τον έφερνε πιο κοντά της ήταν ένα ρίγος που τη διαπερνούσε, μα βύθισε τα δάκτυλά της στην άμμο και κράτησε το σώμα της ακίνητο, χαμένη στην πιο γλυκιά αγωνία. Δεν έκλεισε τα μάτια του παρά την τελευταία στιγμή, σαν μόνο τότε να σιγουρεύτηκε.
Τα χείλη τους χώρισαν στιγμές πριν ενωθούν, κι η θέρμη της ανάσας του της χάιδεψε τη γλώσσα πριν από εκείνον. Αμέσως όμως ακολούθησε. Ένα χάδι ήταν το πρώτο άγγιγμά του, βελούδο τα χείλη του και γνώριμα παρότι δε θα έπρεπε. Πρόλαβε να νιώσει το ίχνος της μύτης του στο μάγουλό της και το γαργάλημα από το μουστάκι του, τόσο διαφορετικό από εκείνο που τόσα χρόνια είχε συνηθίσει. Μα μόνο εκείνα πρόλαβε, γιατί μόλις άρχισαν τα χείλη του να κινούνται μαζί με τα δικά της έχασε επαφή με κάθε σκέψη. Γέμισαν οι αισθήσεις της με εκείνον ώσπου τίποτα άλλο δε χωρούσε στο κορμί της, και τελικά αυτή ήταν η απροετοίμαστη απ' τους δυο. Ήταν τόση η γλύκα με την οποία τη φίλησε που τα 'χασε.
Μια στιγμή κράτησε μονάχα. Ένα καρδιοχτύπι. Ο υγρός ήχος του αποχωρισμού τους ταξίδεψε στο ακρογιάλι και έκανε τα αλμυρίκια να θροΐσουν. Τα χέρια της δεν είχαν προλάβει να ξεμυτίσουν από την άμμο, χρυσοί κόκκοι παγιδευμένοι στις χούφτες της σαν τις είχε ασυναίσθητα σφίξει. Κι εκείνος ποτέ δεν την άγγιξε - μόνο έμεινε εκεί κοντά της σαν άρχισαν ξανά να ανασαίνουν. Και ήταν τόσο αθώο όλο αυτό – όχι άβολο, μα συνεσταλμένο – που την σκότωσε.
Όταν άνοιξε τα μάτια της εκείνος την κοιτούσε ήδη. Είχε μια απρόσμενη έκφραση, σαν κάτι να θυμήθηκε. «Αυτό…», μουρμούρισε με τη βραχνάδα στη φωνή του να δένει κόμπο το στομάχι της, «έπρεπε να είναι το πρώτο μας φιλί».
«Είναι».
«Όχι, δεν είναι».
Μια θολή ανάμνηση έφερε στο νου της χνάρια από χλιμιντρίσματα, άχυρα στα πέλματά της, και χέρια να την πιέζουν πάνω σε παγωμένα τούβλα σαν έκλειναν βίαια γύρω από τα στήθη της. Τα ίδια χέρια που τώρα δεν τολμούσαν να σαλέψουν για να την πλησιάσουν.
Κούνησε το κεφάλι απότομα να διώξει την ανάμνηση. Δεν την ήθελε εδώ απόψε, μήτε ήθελε να θυμάται όσα εκείνος είδε έκτοτε - όλα αυτά που τον έκαναν τώρα να ντρέπεται το κορμί της. Άφησε την άμμο να γλιστρήσει από τα χέρια της και τον ακούμπησε για πρώτη φορά, η παλάμη της στο μάγουλό του. «Είναι», επέμεινε. «Δικό μας είναι, εμείς διαλέγουμε».
Ο Κωνσταντής γέλασε ξέπνοα. «Τι λες;»
Ήταν τρελό… Το ότι μιλούσε έτσι ήταν τρελό, το τρυφερό του βλέμμα ήταν τρελό, όλο αυτό που συνέβαινε την έκανε να μουδιάσει, και όταν μπήκαν στο διαμέρισμα μισή ώρα αργότερα σαν να βούιζε ο κόσμος όλος ξανά. Σκέψεις, λέξεις, το σφυροκόπημα του σφυγμού της στα αυτιά της, όλα μαζί τη βούλιαξαν στη πιο παράξενη θάλασσα, τα κύματα όχι μαύρα αυτή τη φορά μα… ανάλαφρα. Σαν σύννεφα.
