.
I swallow things I receive from the monsters
My jaws keep on moving but I feel like a ghost
I swallow things in the heat of the moment
I swallow thoughts when I need them the most
I swallow words when I want to say sorry
No one will notice
'Cause my body is closed
Περπατούσε με το κεφάλι χαμηλά προσπαθώντας να κρύψει την αριστερή πλευρά του, πότε με τις σκιές που δημιουργούσε ο πρωινός ήλιος, πότε με το χέρι του. Το χωριό παρότι απασχολημένο πάντα είχε ένα περίσσιο βλέμμα να του ρίξει καθώς περνούσε, σούσουρο είχε ήδη αρχίσει πίσω από την πλάτη του.
«Γύρισε χτες ο Κωνσταντής… ένα μήνα τον έψαχναν».
«Είναι δυνατόν να εξαφανίστηκε έτσι στα καλά καθούμενα;»
«Θα τα προγκίξανε με τον Δούκα από όταν γύρισε από τα βουνά».
«Θα έμπλεξε πουθενά, δεν ήθελε και πολύ».
«Μπα, γκομενοδουλειά μου μυρίζει εμένανε».
«Θέλεις κάτι, Προκόπη;» ξέσπασε προς το καφενείο, στην είσοδο του οποίου είχε μαζευτεί το γνωστό πηγαδάκι.
«Εγώ; Μπα καλέ! Τι να θέλω εγώ Κωνσταντή μου. Να εδώ, λέγαμε με τον παππούλη πόσο καιρό έχουμε να σε δούμε. Καλώς όρισες».
Τους κοίταξε έναν έναν. Τον κουρέα, τον Παναγιώτη, τον παπά. Πίσω η Βιολέτα είχε σηκώσει κι αυτή κεφάλι από τον πάγκο και τον κοιτούσε. Ένα κοινό είχαν τα βλέμματα όλων, φόβο μασκαρεμένο σε ευγένεια. Ο Κωνσταντής κατάπιε τη γλώσσα του σαν τον αναγνώρισε. Όλοι έτσι τους κοιτούσαν, ήταν μακράν από την πρώτη φορά - κι αν δεν είχαν φόβο θα είχαν αποστροφή. Παρίας στο σπίτι του, παρίας στο χωριό του. Κάποτε δεν τον πείραζε, το 'χε καμάρι σαν την μάνα του να τον στραβοκοιτάζουν οι χωριάτες. Κάποτε… πολλά τα βάφτιζε φυσιολογικά.
«Καλώς σας βρήκα», μουρμούρισε μονάχα – έπειτα έβαλε το κεφάλι κάτω κι έφυγε, καταπίνοντας την πίκρα στο σάλιο του.
«Καλέ χτυπημένος είναι, το είδες το πρόσωπό του;»
Μα εκείνος μόνο συνέχισε να περπατά.
Ήταν βλάκας, δεν πέρασε από το δάσος. Θα μπορούσε να είχε χωθεί στα χαμόκλαδα, κανείς δε θα τον λοξοκοιτούσε εκεί. Συνήθισε μάλλον στην Αθήνα, που μέσα στον βόμβο χανόσουν κι εσύ και για μια στιγμή γινόσουν ο εαυτός σου. Τα χώματα που τόσο του είχαν λείψει φάνταζαν τώρα στεγνά… βρώμικα. Βρώμα παντού, όπου κοιτούσε. Ξηρός αέρας που κολλούσε στο λαρύγγι του και τον έκανε να βήχει, σαν το ίδιο του το σώμα ξαφνικά να τον απέρριπτε.
Τελικά όπου κι αν πατούσε δεν τον χωρούσε ο τόπος. Όταν πήγε Αθήνα του έλειπε το χωριό, και στο χωριό – αν είναι δυνατόν – του έλειπε η Αθήνα. Η πόλη στην οποία όταν είχε πρωτοπατήσει δεν χωρούσε ο νους του ότι κάποιοι επέλεγαν να μένουν σε τέτοια γκρίζα φυλακή. Και τώρα το μυαλό του γυρνούσε στην Αθήνα κι έβλεπε μόνο χρώματα. Χρυσή άμμο, χρυσά μαλλιά, ζωγραφιές στους τοίχους και μουτζουρωμένα δάχτυλα. Και εκείνο το βλέμμα της που στο πρώτο τους ξύπνημα, κάτω από το πρώτο φως της αυγής, για μια στιγμή μονάχα είχε βαφτεί καταγάλανο.
