.


Oh, I miss the comfort of this house
where we are, where we are

The floor under our feet whispers out
come on in, come on in

where it all begins


Έξι χρόνια πριν, καβάλα σε μιαν άμαξα, η τελευταία της ανάμνηση ήταν η Ρίζω να της κουνάει ένα λευκό μαντήλι από τη βάση της ασβεστωμένης σκάλας. Το πατρικό της πίσω κενό, ερειπωμένο. Και οι τρεις λεύκες που φύτεψε ο πατέρας της – μια για κάθε κόρη – να θροΐζουν ανέμελα στον άνεμο σαν αυτό να σκόπευαν να κάνουν το υπόλοιπο της αιωνιότητας· να στέκονται εκεί καμαρωτές και να περιμένουν.

Μα ο ήχος που άκουγε όταν έφερνε στο νου της την ανάμνηση δεν ήταν το θρόισμα των δίχρωμών τους φύλλων στο αγέρι, ήταν εκείνα τα καμπανάκια της άμαξας. Εκείνα τα απαίσια καμπανάκια που κουδούνιζαν ανελέητα στα αυτιά της με ένα οξύ ήχο που δεν έλεγε να πάψει. Μόλις ξεκίνησε το άλογο είχαν αρχινήσει, και δεν σώπασαν μέχρι που έφτασε Αθήνα. Δυο μέρες ταξίδι με τις στάσεις για να ξεκουραστεί το ζωντανό, και τα καμπανάκια δε μέρεψαν στιγμή. Κι από τότε, κάθε φορά που προσπαθούσε να θυμηθεί το σπίτι της, τις λεύκες, τη σκάφη, τον ήλιο να αντανακλά πάνω στον ασβέστη, να τα, να ξεφυτρώνουν από το πουθενά σαν να τα είχε καλέσει κάποια δύναμη. Κλιγκ – κλανγκ – κλονγκ, κλινγκ – κλανγκ – κλονγκ… Και η Δρόσω ξυπνούσε απότομα από το όνειρο.

Όνειρο, ναι. Μόνο εκεί μπορούσε να το επισκεφτεί.

Ποτέ δεν πίστευε ότι θα γυρνούσε σπίτι.

Δυο βράδια, συμφώνησαν. Την τρίτη ημέρα θα γυρνούσαν. Ο Κωνσταντής πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε το σπίτι που σκεφτόντουσαν, υποσχέθηκε προκαταβολή με την επιστροφή τους. Ο μικρός ήταν διστακτικός μιας και δεν είχε ξαναπεράσει τόσο χρόνο χώρια από τη μητέρα του. «Γιατί να μην έρθω κι εγώ;»

Χίλιες δικαιολογίες σκαρφίστηκε· ότι θα πήγαιναν μόνο για δουλειές, ότι οι θείες του θα λείπουν, ότι δε γινόταν να λείψει τόσες μέρες από το σχολείο. Οτιδήποτε για να μην του πει ότι τον έκρυβε.

«Τελευταία φορά», υποσχέθηκε στην Κούλα γεμάτη ενοχές. «Συγνώμη που το κάνω αυτό…»

Εκείνη μόνο χαμογελούσε.

Πήρε τον Γιάννο τη πιο σφιχτή αγκαλιά στα σκαλοπάτια της Κούλας, κάθε της κύτταρο είχε ανάγκη να γεμίσει με εκείνον. «Δυο μέρες», του υποσχέθηκε. Και λίγο αργότερα τον χαιρετούσε από το παράθυρο καθώς ο Κωνσταντής έβαζε μπρος το αμάξι – φορτωμένο με κάθε λογής βαλίτσες και αποσκευές. Μόλις βγήκαν στο δρόμο ο Κωνσταντής άρχισε να κορνάρει χαρωπά, να γλυκάνει το αντίο, κι η Δρόσω έκλεψε ένα τελευταίο χαμόγελο του μικρού πριν τον χάσει από τα μάτια της.

Την επόμενη μία ώρα η Δρόσω δεν έβγαλε άχνα. Βγήκαν στην εθνική με εκείνη να χαζεύει έξω από το κλειστό παράθυρο χωρίς να εστιάζει πουθενά. Απόλυτη σιωπή είχε απλωθεί στο στενό χώρο.

Ήταν πιο δύσκολο από ό,τι περίμενε να πει αντίο. Έστω και για λίγο. Δυο μέρες φάνταζαν μήνες ολόκληροι, ήταν σαν να είχε αφήσει πίσω κάτι δικό της, κάτι φυσικό, σαν ένα όργανο από το σώμα της. Κάθε χιλιόμετρο που τους χώριζε η απώλεια γινόταν και ισχυρότερη, εξαπλωνόταν, γράπωνε το λαιμό της και δυσκόλευε την ανάσα της.

«Θες να μου πεις τι σκέφτεσαι;»

«Όχι». Ήταν απόλυτο και σαφές, όπως το ένιωσε. Μετά του έριξε ένα πλάγιο βλέμμα. «Εσύ;»

«Όχι».

Είχε πολλά μπροστά του κι εκείνος, δεν ήταν η μόνη που είχε δει τα σκούρα. Θες οι γονείς του, η αρραβωνιάρα του, ο ξάδερφός του ο Μελέτης – άλλο πάλι και τούτο, σ' αυτό το χωρίο και οι πέτρες είχαν συγγένεια. Ράκος ήταν κι ο Κωνσταντής από τη στιγμή που αποφάσισαν να πάνε, να δώσουν τις εξηγήσεις τους και να ξεμπερδεύουν. Τα σύννεφα μπροστά ήταν πυκνά και γκρίζα, αστραπές φόρτιζαν το ψυχρό αέρα, και πάλι εκεί οι δυο τους να οδεύουν κατευθείαν προς τη φουρτούνα με πλώρη την ελπίδα… ή ίσως την τρέλα τους.

«Μουσική;» της πρότεινε και άναψε το ραδιόφωνο. «Διάλεξε εσύ».

Ναι, σίγουρα την τρέλα τους.

Κι επειδή ακριβώς αυτό που χρειαζόταν ήταν να μην σκέφτεται, έγειρε μπροστά κι έκανε ακριβώς αυτό: διάλεξε.

Το «Στη Μαμά μου θα το πω».

Κι απάνω στην αντάρα τους, στη μέση του τυφώνα, εκείνη άρχισε να τραγουδάει «στου σπιτιού μου την αυλή με φλερτάρει ένα παιδί» κι αυτός παράτησε το τιμόνι, άνοιξε τέντα τα παράθυρα, κι άρχισε να χτυπάει παλαμάκια. Πώς δεν έγιναν χαλκομανία πάνω στο κιγκλίδωμα της φρεσκοστρωμένης Εθνικής ένας Θεός το ξέρει.

Να 'ναι καλά ο άτιμος την έκανε και ξεχάστηκε. Σταμάτησαν για μεσημεριανό σε ένα εξοχικό καφενέ στο Μοσχοχώρι που ανάθεμα κι αν δεν ήταν ίδιο με εκείνο από τα Κίτρινα Γάντια. Μέχρι και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό είχαν κορνιζαρισμένο στο τοίχο.