Άφησε την τσάντα της δίπλα στον καναπέ και ο Κωνσταντής ξάπλωσε το κοιμισμένο Γιάννο στο ράντζο της κουζίνας. Μια σιωπηλή ζάλη ήταν η νυχτερινή ρουτίνα τους σαν πλύθηκαν, φόρεσαν τα νυχτικά τους, γέμισαν από ένα ποτήρι νερό για το βράδυ. Την καληνύχτισε με ένα σχεδόν μεθυσμένο χαμόγελο. Αυτό ήταν, συνειδητοποίησε, αυτή ήταν η σωστή λέξη. Μεθυσμένη ένιωθε κι εκείνη. Σαν όλα να ήταν θολά έκτος από τη λαχτάρα που παλλόταν αδιάκοπα μέσα της.
Ο Κωνσταντής έκλεισε πίσω του την πόρτα του υπνοδωματίου κι εκείνη έμεινε καθισμένη στον καναπέ απέναντι. Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασε έτσι. Ακίνητη κάρφωνε με το βλέμμα της το λευκό ξύλο και δεν μπορούσε ούτε να ξαπλώσει ούτε να ηρεμήσει, σαν να είχε αφήσει μια εκκρεμότητα, να της είχε διαφύγει κάτι. Σχεδόν γέλασε όταν συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σβήσει το κερί στο κομοδίνο του. Όμως σαν να είχε ξεχάσει ο οργανισμός της να πράττει λογικά, σηκώθηκε στα πόδια της και περπάτησε μέχρι την πόρτα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έπειτα χτύπησε δειλά, μη τον ξυπνήσει αν ήδη είχε αποκοιμηθεί…
«Ναι;»
Αναρρίγησε στο άκουσμα της φωνής του. Άνοιξε αθόρυβα την πόρτα και γλίστρησε μεσ' την κάμαρη.
Αυτός την κοίταζε απορημένος. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού αντίκρυ στο ανοιχτό παράθυρο. Το νυχτερινό αεράκι έκανε τη φλόγα του κεριού να τρεμοπαίζει, διαστρεβλώνοντας τις σκιές τους πάνω στους στενούς τοίχους.
«Όλα καλά;» τη ρώτησε.
Δεν του απάντησε. Μόνο έκλεισε πίσω της την πόρτα και κλείδωσε.
Ο Κωνσταντής παρακολούθησε την κίνηση της σαν πλησίαζε - όχι εκείνον μα το παράθυρο. Η ψύχρα της φίλησε το πρόσωπο καθώς έκλεισε τα παραθυρόφυλλα μαζί με τα πατζούρια. Η φλόγα σταμάτησε μονομιάς να τρεμοπαίζει. Κι εκείνη ασφάλισε καλά - κλείνοντας όλον τον κόσμο έξω και κρατώντας μονάχα αυτόν εδώ μαζί της.
Γύρισε και στάθηκε μπροστά του δίχως λέξη, άφησε τη σκηνή να κατασταλάξει μέσα της. Κι όταν ήταν πλέον σίγουρη, έσκυψε στο πλάι κι έσβησε το κερί.
Σε δευτερόλεπτα έπιασε το πρόσωπό του κι έσκυψε να τον συναντήσει. Τα χείλη του ήταν νωπά, μισάνοιχτα από το ξάφνιασμα. Όταν τα γεύτηκε της ξέφυγε μια κοφτή ανάσα. Η γλώσσα της γλίστρησε εύκολα ανάμεσά τους, μπλέχτηκε με τη δική του - κι ενώ τις πρώτες στιγμές εκείνος δεν αντέδρασε αυτό τον ξεπάγωσε. Του ξέφυγε κι εκείνου μια πνοή καθώς τα χέρια του - επιτέλους – μπλέχτηκαν στη μέση της. Ήθελε να βρει τρόπο να τον ευχαριστήσει.
Ανάμεσα στα πόδια του είχε χωθεί, κόλλησε πάνω του σαν τον φιλούσε μέσα στο σκοτάδι. Ρουφούσε λαίμαργα την ανάσα του σαν το υπόλοιπο δωμάτιο να είχε αδειάσει από οξυγόνο. Όταν το ένα χέρι του κύλησε στην πλάτη της η παλάμη του κάλυψε σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια.
Τα δάκτυλά της άρχισαν να ξεκουμπώνουν τη πιτζάμα του όσο του άφηνε μικρά, απανωτά φιλιά σαν να του λέει «είναι εντάξει, είναι εντάξει». Τον ενθάρρυνε ώσπου τον ένιωσε να λύνει τη ζώνη από το τιρκουάζ κιμονό της. Ήταν μια ένδοξη νίκη που ακολούθησαν κι άλλες· τα μπούτια του να την μαγκώνουν ανάμεσά τους, το επόμενο φιλί του να κυλά στην κλείδα της, τα χέρια του να σπρώχνουν το ύφασμα από τους ώμους της.