Εκεί γυρνούσε. Στα λευκά σεντόνια, στο λευκό της δέρμα που σαν τη πιο γλυκιά κρέμα τον προσκαλούσε να τη γευτεί. Στο χαμόγελό της και τα χείλη της τα ροδαλά, λίγο νωπά από τα φιλιά του. Στο όνομα που σε λίγες εβδομάδες είχε γίνει πιο σπίτι από το σπίτι του. Εκεί ήθελε να βρεθεί, μόνο εκεί ανέπνεε. Εκεί κάτι καινούργιο άνθιζε που ποτέ πριν δεν είχε νιώσει, και δεν ήξερε ότι μια ζωή αυτό μονάχα έψαχνε. Εκεί όλα ήταν όμορφα. Εκεί για πρώτη φορά το σώμα του δεν πονούσε, η μαχαιριά φάνταζε χάδι μπροστά σε αυτό το μούδιασμα που τώρα τον είχε καταβάλει ολόκληρο, την μαυρίλα που φώλιασε στα σπλάχνα του και ολοένα γλιστρούσε στο υπόλοιπο κορμί του.
Ανάθεμα την ώρα που γύρισε. Ανάθεμα.
Στο τέλος αυτό τον κρατούσε, ότι δε θα τους ξαναέβλεπε. Κανέναν τους. Θα ήταν μια παρηγοριά να το είχε επιλέξει ο ίδιος βέβαια κι όχι να τον πετάξει ο πατέρας του έξω σαν το σκυλί. Μα το πώς δεν είχε σημασία. Θα έφευγε ούτως η άλλως, δεν τον πείραξε η μια ώρα αρχύτερα.
Χτες μόλις έφτασαν στο χωρίο και άφησε τη Δρόσω πατρικό της, είχε σφίξει τα δόντια και είχε οδηγήσει κατευθείαν στο σπίτι του. Ήταν προετοιμασμένος για το χάος που θα ξεσπούσε, δεν γύρισε με ελπίδες για κάτι διαφορετικό. Μπήκε μέσα στο σαλόνι όταν η Αγορίτσα έστρωνε το τραπέζι για το μεσημεριανό, δώδεκα το πρωί όπως πάντα. Ξεφώνισε εκείνη μόλις τον είδε, κατέβηκε η μάνα του μέσα στην ταραχή, και δευτερόλεπτο δεν πέρασε άπραγη. Δεν πρόλαβαν να ανταλλάξουν λέξη, το πρώτο χαστούκι έσκασε με φόρα και η Αγορίτσα ξεφώνησε ξανά πίσω τους.
«Μάνα έχεις τρελαθεί;» της φώναξε κρατώντας το μάγουλό του.
«Ντροπή σου!» σύριξε εκείνη απτόητη. «Ντροπή!»
Κι όσο φώναζε, εκείνος δεν άκουσε λέξη, μόνο κοιτούσε τα μάτια της. Καστανά, στρογγυλά, ίδια με τα δικά του όμως τόσο αλλιώτικα. Φλόγες τύλιγαν τις κόχες τους, σπίθες έκαιγαν τα βλέφαρά της, μα εκείνη έφτυνε λέξεις και άπλωνε τα χέρια της πάνω του αμέριστα, σαν να μην ήταν τίποτα. Γιατί για εκείνην δεν ήταν τίποτα.
Η υστερία συνεχίστηκε ώρα, αλλά ο Κωνσταντής δεν μίλησε ξανά, ούτε αντέδρασε. Για πρώτη του φορά κάθισε και περίμενε. Να δει, πόσες σπρωξιές θα φάει. Πόσες βρισιές θα ακούσει. Θα χόρταινε η μάνα του, δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα καταλάβαινε τι έκανε.
«Χαζεμένο είσαι;» του φώναξε. «Τι κάθεσαι και με κοιτάς;» Και του χτυπούσε το στήθος, μολύνοντας ξανά ό,τι είχε με τόσο κόπο αρχίσει να καθαρίζει.