«Τι θα πάρετε;» τους ρώτησε ένα παλικάρι.

«Πορτοκαλάδα», ζήτησε ο Κωνσταντής. «Από πορτοκάλια».

Και γέλασαν και οι δυο σαν τα χαμένα μπροστά στον κακομοίρη.

Όχι, κρασάκι ήπιαν τελικά. Κι έφαγαν κεφτεδάκια, ντομάτα κι ελιές. Της γέμιζε το ποτήρι μα εκείνος μόνο έβρεχε τα χείλη του, και πανάθεμά τόνε… χίλια χαμόγελα της έκλεψε. Ο Τάκης θα είχε κατεβάσει ενάμισι κιλό κρασί στη θέση του, κι αυτός τώρα την κοιτούσε σαν να τον μεθούσε εκείνη. Τον τάισε ένα κεφτέ, της έσκασε ένα φιλί στη μύτη έτσι όπως ήταν μπουκωμένος, και ξεχάστηκε… Αλήθεια ξεχάστηκε.

Καλῶς ὁρίσατε στό Διαφάνι, έγραφε μια μπλε πινακίδα στα δεξιά τους, μα όταν την προσπέρασαν η Δρόσω είχε αποκοιμηθεί στη θέση του συνοδηγού. Ξύπνησε με το χάδι του στα μαλλιά της όταν το αμάξι ήταν ξανά σταθμευμένο. Όταν κοίταξε γύρω της κατάλαβε ότι βρίσκονταν στο χωματόδρομο που οδηγούσε στο σπίτι της, απλώς λίγο πιο πάνω.

«Σκέφτηκα ότι δε θα ήθελες να μας πάρει κανένα μάτι», της εξήγησε.

Εκείνη έγνεψε. «Ευχαριστώ».

Σωστά, πάει η Αθήνα. Όλοι τους ήξεραν εδώ.

Βγήκαν αργά από το όχημα καθώς αποκτούσαν ξανά επαφή με την πραγματικότητα και θέριευε η επίγνωση του τι ήταν έτοιμοι να κάνουν. Αυτός έβγαλε τη βαλίτσα της από το πορτμπαγκάζ και την άφησε χάμω μπροστά της. Εκείνη μόνο δίστασε.

«Μια ιδέα είναι, Δρόσω», της είπε. «Ό,τι και να γίνει σε δυο μέρες θα γυρνάμε στον μικρό».

Κι ήταν μιαν ανάσα αυτή η σκέψη – τόσο που αναρωτήθηκε πώς στο καλό θα έμενε δυνατή χωρίς τη δύναμή του. «Πότε θα σε ξαναδώ;»

«Δεν ξέρω... Δε νομίζω ότι θα είναι εύκολο να ξεγλιστρήσω. Ίσως αύριο το βράδυ».

«Θα μου λείψεις».

Γλύκανε ολάκερο το πρόσωπό του στα λόγια της. Έλιωσε η σοκολάτα που κούρνιαζε στα μάτια του, κάνοντας το χίλιες φορές δυσκολότερο να τα αποχωριστεί. «Αλήθεια μου το λες;»

«Αλήθεια με ρωτάς;» Έκανε ένα βήμα κοντά του, πάτησε στις μύτες, στηρίχτηκε στο στήθος του και άφησε στα χείλη του ένα μικρό φιλί.

Μόλις χωρίστηκαν τον έπιασε να τα γλείφει, σαν να κρατάει τη γεύση. «Κι εμένα θα μου λείψεις, Δροσοσταλιά μου. Δε φαντάζεσαι πόσο».

«Αύριο;»

«Αύριο».

Έγνεψαν και οι δυο μαζί. Και σιγά-σιγά έσπασαν την αγκαλιά τους. Εκείνη σήκωσε τη βαλίτσα κι αυτός την κοιτούσε καθώς έφευγε. Κουράγιο, φώναζε το τελευταίο της χαμόγελο. Επίσης, απάντησε το δικό του.

Δέκα λεπτά περπατούσε στο χωματόδρομο πλάι σε γλιστρίδες και ξινίδες, που έβαφαν τις άκρες του πρασινοκίτρινες. Είχε χρόνια να δει τέτοιες… Στο χωράφι απέναντι είχαν ολόγυρα φυτρώσει ραδίκια, μεγάλα όσο δυο φορές η παλάμη της. Ένα μαχαίρι να 'χε και μια σακούλα και τι ωραίο βραδινό θα έφτιαχναν. Μπορούσε να μυρίσει τα χόρτα να βράζουν στη κατσαρόλα, η γήινη ευωδιά να απλώνεται στον φθινοπωρινό αέρα. Χάζευε γύρω της σαν να βάδιζε σε άλλο πλανήτη. Η υγρασία που μαζευόταν σε σταγόνες στο χορτάρι, η γυμνή αμυγδαλιά που καρτερούσε τον Γενάρη… Τα είχε ξεχάσει όλα τους, και τώρα μαζεμένα της έπεφταν ήδη πολλά. Πόσο μάλλον όταν αντίκρισε από μακριά τις λεύκες.

Μετά ξετρύπωσε το σπίτι.

Μια πιτσιλιά λευκό ανάμεσα στο χρυσοβαμμένο κάμπο. Μια πιτσιλιά που κάποτε χωρούσε όλον τον κόσμο. Κλείδωσαν τα πέλματά της στο χώμα μόλις το είδε, οι φτέρνες βύθισαν στο έδαφος. Λευκός καπνός έβγαινε από τη καμινάδα κι ας μην είχε προλάβει ακόμα να μπει καλά-καλά ο Νοέμβρης. Είχε κρύο εδώ, δεν ήταν σαν την Αθήνα. Και η Λενιώ δεν τα πήγαινε καλά με το κρύο, θυμήθηκε με μια αναλαμπή.

Η Λενιώ ήταν εκεί μέσα.

Ήταν σπίτι… γύρισε σπίτι.

Μόνο που δεν παράτησε τη βαλίτσα να αρχίσει να τρέχει. Και ξέχασε και αναστολές και φόβους και ψέματα, τα φύλαξε όλα για αργότερα. Κοιτούσε το λευκό καπνό καθώς διέσχιζε τα στάχια, μια ματιά μόνο έριξε στις λεύκες πριν αρχίσει να σκαρφαλώνει τα σκαλιά, και με το πρόσωπο παγωμένο και τη μύτη κατακόκκινη από το κρύο χτύπησε λαχανιασμένη την πόρτα.

Η Λενιώ άνοιξε με μια ποδιά δεμένη στη μέση της, ντυμένη στα χρώματα της γης. Οι απαλές καστανές της μπούκλες έπεφταν γύρω της σαν κουρτίνα, πιο μακριές από ό,τι τις είχε δει ποτέ. Ήταν λεπτή… πολύ λεπτή, και πιο χλωμή από ό,τι φαινόταν υγιές. Η αλλαγή που στο νοσοκομείο είχε φανεί αμελητέα στο σπίτι ήταν τρανταχτή σαν μύγα μεσ' το γάλα. Μα δεν είχε σημασία.