Το σατέν γλίστρησε αθόρυβα στο πάτωμα και το βλέμμα του το ακολούθησε πριν σκαρφαλώσει ξανά το σώμα της. Το ένιωθε πάνω σε κάθε της εκατοστό, σαν να την ακουμπούσε. «Είσαι σίγουρη;»
«Είπες όταν θέλω», του θύμισε ξέπνοα.
Δεν την κατάλαβε.
«Στο ξενοδοχείο, εκείνο το πρωί… Είπες ότι θέλεις να το θέλω κι εγώ».
Τα έπιασε μόνος του τα υπόλοιπα. Και δε χρειάστηκε τίποτα άλλο.
Άρπαξε την άκρη από το μαύρο μεσοφόρι της και καθώς σηκώθηκε το παρέσυρε μαζί του. Τον βοήθησε να το τραβήξει πάνω από το κεφάλι της κι έμεινε εκτεθειμένη στο σκοτάδι, μα στάλα δεν την ένοιαξε. Όσο αυτός έσπρωχνε από τους ώμους του τη ξεκούμπωτη μπλούζα η Δρόσω γονάτισε να βοηθήσει με τα υπόλοιπα, μα μετά δεν την άφησε να κάνει κάτι άλλο. Την έπιασε απ' τους αγκώνες και τη σήκωσε πάλι από το πάτωμα, τραβώντας τη πάνω του. Την κόλλησε στο σώμα του, ολόγυμνοι κι οι δυο, και τη φίλησε ξανά ξέπνοα.
Σκάλωσε σαν τον ένιωσε παντού. Ήταν τόσο διαφορετικός, μεγαλόσωμος και στιβαρός μα τόσο ζεστός. Καυτό ήταν το δέρμα του. Καστανόξανθες πυκνές τρίχες τον κάλυπταν, της γαργαλούσαν τώρα τα στήθη, τον αφαλό της…
Το ένα χέρι του κλείδωνε το κεφάλι της μαζί με το δικό του ενώ το άλλο αρμένιζε. Το ένιωσε να ανηφορίζει από το μπούτι στο γλουτό της τον οποίο αγκάλιασε ολόκληρο, κι έπειτα να ακολουθά την καμπύλη της μέσης της, να σκαρφαλώνει στα πλευρά της… Όταν έφτασε στο πλάι του στήθους της στέναξαν μαζί. Η επόμενη πνοή που μοιράστηκαν είχε τα χνότα και των δυο τους.
Ήταν σαν εκείνος να μέθυσε στην εισπνοή. Πρόλαβε να κλέψει την εικόνα των ματιών του, κατάμαυρα και θολωμένα, πριν βυθίσει το κεφάλι του στη γούβα του αυχένα της. Τότε στόλισε το δέρμα της με πεταχτά φιλιά μέχρι που τα χείλη του χώρισαν στη βάση του λαιμού της, κι η γλώσσα του έκανε τα μάτια της να γυρίσουν μέσα στο κεφάλι της.
Γραπώθηκε από το σβέρκο του άθελά της και τεντώθηκε στις μύτες των ποδιών της, και η μικρή τριβή ανάμεσά τους έστειλε μια αλυσίδα από αντιδράσεις στο σώμα της, πιο έντονες από ότι περίμενε…
«Σσς…» της έκανε εκείνος τότε. «Σσς… Θα σ' ακούσει». Ο ψίθυρος του ήταν πάγος πάνω στο βρεγμένο δέρμα του λαιμού της. Την έκανε να αναρριγήσει.
Γρήγορα φίμωσε το στόμα της πάνω στο γυμνό του ώμο. Δεν το είχε καταλάβει. Της ξέφυγε.
«Πρέπει να είμαστε ήσυχοι», της θύμισε. «Ούτε άχνα».
Της ξέφυγε… Μια ζωή να ξεζουμίζει το λαιμό της και τώρα απλά της ξέφυγε. Το κάποιο μυαλό που της είχε απομείνει γέμισε με δυσπιστία. Συμφώνησε με ένα «Μμμ» πάνω στον ώμο του, κι εκείνος άφησε άλλο ένα φιλί πάνω στον δικό της και συνέχισε από εκεί που είχε μείνει.
