.


You explained the infinite
how rare and beautiful it is to even exist

I tried to write it down, but I could never find a pen


Ξύπνησε -ξημέρωμα όπως πάντα- στην κάμαρή της. Της φάνηκε ξένη μετά από τόσες ημέρες μακριά. Βλεφάρισε ήσυχα, τα μάτια της τυφλά μέσα στο σκοτάδι. Δίπλα της το στρώμα ήταν βαρύ, ένα συμπαγές κορμί την καλούσε στη ζεστασιά του.

Ανακάθισε ήσυχα μην τον ξυπνήσει. Ήταν Δευτέρα, δεν μπορούσε να παρακοιμηθεί. Ένα αχνό φως ξεμύτιζε από τις χαραμάδες στα κλειστά παντζούρια κι έβαφε γραμμές πάνω στον τοίχο. Όταν σηκώθηκε να τα ανοίξει πήρε μαζί της το λευκό σεντόνι, σαν κάποια νύμφη που πλανιέται μεσ' το δάσος. Μόλις το λιγοστό φως από το χάραμα γλίστρησε μεσ' το δωμάτιο η πρωινή δροσιά της φίλησε τα μάγουλα, κάνοντας την να αναρριγήσει.

Γύρισε να τον κοιτάξει. Ολόγυμνος ήταν αφού του πήρε το σεντόνι, γυρισμένος στο πλάι προς εκείνη. Είχε την πιο γαλήνια έκφραση στο πρόσωπό του, σαν μικρός άγγελος φάνταζε… άγαλμα σμιλεμένο από τον πιο ταλαντούχο γλύπτη. Ανεβοκατέβαινε αργά και σταθερά το στήθος του, ενώ τα βλέφαρά του δεν τρεμόπαιζαν στην πλάνη ενός ονείρου, μόνο βαθύς ύπνος έδειχνε να του έχει πάρει κάθε έγνοια.

Συνειδητοποίησε ότι είχε παγιδεύσει το κάτω χείλος της ανάμεσα στα δόντια της σαν τον κοιτούσε, δαγκώνοντας το ελαφρά.

Ένιωθε κάτι αλλόκοτο μέσα της να τη γαργαλάει απαλά, μια λαχταριστή πίεση να την προκαλεί. Τον χάζευε να κοιμάται στην αγκαλιά της γαλήνης, με το ψυχρό φως από το χάραμα να τον βάφει με τόνους γαλανούς, και άρχισαν να ρέουν από μέσα της εικόνες, θέλω, λέξεις… στίχοι. Αυτό δεν το είχε ξαναπάθει. Δεν ξέρει τι την έπιασε μα έβγαλε αθόρυβα από το κομοδίνο το παλιό σημειωματάριο, κουλουριάστηκε μαζί του στο περβάζι του παραθύρου κι έγραψε κάτι. Δεν την ένοιαξε τι, δεν πρόσεχε, μόνο τον κοίταζε και όλα αυτά που ξυπνούσαν μέσα της κύλισαν από το στυλό στη σελίδα, ώσπου δεν άντεχε άλλο μακριά του. Φύλαξε ξανά το τετράδιο που πλέον κουβαλούσε την πιο αναπάντεχα πολύτιμη ανάμνηση, ελπίζοντας να ήταν αρκετό για να την κρατήσει για μια ζωή. Γιατί ίσως… ίσως μόνο αυτό να της έμενε.

Λίγο χουζούρεμα κοντά του φάνταζε παράδεισος. Ήταν νωρίς ακόμα, η αυγή είχε δρόμο μπροστά της να διανύσει και το σχολείο αργούσε… Δεν της πήγε η καρδιά να αντισταθεί στον πειρασμό. Ούτε βρήκε λόγο να το κάνει.

Διέσχισε ξανά τον κύκλο του κρεβατιού να φτάσει στη μεριά της. Ξετύλιξε από γύρω της το λευκό ύφασμα και τον σκέπασε απαλά πριν χωθεί κι εκείνη από κάτω. Τον αγκάλιασε από πίσω, κολλώντας το στήθος της στη πλάτη του και τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τον κορμό του. Φίλησε τη γούβα ανάμεσα στις ωμοπλάτες του, κι έπειτα ξεκούρασε εκεί το μάγουλό της κι έκλεισε τα μάτια.

Ίσως του έκλεψε λίγη από τη ζέστη του γιατί τον ένιωσε να σαλεύει ελαφρώς. Μετάνιωσε που τον τάραξε… Όμως η αντίδρασή του ήταν μονάχα ένας αναστεναγμός, και μετά τα χέρια του κάλυψαν τα δικά της – καρπός με καρπό, δάχτυλα μπλεγμένα.

Δεν κοιμήθηκαν ξανά. Μόνο έκλεβαν όσες στιγμές μπορούσαν μέχρι οι πρώτες ηλιαχτίδες να χαϊδέψουν το γυμνό τους δέρμα και να βάψουν το δωμάτιο χρυσό. Μόνο τότε άρχισαν να σαλεύουν, για βρουν άλλο τρόπο να ταιριάξουν τα κορμιά τους. Την αγκάλιαζε εκείνος, ανασαίνοντας στα μαλλιά της καθώς την έκρυβε μέσα στα μπράτσα του. Κι έπειτα γύρισε μέσα στα χέρια του και του άφησε ένα φιλί στο στέρνο, εισπράττοντας άλλο ένα στο δικό της μέτωπο. Χίλιοι δυο συνδυασμοί στάθηκαν αφορμές να μην ανοίξουν τα μάτια τους, γιατί κανένας τους δεν ήθελε να σπάσει αυτή τη φούσκα ευδαιμονίας στην οποία οικειοθελώς φαινόταν να είχαν κλειστεί. Αγνόησαν τον ήλιο όσο περισσότερο μπορούσαν, μέχρι που κάποια στιγμή εκείνη αναστέναξε, με ένα μικρό κατσούφιασμα να σκοτεινιάζει το πρόσωπό της.

Αργά κι απρόθυμα, άνοιξε τα μάτια της.

Δέρμα είδε μόνο. Είχε χωθεί μεσ' το λαιμό του, εκεί όπου μια καφέ φακίδα ξεμύτιζε κάτω από τη γραμμή των μαλλιών του, πίσω από το αυτί του. Εντελώς χαζά τεντώθηκε κι ακούμπησε εκεί τη μύτη της· εκεί όπου φώλιαζε η δική της μικρή βούλα. Κι έπειτα έσφιξε γύρω του τα χέρια της για μια τελευταία αγκαλιά. Ίσως υπερβολικά σφιχτή.

«Μμμ…» έκανε εκείνος, κι έκανε το ίδιο. Τα μπράτσα του την πίεσαν πάνω του, η θερμή εκπνοή του στο λαιμό της.

Εκείνη αναστέναξε, ξανά. Πώς φάνταζε τόσο δύσκολο ένα καλημέρα;

«Μη φύγεις».

Ήταν η πρώτη φράση που ειπώθηκε, με τη φωνή του βαριά και βραχνή από τον ύπνο. Και ταξίδεψε μέσα της με ένα τρόπο που δυο λέξεις ποτέ δεν είχαν καταφέρει πριν.

«Πρέπει», μουρμούρισε εκείνη. «Έχει σχολείο».

«Ας κάνει κοπάνα».

Ρουθούνισε πάνω στη κλείδα του. «Ναι, για να γίνει σαν τα μούτρα σου».

«Τι έχουν τα μούτρα μου;»

«Τίποτα», τραβήχτηκε λίγο πίσω, ίσα για να χαζέψει τους εν λόγω φταίχτες. «Πανέμορφα είναι».

Ακόμα κλειστά είχε τα μάτια του εκείνος, σαν να αρνούνταν να επιστρέψει στη γη. Μα στα λόγια της άνοιξε τα βλέφαρά του με δυσκολία, το ένα μετά το άλλο. Ήταν σχεδόν κωμικό.

«Καλημέρα», τον καλωσόρισε με ένα χαμόγελο.

Έσκασε κι εκείνου το χειλάκι αμέσως. «Καλημέρα…»

Τους πήρε μια στιγμή να σταματήσουν να κοιτιούνται, με μάτια θολά από τον ύπνο και ροδισμένα μάγουλα. Τελικά εκείνη έγνεψε προς το σώμα του. «Πώς νιώθεις;»

«Πετάω».

Χαμογέλασε, δεν άντεξε. «Εννοώ αν είσαι εντάξει... Σε είχα πλακώσει κιόλας όλο το βράδυ και-»

«Μια χαρά είμαι» τη διαβεβαίωσε. «Εσύ;»

«Κι εγώ. Μια χαρά».

Η αλήθεια ήταν ότι δεν ήταν μια χαρά. Είχε υπάρξει διάφορα στη ζωή της συμπεριλαμβανομένου και αυτού, μα αυτό που ένιωθε τώρα δεν ήταν απλώς 'μια' χαρά. Αν τολμούσε, ευτυχία θα το βάφτιζε.

Αλλά δεν το είπε αυτό. Απλώς έσπρωξε πίσω εκείνες τις ατίθασες τούφες που έπεφταν στο μέτωπό του.

Βέβαια αυτή τη κίνηση τώρα την είχε συνδυάσει με μια συγκεκριμένη στιγμή το βράδυ που μόλις πέρασε, και άθελα της γλίστρησαν εικόνες μπρος τα μάτια της που δεν ήτανε πλασμένες για το φως της μέρας. Ειδικά όταν σκοπός σου είναι να σηκωθείς από το κρεβάτι, όχι να ξημεροβραδιαστείς εκεί.