Εκεί ήταν που η Δρόσω πέταξε κάτω τη βαλίτσα. Και χωρίς να περιμένει κάποια αντίδραση όρμησε μπροστά και αγκάλιασε την αδερφή της. Η Λενιώ δε σάστισε στιγμή, τύλιξε τα μπράτσα της γύρω απ' τη μικρή και την έσφιξε δυνατά.

«Κορίτσι μου… καρδούλα μου…»

«Δεν το πιστεύω ότι είμαστε εδώ…»

Μόνο όταν άρχισε να μπάζει κρύο χωρίστηκαν για να φέρουν μέσα τη βαλίτσα και να κλείσουνε την πόρτα.

«Είσαι καλά; Πώς ήταν το ταξίδι;»

«Μια χαρά, μια χαρά».

«Αχ, θα σε σκοτώσω…» στέναξε η Λενιώ σαν να το 'χε απωθημένο, μα δεν είχε μέσα στάλα θυμού. Μόνο γέλασαν και οι δυο, συγκινημένες. «Έλα κάτσε, κάτσε να σε φιλέψω. Έχω φτιάξει γλυκό, θέλεις καφέ; Πεινάς;»

«Καφέ αν μπορείς».

«Ωραία, να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας».

Η Δρόσω χαμογέλασε.

«Μπες καλέ μη στέκεσαι. Σου έχω στρώσει μέσα στη κάμαρη σας αν θες να αφήσεις τα πράγματά σου, να βολευτείς. Να σου φέρω τη σκάφη να πλυθείς;»

«Μια χαρά είμαι, μη σε μέλει. Ευχαριστώ».

Όσο η Λενιώ άρχισε να ψήνει καφεδάκια, εκείνη μάζεψε τη βαλίτσα χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια της από το δωμάτιο. Από τη ξύλινη τραπεζαρία, το κάδρο του πατέρα, το καλάθι πάνω στη ραφιέρα… όλα ήταν ίδια. Η φωτιά τσιτσίριζε στο τζάκι και ζέσταινε το χώρο, το υφαντό της Ασημίνας ήταν ακόμα απλωμένο μπροστά να προστατεύει το πάτωμα. Η πόρτα της κάμαρης έτριξε με τον πιο γνώριμο τρόπο καθώς μπήκε μέσα, και να το ξύλινο ανώι με τα δυο στρώματα να την καλωσορίζει. Κάποτε τα μοιράζονταν και οι τρεις κόρες, η Ελένη στο αριστερό και οι δυο μικρές στο άλλο, που κακάριζαν μέχρι την αυγή και τους φώναζε να σωπάσουν. Άδεια έμειναν τώρα και τα δυο. Εκείνη έφυγε, η Ασημίνα παντρεύτηκε, και η Λενιώ… Η Λενιώ – τώρα που γύρισε - μάλλον κοιμόταν στου πατέρα τους.

Άφησε τα πράγματά της δίπλα στο μπαούλο και γύρισε στο σαλόνι. Βρήκε ένα αχνιστό φλιτζάνι στο τραπέζι, μια άδεια καρέκλα κοντά στο τζάκι να την περιμένει, και στη διπλανή την αδερφή της.

«Για έλα δω, μικρή».

Δεν άντεξε, γέλασε ξανά. «Δεν έχεις ιδέα πόσο μου έλειψε αυτό».

«Μιλάς γιατί δε σε έχω περιλάβει ακόμα. Κάτσε κάτω».

Έκανε όπως της είπε. «Περίμενε βρε Λενιώ να πούμε μια κουβέντα. Θα φτάσουμε και στα δικά μου, πες μου πρώτα - πώς είσαι; Πώς τα βρήκες τα πράγματα έξω; Πώς σου φαίνεται που γύρισες στο χωριό;»

«Ε, πώς να 'ναι… Όπως σου τα έγραψα. Δεν περίμενα να είναι εύκολο. Βέβαια ούτε περίμενα να μου ανοίξουν όλοι την αγκαλιά τους. Να δεις τη Βιολέτα, την Ουρανία, τη Ρίζω, τον Προκόπη… μέχρι και ο Περικλής, όλοι με καλωσόρισαν Δρόσω. Είναι περίεργη η ατμόσφαιρα δε λέω, αλλά τέτοια υποδοχή δεν την περίμενα. Εκεί μέσα είχα ξεχάσει να υπάρχω. Στα απλά, μη φανταστείς. Τόσα χρόνια με αυστηρό πρόγραμμα από το φαγητό μέχρι το πότε θα κλείσεις το βράδυ τα μάτια σου, και τώρα να κάθομαι μια στιγμή και να νιώθω ότι κάτι δεν κάνω καλά, ότι κάπου πρέπει να είμαι. Μάλλον το έχω παρακάνει λίγο με τις δουλειές. Ο Λάμπρος φωνάζει να μην κουράζομαι…»

Είχε τόσο καιρό να ακούσει το όνομά του. «Λαμπίκο το έχεις κάνει, βρε Λενιώ, καλά σου λέει. Φαντάζομαι πώς θα το βρήκες μετά από τόσα χρόνια, για να είναι έτσι τώρα πρέπει να έχεις ρίξει πολύ δουλειά».

«Έννοια σου κι άμα βουρλιστώ με πιάνουν τα διαόλια μου και ούτε το καταλαβαίνω».

Η Δρόσω ρούφηξε αθώα μια γουλιά καφέ.

«Και σε κάθε περίπτωση…» συνέχισε εκείνη, «το είχε περιλάβει η Ασημίνα το σπίτι πριν έρθω, δεν το άφησε να ρημάξει. Ερχόταν καμιά φορά εδώ να ξεσκάσει, έραβε… Ακόμα έρχεται, δηλαδή. Να, όπου να 'ναι είναι η ώρα της. Βέβαια περίμενα να έχει στηθεί έξω από το πρωί όταν της είπα ότι θα έρθεις. Κι ο Λάμπρος πριν λίγο έφυγε, προέκυψε κάτι στον συνεταιρισμό».

«Εδώ μένει;»

«Με τον Μιλτιάδη αλλά έρχεται συχνά. Κάθε μέρα εδώ είναι, δε με αφήνει από τα μάτια του. Θέλει να μένει και τα βράδια αλλά…»

«Αλλά;»

«Θέλω λίγο χρόνο να προσαρμοστώ. Είναι πολλά όλα αυτά Δρόσω, είναι όλα μαζεμένα. Θέλω να ξεχάσω ό,τι πέρασα εκεί μέσα, να θυμηθώ ποια είμαι».

«Και δε θα σε βοηθήσει ο Λάμπρος με αυτό;»

«Μόνο αυτός μπορεί. Και το χωριό, και το σπίτι. Και η Ασημίνα... Εσύ, τώρα που σε βλέπω», της χάιδεψε το μάγουλο. «Απλώς… σιγά σιγά».

«Όπως νιώθεις», είπε κι έγνεψε απαλά. «Λενιώ, όταν μιλάς για τη φυλακή είναι λες και-»

Μάλλον κατάλαβε που το πήγαινε γιατί την έκοψε αμέσως, πριν καν προλάβει να αρθρώσει μια πρόταση. «Μη, άστο αυτό. Άστο να πάει στο καλό. Όλα είναι πίσω μου θα περάσουν, μην τα σκαλίζεις. Δρόσω… περίμενα να μη σε δω καλά».