Η Δρόσω έπνιξε κάθε αντίδραση πάνω του. Γραπώθηκε από τα μπράτσα του σαν συνέχισε να την εξερευνά. Κάθε άγγιγμα, κάθε γλείψιμο, κάθε ίχνος των δοντιών του άναβε κι από μια φωτιά ώσπου με ορθάνοιχτα μάτια ένιωθε το κορμί της να φλέγεται. Χίλιες μικρές εστίες της άναψε, τις ένιωθε μία-μία. Έκρυψε το πρόσωπό της στο πυκνό στήθος του, πασχίζοντας να τις αντέξει.
Άλλο ήταν που δεν άντεχε.
Κάθε του χάδι έκρυβε κάτι τόσο τρυφερό από πίσω. Δεν ήταν προσεκτικό, ήταν τρυφερό. Ξεχείλιζε στοργή, δεν ήξερε πώς το κατάφερνε μα πήγαινε να την τρελάνει. Το ένστικτό της δεν ήταν να του αφεθεί, ήταν να το τινάξει από πάνω της σαν πούπουλο που τη γαργαλούσε. Τρίφτηκε πάνω του με κάθε πρόθεση να τον τρελάνει και εκείνον ώστε να γίνουν οι κινήσεις του βιαστικές και γνώριμες στο κορμί της. Μα τότε δάχτυλα της ακούμπησαν κατά λάθος την ουλή κάτω από τα πλευρά του.
Και αυτό… αυτό κάτι άλλαξε.
Σε μια μοναχά στιγμή οι τελευταίες δυο εβδομάδες έπαιξαν σαν ταινία πίσω από τα βλέφαρά της, και όσο χανόταν σε βρεγμένα πεζοδρόμια και σκουριασμένες σκαλωσιές, αντί να ξεφύγει από το χάδι του, κάπως… διόρθωσε το δικό της. Τη μια στιγμή πάσχιζε να επιταχύνει το ρυθμό του την επόμενη βρέθηκε να τον κυνηγά, σαν να έπαιζαν στο διάστημα.
«Κωνσταντή… περίμενε».
Η λαβή του κλείδωσε στους γοφούς της, οι αντίχειρες έκαναν ένα κύκλο πάνω στο κόκαλο της λεκάνης της. «Τι;»
Ξεκόλλησε από πάνω του να τον κοιτάξει. «Μήπως δεν κάνει;» ψιθύρισε. «Είναι νωρίς ακόμα. Θα ζοριστείς…»
Κουνούσε το κεφάλι του πριν καν τελειώσει. «Θα με προσέχεις».
Της το είπε σαν να της το ζητούσε και ταυτόχρονα σαν να το ήξερε.
«Ναι αλλά…»
«Σε παρακαλώ», ψιθύρισε κοιτώντας το κάτω χείλος της. Δυο δάκτυλά του ήρθαν και το χάιδεψαν απαλά. «Δε θέλω κάτι έξαλλο, να σε νιώσω θέλω μόνο».
Και της ήταν αρκετό.
Ξάπλωσαν μαζί στα λευκά σεντόνια· αυτός ανάσκελα, εκείνη δίπλα να γέρνει πάνω του. Μπλέχτηκε το ένα πόδι της ανάμεσα στα δικά του και τα δάκτυλά της στις μπούκλες του στέρνου του. Μα όσο φιλούσε τις φακίδες που πιτσίλιζαν τον κορμό του ο αριστερός της αντίχειράς δεν άφηνε την ουλή του. Ήταν μια υπενθύμιση.
Δεν της έβγαινε από μόνη της η τρυφερότητα. Δεν ξεχείλιζε από μέσα της όπως εκείνου, ίσως γιατί ποτέ δεν την είχε συνδυάσει με το να πλαγιάζει με κάποιον. Απόψε ήταν διαφορετικά. Απόψε μάθαινε από την αρχή. Κι ενώ ποτέ πριν δεν το ντράπηκε, τώρα με συστολή χαμήλωσε το χέρι της ανάμεσά τους κι άρχισε να τον αγγίζει. Ήταν κανόνας που είχε μάθει καλά ότι τους άρεσε να τους κοιτάς στα μάτια· όσους δεν είχε, είχαν γραπώσει το σαγόνι της να τη διδάξουν. Μα τώρα δεν μπορούσε, μόνο για ακόμη μια φορά κρύφτηκε στην ασφάλεια του λαιμού του όσο η ίδια της η ρυθμική κίνηση της έκαιγε τα χέρια.
Μα την έψαχνε κι εκείνος, δεν την άφησε μόνη παρά μόνο μια στιγμή. Φίλησε τον κρόταφό της, τα μαλλιά της. Το χέρι του βρήκε το πόδι της που ήταν ανάμεσα στα δικά του. Διέσχισε το μπούτι της μέχρι να φτάσει την πίσω μεριά από το γόνατο, κι από εκεί την τράβηξε να ανέβει πάνω του – σπάζοντας έτσι το άγγιγμά της.