Ο μόνος λόγος που άφησαν τη λευκή κι ηλιόλουστη γωνίτσα τους ήταν γιατί δεν ήθελαν ο μικρός να σηκωθεί πρώτος, να δει τον άδειο καναπέ και να αρχίσει τις αναζητήσεις. Και τις ανακαλύψεις. Και τις ερωτήσεις.

Ντύθηκαν μαζί κλέβοντας κλεφτές ματιές. Λίγο μετά η Δρόσω γονάτιζε στο ράντζο της κουζίνας και ξυπνούσε τον Γιάννο με ένα τραγούδι, όταν άκουσε τον Κωνσταντή να ανοίγει τα ντουλάπια πίσω της. Έβγαλε δυο φλιτζάνια, μπρίκι και το σακουλάκι με τον καφέ κι άρχισε να τους τα ετοιμάζει. Έβγαλε και ένα ποτήρι γάλα για τον μικρό, τις φρυγανιές και το κομμάτι βούτυρο με τη μαρμελάδα…

Η Δρόσω κούνησε το κεφάλι και δάγκωσε ένα χαμόγελο. Δεν είπε τίποτα, μόνο γύρισε ξανά προς το παιδί κι άρχισε να το βοηθά να ντυθεί για το σχολείο.

Ο Κωνσταντής προσφέρθηκε να τον πάει εκείνος με το αμάξι. Πέταξε ο μικρός από τη χαρά, βούτηξε τη σάκα του με το ένα χέρι και το άλλο το έχωσε μέσα στου Κωνσταντή σαν άρχισαν να κατηφορίζουν μέχρι τη γωνία. Εκείνη τους χαιρέτησε από τη σκάλα, νιώθοντας λες και η καρδιά της έσπρωχνε χρυσό μέλι μέσα στις φλέβες της κι όχι οξύ. Τούτη τη φορά ήταν θερμό και πλούσιο, κι ό,τι ακουμπούσε το έθρεφε αντί να το καταστρέφει.

Είχε κάτσει στο τραπέζι τσιμπώντας μια φρυγανιά όσο τον περίμενε - τσιμπώντας γιατί το μέλι που κυλούσε μέσα της δεν άφηνε τίποτα άλλο να κατέβει. Όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα νόμιζε ότι είναι εκείνος, όμως προς μεγάλη της απογοήτευση το ακολούθησε η πιο απεχθής τσιρίδα.

«Ανοίξτε! Ξέρω πως είστε μέσα, ανοίξτε!»

Ένα κάρο βρισιές ξεγλίστρησαν ανάμεσα από τα δόντια της. Όχι σήμερα, γαμώτο, όχι τώρα… Μόλις που πρόλαβε να πάρει μιαν ανάσα, μόλις άρχισε να θυμάται τι πάει να πει ηρεμία. Μια στιγμή δεν μπορούσαν να την αφήσουν ήσυχη; Μια μόνο στιγμή μέσα στη φούσκα της, ζητούσε πολλά;

«Άνοιξε βρε πατσαβούρα, το βλέπω το ανοιχτό το φως!»

Πέταξε τη φρυγανιά στο πιάτο κι εκείνη έσπασε σκορπώντας παντού ψίχουλα. Πετάχτηκε από την καρέκλα και με γοργά βήματα έφτασε στην εξώπορτα – όμως όταν άνοιξε δεν είδε μόνο την κυρά Τασία αλλά κι έναν αστυφύλακα να κορδώνεται δίπλα της.

Της κόπηκε η φόρα. Σαστισμένη τους κοίταξε. «Καλημέρα, κυρά Τασία».

«Κεριά και λιβάνια, που έχεις το θράσος να με καλημερίζεις».

«Δεν καταλαβαίνω. Έγινε κάτι;»

«Έφτασε ο κόμπος στο χτένι, αυτό έγινε. Σήμερα ξεκουμπίζεσαι. Τ' ακούς; Μέχρι το βράδυ θα μου έχεις αδειάσει τη γωνιά. Τα μαζεύετε και δρόμο».

Ήταν σαν να της πέταξε ένα κουβά παγωμένο νερό. Τα 'χασε, για μια στιγμή δεν βρήκε λόγια να απαντήσει. Κι όταν το έκανε η πρότασή της ήταν μια παραζάλη. «Γιατί, τι κάναμε;»

«Και τι δεν κάνατε! Τέσσερα νοίκια μου χρωστάς και εγώ κάνω τα στραβά μάτια τόσο καιρό, και πώς μου το ξεπληρώνεις; Να μαθαίνω από τον κυρ Χαράλαμπο ότι τον μαντραχαλά από κάτω τις προάλλες τον μαχαίρωσε ο δικός σου. Ο δικός σου ο αλήτης! Που είπα να κάνω ένα ψυχικό και μάζεψα στο σπίτι μου πουτάνες και φονιάδες, ανάθεμα την ώρα!»

«Κυρία Τασία ο Τάκης δεν έχει πατήσει πόδι εδώ από τότε κι ούτε πρόκειται» προσπάθησε να της εξηγήσει. «Κατέθεσα εναντίον του, έτσι και εμφανιστεί εγώ πρώτη θα τον δώσω στην αστυνομία. Και τα τρία από τα τέσσερα νοίκια που χρωστούσα σας τα ξεπλήρωσα, σε λίγες ημέρες θα έχω και το τελευταίο-»

«Δεν πα να 'χεις ό,τι θέλεις, στο σπίτι μου δε μένεις λεπτό. Να βρεις άλλου να σε λυπηθούνε, εδώ μας τελείωσε. Εδώ είμαστε μια σοβαρή γειτονία, έχουμε παιδία στην πολυκατοικία».

«Κι εγώ παιδί έχω, πώς μας λέτε έτσι ότι θα μας πετάξετε στο δρόμο;» Η φωνή της υψώθηκε τόσο από την ταραχή της που έσπασε. «Το νοίκι θα σας το δώσω, κύριε αστυφύλακα πείτε κάτι!»

«Τι να πει ο άνθρωπος; Έχετε ταράξει όλη τη γειτονιά, κανένας δε σας θέλει. Προχτές οι φωνές σας ακούγονταν μέχρι το δρόμο». Γύρισε στον αστυνόμο. «Παίζανε μπαρμπούτι μέσα στο σπίτι και πιαστήκανε στα χέρια! Κάθε τρεις και λίγο βγάζουν έξω τους σουγιάδες κι όποιον πάρει ο χάρος. Στη φυλακή έπρεπε να είναι να σαπίζουνε κι όχι ελεύθεροι στα σπίτια μας. Ξέρετε ότι αυτή η βρόμα κουβαλάει κι από ένα λεχρίτη της εδώ μέσα κάθε βράδυ να βγάζουνε τα μάτια τους μπροστά στο παιδί;»

«Τι πράγμα;» Ξεφώνησε η Δρόσω. «Τι αηδίες είναι αυτές; Ποιος σας είπε τέτοιο ψέμα;»

«Μάτια έχω και τον είδα τον μουστακαλή να φεύγει, που θα με πεις και ψεύτρα. Παστρικιά!»

Όμως ο αστυφύλακας φαινόταν να τα ακούει πρώτη φορά, και δεν τα πήρε αψήφιστα. Δίστασε για μια στιγμή, κοιτάζοντας εξεταστικά τη Δρόσω από τη κορφή ως τα νύχια. «Αυτά είναι… σοβαρές κατηγορίες, κυρία Διακάκη. Αν έχετε δει κάτι τέτοιο θα πρέπει να κάνετε αίτημα στο τμήμα να διερευνηθεί η κηδεμονία του παιδιού-»

«Είστε με τα καλά σας;» φώναξε η Δρόσω, χάνοντας εντελώς τη ψυχραιμία της. «Τίποτα τέτοιο δε συμβαίνει, ο σύντροφός μου είναι αυτός! Πήγαινε το παιδί στο σχολείο! Θα μας τρελάνετε εντελώς;»

«Είχε και παιδί μαζί του, κυρία Διακάκη;»

Εκείνη ξίνισε τα μούτρα της. «Και που θέλετε να ξέρω; Ήταν μακριά».

«Το μουστάκι του ξέρατε να το δείτε όμως».

«Σκάσε μωρή βρόμα που θα μου πεις εμένανε κουβέντα!»

«Ηρεμήστε κυρία μου!» επενέβη ο άντρας. «Αν δεν έχετε κάτι χειροπιαστό για αυτά που λέτε δεν μπορούν να κινηθούν διαδικασίες για απομάκρυνση του παιδιού. Σε κάθε περίπτωση όμως μιας και είμαστε εδώ καλό είναι να γίνει μια έρευνα».

«Τι απομάκρυνση;!» σύριξε εκείνη. «Έχετε τρελαθεί;»

«Να το βράσω το παιδί, αυτούς θέλω να απομακρύνετε!» πετάχτηκε η Τασία.

Ο ένστολος έριξε μια ματιά στην ηλικιωμένη, σαν να άρχιζε να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται. Και πάλι όμως, πιο διστακτικά, ένευσε προς το σπίτι. «Μπορώ να περάσω;»

Η Δρόσω πρέπει να είχε γίνει κατακόκκινη, έτρεμε από την οργή της. Έκανε ένα βήμα πίσω να τον αφήσει. «Περάστε, κάντε ό,τι θέλετε. Δεν υπάρχει τίποτα να βρείτε, να μας πετάξει έξω θέλει και πουλάει αέρα».