Την ξάφνιασε η φράση της. «Τι εννοείς;»

«Κάτι δεν μου κολλούσε στο νοσοκομείο, κι όταν η Ασημίνα είπε ότι την ξέκοψες και μίλησα και με τον κυρ Ανέστη κόντεψα να χάσω το μυαλό μου. Νόμιζα μου έλεγες ψέματα τόσα χρόνια, εσύ δεν απαντούσες-»

«Κι εσύ έφερες τα πάνω-κάτω».

«Τον κόσμο τούμπα θα έφερνα έτσι και έκανες τέτοιο πράγμα».

Ήρθε λοιπόν η στιγμή. Εκείνη η στιγμή που έτρεμε πιότερο από κάθε άλλη, που απέρριπτε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Βρέθηκε πίσω στο νοσοκομείο πάνω από τη κατάκοιτη αδερφή της, να λέει ξανά ένα κάρο μπούρδες που θα την ηρεμούσαν. Παραμύθια, ίδια με αυτά που έλεγε στον γιό της, ίδια με αυτά που έλεγε στον εαυτό της. Μα εδώ μέσα ήταν αλλιώς. Εδώ ο πατέρας τους με κόπο και μεράκι είχε χτίσει πάνω σε αλήθειες ένα σπίτι, και μέσα σε αυτό το σπίτι μόνο αλήθειες χωρούσαν. Σε αυτό το τραπέζι είχαν παίξει, είχαν ράψει, είχαν φάει, είχαν πει στο φως από το μπλε φανάρι λόγια τρομερά και υποσχέσεις ιερές. Αλήθειες που ποτέ δε θα έβγαιναν από αυτούς τους τοίχους. Αλήθειες που ήξεραν μονάχα οι τρεις τους.

'Μπορεί να περάσουν μέρες μέχρι να τον βρουν. Η βροχή και τα τσακάλια θα την κάνουν τη δουλειά τους…'

Έτσι ήταν πάντα. Οι τρεις τους ενάντια στον κόσμο. Και μετά από τη νύχτα του φόνου δεν υπήρχε γυρισμός. Δεν υπήρχε όριο σε αυτά που τους ένωναν, δεν υπήρχε τρόπος να τις χωρίσουν. Μια γροθιά έγιναν οι Σταμίραινες που κανένας ποτέ δε θα κατάφερνε να διαλύσει.

Κανένας εκτός από τις ίδιες.

Από εκείνη.

Φόρεσε την πιο καλοφτιαγμένη μάσκα της. Εκείνη σμιλεμένη από βλέμμα καθάριο και γαλάζιο, εκείνη που θύμιζε τη Δροσούλα που έπαιρνε τη στάμνα παραμάσχαλα και με ένα φουστανάκι κατηφόριζε ως τη πηγή. Την είχε φυλαγμένη καλά, ήταν ο πιο ακριβός θησαυρός της. Και μόλις τη φόρεσε ήταν σχεδόν εύκολο να παίξει τον εαυτό της.

«Δεν σου κρύβω κάτι, Λενιώ, αλήθεια», είπε ψέματα μέσα στο σπίτι της αλήθειας. Και τα είπε τόσο καλά, με τόση ειλικρίνεια, που έπεισε και τον εαυτό της. Ήταν η μικρή του Γιώργη, το στερνοπούλι που 'χε πάρει τα μάτια της μάνας της. Μια λευκή κόλλα με χαρτί, αυτό και μόνο αυτό. Τίποτα δεν είχε να κρύψει. Τίποτα και κανέναν. «Είχα τα πάνω μου και τα κάτω μου, δε φτιάχνεις μια μέρα τη ζωή σου και μετά ζεις το παραμύθι. Δε θα σας έγραφα για κάθε τι που πηγαίνει στραβά στη ζωή μου, αυτό δε σημαίνει ότι σας έλεγα ψέματα. Σας έγραφα αυτό που μετράει, ότι είμαι καλά. Και είμαι καλά».

Η Ελένη κοίταξε τα μάτια της τα γαλανά και πήρε μιαν ανάσα για πρώτη φορά από όταν την πρωτοαντίκρισε. Κι έγνεψε καθώς δέχτηκε όσα της έλεγε. Την πίστεψε. Νόμιζε, βλέπεις, ότι μπροστά της είχε την μικρή αδερφή της.

Ίσως σε μιαν άλλη ζωή, η Δρόσω να γινόταν ηθοποιός.

«Ο Τάκης;»

Και της είπε για τον Τάκη. Ότι ήταν ένας άνθρωπος που του φέρθηκε άσχημα η ζωή, την βοήθησε στα δύσκολα και αυτό ποτέ δε θα το ξεχνούσε. Την νοιαζόταν και τον νοιάζονταν, κι ας μην ήταν γραφτό τελικά να στεριώσουν. Κάποιοι άνθρωποι έρχονται στις ζωές μας για να μας δώσουν αυτό που χρειαζόμαστε εκείνη τη στιγμή, κάνουν τον κύκλο τους και μετά μας αφήνουν. Κι αυτό δεν είναι κακό, πάντα κάτι έχουμε κερδίσει στο τέλος. Απλώς πρέπει να ξέρουμε πότε να πούμε αντίο, και αυτή η στιγμή είχε φτάσει για τους δυο τους.

Η Λενιώ την κοιτούσε με δέος. «Που τα έμαθες εσύ αυτά, μικρή;»

«Στα βιβλία που δε με άφηνες να διαβάζω», αστειεύτηκε.

Και συνέχισε τα ψέματα.

Μέχρι που χτύπησε η πόρτα και μπήκε μέσα η Ασημίνα. Τότε μόνο σώπασε.

Φορούσε ρούχα σε τόνους μπορντό, από ύφασμα χοντρό και πλούσιο. Τα μαύρα τακούνια της αντήχησαν πάνω στις ξύλινες τάβλες όπως κοντοστάθηκε. Είχε τα μαλλιά της πιασμένα διαφορετικά, πιο σφιχτά, πιο προσεγμένα από ό,τι τα θυμόταν. Αχνές ρυτίδες που δεν αναγνώριζε χάραζαν το μέτωπό της.

«Δρόσω», είπε σαν υπνωτισμένη, και μόλις εκείνη σηκώθηκε από το τραπέζι η Ασημίνα την αγκάλιασε.

Ήταν μια προσεγμένη αγκαλιά. Την ανταπέδωσε με μάτια ορθάνοιχτα. «Γεια».

«Δεν το πιστεύω ότι είσαι εδώ!»

«Ναι, κι εγώ…»

«Πωπω!» έκανε ένα βήμα πίσω να την δει καλύτερα. «Πώς μεγάλωσες! Λενιώ, την βλέπεις; Ολόκληρη κυρία έγινε η αδερφή μας!»

«Εμένα μου λες, που την είδα βαμμένη και κόντεψα να πάθω την καρδιά μου;» Τους χαμογέλασε.