Οι παλάμες του κάλυψαν ολόκληρο τον κορμό της μόλις την έπιασε απ' τη μέση. Σήκωσε το κεφάλι του από τα μαξιλάρια ίσα για να πάρει το στήθος της στο στόμα του, και από το ξάφνιασμα εκείνη έγειρε μπροστά και γραπώθηκε από το κεφαλάρι με ένα κρότο.
Μετάνιωσε αμέσως το ξέσπασμα γιατί αυτός σταμάτησε. Τον είδε να την κοιτάζει από χαμηλά.
Η Δρόσω δάγκωσε τα χείλη της, ικετεύοντας νοερά να συνεχίσει.
Την άκουσε.
Έχασε επαφή μετά από αυτό, για άπειρη ώρα. Πώς γινόταν ένα στόμα να κρύβει τόση γλύκα; Παλλόταν ολόκληρη πάνω του, χαμένη σε ένα ζεστό και υγρό παράδεισο. Πάνω που πήγαινε να συνέλθει εκείνος ελευθέρωσε με έναν ήχο το ένα στήθος της και αιχμαλώτισε το δεύτερο. Ένας σπασμός τη διαπέρασε κι άνοιξε το στόμα της – όμως συγκράτησε τη φωνή. Πίεσε το μάγουλό της στα μαλλιά του και σφίχτηκε ολόκληρη, συγκρατήθηκε όπως μπορούσε.
Την επόμενη φορά που την ελευθέρωσε τα χείλη του ήταν πρησμένα και κατακόκκινα, η ανάσα του κοφτή. Φούσκωνε και ξεφούσκωνε αδιάκοπα το στήθους του κάτω από τη παλάμη της όσο την κοίταξε σαν ζαλισμένος, λες και αυτή να τον είχε μόλις τρελάνει και όχι το αντίθετο. Ήταν τόσο όμορφος που έσκυψε και τον φίλησε, δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Και μετά το πρώτο φιλί του έδωσε ένα δεύτερο. Κι ένα τρίτο. Όσο τον φιλούσε τόσο περισσότερο εθιζόταν. Τόσα φιλιά όσα μοιράστηκαν απόψε δεν είχε ξαναδώσει σε κανένα, το ήξερε. Κι όμως καθένα ήταν πιο σημαντικό από το προηγούμενο, πιο σημαντικό από όποια ηδονή κι αυτό ήταν… ήταν τρελό. Ήταν θεότρελο... Ήταν θεότρελοι.
Ανάμεσα σε κάθε φιλί, τα χέρια της έβρισκαν χρόνο να εξερευνούν. Όχι όμως για πολύ, ήξερε τι ήθελε. Άνοιξε τα χείλη της πάνω στα δικά του τη στιγμή που τον πήρε στα χέρια της ξανά. Γευόταν τη γλύκα του μαζί με την αλμύρα που είχε απομείνει από τη θάλασσα καθώς τον έφερνε στην είσοδό της. Και έτσι όπως ρούφηξε το χειλάκι του το ερεθισμένο, άφησε και το σώμα της να χαμηλώσει πάνω του. Αργά και σταθερά.
Παρά τις καυτές του ανάσες και τη θέρμη του κορμιού του ήταν δροσερός τώρα σαν γλιστρούσε μέσα της. Τη γέμισε σε τέτοιο βαθμό που χρειάστηκε μια στιγμή να το συνηθίσει, να προσαρμοστεί. Θα της ήταν δυσκολότερο σε κανονικές συνθήκες, όμως ήταν κι εκείνη τόσο νωπή κι έτοιμη που ξαφνιάστηκε. Ήταν μια διευκόλυνση. Όμως… την τελευταία της φορά… εκείνοι οι τύποι από τη Χαβάη της είχαν κάνει ζημιά στα αλήθεια. Τώρα της κόπηκε η ανάσα σαν οι πληγωμένοι ιστοί πάσχιζαν να τεντώσουν γύρω του.
Προσπάθησε να μην το δείξει. Κράτησε τη ψυχραιμία της και τα μάτια της κλειστά, μα η παλάμη στο στήθος του που τη στήριζε έγινε γροθιά πάνω στις κοντές του μπούκλες. Κράτησε το χείλι του στο στόμα της περισσότερο από ότι έπρεπε, κι όταν το κατάλαβε και τον ελευθέρωσε προσπάθησε αμέσως να καταπιεί. Το κατάφερε με δυσκολία.