Μετά είχε φτάσει η ώρα που μπήκε στο γραφείο του πατέρα του.
Είχε κλείσει πίσω του την πόρτα με τα πορτοκαλί τζάμια, σφαλίζοντας μαζί και τις τσιρίδες που συνέχιζαν απτόητες από κάτω. Αμέσως κάποια ησυχία απλώθηκε στο σκοτεινό δωμάτιο, που φωτιζόταν τώρα μονάχα με ένα πράσινο πορτατίφ στο γραφείο. Κάπνα είχε ποτίσει τα έπιπλα και έζεχνε στον αέρα, κάνοντας την ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Θυμόταν τον εαυτό του πιτσιρίκι μόλις είχε κάνει κάποια σκανταλιά, πάντα έναν-έναν τους φώναζε στο γραφείο ο πατέρας. Όταν ερχόταν η σειρά του στεκόταν με το κεφάλι χαμηλά δίπλα στην πορτοκαλί τζαμαρία, έτοιμος για την τιμωρία του. Σχεδόν ποτέ ο Δούκας δεν είχε μείνει στην κατσάδα. Ίσως μερικές φορές, αλλά ήταν μετρημένες στο ένα χέρι. Πάντα ακολουθούσε ξύλο, και μικρός ευχόταν να ερχόταν από το χέρι του κι όχι από τη ζώνη. Το χέρι έκανε κοκκινίλα ή μπορεί και να μελάνιαζε, αλλά δεν ήταν τίποτα μπροστά στις πληγές από το ζωνάρι. Όταν γέμιζε η πλάτη του χαρακιές δεν μπορούσε ούτε να σταθεί, ούτε να περπατήσει, ούτε να κοιμηθεί το βράδυ. Σφάδαζε σε κάθε κίνηση, μάτωνε τα πουκάμισά του, και μια φορά είχε ανεβάσει πυρετό και ψηνόταν μια εβδομάδα. «Καλά να πάθει», είχε ακούσει τον Δούκα να ψιθυρίζει έξω από το δωμάτιό του, «να βάλει μυαλό άλλη φορά».
Κάτι τέτοιες στιγμές είχε έναν τρόπο να τον κοιτάζει που τον πάγωνε στη θέση του, με μάτια μισόκλειστα και το στόμα του μια ευθεία γραμμή. Έτσι τον κοίταξε και χτες από την καρέκλα του όταν μπήκε στο γραφείο κι όλα γύρω σώπασαν, πάγωσαν μέχρι και οι καθρέφτες.
«Μας θυμήθηκες, βλέπω», η βαριά φωνή του αντήχησε σαν τέλεια κουρδισμένο κοντραμπάσο. «Με εκπλήσσεις, γιέ μου».
Καθάρισε το λαιμό του. «Πατέρα, πρέπει να μιλήσουμε».
Ο Δούκας σήκωσε τα φρύδια. «Να μιλήσουμε; Μάλιστα. Ωραία, κάθισε», έκανε μια χειρονομία προς την καρέκλα μπροστά στο γραφείο. «Κάθισε να μου τα πεις. Είμαι περίεργος να δω τι θα βγει από το στόμα σου. Έλα, είμαι… όλος αυτιά».
Κάθισε λοιπόν και του εξήγησε. Έκανε γνωριμίες στην Αθήνα όσα χρόνια εκείνος έλειπε, γνώρισε κόσμο και κοσμάκη και μπήκε αρκετά μέσα στα πράγματα. Έχει έναν φίλο που ψάχνει συνέταιρο για μια βιομηχανία καπνού με βάση την Αθήνα, και του έκανε μια πρόταση που δε θέλει να αρνηθεί. Έχει κάνει τις οικονομίες του τόσο καιρό και μπορεί να ανταπεξέλθει, θέλει να μετακομίσει μόνιμα στην Αθήνα να δοκιμάσει την τύχη του εκεί. Και του ζητάει το μερίδιό του από την περιουσία για να μπορέσει να κάνει την αρχή.
Έτσι του τα είπε. Λίγα, σαφή κι οργανωμένα, κρατώντας τη φωνή του σταθερή.