«Σου πάει», είπε η Ασημίνα και τεντώθηκε να της χαϊδέψει το μάγουλο. Είχε σχεδόν ξεχάσει πόσο μικρή ήταν. «Έχω τόσο καιρό να σε δω από κοντά που μου φαίνεσαι αλλιώτικη, αλλά είσαι το ίδιο όμορφη Δροσούλα μου».

Εκείνη δεν μπορούσε να κάνει πολλά πέρα από το να την κοιτάζει.

Αυτό έκανε όλη την υπόλοιπη ημέρα. Την κοίταζε. Κι όσο πιο πολύ κοίταζε, τόσο πιο πολλά έβλεπε. Είδε πόσο κορδωμένα στεκόταν στο τραπέζι που κάποτε χαλάρωναν. Είδε τον τρόπο που περπατούσε, ναι μεν στητά μα ταυτόχρονα μαζεμένα, λες και απολογούνταν που έπιανε χώρο. Την είδε να αντιδρά σε κάθε τι που άκουγε με ένα χαμόγελο θολό – σαν να το είχε ξεχάσει στο πρόσωπό της αντί να το εννοεί. Αυτή που κάποτε γελούσε και φώτιζε το δωμάτιο όλο.

Ήταν αλλιώτικη κι εκείνη μετά από τόσα χρόνια. Πολύ αλλιώτικη.

Δεν ένιωσε δίπλα της την αδερφή της ούτε μια στιγμή. Μια άγνωστη είχε πλάι της που απλώς της έμοιαζε. Η Ασημίνα ήταν η Παναγιά της, ήταν ένα χάδι από λιακάδα και κλωστές μπλεγμένες στις λυτές της μπούκλες. Ήταν σπίτι. Δεν πνίγεσαι όταν γυρνάς σπίτι σου.

Η Δρόσω τώρα πνιγόταν. Στεκόταν δίπλα της και πνιγόταν, την κοιτούσε και πνιγόταν, ανέπνεε τον ίδιο αέρα με εκείνη και πνιγόταν γιατί ήταν ντροπή να κλέβει το οξυγόνο της όταν της είχε κλέψει όλα τα άλλα.

Το ήξερε στο πετσί της ότι της είχε καταστρέψει τη ζωή – ακόμα κι αν η ίδια δεν το είχε μάθει ποτέ. Μα τώρα που την έβλεπε ήταν ξεκάθαρο, ήταν πιο προφανές από τις μαύρες γούβες κάτω από τα μάτια της και τον προσποιητό ενθουσιασμό στη φωνή της. Το ήξερε, το είχε ακούσει στο τηλέφωνο, ποτέ όμως δεν το είχε δει. Πίστευε ότι αν έμενε μακριά θα ήταν καλύτερα, ο Νικηφόρος θα ξεχνούσε και θα συνέχιζαν τη ζωή τους. Θα έφτιαχναν το γάμο τους πριν καν η Ασημίνα μάθει ότι χάλασε. Κι όλα θα ήταν καλά, αρκεί ποτέ να μην την ξανάβλεπαν - ούτε εκείνη, ούτε τον μικρό. Η Δρόσω τόσο καιρό νόμιζε ότι ήταν υπεύθυνη για ένα φόνο όμως τελικά είχε κάνει δυο. Αυτός ο άνθρωπος εδώ δεν ήταν η Παναγία της. Την είχε σκοτώσει χρόνια τώρα.

«Πώς είσαι;» την ρώτησε η άγνωστη που είχε δίπλα της.

«Μια χαρά», της απάντησε. «Εσύ;»

«Κι εγώ, μια χαρά», απάντησε κι εκείνη. Ήταν ψέματα. Μόνο ψέματα, στο τραπέζι της αλήθειας. Στο σπίτι που κάποτε ζούσαν τρεις αδερφές. Και η πρώτη, η μεγαλύτερη, κάθε στιγμή που κοίταζε τις μικρές έχανε και λίγο από το χαμόγελό της. Ώσπου δεν έμεινε ίχνος του στο πρόσωπό της, η έκφραση της γεμάτη μόνο με σύγχυση.

Το ήξερε καλά αυτό το βλέμμα, το αναγνώρισε αμέσως. Αυτό το 'πώς έγινε αυτό' το ένιωσε στο πετσί της. Τι έγινε, πώς φτάσαμε ως εδώ... Η Λενιώ θα την ρωτούσε ξανά και ξανά. Θα λύσσαγε μέχρι να πάρει μιαν απάντηση, κι εκείνη ποτέ δε θα της την έδινε. Έτσι θα ήταν η ζωή τους αν είχαν επαφές. Κάθε συνάντηση των τριών αδερφών θα ήταν μια τρανταχτή απόδειξη ότι όλα είχαν αλλάξει. Και η Λενιώ ήταν ξεροκέφαλη, αλλά δεν ήταν χαζή. Δεν είπε κουβέντα όσο ήταν μπροστά και οι δυο. Θα την έπιανε μετά, το βράδυ, και θα την άρχιζε στις ερωτήσεις. Θα προσπαθούσε να καταλάβει πώς δυο κορίτσια που κάποτε ήταν προεκτάσεις ενός εαυτού, που κάποτε δεν ήξεραν πώς να υπάρξουν η μια μακριά από την άλλη, τώρα στέκονταν αμίλητες σε αυτό το καταραμένο τραπέζι και έπιναν τον καφέ τους παλεύοντας να καταπιούν.

Έτσι ακριβώς έγινε, όπως το περίμενε.

Η Ασημίνα καληνύχτισε με νότες από γλυκό κάστανο - μια κακιά απομίμηση γλύκας, τίποτα παραπάνω. Και μόλις έμειναν μόνες η Λενιώ δεν την κοιτούσε πλέον με δέος, μόνο με απογοήτευση. «Ότι ήρθε μόνη κι όχι με τον άντρα της δεν το πρόσεξες;»

«Το πρόσεξα». Και ήταν απίστευτα ευγνώμων.

«Και δεν αναρωτιέσαι γιατί;»

«Αναρωτιέμαι».

«Γιατί δεν τη ρώτησες;»

Η Δρόσω κόμπιασε.

«Δεν είπατε τίποτα», την κατηγόρησε. «Είχε τόση αγωνία για σένα και τη ζωή σου και δεν της είπες λέξη, ούτε για τον Τάκη ούτε για τίποτα. Κι εκείνη είναι χάλια και δεν σου είπε κουβέντα. Όλα καλά κι όλα ωραία, και κάτι μου λέει ότι καμιά σας δεν είναι καλά, ούτε εσύ κι ας λες ό,τι θες. Τι συμβαίνει Δρόσω; Γιατί ξεκόψατε έτσι οι δυο σας, τι έγινε μεταξύ σας και δεν μου το λέτε; Κάτι έχει γίνει, δεν με ξεγελάς. Μίλα».

Ψέματα… Ψέματα, ψέματα, χίλια δυο ψέματα. Είπε ό,τι ψέμα μπορούσε κι αυτή τη φορά δεν ξεγέλασε κανέναν. Θαμμένη σε ένα βουνό ασυναρτησίες, προσπαθούσε να λογικέψει τη φωνή μέσα της που ούρλιαζε ότι η Ασημίνα κάτι είχε μάθει, γιατί δεν είχε μάθει. Αν ήξερε, η Δρόσω δε θα χρειαζόταν να το μαντέψει.