Εκείνος δε σάλεψε. Δεν προσπάθησε να κουνηθεί μέσα της, μήτε να την ακουμπήσει. Την περίμενε σαν παραδομένος. Μια μέρα ίσως τον ευχαριστούσε για αυτό, όμως τώρα λέξη δεν τόλμησε να πει για ό,τι συνέβαινε. Γνώριζε ότι φοβόταν ήδη αρκετά να την αγγίξει, έτσι και του έδειχνε ότι πονούσε θα τη σταματούσε και… δεν ήθελε να σταματήσει. Δεν την ένοιαζε ο πόνος, σ' αυτόν ήταν μαθημένη – αν μια στιγμή σταματούσε να πονάει η καρδιά της δε θα ήξερε πώς να λειτουργήσει. Μα αυτό που δε θα άντεχε τώρα ήταν να τον στερηθεί πάνω που άρχιζε να τον γνωρίζει, να τινάξει το τρυφερό του χάδι πριν προλάβει να το καταλάβει, να τα παρατήσει πριν μάθει, να τον αφήσει πριν τον νιώσει.
Να τον νιώσει… αυτό ήθελε. Έτσι κατάπιε τον πόνο σαν πικρό φαρμάκι κι άρχισε να κινείται πάνω του, το ίδιο αργά όπως τη πρώτη φορά. Δεν ανέπνεε, δεν σάλευε αλλιώς, μόνο στηριζόταν με μια γροθιά στο στήθος του και προσπαθούσε να τον ξεχωρίσει από την οδύνη που ξεσπούσε στα σωθικά της. Το ελεύθερο χέρι της το τύλιξε γύρω από τη κοιλιά της, σφίγγοντας τον εαυτό της, κρατώντας τα σπασμένα της κομμάτια όλα μαζί.
Του πήρε δυο λεπτά κι εκείνου να ξεπαγώσει. Σαν να τη συνήθιζε κι αυτός. Υπνωτισμένος φάνταζε· το βλέμμα του δεν εστίαζε, τα χείλη του έχασκαν ελαφρώς. Όμως το χέρι του ήξερε ακριβώς τι έψαχνε. Άρχισε να αναρριχάται στο σώμα της σαν κισσός που γλείφει τον κορμό μιας λεύκας, έπειτα σύρθηκε ως τον αφαλό της. Ο αντίχειράς του γλίστρησε πιο κάτω ακολουθώντας τη θέρμη της ένωσής τους. Πλησίασε ώσπου γλίστρησε ανάμεσα στα χείλη της, και το κύμα ηδονής που τη διαπέρασε στο πρώτο κιόλας άγγιγμα την έκανε να τρανταχτεί ολόκληρη.
Ο Κωνσταντής έκανε ένα κύκλο και πάει, χάθηκε. Η κίνησή της κόπηκε στη μέση, τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Στο δεύτερο κύκλο το χέρι που 'χε τυλίξει στην κοιλιά της όρμησε στο στόμα της, φίμωσε μια κραυγή. Στον τρίτο η ελεύθερη παλάμη του κάλυψε τη γροθιά της στο στήθος του. Την έλυσε, έμπλεξε μαζί τα δάχτυλά τους και τους κράτησε εκεί, πάνω στο στέρνο του. Ήρθε ο τέταρτος, ο πέμπτος, εκείνη πάσχιζε για μιαν ανάσα - και τότε αυτός άλλαξε φορά και φτου κι απ' την αρχή. Σπασμοί άρχισαν να την κατακλύζουν. Κόντευε να σκάσει η καρδιά της τόσο γρήγορα που χτυπούσε, παλλόταν ο σφυγμός στα αυτιά της και δονούνταν από την ένταση τα ερεθισμένα χείλη της.
Ξαφνικά πήρε το χέρι του κι εκείνη κλαψούρισε στην απώλεια.
«Σσς!» της έκανε και την τράβηξε απότομα κάτω.
Σχεδόν έσκασε πάνω του, όλος ο αέρας βγήκε από τα πνευμόνια της στη σύγκρουση του στήθους της με το δικό του. «Τι κα-» πήγε να ρωτήσει μα της έκλεισε το στόμα με την παλάμη του, τα μάτια του γουρλωμένα.
Μια στιγμή μετά το άκουσε. Ένα μικρό τρίξιμο από τη κουζίνα.