Ο Δούκας στην αρχή δεν αντέδρασε, μα μόλις ο Κωνσταντής πήγε να τον ρωτήσει τι σκέφτεται άρχισε να γελάει σαν μια αλλόκοτη μορφή υστερίας να τον κατέβαλε.
«Έχεις δέκα δευτερόλεπτα», είπε καθώς τελικά μέρευε, «να βάλεις ό,τι μυαλό τέλος πάντων έχεις να δουλέψει και να πάρεις πίσω αυτές τις τρέλες. Και δέκα επειδή είμαι γενναιόδωρος. Για να σε δω».
«Πατέρα σου μιλάω σοβαρά», προσπάθησε να εξηγήσει. «Θέλω να φύγω, την έχω πάρει την απόφασή μου. Θα με βοηθήσεις;»
Και τότε ήρθε η έκρηξη που περίμενε.
Ο Δούκας με μια κίνηση έδωσε μία και πέταξε όλα τα αντικείμενα από το γραφείο, τα οποία έσκασαν στους τοίχους, διαλύθηκαν στο πάτωμα, σκορπίστηκαν στα πόδια τους. Αποτσίγαρα, χαρτιά, το τηλέφωνο, το ποτήρι με το ουίσκι, χίλιοι ήχοι κουδούνισαν στα αυτιά του όλοι μαζί μα κανέναν τους δεν μπόρεσε να ακούσει πάνω από τον βρυχηθμό της φωνής του.
«Άτιμε! Κωλόπαιδο! Τσογλάνι! Άχρηστε! Αχάριστε!»
Τα άκουσε όλα με τη σειρά καθώς τον πέταξε στη ντουλάπα κι άρχισε να τον χτυπά, χωρίς όμως αυτή τη φορά να βγάλει το δαχτυλίδι του. Εκείνος διπλώθηκε στα δύο να προστατέψει τη μαχαιριά όσο μανιασμένες μπουνιές βρήκαν την κοιλιά του, τα πλευρά του, το πρόσωπό του. Και τις απορρόφησε όλες. Τις κατάπιε σαν καλό παιδί, να δει… να δει που θα σταματήσει.
«Δούκα ηρέμησε!» φώναξε ο Μελέτης μόλις όρμησε μέσα. Άρπαξε τον Δούκα κι άρχισε να τον τραβάει από πάνω του, όμως ο Κωνσταντής πετάχτηκε πάνω και ούρλιαξε «Όχι, ασ' τον! Ασ' τον!»
«Σταμάτα Δούκα!» μπήκε ωρυόμενη η Ανέτ.
«Αφήστε τον, αφού αυτό ήθελε πάντα! Έλα πατέρα», βήχοντας στάθηκε μπροστά του, και κορδώθηκε όσο μπορούσε. «Έλα βγάλτο από μέσα σου, δε θα έχεις άλλη ευκαιρία».
«Παιδί μου έχεις παλαβώσει;» τσίριξε η μάνα του από την πόρτα με την Πηνελόπη πίσω της.
Τα μάτια του Δούκα φλέγονταν, ίδια με τα δικά της. «Δεκάρα τσακιστή δε θα πάρεις από τη τσέπη μου, τσογλάνι!»
Ένιωσε κάτι να τρέχει καυτό στο μάγουλό του, το σκούπισε και η παλάμη του βάφτηκε κόκκινη, ίδιο χρώμα με το δαχτυλίδι. Κοίταξε το αίμα για μια στιγμή, παρακολούθησε το χέρι του να τρέμει από την ένταση, από την οργή, από τα χίλια δυο τέρατα που μανιασμένα λυσσομανούσαν μέσα του και μέσα σε όλα του ήρθε κι εκείνου να γελάσει.
Παλλόταν ολόκληρος σαν σήκωσε ξανά το βλέμμα στον πατέρα του. «Ξέρεις, θα μπορούσες απλώς να το είχες πει».
«Τι θα μπορούσα;» Ο Δούκας τινάχτηκε από τη λαβή του Μελέτη, που προσπάθησε απελπισμένα να τον συγκρατήσει. «Τι θα μπορούσα;!»
«Δούκα ηρέμησε! Η καρδιά σου!»
«Κωνσταντή πάψε επιτέλους!»