«Τι έχει η Ασημίνα, γιατί είναι έτσι;» Ρώτησε μέσα στην απελπισία.

«Αν σε νοιάζει ρώτα εκείνη», απάντησε η Ελένη. Και κοπάνησε την πόρτα καθώς κλείστηκε στην κάμαρα του πατέρα τους.

Αυτή ήταν η καληνύχτα της στη Δρόσω. Ο Λάμπρος ποτέ δεν ήρθε, και εκείνη ποτέ δεν έμαθε γιατί. Μόνο έμεινε μονάχη στο σπίτι που 'χε γεμίσει πια με ψέματα τόσο που έτριζαν οι τοίχοι, τα πατώματα, τα ίδια του τα θεμέλια καθώς πάσχιζε να τα χωρέσει.

Κλείστηκε κι εκείνη με τη σειρά της στην παλιά της κάμαρη. Ξάπλωσε στο δικό της στρώμα και μύρισε το πράσινο σαπούνι στα καθαρά σεντόνια. Όταν έσβησε το κερί στο προσκεφάλι της έμεινε μόνο ένα ψυχρό φως από το παράθυρο να βάφει το υπνοδωμάτιο μπλε. Απόψε ήταν μόλις η δεύτερη φορά εδώ μέσα που την έπαιρνε ο ύπνος κλαίγοντας. Η πρώτη ήταν τη μέρα που πρωτοείδε την Ασημίνα αφότου η ίδια είχε πλαγιάσει με τον Νικηφόρο. Όταν κατάλαβε ότι ήταν έγκυος δεν είχε κοιμηθεί, απλώς κοιτούσε το κενό.

Απόψε κοιμήθηκε με το μαξιλάρι της μουσκεμένο, σαν η θάλασσα που ήταν κρυμμένη πίσω από τα βλέφαρά της να είχε φουσκώσει από την παλίρροια. Και στα όνειρά της σκαρφάλωνε με τρύπια παπούτσια στη σκεπή παρέα με μια κατακόκκινη αλεπού, που μόλις έσκυψε να την αγγίξει τρόμαξε και πήδηξε στο κενό.

Ξύπνησε όταν το μαξιλάρι ήταν πια στεγνό, από τον ήχο που έκανε κάτι όταν κοπάνησε στο τζάμι. Δεν ήξερε γιατί αλλά η πρώτη της σκέψη ήταν ότι χτύπησε στο παράθυρο κάποιο πουλί – όπως τότε, παλιά. Ζαλισμένη από τον ύπνο ανασηκώθηκε στο στρώμα της, κι όταν ακούστηκε ξανά το είδε κιόλας. Ένα πετραδάκι.

Η καρδιά της πήδηξε ένα χτύπο και πετάχτηκε αμέσως πάνω. Δυο-δυο πήδηξε τα σκαλιά από το ανώι και όρμησε να ανοίξει τις κουρτίνες.

Και να τος από κάτω.

Η ανάσα βγήκε από τα πνευμόνια της με έναν αναστεναγμό σχεδόν βίαιο. Άνοιξε το παράθυρο σαν το δωμάτιο να μην είχε άλλο οξυγόνο. «Τι κάνεις εδώ;»

«Ήρθα να πω καληνύχτα».

«Δε σε περίμενα απόψε».

«Είχα ανάγκη να σε δω. Θα κατέβεις μια στιγμή;»

Ούτε που το σκέφτηκε. Ούτε σκέφτηκε την Ελένη, ούτε το κρύο, ούτε ότι με την ίδια γαλάζια νυχτικιά που φορούσε είχε βγει κάποτε μέσα στην νύχτα και συνάντησε στην αυλή τον μανιασμένο αδερφό του. Μόνο βγήκε από το δωμάτιο αθόρυβα σαν σκιά, με μια μαεστρία που είχε τελειοποιήσει από παιδί· δεν υπήρχε αίσθημα πιο γνώριμο από τις σανίδες κάτω από τα γυμνά της πόδια. Άφησε το σπίτι να κοιμάται πίσω της και κατέβηκε φουριόζα την ασβεστωμένη σκαλωσιά, έτρεξε ξυπόλυτη στο πλάι του σπιτιού όπου την περίμενε ακόμα κάτω από το παράθυρό της, και μόλις τον είδε όρμησε μπροστά σαν η βαρύτητα να μην την κρατούσε πια στο χώμα μα να την τραβούσε πάνω του. Τα χείλη τους συγκρούστηκαν με μιαν ανάγκη απόλυτη, κι αμέσως η ζεστασιά τους ξεχύθηκε μέσα της και πλημμύρισε το σώμα που είχε κρυώσει μακριά του. Την κόλλησε στον τοίχο του πατρικού της καθώς τα μπράτσα της κλείδωσαν γύρω από τον λαιμό του, κατάπιε κάθε ανάσα της και την κράτησε σφιχτά, τόσο σφιχτά… Λες την είχε τόση ανάγκη όση τον είχε εκείνη.

«Δεν έχεις ιδέα», της έλεγε ανάμεσα σε φιλιά «πόσο μου έλειψες». Μα εκείνη φυσικά και είχε, και τον φιλούσε σαν να προσπαθούσε να επανορθώσει.

Μόνο όταν ακούμπησε στον τοίχο το κεφάλι της πασχίζοντας να μερέψει τον ξέφρενο σφυγμό της, κι εκείνος έμεινε λαχανιασμένος μπροστά της με τα βλέφαρα κλειστά, πρόσεξε τη σκιά στο αριστερό ζυγωματικό του. Ένας μώλωπας με ένα άσχημο σκίσιμο στην κορφή. Το χέρι της πήγε κατευθείαν πάνω στη πληγή. «Τι είναι αυτό;»

Αυτός τραβήχτηκε. «Τίποτα».

Τρόμος φώλιασε αμέσως στα σπλάχνα της. «Κωνσταντή, τι έγινε;»

«Τίποτα, άστο. Ήθελα τόσο να σε δω… Είχα τόσο ανάγκη να σε δω μια στιγμή…»

Μα τα μάτια της είχαν ήδη γεμίσει δάκρυα. «Ποιος σου το έκανε αυτό;»

«Ο πατέρας μου, δεν έχει σημασία».

«Θεέ μου…» μουρμούρισε, χάνοντας τις λέξεις, το μυαλό της, το χώμα κάτω από τα πόδια της σε μια μόνο στιγμή. «Θεέ μου, Κωνσταντή! Πώς μπόρεσε; Γιατί;»

«Σ' αγαπάω».

Εκείνη έκλαιγε. «Τι λες; Τι έγινε;»

«Δεν έχει σημασία. Σ' αγαπάω, το ξέρεις;» την φίλησε ξανά, κι όταν τραβήχτηκε τα χείλη του ήταν μουσκεμένα με τα δάκρυά της. «Πες μου ότι το ξέρεις. Πες μου ότι μ' αγαπάς κι εσύ, σε παρακαλώ. Το έχω ανάγκη, σε παρακαλώ».