«Τι συμβαίνει εδώ;»

Όλα τα κεφάλια γύρισαν προς τον Κωνσταντή που είχε μόλις φτάσει στη κορφή της σκάλας. Κρατούσε τα κλειδιά από τη κούρσα στο χέρι και περιεργαζόταν τη μάζωξη με καχυποψία.

«Α, κατά φωνή», είπε εύθυμα ο αστυφύλακας. «Αυτός είναι ο λεγάμενος με το μουστάκι;»

«Αυτός, μάλιστα», απάντησε η κυρά Τασία.

«Υπέροχα, οπότε μπορούμε να το λύσουμε κι εδώ. Χαίρω πολύ, νεαρέ μου. Αστυφύλαξ Πέτρος Κόκλης». Του άπλωσε το χέρι.

Σε εκείνη δεν είχε συστηθεί.

Ο Κωνσταντής έριξε πρώτα μια επιφυλακτική ματιά στη Δρόσω πριν ενδώσει στη χειραψία, προσπαθώντας μάλλον να αποκωδικοποιήσει την εμφανή ταραχή της. «Κωνσταντής Σεβαστός. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα; Τι θέλετε στην πόρτα μας τέτοια ώρα;»

«Α στην πόρτα σας!» ξεφώνησε η Τασία. «Πρόλαβε κι έγινε και πόρτα σας. Και δική σας κι όλου του Πειραιά».

Μισή ματιά της έριξε. «Η κυρία;»

«Η σπιτονοικοκυρά μου», μουρμούρισε η Δρόσω, τρίβοντας το μέτωπό της να διώξει την ημικρανία που άρχιζε να την τυραννά. «Μας κάνει έξωση».

«Τι πράγμα; Για ποιον λόγο;»

«Χρειάζομαι κι άλλο; Έξι χρόνια η σουρλουλού σου έχει φέρει τη γειτονιά ως εδώ με τα καμώματά της. Και τώρα μαθαίνω ότι εκτός από αλήτες είναι και φονιάδες! Το παλικάρι που σφάξανε από κάτω ο λεχρίτης της το έφαγε, για τα μάτια της. Δεν ήξερε που έμπλεκε ο κακομοίρης! Το 'μαθες εσύ πριν χωθείς κάτω από φουστάνια της;»

Ευτυχώς η Δρόσω τον είδε που φούντωσε και πριν προλάβει να κάνει κάποια κίνηση όρμησε δίπλα του να τον συγκρατήσει. «Κωνσταντή ήρεμα…»

«Για εκείνη μίλησες έτσι, μωρή χαρχάλω; Τολμάς και την πιάνεις στο στόμα σου;»

Του τράβηξε το μπράτσο. «Σταμάτα Κωνσταντή, σε παρακαλώ».

«Άμα σε ξανακούσω να την προσβάλλεις θα σου σπάσω τα παΐδια, κακομοίρα!»

«Ηρεμήστε, νεαρέ μου», επενέβη ο αστυφύλακας, οι παλάμες στον αέρα. «Καταλαβαίνω την ένταση αλλά ας κρατήσουμε τους τόνους χαμηλά. Κι εσείς κυρία μου μαζευτείτε λίγο, δεν είναι τρόπος αυτός».

«Τον ακούσατε που με απείλησε;»

«Είμαι σίγουρος ότι ήταν τρόπος του λέγειν. Σωστά κύριε Σεβαστέ;»

Ο Κωνσταντής ξεφυσούσε σαν οργισμένος ταύρος, με τα ρουθούνια ορθάνοιχτα και το σαγόνι σφιγμένο. Εκείνη του ψιθύρισε να ηρεμήσει ακόμα μια φορά, τρίβοντας το μπράτσο του. «Σωστά», απάντησε τελικά, φτύνοντας τη λέξη.

«Πείτε μου τώρα» συνέχισε ο αστυνόμος, «τι σας είναι η κοπέλα;»

«Ό,τι θέλει μου είναι, εσάς τι σας μέλει;»

«Απαντήστε σας παρακαλώ. Για να ρωτάω έχω τους λόγους μου».

Πέρασε μια στιγμή σιωπής και η Δρόσω σφίχτηκε δίπλα του. Έψαξε από το πλάι το πρόσωπό του όμως δεν μπόρεσε να το διαβάσει. Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του ήταν σταθερή. «Η σύντροφός μου είναι».

Ένα κύμα ανακούφισης τη διαπέρασε όταν χρησιμοποίησε την ίδια λέξη. Έσφιξε το μπράτσο του, σαν να λέει ευχαριστώ.

Ο αστυφύλακας ένευσε. «Και από πού γυρνάτε;»

«Συγνώμη;»

«Τώρα μόλις, που ήσασταν;»

«Στο σχολείο είχα πάει να αφήσω το παιδί. Τον γιό της».

«Και μένετε εδώ;»

«Την τελευταία εβδομάδα».

«Λαμπρά», ο αστυνόμος χαμογέλασε. «Είδατε, δυο ερωτήσεις και λύθηκε το θέμα. Πρόκειται για παρεξήγηση, κυρία Διακάκη. Ο κύριος δεν είναι πελάτης, συζεί με την κυρία».

«Διόλου δεν με ενδιαφέρει ποιους βάζει η 'κυρία' ανάμεσα στα πόδια της», ξεκαθάρισε, τονίζοντας τη λέξη. «Τους θέλω έξω από το σπίτι μου, κινδυνεύουν οι γείτονες δεν το καταλαβαίνετε; Θα μας σφάξουνε στον ύπνο μας, σαν τον δόλιο από κάτω!»

Ο Κωνσταντής πέταξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε, δυνατά. «Ξέρετε ποιος είμαι;»

«Σκασίλα μου ποιος είσαι!»

«Ο δόλιος από κάτω είμαι».

Όταν η Τασία γούρλωσε τα μάτια η Δρόσω πήγε να σκάσει από την ικανοποίηση. «Ο Τάκης έκανε έγκλημα και πρέπει να τιμωρηθεί», πρόσθεσε. «Εγώ πρώτη τον κατέδωσα, σας το ξαναείπα. Δεν κινδυνεύετε από εμάς».

«Δεν σας θέλω στο σπίτι μου ρε τομάρια, τι δεν καταλαβαίνετε; Στο διάολο να πάτε! Έξω από εδώ, μακριά!»

«Ωραία θα φύγουμε, αλλά δώστε μας μερικές ημέρες! Να βρούμε ένα σπίτι, να το πούμε στο παιδί. Δεν μπορείτε να μας πετάξετε στο δρόμο χωρίς λόγο».

«Χωρίς λόγο!» Η Τασία ήταν που γέλασε τώρα. «Μου χρωστάς, ναι ή ου;»

Απελπισμένη την κοίταξε. Ίσως και να τα είχε τα λεφτά ίσα-ίσα, όμως αν της τα έδινε τώρα δεν θα είχαν να βγάλουν τη βδομάδα, πόσο μάλλον τον υπόλοιπο μήνα. «Θα… θα σας τα δώσω, λίγο χρόνο θέλω μόνο και…»

«Δεν έχουμε από δαύτο, μας τελείωσε. Και η υπομονή μας τελείωσε, και η ελεημοσύνη. Δεν τα έχεις, το δρόμο σου. Μέχρι το βράδυ θα μου έχεις αδειάσει τη γωνιά, μ' ακούς;»

«Δυστυχώς… υπό αυτές τις συνθήκες φοβάμαι ότι θα πρέπει να συμμορφωθείτε με τις επιθυμίες της σπιτονοικοκυράς σας», συμπλήρωσε ο αστυφύλακας.

«Πόσο έχει το νοίκι;»

Όλοι γύρισαν να κοιτάξουν τον Κωνσταντή.

Η Δρόσω κούνησε το κεφάλι της σαν σε άρνηση. Όχι…

«Τι με κοιτάτε, ρώτησα κάτι».

«600 δραχμές» απάντησε η Τασία.

Όχι… όχι… όχι…

«Και πόσα νοίκια σου χρωστάει;»

«Ένα».

«Ωραία».

Δεν τον είδε να τα δίνει. Είχε ήδη αφήσει το μπράτσο του όταν άρχισε να ψάχνει το πορτοφόλι του, έμεινε πίσω όταν εκείνος ανέλαβε τη συναλλαγή. Μόνο έκλεισε τα μάτια της. Και τα κράτησε κλειστά. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος της, πίεσε μαζί τα χείλη της, δαγκώθηκε και σώπασε, κι έμεινε στήλη άλατος όσο τον άκουγε να τα κανονίζει.

«Εγώ θα σου δώσω δύο νοίκια. Παρ' τα και θα μας αφήσεις λίγες ημέρες να μαζευτούμε χωρίς φασαρίες, ναι; Δε ζητάμε κάτι άλλο. Δέξου τα κι άσε μας, μη χαλάσουμε τώρα τις καρδιές μας».

Ακολούθησε μια παύση. Μετά η Δρόσω άκουσε τον ήχο από τα χαρτονομίσματα που άλλαξαν χέρια.

«Μέχρι την Παρασκευή», έδωσε εκείνη τη διορία της.

«Δευτέρα. Μη βγάζεις απ' τη μύγα ξύγκι, δώσε μια εβδομάδα».

«Ας είναι. Δευτέρα, και μετά μην τον είδατε».

«Όπως με βλέπεις και σε βλέπω».