Αφρούς πετούσε ο πατέρας από το στόμα του. «Εξαφανίσου από τα μάτια μου κωλόπαιδο! Τράβα! Και μη τολμήσεις να ξαναπατήσεις εδώ πέρα θα σου κόψω τα ποδάρια, το κατάλαβες; Το κατάλαβες;! Εγώ ένα γιο άξιο έκανα και μου τον σκοτώσανε, ένα γιο έκανα! Τ' ακούτε; Στα τσακίδια! Άχρηστε!»
«Δούκα!» μπήκε στη μέση η Ανέτ. «Τι είναι αυτά που λες, έχεις τρελαθεί; Τι λόγια είναι αυτά;»
«Παράτα με, διώξτον! Έξω, τώρα, εξαφανίσου!»
«Εξαφανίζομαι», είπε κάνοντας το χέρι του μπουνιά, σαν να κρατάει το ίδιο το αίμα του. Και βγήκε από το γραφείο δίχως άλλη λέξη.
Δεν είχε προλάβει ούτε να βγάλει τη βαλίτσα από το αμάξι.
Δεν τον ρώτησε ένας άνθρωπος αν ήταν καλά.
Βούτηξε την κούρσα και άρχισε να οδηγάει πέρα-δώθε, στους δρόμους, στα στενά. Έτρεχε τόσο μανιασμένα ο σφυγμός του που το αίμα έγδερνε τις φλέβες του, θόλωνε την όραση του. Οι αρθρώσεις του είχαν βαφτεί λευκές από τη πίεση καθώς γράπωνε το τιμόνι, μα κάπως μέσα σε όλα αυτά ένιωσε ότι δεν ήταν ασφαλές να οδηγάει έτσι και σταμάτησε σε ένα αδιέξοδο. Πήρε τις πέτρινες σκάλες που χώνονταν στους θάμνους με τα πόδια, κλωτσώντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. Ούτε εκείνος ήξερε πόσα κλαδιά έσπασε, ρήμαξε τη χλωρίδα της περιοχής μέχρι να φτάσει στη βρύση. Κι όταν έφτασε, οι κοφτές του ανάσες έσβησαν με ένα μουγκρητό μόλις το γάργαρο νερό άχνισε πάνω στο καυτό του δέρμα.
Ήπιε, έπλυνε το πρόσωπό του από τα αίματα, και πέρασε τα μουσκεμένα χέρια του μέσα στα μαλλιά του. Ο φθινοπωρινός αέρας ήταν τσουχτερός πάνω στο βρεγμένο δέρμα μα στάλα δεν τον ένοιαξε, ίσα-ίσα ήταν ευπρόσδεκτος περισπασμός. Τον ξυπνούσε, το χρειαζόταν. Ακούμπησε την πλάτη του πάνω στον πέτρινο τοίχο, και κάπως, κάποια στιγμή, οι ανάσες του μέρεψαν. Ήταν πιο εύκολο εδώ, παρέα με το νερό κι όλες τις αναμνήσεις που έφερνε. Όποιος ζούσε στο χωρίο ήξερε όταν αν πλησίαζες τη βρύση θα άκουγες να χύνεται στο δάσος μια μακρινή μελωδία τόσο όμορφη που καλούσε εκεί όλου του κάμπου τα σπουργίτια. Καμάρι το είχε ο Γιώργης που ήταν δική του τέτοια νεράιδα. Ο Κωνσταντής σχεδόν την άκουγε και τώρα - κι ας είχε σωπάσει έξι χρόνια, η φωνή της ήταν μπλεγμένη αιώνια μέσα στο κελάρυσμα του νερού.
Άντεξε ως το σούρουπο, κάπως. Γύρισε στο αμάξι κι ήταν προετοιμασμένος να περάσει το βράδυ εκεί όταν θυμήθηκε το παλιό αποθηκάκι στα πέρα κτήματα. Μάζεψε τα κομμάτια του και έβαλε πλώρη πάλι προς το σπίτι του, όταν πέτυχε στο δρόμο τον Μελέτη. Μόλις τον είδε του έκανε νόημα να σταματήσει, έτσι κι έκανε.