Κι αν χίλιες φορές είχε πνίγει σε μια μέρα, κι αν κάθε λέξη έβγαινε σπασμένη, το είπε και το είπε δυνατά. Εκείνος έγνεψε στο άκουσμα, κοιτάζοντας τα χείλη της, τα μάτια της, σαν να το ρουφούσε με κάθε αίσθησή του. Σαν να γραπωνόταν πάνω της και πάνω σε ένα σπασμένο σ' αγαπώ και μόνο έτσι να κατάφερνε να στέκεται. Διαλυμένος ήταν, κομμάτια. Δε θυμόταν να τον είχε ξαναδεί έτσι.

«Θα μου το ξαναπείς;»

Και του το ξανάπε.

Εκείνος μόλις το άκουσε έγνεψε ξανά. «Μόνο αυτό με νοιάζει», μουρμούρισε, και σταμάτησε να τρέμει.

Δεν της είπε τι έγινε, λέξη δεν πήρε από το στόμα του πέρα από το ότι ήταν 'καλά'. Μόνο έριξε το σακάκι του χάμω και κάθισαν κι οι δυο στο χώμα αντίκρυ στις τρεις λεύκες. Την ρώτησε για τις αδερφές της, του είπε ότι τα μπάλωσε όπως μπορούσε μα η Ελένη δεν πείστηκε. Του είπε επίσης ότι η Ασημίνα φαινόταν χάλια, και «Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Τι συμβαίνει με τον Νικηφόρο;»

«Όλοι έτσι είναι σε αυτό το κωλόσπιτο», της απάντησε. «Είναι σάπιοι όλοι τους Δρόσω. Πες της να φύγει από εκεί μέσα να βρει την υγειά της. Όλοι πρέπει να φύγουμε από εκεί».

Πάνω τους ο ουρανός απλωνόταν μπλε· ένα πλούσιο μπλε πλασμένο από βελούδο, με εκατομμύρια διαμάντια να πλέκονται στα βάθη του. Λαμπύριζαν όλα μαζί, τρεμόπαιζαν σαν τα χνότα από τις ανάσες τους στον παγωμένο αέρα.

«Κοίτα», έκανε ξαφνικά ο Κωνσταντής, με τη βαθιά φωνή του μπλεγμένη σε κάποιο όνειρο. «Μάλλον σε περίμεναν. Δεν είναι όμορφα;»

Και η καρδιά της έγινε με μιας όσα κομμάτια ήταν τα αστέρια. Όχι… όχι, πλέον. Δεν ήταν όμορφα με αυτό το αντίτιμο.

Ο Κωνσταντής την ξύπνησε όταν κάποια στιγμή άρχισαν να κλείνουν τα μάτια της. Της είπε να πάει να ξεκουραστεί, ότι θα ερχόταν κι αύριο. Ότι του έλειπε ήδη. Ότι μια μέρα έμεινε, να έκανε λίγο κουράγιο ακόμα. Τον καληνύχτισε με άλλο ένα σ' αγαπώ, που έδειχνε να τον γεμίζει όσο εκείνην τα φιλιά του. Κι έπειτα γλίστρησε ξανά αθόρυβα στο σπίτι, γιατί μόνο έτσι αθόρυβα ήταν γραμμένο οι δυο τους να υπάρχουν. Δεν την πείραζε όμως. Έτσι φαινόταν να είναι η αγάπη τελικά. Ήσυχη.

Το πρωί η Λενιώ δεν της μιλούσε. Έφτιαξε καφέ για τρεις μα δεν την ρώτησε γιατί, μόνο κάθισαν σιωπηλές στο τραπέζι. Το σπίτι τόσο ήσυχο δεν ήταν ούτε εγκαταλειμμένο.

Δεν είχε κάποιο σχέδιο για αυτήν την τελευταία ημέρα. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε να πείσει τη Λενιώ να μην τη ξαναψάξει μέχρι το άλλο πρωί. Δεν είχε σκοπό να γυρίσει ξανά, ήταν η τελευταία φορά που αντίκριζε το σπίτι, που πατούσε αυτά τα χώματα. Κι εκείνες θα έκανε καιρό να τις ξαναδεί. Χρόνια, αν περνούσε από το χέρι της. Ίσως και ποτέ. Ίσως το να τραβήξει απότομα τον επίδεσμο να ήταν το καλύτερο για όλους.

Η Ελένη άθελά της, της υπέδειξε τον δρόμο με αυτή τη συμπεριφορά. Αν την έκανε να τη σιχαθεί καμία σχέση δε θα ήθελε μαζί της.

Έτσι καθάρισε το λαιμό της και μάζεψε το κουράγιο της. «Δεν καταλαβαίνω γιατί φέρεσαι έτσι», είπε, σπάζοντας επιτέλους τη σιωπή. «Εσύ πρώτη μου είπες να φύγω και να κάνω τη ζωή μου. Αυτό έκανα».

Η Ελένη δεν απάντησε.

«Σοβαρά τώρα μου θύμωσες; Άλλο τόσο φταίει η Ασημίνα που χαθήκαμε».

«Αυτό να μην το ξαναπείς. Σου έστελνε συνέχεια, σε ρωτούσε, κι ας είχε χίλια πράγματα στο κεφάλι της. Εσύ εξαφανίστηκες».

«Ωραία, κι εγώ είχα χίλια πράγματα στο δικό μου. Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα αλλά πρέπει να χωνέψεις ότι δεν θα είμαστε πάντα κοριτσάκια, μεγαλώσαμε. Η κάθε μια έχει τη ζωή της».

«Και δε σε νοιάζει αν η ζωή της Ασημίνας είναι άθλια».

«Δεν είπα αυτό βρε Ελένη, φυσικά και με νοιάζει!»

«Περίεργο τρόπο έχεις να το δείχνεις».

Ξεροκατάπιε, τα χέρια της γροθιές. «Θες να μου πεις τι έχει και να αφήσεις τους γρίφους;»

«Έξι χρόνια», γρύλισε εκείνη, «έζησα μια κόλαση και το μόνο που με κρατούσε ήταν η σκέψη ότι εσείς είστε καλά, η υπόσχεση με την οποία σας άφησα να προσέχετε η μια την άλλη. Το θυμάσαι αυτό;»

«Ναι», απάντησε απρόθυμα. Φυσικά και το θυμόταν. Στο δωματιάκι στο δικαστήριο είχαν δώσει την τελευταία τους αγκαλιά, τότε τις έβαλε να ορκιστούν. Και έγνεψαν και οι δυο, μα μόνο η Ασημίνα το εννοούσε. Εκείνη είχε αφήσει τον Γιάννο νεογέννητο με τον Τάκη κι είχε έρθει σκαστή στην Αθήνα, μόνο για ένα δικαστήριο - εκείνο της απόφασης. Όταν ανακοινώθηκε η ποινή, μονάχα ένα πράγμα είχε να τους ζητήσει η Ελένη. Να προσέχουν η μια την άλλη, μόνο αυτό. Η Δρόσω δεν είπε ψέματα, αυτό ακριβώς έκανε. Από κανέναν δε χρειαζόταν περισσότερη προστασία η αδερφή της απ' ό,τι από εκείνην.