Μέχρι εκεί άντεξε, ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Χωρίς λέξη τους παράτησε και χώθηκε μέσα στο σπίτι, πέρασε το διάδρομο και μπήκε στην κουζίνα. Ίσα που πρόλαβε να κοπανήσει με την πλάτη της την πόρτα όταν ξέσπασε σε λυγμούς. Τα δάκρυα που συγκρατούσε τόσην ώρα έτρεξαν χείμαρροι στα μάγουλά της, αγκάλιασε τον κορμό της σαν άρχισε να τραντάζεται ολόκληρη. Κοίταξε το ταβάνι, τα σκορπισμένα παιχνίδια, τον ήλιο που έμπαινε από το παράθυρο και τα μόρια της σκόνης που χόρευαν στο φως. Όπου και να κοιτούσε δεν είχε διαφορά, τίποτα από αυτά δεν έβλεπε.

Η πόρτα χτύπησε πίσω της και άκουσε το όνομά της από τα χείλη του. Κάλυψε γρήγορα το στόμα της να φιμώσει τα αναφιλητά, μα τι νόημα είχε; Η πόρτα που άνοιξε την έσπρωξε, έτσι αναγκάστηκε να φύγει από πίσω. Όμως δεν τη βαστούσαν τα πόδια της όρθια. Το κεφάλι του Κωνσταντή ξεμύτισε πρώτο σαν μπήκε κι εκείνος στη κουζίνα, και μόλις την είδε να κλαίει αμέσως την πλησίασε.

«Έι… όλα καλά θα πάνε», είπε τρυφερά. «Έλα εδώ».

«Μη», έκανε εκείνη κι αρνήθηκε την αγκαλιά του. «Άσε με λίγο». Παραπάτησε μέχρι το τραπέζι και γραπώθηκε από εκεί να στηριχτεί. Προσπάθησε να ηρεμήσει μα το κεφάλι της βούιζε από την ένταση τόσο που δεν έβλεπε μπροστά της.

«Δρόσω θα τη βρούμε τη λύση. Ηρέμησε, πάρε μιαν ανάσα».

«Είπε θα μου πάρει το παιδί».

«Τι πράγμα;»

«Είπε φέρνω πελάτες μπροστά του στο σπίτι, νόμιζε γι' αυτό είσαι εδώ. Ο αστυφύλακας άρχισε να λέει κάτι για απομάκρυνση μέχρι που ήρθες».

Κεραμίδα του ήρθε. «Γι' αυτό… γι' αυτό οι ερωτήσεις. Ε ρε τη ξεπατοκαλάθω… Ε ρε και έτσι και τη πιάσω στα χέρια μου δε θα μείνει ρουθούνι…»

«Θα έκοβα τις φλέβες μου», είπε εκείνη απαλά. «Έτσι και μου τον έπαιρναν θα έκοβα τις φλέβες μου, δεν με κρατάει τίποτα άλλο».

Μίλησε με τη τελευταία στάλα δύναμης που είχε και έπειτα γλίστρησε στη καρέκλα – αγκώνες στο τραπέζι, παλάμες να πιέζουν ό,τι έφταναν· τα αυτιά της, τους κροτάφους της, τις γούβες των ματιών της μέχρι που κόντεψε να τα λιώσει από την πίεση. Κάλλιο να μην έβλεπε τίποτα ποτέ ξανά παρά να αντίκριζε ένα κόσμο χωρίς εκείνον. Οι τελευταίοι λυγμοί σαν σπασμοί διαπέρασαν το σώμα της, τόσο βάναυσοι που την άφησαν να τρέμει ολόκληρη. Κι όσο περνούσαν τα λεπτά το μόνο που αντηχούσε στο δωμάτιο ήταν οι βίαιες ανάσες της και το πέρασμα του χρόνου, πάντα πάνω από το κεφάλι της. Τικ… τακ… τικ… τακ…

Κάποια στιγμή ένιωσε τον Κωνσταντή να πλησιάζει. Όταν γονάτισε δίπλα στην καρέκλα της κατευθείαν της χάιδεψε το γόνατο κι εκείνη αναστέναξε. Προσπαθούσε να τα πνίξει όλα και να σκεφτεί, δεν μπορούσε να το κάνει όταν τον είχε να την αγγίζει. Αν την κρατούσε θα άρχιζε να κλαίει από την αρχή, και δεν είχε χρόνο να κλάψει. Δεν το καταλάβαινε; Δεν άκουγε το ρολόι από πάνω τους, πόσο ανελέητα χτυπούσε;

«Κανείς δε θα σου τον πάρει, ποτέ. Δε θα φύγει από την αγκαλιά σου. Μια παρεξήγηση ήταν, λύθηκε τώρα. Ο μικρός δε θα πάει πουθενά».

Έγνεψε χωρίς να τον κοιτάζει.

Και τότε πήρε στα χέρια του τους καρπούς της. Και με τους αντίχειρες του άρχισε να τρίβει το δέρμα της μαλακά. «Δρόσω… Μη ξαναπιάσεις στο στόμα σου τέτοια λόγια».

«Τι νόημα έχει βρε Κωνσταντή τι λόγια πιάνω... Τι σημασία έχει; Τι θα κάνω τώρα, που θα βρω εγώ άλλο σπίτι; Όλα νοικιασμένα είναι, θα καταντήσω να μένω στη Χαβάη… Χριστέ μου τι θα κάνω;»

«Μπορείς σε παρακαλώ να το δεις λίγο ψύχραιμα;»

«Όχι δεν μπορώ!» κοπάνησε το τραπέζι. «Κάθε φορά κάτι γίνεται! Κάθε αναθεματισμένη φορά πάω να πατήσω στα πόδια μου και τρώω ξανά τα μούτρα μου. Δε θα σταματήσει ποτέ;» κοίταξε ψηλά, απευθύνθηκε σε όποια βάναυση δύναμη την τυραννούσε. «Δεν έχεις βαρεθεί; Η ίδια ιστορία, ξανά και ξανά-»

«Θα βρούμε λύση, ηρέμησε».

«Ναι, θα μου πληρώνεις εσύ τα νοίκια κι όλα μέλι γάλα», του πέταξε και σηκώθηκε να φύγει από μπροστά του. Πήγε προς την πόρτα της βεράντας. Σταμάτησε λίγο πριν, ένα χέρι να κρατάει το στόμα της κλειστό, πιέζοντας τα χείλη της.

Δεν… δεν έπρεπε να το πει αυτό.

Σηκώθηκε κι εκείνος, τον ένιωσε να την κοιτάει. «Να βοηθήσω ήθελα», μουρμούρισε μόνο.

«Το ξέρω… το ξέρω. Και σε ευχαριστώ».

«Τότε γιατί αντιδράς έτσι;»

«Γιατί δεν το αντέχω να με-» έκλεισε γρήγορα το στόμα της ξανά, μαζεύοντας την απελπισία που φούντωνε στη φωνή της. Προσπάθησε πάλι, πιο ψύχραιμα. «Μια ζωή στηρίζομαι σε άλλους. Ούτε ένα βήμα δεν μπορώ να κάνω μόνη μου, σαν βδέλλα ζω. Δεν αντέχω να είμαι η άχρηστη που θα σε ξεζουμίζει, δεν το βλέπεις;»

«Μην το σκέφτεσαι έτσι, ρε κορίτσι μου», την παρακάλεσε εκείνος. «Τα είχα και τα έδωσα, δεν μου τα στερείς. Εξάλλου κι εγώ εδώ μέσα δε ζω; Θα πλήρωνα ξενοδοχείο τόσο καιρό, στα χρωστούσα. Δες το σαν αντάλλαγμα για όσα μου έδωσες».

Κλείδωσε το σώμα της στα λόγια του, όλες οι αρθρώσεις κι όλοι οι μύες. Ένα μέρος της κατάλαβε πως το εννοούσε, μα ήταν ένα μικρό μέρος και το κάλυψαν άλλα, μεγαλύτερα. Τέρατα.

Αντάλλαγμα.

Πληρωμή.

Λέξεις που αντήχησαν στα αυτιά της, λέξεις που θέριευαν πιότερο κάθε στιγμή ώσπου δεν χωρούσαν στο κορμί της, ούτε εκείνες ούτε όσα κουβαλούσαν μαζί τους. Αντέδρασε αυτόματα, γύρισε να τον κοιτάζει με μάτια που ήξερε ότι πετούσαν σπίθες, ένιωθε το μέσα της να μπουρλωτιάζει και το άφησε. Δεν ήταν επιλογή. Ήταν ένστικτο.

«Αντάλλαγμα», επανέλαβε.

«Εννοώ ότι μου έχεις δώσει τόσα-»

«Και είπες να με πληρώσεις».

Τότε το κατάλαβε εκείνος. Σαν να τον χτύπησε απότομα η συνειδητοποίηση, όμως ήταν αργά.

Ήταν όλα μαζί. Ήταν αυτό και χίλια άλλα, ήταν ο τρόμος της απομάκρυνσης, η απόγνωση της έξωσης, το βίαιο ξερίζωμα από τον Τάκη. Γκρεμίστηκε όλη η ζωή της κι όσα ήξερε, δεν είχε σπίτι, δεν είχε χρήματα, δεν ήξερε που πατούσε κι είχε ένα κάρο πράγματα που ξυπνούσαν μέσα της χωρίς μία ιδέα τι να τα κάνει και πώς να τα διαχειριστεί. Ήταν τρομοκρατημένη, μπερδεμένη, απελπισμένη, κι όλα αυτά μαζί έγιναν οργή. Και ξέσπασαν πάνω του, γιατί εκείνος ήταν εδώ. Γιατί εκείνος ξεκίνησε το στρόβιλο, εκείνος ήρθε και την ξύπνησε, και δεν ήταν έτοιμη.