«Έχεις σαλέψει εντελώς, Κωνσταντή», ήταν το πρώτο πράγμα που του είπε όταν στάθηκε μπροστά του. «Έχεις χάσει παντελώς το μυαλό σου, τι παλαβομάρες είναι αυτές; Έτσι θα σηκωθείς να φύγεις στα καλά καθούμενα; Τόσα χρόνια που έλειπε ο Δούκας κάναμε αμάν να τον φέρουμε πίσω, και τώρα που τα καταφέραμε του κάνεις τέτοιο χουνέρι, πώς μπορείς; Εδώ είναι η ζωή σου. Όλα όσα έχει χτίσει ο Δούκας στα δικά σου χέρια θα περάσουν τελικά και το ξέρεις, κι εσύ τώρα δίνεις μια και τα πετάς στο βρόντο!»
«Να τη βράσω και την περιουσία κι όλα. Μια ζωή τρέχουμε πίσω από αυτήν σαν τα σκυλιά πίσω από το κόκαλο και τι καταλάβαμε μου λες; Δεν μας μιλάει άνθρωπος, αποβράσματα καταντήσαμε που όλοι περιμένουν να εξαφανιστούμε να ηρεμήσουν».
«Δεν μιλάς σοβαρά τώρα, ότι σε νοιάζει το χωριό».
«Με νοιάζει που έχω σιχαθεί το όνομά μου, Μελέτη! Κι αντί να το κυνηγάς θα έπρεπε να τρέχεις κι εσύ να του ξεφύγεις. Για να λεγόμαστε εμείς Σεβαστοί έχει υποφέρει ο μισός κάμπος, καταστρέψαμε ανθρώπους, διαλύσαμε ζωές-»
«Σταμάτα τις τρέλες Κωνσταντή, δεν μπορώ να σε ακούω!»
«-πήραμε ζωές. Πήραμε…» άπλωσε τα χέρια του ανάμεσά τους, οι παλάμες του στον ουρανό. «Δεν σκέφτεσαι ποτέ τι κάναμε;»
Έφαγε μια σπρωξιά που τον έριξε πίσω στο αμάξι. Ο Μελέτης τον κόλλησε στη πόρτα, κρατώντας τον από τον γιακά. «Βγάλε τον σκασμό. Τώρα», βρυχήθηκε στο πρόσωπό του.
«Γιατί θα πέσει φωτιά να μας κάψει;»
«Γιατί θα μας ακούσει κανένας, ηλίθιε!»
Την ήξερε ήδη την απάντηση του πριν την ξεστομίσει - τώρα απλώς τον κοίταξε, αφήνοντας τη να στεριώσει μέσα του όσο σκληρή κι αν ήταν. Ίχνος μεταμέλειας δεν είχε μεσ' τα μάτια του, ούτε καν από όταν έμαθαν την αλήθεια. Σαν τίποτα να μην είχε αλλάξει μέσα του εκείνη η καταραμένη μέρα στο στάβλο, σαν να μην είχε καν προσέξει το θρόισμα της λινάτσας στο ταβάνι.
«Τι μύγα σε τσίμπησε μπορείς να μου πεις, σύνελθε!» συνέχιζε ακλόνητος.
Ο Κωνσταντής ξέμπλεξε τα χέρια του από το πουκάμισό του και τον έσπρωξε μακριά. Έκανε να φύγει, δεν είχε νόημα αυτό που γινόταν.
Ο Μελέτης τον σταμάτησε. «Που ήσουν τόσο καιρό;»
«Σου είπα, σε δουλειές».
«Σε δουλείες, χάλασε το αμάξι… Δεν είμαι τόσο βλάκας να τα χάφτω Κωνσταντή. Οι δουλειές σου είναι και δικές μου, και με την Αθήνα ξεμπερδέψαμε. Με γυναίκα έμπλεξες;»
«Όχι σου είπα».
«Και θα φύγεις έτσι απλά, χωρίς εξήγηση. Τη Δόμνα δεν τη σκέφτεσαι;»
«Με τη Δόμνα δεν ταιριάζουμε. Δεν δένει το γλυκό, πώς το λένε. Αυτή όλη μέρα θέλει να τρέχουμε γραβατωμένοι σε δεξιώσεις και μπουάτ, μίζερο σπίτι θα ανοίγαμε μαζί και πιστεύω να το βλέπει κι εκείνη. Θα της μιλήσω, θα καταλάβει».