«Εσύ έκανες τη ζωή σου και μπράβο σου, δεν ήθελα κάτι άλλο για σένα πέρα από το να είσαι εκεί για την Ασημίνα όταν σε χρειαστεί - γιατί ήσουν η μόνη που είχε, Δρόσω. Η μόνη. Μου λέγατε και οι δυο ότι είστε καλά κι εγώ σας πίστευα, η ηλίθια. Δεν έστειλα τον Λάμπρο να ψάξει, πίστευα ότι μεταξύ μας δεν είχαμε μυστικά. Η Ασημίνα τόσο καιρό είναι παρατημένη σε εκείνο το καταραμένο σπίτι με την Μυρσίνη, που από το πρωί μέχρι το βράδυ τη βαφτίζει 'η αδερφή της φόνισσας', και 'η άχρηστη που δεν μπορεί να πιάσει παιδί'. Μια φορά την κλείδωσε έξω από το σπίτι στη βροχή, μια της έσπασε την κορνίζα με τη μάνα μας, μια την έσπρωξε στη σκάλα και κόντεψε να σκοτωθεί, έσπασε το χέρι της. Η αδερφή μας, Δρόσω! Και ξέρεις τι κάνει ο Νικηφόρος; Πάει ταξίδια λέει, για δουλείες, που ανάθεμα κι αν δεν είναι γυναικοδουλειές. Λείπει και τώρα, πήγε Παρίσι μόνος του και η Ασημίνα ούτε που τον ρώτησε γιατί. Δε μιλιούνται ούτε όταν είναι στο ίδιο σπίτι, παράτησαν και τις προσπάθειες για παιδί… Την αποφεύγει σαν την πανούκλα, τάχα ήταν διαφορετικός από την οικογένειά του αλλά μόλις έμαθαν ότι είναι στείρα έγινε μπουχός…»

Δεν είναι αυτό, ούρλιαζε η Δρόσω μέσα της. Δε φταίει αυτό… Δε χωρούσαν στο μυαλό της όσα άκουγε, κάθε λέξη ήταν μια μαχαιριά στα σπλάχνα της. Ποτέ δεν είπαν την αλήθεια στην Ασημίνα, κανένας από τους δυο τους. Την κρατούσαν κρυμμένη μέσα τους, να τους κομματιάζει τα σωθικά. Και αν αυτή πνιγόταν μόλις στεκόταν δίπλα της, μάλλον όμοια πνιγόταν και εκείνος. Έφυγε να την αφήσει ήσυχη με τον άντρα της, όπως έπρεπε να είχε κάνει από την αρχή. Μα ήταν πλέον πολύ αργά. Πλέον έτρεχαν και οι δυο μακριά από την Ασημίνα να ανασάνουν λες και το άξιζαν, και έτσι σαν αποτέλεσμα έμεινε μόνη της.

Την άφησαν μόνη της, όλοι. Χωρίς να καταλάβει ποτέ γιατί.

Πρώτη της φορά η Δρόσω συνειδητοποίησε πώς ένιωθε η Ασημίνα. Δεν ήταν παράδεισος η άγνοια, κολαστήριο ήταν, και καμία τιμωρία δική της δεν έκανε την παραμικρή διαφορά για εκείνη. Όλα ήταν στο δικό της μυαλό. Όλα τα έκανε για να νιώσει αυτή καλύτερα, ποτέ δεν σκέφτηκε την αδερφή της. Όπως δεν την σκέφτηκε όταν τραβούσε τον άντρα της στην κρεβατοκάμαρα, έτσι δεν την σκέφτηκε στιγμή από τότε. Όλα για την πάρτη της τα έκανε. Τίποτα δεν είχε νόημα. Ήταν μια εγωίστρια, ένα σίχαμα που δεν άξιζε καμία οικογένεια, που δεν νοιαζόταν για κανέναν. Αυτό ήταν πάντα κι αυτό θα παρέμενε, μόνο αυτό…

Το έβλεπε τώρα, καθαρά και ξάστερα. Και η Ελένη την κοίταζε με μια ένταση στα μάτια της που δε θα κατάφερνε να ξεχάσει ποτέ. Ήταν αρκετή απόδειξη το βλέμμα της ότι το έβλεπε πλέον κι αυτή. Η Δροσούλα ήταν ένα τέρας.

Ωραία. Έτσι έπρεπε, να το δει. Αυτό ήθελε από την αρχή, έτσι δεν ήταν; Αυτό ακριβώς ήταν που ήθελε…

Εκείνη την ώρα ήρθε ο Λάμπρος.

«Δρόσω μου», είπε καθώς έκλεινε πίσω του την πόρτα. «Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβλέπω».

«Κι εγώ», του απάντησε καθώς την έπαιρνε αγκαλιά. Ήταν μουδιασμένη ολόκληρη, τίποτα δεν ήξερε αν εννοούσε.

Ο Λάμπρος τη Λενιώ δεν την αγκάλιασε. Μόνο όταν του άπλωσε το χέρι έκανε να την αγγίξει, σαν να την ντρεπόταν. Δεν ρώτησε κανέναν τους γιατί. Δεν ξανακοίταξε τη Λενιώ στα μάτια. Έπιασε εκείνη το μαγείρεμα, αφήνοντας το ζευγάρι στο σαλόνι με τους καφέδες, κι εκείνοι μουρμούριζαν αρκετά σιγανά για να μην μπορεί να τους ακούσει.

Όταν ήρθε η Ασημίνα δεν μπόρεσε να την κοιτάξει ούτε εκείνη – ειδικά εκείνη. Σέρβιρε στο τραπέζι φαγητό για όλους και έπειτα κάθισε μαζί τους, και για πρώτη φορά μέσα σε αυτό το σπίτι, σε αυτό το τραπέζι, έπαιξαν όλοι το παιχνίδι της χαρούμενης οικογένειας. Φόρεσαν τα πιο λαμπερά χαμόγελα, μίλησαν για τις σοδιές και τον καιρό, ήπιαν την σούπα που άχνιζε και είπαν ψέματα, ψέματα, ψέματα.

Ώσπου χτύπησε ξανά η πόρτα.

Και δεν έπρεπε να έχει χτυπήσει. Αυτοί ήταν, οι τέσσερεις τους, δεν περίμεναν πέμπτο. Ο Νικηφόρος έλειπε ταξίδι… Δεν έπρεπε να έχει χτυπήσει.

Η Δρόσω καθόταν πιο κοντά στην πόρτα, έτσι σηκώθηκε εκείνη να ανοίξει, με ένα κακό προαίσθημα να φωλιάζει στα σωθικά της. Κι όταν η πόρτα παραμέρισε και τον αντίκρισε μπροστά της, της κόπηκε δικαίως η λαλιά.

«Τι κάνεις εσύ εδώ;» ξεφώνησε πνιχτά, ρίχνοντας μια αγωνιώδη ματιά στις αδερφές της.

«Πρέπει να μιλήσουμε», της είπε σοβαρά.

«Ποιος είναι, Δρόσω;» αγρίεψε η Λενιώ.

Μα εκείνη δεν απάντησε. Δεν είχε φωνή να μιλήσει, ούτε μυαλό.

Ξέμεινε από παραμύθια.