Ακόμα δεν ήταν.

Τον προσπέρασε να βγει από τη κουζίνα, μπήκε στη κρεβατοκάμαρα κι άρπαξε το κομπόδεμα που είχε κρύψει πίσω από το κεντητό στον τοίχο. Στο μεταξύ εκείνος την ακολούθησε, έτσι όταν γύρισε τον βρήκε μπροστά της.

Άπλωσε το χέρι και του το πρόσφερε. «Πάρτο».

«Τι κάνεις τώρα;»

«Πάρτα όλα, Κωνσταντή. Αν μετά από χτες λες τέτοια τότε ορίστε, πάρτα. Δεν τα θέλω τα λεφτά σου. Δε θέλω τίποτα από σένα».

«Τι έπαθες;!» φώναξε πανικοβλημένος. «Τι κάνεις τώρα, είσαι σοβαρή; Πώς αντιδράς έτσι;»

«Πάρτα σου είπα!»

«Δρόσω, σύνελθε, έχεις τρελαθεί;»

Όταν δεν έκανε κίνηση, τα πέταξε πάνω στο στήθος του με δύναμη.

Εκείνος όρμησε μπροστά, έπιασε τα μπράτσα της να την ακινητοποιήσει όταν πήγε να τον διώξει, και στο τσακ γλίτωσε ένα χαστούκι από το χέρι της. Το έφαγε όμως από τα λόγια της.

«Αν με πλήρωνες κατευθείαν θα σου έβγαινε πιο φτηνά», φώναξε στα μούτρα του με τη φωνή να σπάει, και φρέσκα καυτά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά της.

Την παράτησε, σαν να τον έκαψε κι εκείνον. Έκανε ένα βήμα πίσω σαν να μην το πίστευε. «Δεν το είπες αυτό».

Εκείνη μόνο έκλαιγε.

«Όχι, δεν έχεις δικαίωμα να το φτηναίνεις έτσι», και η δύναμη γύρισε στη φωνή του όσο χανόταν η δική της. Μεγάλωνε όσο αυτή μίκραινε. «Κάτσε μόνη σου και ξέσπασε και πες ό,τι αηδία σου κατέβει στο κεφάλι, πέτα ό,τι θες στον τοίχο, κι όταν είσαι έτοιμη να μιλήσεις σαν άνθρωπος έλα έξω να με βρεις. Εγώ έτσι δεν τσακώνομαι».

Και με αυτά την παράτησε και κοπάνησε την πόρτα της κάμαρης πίσω του.

Και έμεινε μόνη, να πνίγεται σε ένα ωκεανό από αναφιλητά.

Της πήρε ώρα να καταλάβει τι συνέβη. Πρώτα έπρεπε να μερέψει η θύελλα που έχει ξεσπάσει μέσα της για να μπορέσει να σκεφτεί ξανά. Κι όταν αυτό τελικά έγινε εκείνη είχε μετατραπεί σε μια μπάλα στο πάτωμα, χωμένη στη γωνία του κρεβατιού, να αναρωτιέται πώς πήγαν όλα τόσο λάθος τόσο γρήγορα. Τι σκληρό κι απότομο ξύπνημα ήταν αυτό… Τι στο διάολο εννοούσε 'έτσι δεν τσακώνομαι'.

Γιατί, πώς αλλιώς τσακώνονται οι άνθρωποι;

Μια σχέση είχε στη ζωή της αλλά ήταν αντιπροσωπευτική, το πίστευε. Έξι χρόνια έτσι τσακωνόταν. Ούρλιαζε, έκλαιγε, πετούσε πράγματα, χτυπούσε. Και μετά της έφερνε ένα λουλουδικό και τα έβρισκαν, σαν να μην είχε γίνει τίποτα. Ναι έλεγαν σκληρά λόγια αλλά ήταν πάνω στο θυμό, δεν μετρούσαν. Ο Κωνσταντής γιατί δεν της είπε τίποτα; Γιατί πληγώθηκε; Και γιατί έφυγε έτσι απότομα και την άφησε μόνη της; Δεν το καταλάβαινε, αυτός δεν ήταν έτσι. Ήταν χαζή που περίμενε να μείνει και να την αντιμετωπίσει;

Μάλλον.

Όχι, μάλλον, σίγουρα.

Σαν μωρό ένιωσε. Φυσικά και ήταν δική της δουλειά να μαζέψει τα κομμάτια της. Και τώρα που το σκεφτόταν δεν τον ήθελε εκεί. Από την αρχή είχε προσπαθήσει να το περάσει μόνη της, να ηρεμήσει μόνη της, γιατί ήξερε ότι εκείνος θα την πλήρωνε στο τέλος αν προσπαθούσε να την πλησιάσει. Όπως και έγινε. Είπε πράγματα που δεν εννοούσε πιστεύοντας ότι δεν είχε σημασία γιατί δε θα την άκουγε, έτσι πάντα γινόταν με τον Τάκη. Και τώρα κάθε στιγμή που περνούσε όλο και πιότερο άρχισε η ενοχή να της τρώει τα σωθικά.

Ήταν μεγάλη ανοησία.

Εκείνος ποτέ δεν της φέρθηκε όπως ο Τάκης και αυτή αντέδρασε σαν να είχε εκείνον μπροστά της. Μπορεί να είχε χίλια πράγματα στο κεφάλι της αλλά ο Κωνσταντής δεν έφταιγε σε τίποτα. Έκανε μεγάλη βλακεία, όσο περνούσε η ώρα τόσο περισσότερο το ήξερε.

Δεν είχε καταλάβει, βλέπεις, ότι υπάρχει κάτι άλλο από αυτά που είχε γνωρίσει.

Και τώρα που το συνειδητοποιούσε ήθελε να βουτήξει ένα-ένα τα όργανά της και να τα κάνει κομμάτια να μη νιώθει, να γλιτώσει από αυτή την αηδία για τον εαυτό της που φούντωνε ξανά μέσα της.

Εκείνος μόνο στοργή είχε να της δώσει κι έτσι του το ξεπλήρωνε.

Σαν υπνωτισμένη σηκώθηκε, ένα κουρέλι με πνοή. Έπρεπε να τον βρει, τώρα. Στιγμή παραπάνω δε θα τον άφηνε να βασανίζεται, γιατί πλέον τον ήξερε αρκετά για να γνωρίζει ότι αυτή τη στιγμή, υπήρχε να κομμάτι του που αναρωτιόταν αν έφταιξε κάπου. Και αυτό ήταν ανεπίτρεπτο.

Βγήκε από την κάμαρη μα δεν τον βρήκε στο σαλόνι. Ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος μα συνέχισε στη κουζίνα. Δεν ήταν ούτε εκεί. Έψαξε στο μπάνιο, έλεγξε από την εξώπορτα το πεζοδρόμιο, πουθενά. «Κωνσταντή;» τον κάλεσε δειλά, μα τη φωνή της κάλυψε η φασαρία στο δρόμο.

Μπήκε πάλι στο σπίτι μουδιασμένη. Πήγε κι έβαλε ένα ποτήρι νερό γιατί σαν να θόλωνε η όραση της και δεν ένιωθε καλά. Η ημικρανία είχε φτάσει στο απροχώρητο, ένιωθε τους κροτάφους της να πάλλονται από την ένταση. Βοηθούσε λίγο ο σημερινός ήλιος που πάλευε την υγρασία, σαν να προσπαθούσε να γλυκάνει λίγο από το βάσανο της. Έβαφε τα κλειστά της βλέφαρα πορτοκαλί και ζέσταινε τα μάγουλά της. Λες και το άξιζε.

Πώς τα χάλασε όλα τόσο γρήγορα;

Έπιασε τον εαυτό της να τσιμπά το δέρμα της ασυναίσθητα. Δυνατά. Μόλις ελευθέρωσε το βραχίονά της ένα λευκό σημάδι έγινε ροδοκόκκινο. Που είχε πάει, γαμώτο; Ήταν καλά; Που ήταν;

Κατέβασε το υπόλοιπο νερό λαίμαργα, σαν να περίμενε να της δώσει δύναμη όπως λίγο καλό ουίσκι. Όταν άφησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο το βλέμμα της κύλησε έξω από την μπαλκονόπορτα.

Κόπηκε η ανάσα της όταν τον είδε στην πυλωτή.

Τα παράτησε όλα και βγήκε στο μπαλκόνι. Σαν σίφουνας έφτασε στην άκρη, στην κορφή της σκάλας. Εκείνος καθόταν στο υπερύψωμα πλάι στην απλωμένη μπουγάδα. Τα πόδια του κρέμονταν από την άκρη, χτυπούσε τις φτέρνες του άρρυθμα πάνω στον ασβέστη σαν αγνάντευε το στενό χώρο της πυλωτής. Και οι λιγοστές ηλιαχτίδες που έφταναν εκεί κάτω είχαν μαζευτεί όλες γύρω του, σαν να της μαγνήτιζε κι εκείνες. Έβαφαν τα μαλλιά του καστανόξανθα και τα σεντόνια πίσω του τόσο λευκά που ήταν εκτυφλωτικά.