Κοκάλωσε πάνω του. Κυριολεκτικά σταμάτησε η καρδιά της, και ήταν τέτοια η αλλαγή από τον ξέφρενο ρυθμό που την έκανε να ζαλιστεί. Την έλουσε κρύος ιδρώτας, Όχι, όχι, όχι όχι… φώναζε η ίδια της η φωνή μεσ' το μυαλό της μέσα στον πανικό. Τόσες νύχτες κοιμόταν ανενόχλητα, σήμερα βρήκε να ξυπνήσει;
Το κεφάλι του Κωνσταντή είχε τεντωθεί, τα αυτιά του τσιτωμένα. Εκείνη μόνο προσευχόταν με τα μάτια ερμητικά κλειστά. Άχνα δεν έβγαλαν. Δεν κουνήθηκε ούτε τρίχα τους, μήτε ανάσαιναν καθόλου.
Άλλο ένα τρίξιμο ακούστηκε από τη κουζίνα.
Μετά σιωπή.
Άρχισαν να κυλούν ξανά τα δευτερόλεπτα. Δέκα, δεκαπέντε, είκοσι. Τα άφησαν να περάσουν με τη ψυχή στο στόμα, ώσπου πολλαπλασιάστηκαν σε σημαντικό αριθμό κι ακόμα στο διαμέρισμα βασίλευε απόλυτη ησυχία. Η Δρόσω άνοιξε τα μάτια της, και ο Κωνσταντής γύρισε προς εκείνη το κεφάλι. Τότε φάνηκε να προσέχει ότι ακόμα της φίμωνε το στόμα. Πήρε γρήγορα το χέρι του. «Συγνώμη», ψιθύρισε.
Εκείνη έγλειψε τα πιεσμένα της χείλη. «Νομίζω… είμαστε ασφαλείς».
«Ναι… Μάλλον».
Κοιτάχτηκαν, τα πρόσωπά τους χιλιοστά μακριά από του άλλου. Κι έπειτα έσκασαν κάτι ντροπαλά χαμόγελα, που αμέσως μετατράπηκαν σε χάχανα, που ξάφνου έγιναν γέλια. Βρέθηκαν να πασχίζουν να τα συγκρατήσουν. Μα εκείνου το γέλιο ήταν βαθύ όσο εκείνης αντηχούσε στο δωμάτιο. «Σσς! Σσς!» της έκανε και τη σώπαινε με τα φιλιά του, μα γελούσε μέσα στο στόμα του. Δεν υπήρχε γιατρειά.
Ώσπου καθώς τραντάζονταν μαζί τα κορμιά τους, ταξίδεψαν οι δονήσεις στο σημείο που ακόμα ήταν ενωμένα. Κι ύστερα σιγά-σιγά φούντωσε ξανά η ανάγκη. Μονάχα αυτό τους σώπασε.
Ο Κωνσταντής έγειρε για ακόμη ένα φιλί, αυτή τη φορά όσο τρυφερό και γλυκό ήταν το πρώτο τους. Μόνο που αυτό ήταν χαμογελαστό, κι η γεύση της χαράς του ήταν ένα άλλο είδος μέθης, από το πιο παλιό, εκλεκτό κρασί. Εκείνη χάιδευε το μάγουλό του, την άκρη από το μουστάκι του, τα ζυγωματικά του. Το επόμενο φιλί του έσκασε στη μύτη της, πεταχτό και χαριτωμένο. Εκείνη χαμογέλασε, και παίρνοντας το για σινιάλο έκανε να σηκωθεί από πάνω του να συνεχίσουν, όμως δεν την άφησε.
Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της, κρατώντας τη ξαπλωμένη πάνω στο στήθος του. Σαν σε αγκαλιά.
Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε παραξενεμένη, μα εκείνος δίχως εξήγηση τεντώθηκε κι έκλεισε τα χείλη του πάνω στα δικά της στο χιλιοστό φιλί τους. Κι έτσι όπως την κρατούσε – τόσο κολλημένη πάνω του όσο δυο κορμιά μπορούσαν – η λεκάνη του έδωσε μια μικρή ώθηση από κάτω της. Βυθίστηκε λίγο πιο μέσα της κι έξω ξανά· όχι εντελώς μα μια σταλιά. Όμως μετά από τόσην ώρα ήταν ένα σοκ για το σώμα της. Η τριβή αν και μικρή την έκαψε από την αρχή, και άθελά της δάκρυσε λίγο. Έσπασε το φιλί τους και ξάπλωσε το κεφάλι της στο στήθος του με το μάγουλο στο στέρνο του.