Σκούπισε τα δάκρια με μια γρήγορη κίνηση κι άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα. Εκείνος την πρόσεξε κάπου στα μισά. Λίγες στιγμές αργότερα στεκόταν στο υπερύψωμα, δυο μέτρα μακριά του. Δεν τον πλησίασε άλλο, μόνο στάθηκε εκεί. Κι όσο εκείνος δεν την κοίταζε, τόσο σφιγγόταν ολόκληρη. Έψαξε λέξεις, έστυψε το μυαλό της να βρει τις σωστές. Μόνο τις σωστές αυτή τη φορά. Και τελικά όταν άνοιξε το στόμα της ξεκίνησε με την βασικότερη.

«Συγνώμη».

Εκείνος δεν αντέδρασε.

«Κωνσταντή αλήθεια, λυπάμαι πάρα πολύ. Ξέρω πως το εννοούσες. Αντέδρασα… υπερβολικά, σαν… δεν ξέρω κι εγώ τι. Δεν ξέρω από πού ήρθε όλο αυτό. Αλλά ήταν λάθος, ήταν μεγάλη ανοησία μου. Δεν εννοούσα τίποτα. Με όλα αυτά που έγιναν είμαι πολύ αρπαγμένη…»

«Καλά κάνεις και είσαι αρπαγμένη, έχεις όλα τα δίκια του κόσμου να 'σαι. Αλλά εμένα δε θα μου μιλάς έτσι». Γύρισε και την κοίταξε επιτέλους. «Τέτοιες βλακείες δε θα ξαναπείς για εμάς».

Κατάπιε τη γλώσσα της, μόνο χαμήλωσε το κεφάλι σαν μαλωμένο σκολιαρούδι.

«Με έβαλες στο ίδιο τσουβάλι, Δρόσω. Στο ίδιο τσουβάλι με όλους αυτούς, και σου ήταν τόσο εύκολο. Σε μια μόνο στιγμή σκέφτηκες το χειρότερο. Ωραία, είπα μια άστοχη κουβέντα, εσένα πώς είναι δυνατόν να πάει εκεί το μυαλό σου μου λες; Τέτοια εντύπωση έχεις για μένα, αυτό σου δείχνω;»

«Δεν έχει να κάνει με εσένα».

«Πώς δεν έχει; Κάτι δεν σου έχω δώσει να καταλάβεις, κάτι δεν κάνω καλά».

«Δεν φταις εσύ, εγώ είμαι που φταίω. Στο είχα πει, δε θυμάσαι; Ότι είμαι άδεια… ότι δεν έχω κάτι να σου δώσω και δεν είναι αυτά για εμάς… Αυτό εννοούσα».

«Μην το κάνεις αυτό τώρα-»

«Άκουσέ με, εγώ φταίω μόνο, όχι εσύ. Πώς είναι δυνατόν να φταις εσύ; Εσύ που έγινες όλος μια αγκαλιά για μένα. Που ήρθες και με ξύπνησες, που μου… μου άπλωσες το χέρι, μου θύμισες τι πάει να πει νοιάξιμο. Νομίζεις τα αξίζω όλα αυτά;»

«Θα σταματήσεις επιτέλους με αυτό το 'αξίζω';»

«Όταν έτσι σου το ξεπληρώνω, εσύ τι νόημα βγάζεις;»

«Ότι πονάς!», της φώναξε, «Ότι σου έχουν φερθεί σαν να είσαι σκουπίδι και το πίστεψες, και τώρα περιμένεις τα χειρότερα».

«Εγώ φέρθηκα σαν σκουπίδι», τον διόρθωσε. «Τα δικά μου σπασμένα πληρώνω μια ζωή, και καλά κάνω».

«Καθόλου καλά δεν κάνεις», σε μια στιγμή βρέθηκε όρθιος μπροστά της, άρπαξε το πρόσωπό της στα χέρια του. «Σύνελθε γαμώ το φελέκι μου! Σύνελθε! Τι 'είσαι άδεια' λες και αηδίες; Δεν βλέπεις πόσο με έχεις γεμίσει, δεν βλέπεις πόσο σ' αγαπάω; Πώς μπορείς ακόμα να σκέφτεσαι έτσι; Σύνελθε επιτέλους!»

Για τρίτη φορά σήμερα πλημμύρισαν τα μάτια της. «Σταμάτα».

«Κοίτα με!» την κράτησε σφιχτά, δεν την άφησε να σαλέψει. «Κοίτα με και δες το και ξύπνα επιτέλους. Τον κόσμο όλο αξίζεις κι όλα τα άστρα του ουρανού, μέσα σου το ξέρεις γι' αυτό τα ψάχνεις. Όλο το σύμπαν φτιάχτηκε για να το δουν τα μάτια σου κι εσύ τα κλείνεις! Γιατί ρε Δρόσω; Γιατί;»

«Συγνώμη».

Αυτή τη φορά έσπασε η φωνή της σαν το είπε, κι όταν τα δάκρυα έσταξαν έβρεξαν τα χέρια του στα μάγουλά της. Ένιωθε τόσο άθλια, τόσο παραδομένη, τόσο ανήμπορη. Αλλά κάπως το ήξερε κι εκείνη. Ήταν ένα θαύμα, ένα απίστευτο άπιαστο όνειρο, και κάπως… κάπως τώρα το κρατούσε. Είχε στεριώσει μέσα της, είχε γραπώσει τα σπλάχνα της και δεν έλεγε να πάει πουθενά. Στα χείλη της το είχε, να το.

«Κι εγώ σ' αγαπώ».

Και το είπε εύκολα, σαν να άφησε μιαν ανάσα.

Κάτω από τον ήλιο τα καστανά του μάτια άρχισαν κι εκείνα να γυαλίζουν. Την τράβηξε στο στήθος του με φόρα, κλείνοντας την μέσα στα μπράτσα του. Βγήκε η ανάσα της σαν αγκομαχητό, την έπνιξε στο στέρνο του και πάλι άρχισε να κλαίει. Μα τώρα έκλαιγαν μαζί.

Το ένα χέρι του κρατούσε το πίσω μέρος του κεφαλιού της, την πίεζε κοντά του. Τον ένιωσε να της φιλάει τα μαλλιά σαν δάκρια άρχισαν να τα μουσκεύουν.

Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασαν έτσι. Μονάχα ότι τον ήλιο κάλυψαν σύννεφα, και η θερμοκρασία κάποια στιγμή έπεσε. Αλλά δεν ήθελε να τον αφήσει. Δεν άντεχε να κουνηθεί. Μια στιγμή πριν φάνηκε να τα είχε καταστρέψει όλα με τις μαλακίες της, και κάπως… κάπως πάλι βρέθηκε εδώ στα χέρια του. Δε θα το κατέστρεφε ξανά.

«Συγνώμη που τα κάνω όλα δύσκολα», μουρμούρισε μέσα στην μπλούζα του.

Εκείνος μόνο την αγκάλιασε πιο σφιχτά. «Σου είπα εγώ ότι θέλω εύκολα;» Η φωνή του ήταν βραχνή από το κλάμα - καθάρισε το λαιμό του. «Αν ήθελα εύκολα θα καθόμουν με τη Δόμνα. Εσένα θέλω».

Ρούφηξε τη μύτη της, προσπαθώντας να συνέλθει. «Ποια είναι η Δόμνα;»

Ακολούθησε μια παύση.

Μετά ένιωσε ένα χάδι στα μαλλιά της. «Θα σου τα πω σε λίγο. Πάμε τώρα μέσα πριν πουντιάσουμε, μπας και βρούμε τι θα κάνουμε με το σπίτι. Ναι;»

«Εντάξει», είπε ήσυχα. Αλλά παρότι –απρόθυμα- άφησε την αγκαλιά του, του κρατούσε το χέρι καθώς ανέβαιναν τις σκάλες.

Κάθισαν λοιπόν στον καναπέ οι δυο τους με δυο φρεσκοψημένους καφέδες – εκείνη οκλαδόν, εκείνος γερμένος πίσω. Και τα έβαλαν κάτω.

Είχαν πολλά να σκεφτούν.

Της είπε ότι ήθελε να μείνει μαζί της.

Του είπε ότι πίσω στο χωρίο δε θα γυρνούσε.

Της είπε ότι δεν τον ένοιαζε να πήγαιναν και στο φεγγάρι.

Και κοίταξαν ο ένας τον άλλο με βλέμματα αβέβαια. Γιατί ήταν νωρίς ακόμα μεσ' τον κόσμο αυτό να μιλούν για τους δυο τους. Ήταν πολύ νωρίς για να σχεδιάζουν μια ζωή. Όμως δεν είχαν χρόνο να τα ζήσουν όπως έπρεπε, να τα διαλέξουν μόνοι τους. Τους διάλεξαν εκείνα. Και είτε θα αφήνονταν σε αυτά κι όπου τους βγάλει, είτε θα χωρίζονταν.

Και οι δυο έκαναν την ίδια επιλογή.

Την ίδια κιόλας ημέρα, η Δρόσω έπιασε τον μικρό και τον ρώτησε πώς θα ένιωθε αν έμεναν οι τρεις τους μαζί με τον Κωνσταντή.

«Αλήθεια το λες; Δε θα φύγει;» ρώτησε εκείνος, με τα γαλανά ματάκια του ολοφώτιστα.

«Θέλει να μείνει μαζί μας, αν το θέλουμε κι εμείς. Εσύ τι σκέφτεσαι;»

«Ναι! ΝΑΙ! Ναι! Ναι!»

«Σιγά θα σκοτωθείς, δε χοροπηδάμε στον καναπέ!»

Ένα σχέδιο διαμορφώθηκε, σιγά-σιγά. Ο Κωνσταντής θα γυρνούσε στο χωρίο μέσα στην εβδομάδα, για να ενημερώσει τους δικούς του για τις αποφάσεις του και να τακτοποιήσει μερικές υποθέσεις. Θα τους ερχόταν κεραμίδα, σίγουρα δε θα ήταν εύκολο να πατήσει πόδι και τον έβλεπε που ανησυχούσε για αυτό. Κι εκείνη ανησυχούσε, δεν του το έκρυψε. Η σχέση του με τον πατέρα του ήταν πάντα πολύ στενή. Και μπορεί από απόσταση όλα να φάνταζαν δυνατά, μα έτσι και βρισκόταν μπροστά του έτοιμος να το ξεφουρνίσει, θα το έκανε στα αλήθεια;

Ήταν μια μακροσκελής συζήτηση, που μοίρασαν σε αρκετές ημέρες.

«Θα τα αφήσεις όλα και θα φύγεις, Κωνσταντή; Είσαι σίγουρος ότι το θέλεις;»

Τον ρωτούσε ξανά και ξανά, γιατί δε θα το άντεχε να έρθει μια ημέρα που θα έβλεπε στα μάτια του ότι το μετάνιωσε. Θα τη μισούσε για αυτό. Και πώς ήταν δυνατόν να ξεπεράσουν κάτι τέτοιο;

Μα εκείνος πάντα κοιτούσε χάμω με πίκρα. «Δεν είναι σπίτι μου εκείνα τα χώματα, κι ας μου λείπουν. Η φυλακή μου είναι και ο τάφος μου, και κάθε μέρα που τα πατώ βουλιάζω όλο και πιο μέσα. Έχω κάνει πράγματα αδιανόητα, τα σκέφτομαι και με πιάνει τρέλα, αλλά για εκείνους δεν ήταν τίποτα. Κάθε που σηκώνω κεφάλι κινδυνεύω να μείνω απόκληρος, έχω ένα πατέρα που μια ζωή ψάχνει την παραμικρή αφορμή να με πετάξει σαν το σκύλο. Αυτά θα αφήσω πίσω, Δρόσω, οπότε ούτε να λυπάσαι ούτε να απορείς. Κι αν τα χάσω όλα για καλό μου θα 'ναι, το βλέπω τώρα. Μια ψυχή που είναι να βγει…»

Θα ζητούσε από τον Δούκα το μερίδιό του από την κληρονομιά, αυτό αποφάσισε. Δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες να το έπαιρνε, αλλά άξιζε μια προσπάθεια. Αλλιώς δεν πειράζει. Είχε βγάλει και μόνος του αρκετά αυτά τα χρόνια για να ζήσουν άνετα για μήνες, μέχρι να τακτοποιηθούν και να βρουν καμία δουλειά. Το πώς ακριβώς τα είχε βγάλει το είπε τρίβοντας νευρικά το σβέρκο του, μα εκείνη όταν το άκουσε μόνο γέλασε.

«Έχει κάτι το ποιητικό, μαύρα χρήματα για λευκό μέλλον».

«Μόνο εσύ θα το έπαιρνες έτσι».

«Σε έφεραν σε μένα», ανασήκωσε τους ώμους της. «Όλα τα άλλα είναι ασήμαντα».

Το μόνο που δεν βρήκε ασήμαντο ήταν η αρραβωνιαστικιά του.

Δαγκώθηκε ολόκληρη όταν της το είπε, δεν πρέπει να είχε ξανά χάσει τόσες φορές τη γη κάτω από τα πόδια της μέσα σε μίαν ημέρα.

Ώστε αυτή λοιπόν ήταν η Δόμνα…

Ο Κωνσταντής δεν απέφυγε καμία ερώτηση, αντίθετα την έβαλε κάτω και της εξηγούσε επί ώρες. Πώς γνωρίστηκαν μέσω του πατέρα της, πόσο λίγο την ήξερε. Της εξήγησε μέχρι που κατάλαβε ότι ήταν μια ρηχή, σχεδόν τυπική ιστορία που θα έληγε με μια συζήτηση. Κάπως αυτό την ηρέμησε. Ίσως έπαιξε ρόλο πόσο την είχαν εξουθενώσει όσα είχαν γίνει, δεν είχε αντοχές να κακιώσει για τίποτα πλέον, μόνο να τον εμπιστευτεί και να το λήξει εκεί.

Σχεδόν.

Το βράδυ όμως που η Δρόσω γλίστρησε ξανά στην κάμαρη του τον κόλλησε στον τοίχο χωρίς να του αφήσει περιθώριο να αντιδράσει. Τον έπιασε και τον φίλησε με μια ένταση καινούργια, έχωσε το χέρι της μέσα στο παντελόνι του καθώς τα χείλη της άρχισαν να κατηφορίζουν στη κοιλιά του, και τον άφησε να μη ξέρει που να κοιτάξει και από πού να κρατηθεί. Έκλεψε τους πιο λαχταριστούς ήχους απ' το στόμα του, ήχους που άκουγε πρώτη φορά και ήταν έγκλημα που έπρεπε να τους φιμώσει. «Σσς… ήσυχα», του ψιθύριζε πάνω στην ήβη του, στα χείλη του, κι ύστερα στο αυτί του καθώς τον ένιωθε να αφήνεται στη ζέστη της. Ήταν η νύχτα που μάρκαρε κάθε σπιθαμή του σώματος του, με μια κτητικότητα που ξάφνιασε και την ίδια, ώσπου το όνομά της ήταν γραμμένο στο δέρμα του και κρυμμένο σε κάθε του ανάσα.

Την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισαν να ψάχνουν για σπίτια. Μαζεύονταν στον καναπέ, στο τραπέζι, μέχρι και στο κρεβάτι με τηλεφωνικούς καταλόγους και σημειωματάρια σκορπισμένα γύρω τους. Κάθε τρεις και λίγο φώναζαν ο ένας τον άλλο να τους δείξουν ό,τι τους φαινόταν ενδιαφέρον. Σημείωναν όσα τους άρεσαν για να πάρουν τηλέφωνο για πληροφορίες μετά από το περίπτερο στην πλατεία.

Δεν έψαχναν στην Τρούμπα. Στην Αθήνα γενικότερα έψαχναν, αρκεί να ήταν μακριά από τον Πειραιά.

Της πήρε καιρό να αποδεχτεί ότι θα πρέπει να στηρίζεται πάνω του οικονομικά για λίγο, κι ακόμα περισσότερο να δεχτεί ότι δεν πειράζει. Πάντως στη Χαβάη δε θα ξαναγυρνούσε, του το υποσχέθηκε μια από τις νύχτες τους στην κάμαρη, όταν μέρευαν μαζί τις ανάσες τους μέσα στο σκοτάδι. Του υποσχέθηκε ότι θα άφηνε εκείνο το αναθεματισμένο βράδυ που την είχε βρει χώμα στο πεζοδρόμιο να είναι το τελευταίο της.

Ούτε εκείνη ήθελε να ξαναγυρίσει. Ποτέ ξανά.

Την Τετάρτη επισκέφθηκαν τα πρώτα διαμερίσματα όσο ο μικρός ήταν στο σχολείο. Παρουσιάστηκαν ως ανδρόγυνο, ήταν πιο εύκολο έτσι. Της έπιασε τη μέση και έχωσαν τα δεξιά τους χέρια στις τσέπες να μην τους προδώσουν τα γυμνά τους δάχτυλα. Οι ενοικιαστές τους χάριζαν καλοσυνάτα χαμόγελα με το καλημέρα. Ήταν παράξενο.

Τελικά το ένα διαμέρισμα παραήταν μικρό, το άλλο ήταν πολύ ακριβό, το τρίτο φαινόταν υπέροχο αλλά στην Αθήνα όλο και κάποιο λάκκο θα είχε η φάβα, οπότε δεν το έκλεισαν αμέσως. Μόνο είπαν θα το σκεφτούν και έφυγαν ευχαριστώντας την ιδιοκτήτρια. Γυρνώντας, σαν από αναλαμπή, η Δρόσω του ζήτησε να σταματήσουν και από το παλιό Δημαρχείο να παραλάβει τα γράμματά της.

Τι το θελε.

Οκτώ γράμματα της Ασημίνας βρήκε από τις τελευταίες τρεις εβδομάδες. Και από τις τελευταίες δυο υπήρχαν κι άλλα επτά… όλα της Λενιώς.

Όταν μπήκε ξανά στο αμάξι είχε ήδη αρχίσει να ανακατεύεται. Δεν πρόλαβαν να φτάσουν σπίτι όταν τα άδειασε όλα στο κρεβάτι κι άρχισε να διαβάζει πυρετωδώς από το παλαιότερο στο πιο πρόσφατο. Έσκιζε φακέλους, ρουφούσε σελίδες, πίεζε μια μπουνιά στο στόμα της να κρατήσει την ψυχραιμία της μέχρι να διαβάσει και την τελευταία λέξη. Και μόλις το έκανε πέταξε κάτω το χαρτί και συνάντησε το ανήσυχο βλέμμα του Κωνσταντή.

«Η Ελένη είναι ελεύθερη», μουρμούρισε σαν σε παραλήρημα. «Της έδωσε χάρη ο Βασιλιάς, έσωσε ένα κορίτσι».

Ο Κωνσταντής δεν αντέδρασε αμέσως, παρά μόνο με ένα: «Μάλιστα».