Έμεινε εκεί όσο αυτός κινούνταν, αργά κι ήσυχα. Μέχρι κι οι ωθήσεις του έκρυβαν μια γαλήνη. Τα μπράτσα του την έκλειναν μέσα τους και δεν ένιωθε να την εγκλώβιζαν μα να την στηρίζουν. Σαν να είχε προσέξει πως πριν πάσχιζε να κρατήσει τα κομμάτια της μη σκορπιστούν. Σαν να τα κρατούσε τώρα αυτός για εκείνη.
Έτσι, σιγά-σιγά και με αυτόν να την κρατάει, έγινε πιο εύκολο. Ο πόνος των πρώτων στιγμών μέρεψε κι εκείνη άρχισε να συνηθίζει ξανά. Δε σταματούσε να τη χαϊδεύει – τα δάχτυλά του ακολουθούσαν αόρατα μονοπάτια πάνω στο δέρμα της, στα μπράτσα της, στη λευκή πεδιάδα της πλάτης της…
Όταν της φίλησε τα μαλλιά της ζήτησε να τον κοιτάξει. Εκείνη υπάκουσε. «Πονάς», ψιθύρισε πάνω στα χείλη της, «έτσι δεν είναι;»
Πονούσε κι αυτός μαζί της. Το άκουσε.
Ήταν δύσκολο να καταπιεί με τον κόμπο που ανέβηκε στο λαιμό της. Τα μάτια της πλημμύρισαν, κόντεψαν να ξεχειλίσουν. «Θα περάσει. Μη σταματάς. Μόνο κράτα με…»
Κι εκείνος, προς έκπληξή της, έκανε όπως του είπε.
Ήταν όλα όσα ήθελε. Ήταν αρκετό.
Άρχισε να τον συναντά δειλά σε κάθε ώθηση. Αργά και ήσυχα, όπως της έμαθε. Πριν το καταλάβει τα δάκτυλά της χάιδευαν αυτή τη μικρή του φράντζα που τόσο λάτρευε, κι εκείνος έκλεινε τα μάτια του σαν να ρουφούσε τη στοργή της, να την έκλεινε σε μιαν ανάμνηση ώστε να μην τον άφηνε ποτέ.
Κρατούσαν ο ένας τον άλλο τόσο κοντά και τόσο σφιχτά που αλήθεια έγιναν ένα. Ένα κορμί, μια ύπαρξη. Δεν υπήρχε δράση και αντίδραση, μαζί ανέπνεαν και μαζί κινούνταν σαν προεκτάσεις των εαυτών τους. Αυτό που χτίστηκε ανάμεσά τους ήταν γεμάτο στοργή, εύθραυστο όσο οι πρώτες χιονονιφάδες του χειμώνα. Κι εξίσου αγνό. Εξίσου όμορφο.
Από όταν συναντήθηκαν τα μάτια τους δε χώρισαν ξανά. Δεν τόλμησε να κοιτάξει μακριά από τα δικά του, που τώρα ήταν κατάμαυρα καθώς πάσχιζαν να εστιάσουν. Χάθηκε μέσα τους κι έχασε και τον εαυτό της. Στις μικρές στιγμές ανάμεσα στη δράση και την ηρεμία, ορκίζεται πως είδε τη ψυχή του να μπλέκεται μαζί με τη δική της. Κι όταν αυτό που μαζί έθρεφαν άρχισε να θεριεύει, δε δείλιασε. Δε ντράπηκε. Κάπως τα κατάφερε και συνέχισε να τον κοιτάζει. Κατάπιε την ανάσα του και κάθε στεναγμό του, και όταν μαζί το ένιωσαν να τους πλημμυρίζει δεν υπήρχαν εκρήξεις, κραυγές κι ουρλιαχτά, μόνο η πιο γλυκιά παλίρροια που άφρισε σαν το κύμα στ' ακρογιάλι. Άρχισαν να πλέουν σε πέλαγα ηδονής, σε ένα εμείς τόσο μεγάλο όσο το απέραντο γαλάζιο. Και βυθισμένοι σε κρυστάλλινα νερά, μόνο γαλήνη βρήκαν τίποτα άλλο. Μονάχα αγάπη.
Τώρα ξαπόσταινε ξανά στο στήθος του ακούγοντας τον ήχο της καρδιά του, και νιώθοντας τη δική της να χτυπά σταθερά για πρώτη φορά σε έξι χρόνια. Χτυπούσε ήσυχα, είχε συγχρονιστεί με τη δική του. Δυο καρδιοχτύπια που, κάπως, κατάφεραν να γίνουν ένα.
Ήταν η πρώτη φορά που η Δρόσω έκανε έρωτα.
Κι αυτό άλλαξε τα πάντα.