Πετάχτηκε πάνω. «Πρέπει να φύγω».

«Που να πας;»

«Πρέπει να της μιλήσω. Τώρα».

«Έγινε κάτι άλλο; Δε σε βλέπω χαρούμενη», παρατήρησε.

«Έρχεται, Κωνσταντή».

«Τι έρχεται;»

«Έρχεται να με βρει». Μια παραζάλη ήταν τα λόγια της. «Με ψάχνει από την πρώτη ημέρα που βγήκε. Γύρισε στο χωριό… Στο πατρικό μας. Ο πατέρας σου την απειλεί, είναι χωροφύλακες στο σπίτι και τη φυλάνε, η μάνα σου έχει σαλτάρει· βγαίνει στο χωριό και ουρλιάζει 'Φόνισσα'… κι εκείνη… εκείνη ψάχνει εμένα».

«Ωραία, στείλε της ένα γράμμα να της πεις ότι είσαι καλά».

«Όχι, δεν καταλαβαίνεις, έρχεται. Γράφει ότι την Παρασκευή κατεβαίνει, κι αν δεν της στείλω διεύθυνση θα σηκώσει όλη την Αθήνα μέχρι να με βρει. Πήρε… πήρε λέει τηλέφωνο τον κυρ Ανέστη… θυμάσαι που σου είπα για ένα φίλο του πατέρα μας που με φιλοξένησε για λίγο όταν πρωτοήρθα Αθήνα;»

«Που σε πέταξε έξω όταν έμαθε ότι είσαι έγκυος;»

«Αυτόν. Της είπε ότι ο Τάκης είναι ένας αλήτης και ότι έχω μπλέξει…» η φωνή της έτρεμε τόσο καθώς τα έλεγε που έσβησε από μόνη της.

Την πλησίασε έντρομος. «Της είπε για την Τρούμπα;»

«Δεν ξέρω! Δεν ξέρω… Αν της είχε πει θα ήταν ήδη εδώ. Αλλά τον Τάκη τον έχουν παντού οι εφημερίδες μετά το μαχαίρωμα, γράφουν για την Τρούμπα, μέχρι και την οδό γράφουν Κωνσταντή! Θα με βρει... Αν έρθει θα τα μάθει όλα… Θα χάσω το μυαλό μου!»

Αν έμοιαζαν λίγο οι εκφράσεις τους, πρέπει να τον κοιτούσε κι εκείνη με ορθάνοιχτα μάτια.

«Πάμε, φύγαμε», την έπιασε από το μπράτσο. «Θα την πάρεις να της πεις ότι είσαι καλά, να σε ακούσει. Θα βρούμε μια δικαιολογία για τον Τάκη στο δρόμο».

«Δεν την ξέρεις τη Λενιώ είναι αγύριστο κεφάλι, δεν υπάρχει περίπτωση να της αλλάξω γνώμη!»

«Και θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια να μας χτυπήσει την πόρτα;»

«Πάμε να κλείσουμε το άλλο σπίτι, να μας βρει εκεί».

«Μόνη σου το είπες, έτσι και πατήσει Αθήνα θα είναι αργά. Θα τα δει τα νέα όπου και να κοιτάξει, είναι χαμένη υπόθεση. Πάμε όσο προλαβαίνουμε, Δρόσω. Τώρα».

Και πήγαν.

Και τι κατάλαβαν;

Η Βιολέτα έστειλε τον Παναγιώτη να φωνάξει τη Λενιώ, και η Δρόσω έπρεπε να αντέξει δέκα λεπτά ψιλοκουβέντας για την ψεύτικη ζωή της στην Αθήνα μέχρι να φτάσει επιτέλους η αδερφή της. Και τότε το ακουστικό άλλαξε χέρια, και η φωνή της Ελένης αντήχησε λαχανιασμένη και πανικόβλητη. «Δρόσω!»

Της τις έβρεξε κανονικότατα. Με εκείνο τον τρόπο τον δικό της τον Σταμιρέικο, και παρότι σπάραξε η καρδιά της να την ακούει τόσο ανήσυχη, την γύρισε αμέσως πίσω αυτή η βροντοφωνάρα της. Της είχε λείψει αδιανόητα ακόμα και εκείνη. Ένα με το ακουστικό έγινε, το κρατούσε κολλητά στο αυτί της και με τα δυο χέρια κι έκλεισε τα μάτια, ρουφώντας κάθε λέξη κι ας ήταν κατσάδες.

«Γύρισες σπίτι μας, Λενιώ μου». Η φωνή της είχε νότες από την ηλιοφώτιστη κουζίνα, τη στάχτη που σήκωνε το τζάκι σαν πετούσες μέσα ξύλα, το σπανακόρυζο που έβραζε στην παλιά κατσαρόλα.

«Γύρισα που να μη γύριζα! Να βρίσκω εδώ άδεια ντουβάρια, την αδερφή μας βουτηγμένη στη δυστυχία, κι εσένα εξαφανισμένη να νταραβερίζεσαι με ένας Θεός ξέρει τι ρεμάλια!»

«Τι δυστυχία;» πάγωσε κατευθείαν. «Έπαθε κάτι η Ασημίνα;»

«Ένα χάλι είναι, που ανάθεμα την ώρα που μπήκε σε εκείνο το σπίτι… Αυτό είναι που μιλούσατε, Δρόσω; Που είστε 'λες και δεν πέρασε μια μέρα', αυτό δεν μου είπες; Και δεν έχετε ιδέα τι έκανε η άλλη τόσα χρόνια. Ρίξατε μαύρη πέτρα, τόση ήταν η αγάπη μας;»

Κουνούσε το κεφάλι της φρενιασμένα κι ας μην την έβλεπε. «Μην το λες αυτό, σε παρακαλώ…»

«Κι ο ευγενικός Δημήτρης σου; Που μας βγήκε απατεώνας της κακιάς ώρας, μέχρι και ο κυρ Ανέστης έλεγε το όνομά του και αηδίαζε. Τι συμβαίνει με σένα, Δρόσω, που έχεις μπλέξει;»

«Πουθενά δεν έχω μπλέξει! Ό,τι σου είπα είναι αλήθεια, ο κυρ Ανέστης είναι που δεν ξέρει τι λέει. Μια ζωή υπερβολές, όταν πρωτοήρθα του είπε η κόρη του ότι τα έφτιαξα με τον Τάκη και θέλω να γίνω τραγουδιάρα και με έδιωξε από το σπίτι! Ο άνθρωπος κάνει την τρίχα τριχιά-»

«Δεν σε πιστεύω».

«Σου το ορκίζομαι, Λενιώ μου, αλήθεια σου λέω».

«Όρκους που δεν εννοείς να μην τους πιάνεις στο στόμα σου».

«Λενιώ-»

«Που είσαι;»

«Στην Αθήνα».

«Δώσε μου διεύθυνση, Δρόσω».

«Άκουσε με-»

«Όχι, εσύ θα ακούσεις. Δεν ξέρεις τι πέρασα στη φυλακή. Δεν ξέρεις πόσο χαμηλά έπεσα για να μη χαλάσετε εσείς οι δυο τις ζωές σας, και δεν έχεις ιδέα που θα φτάσω για να βεβαιωθώ ότι δεν πήγαν όλα στον βρόντο. Είπες πώς είχες ορθοποδήσει γι' αυτό δεν σε έψαξα ποτέ, γι' αυτό δεν ανησύχησα. Κι αν πράγματι η ζωή σου ήταν αυτή που μου έγραφες δε θα σε ενοχλούσα. Όμως φοβάμαι ότι δεν είναι, και αν δεν σιγουρευτώ ότι είσαι καλά δεν πρόκειται να σε αφήσω. Αν δε σε δω με τα μάτια μου χαρούμενη δε θα ησυχάσω, γιατί εγώ δεν ρίχνω μαύρη πέτρα σε όσους αγαπάω, το κατάλαβες;»

«Δεν είναι έτσι», φώναξε έντρομη. «Περίμενε, σε παρακαλώ, τα έχεις καταλάβει όλα λάθος!»

«Πες μου που μένεις. Τώρα».

«Δεν με ακούς! Δεν μπορείς να έρθεις».

«Μίλα Δρόσω, θα μου στρίψει! Που;»

«Δεν μπορείς να έρθεις γιατί έρχομαι εγώ».

Σιωπή έπεσε ξαφνικά στην άλλη γραμμή. Ο Κωνσταντής γύρισε και την κοίταξε.

«Από Λαμία σε παίρνω, ήρθα με άμαξα. Θα κάνω στάση σε ένα μοτέλ το βράδυ, αύριο θα είμαι Διαφάνι».

«Και ο Τάκης;»

«Χωρίσαμε».

Η ματιά της είχε κλειδώσει με του Κωνσταντή, η ένταση έρρεε ανάμεσά τους σαν ηλεκτρισμός.

Γιατί καμιά αρχή δε χτίζεται απάνω σε συντρίμμια.

Γιατί δεν είχε αφήσει μόνο ο Κωνσταντής ανοιχτούς λογαριασμούς.

Γιατί ο μόνος που θα πίστευε η Λενιώ ήταν τα ίδια της τα μάτια.

Γιατί τόσο καιρό φανταζόταν την Ασημίνα ευτυχισμένη.

Γιατί κάποια στιγμή φτάνει η ώρα που πρέπει να κοιτάξεις το θεριό στα μάτια κι ό,τι γίνει.

«Φτιάξε αύριο σπανακόρυζο, ναι; Θα σου τα πω από κοντά».