Ο Μελέτης γέλασε. «Θα καταλάβει; Καλά δεν έμαθες τίποτα, έτσι;»
«Τι να έμαθα;»
Κούνησε το κεφάλι του σαν σοβάρευε ξανά. «Ο Θέμελης τη βρήκε αναίσθητη πριν κάτι μέρες, είχε καταπιεί μια χούφτα χάπια. Ίσα που την πρόλαβαν. Όταν ξύπνησε μονολογούσε ότι την παράτησες και δεν αντέχει την ντροπή. Ο Θέμελης ορκίστηκε ότι όταν γυρίσεις θα σε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια».
Έκλεισε τα μάτια του, λες και μαζί θα έκλεινε έξω τις λέξεις. «Είναι καλά;» ρώτησε αδύναμα.
«Δεν ξέρω Κωνσταντή, δεν ρώτησα», η φωνή του πήρε μια σκοτεινή χροιά. «Δεν είμαι δα κι αρραβωνιαστικός της».
Τα λόγια του καρφώθηκαν μέσα του σαν να είχε προσγειωθεί πάνω σε σπασμένο γυαλί, τρύπησαν το δέμα του, μπήχτηκαν στο νου του και ρίζωσαν εκεί.
«Να δω λοιπόν πώς θα το πάρει… όταν της πεις ότι την παρατάς στα αλήθεια. Αλλά μάλλον αυτό δεν το υπολόγισες».
Μπήκε στη κούρσα και χάθηκε ξανά, από όλους και από όλα. Νύχτωνε και ήταν πλέον εύκολο. Χώθηκε σε κάτι χωματόδρομους στους λόφους όταν τα αστέρια βγήκαν στον ουρανό. Δεν σκεφτόταν, δεν καταλάβαινε, ένα τίποτα απέμεινε που έπρεπε να σύρει, χωρίς να ξέρει που και γιατί. Πάσχιζε για μιαν ανάσα, σκούπιζε τα μάγουλά του γιατί οι αλμυρές σταγόνες έκαιγαν τη πληγή. Όμως δεν έφευγε η φωτιά, απλωνόταν παντού εκ νέου κι αυτός κατάπινε και ξανακατάπινε μα τίποτα δε συγκρατούσε, έβγαιναν άγαρμπα οι λυγμοί κι έσκιζαν το λαιμό του στο διάβα τους.
Πώς στο διάολο θα το έφτιαχνε αυτό... Πώς θα τα άφηνε όλα έτσι σκατά και θα εξαφανιζόταν... Πώς θα ζούσε με αυτό το βάρος;
Για μια στιγμή άρχισε να αμφιβάλλει.
Και την επόμενη στιγμή πήρε την στροφή για το σπίτι της.
Εκείνη δεν πρόσεξε από το παράθυρο την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, μόνο όταν κατέβηκε και την κράτησε στα χέρια του τον είδε. Μα για πρώτη της φορά δε δίστασε, τον άφησε να ακούσει από τα χείλη της αυτές τις δυο λέξεις - τις πιο όμορφες και πιο πολύτιμες από όλες τους - σαν να είχαν πλαστεί μόνο για να τις ντύσει η δική της η φωνή. Σαν να υπήρχαν μόνο για τους δυο τους. Έγνεψε, τις ρούφηξε, τις άφησε να σταλάξουν μέσα του, και μόνο έτσι μπόρεσε να αφήσει το πέπλο της νύχτας να τον τυλίξει επιτέλους σαν κουβέρτα. Να μερέψει στο βελούδο της μόνο για λίγο. Κι ό,τι έμελε να ακολουθήσει ήταν μια ιστορία για αύριο που δεν χωρούσε εδώ μαζί τους.
Όταν την άφησε, άφησε μαζί της περισσότερα από μια ξέπνοη καληνύχτα. Τόσα που δε θα έβρισκε λόγια να της τα εξηγήσει ποτέ.
Πήρε μαζί του όμως το κουράγιο της, που το κράτησε σαν φυλαχτό του. Κι εκείνες τις δυο λέξεις που του άνηκαν για πρώτη του φορά, του άνηκαν, και δε θα άφηνε να του γλιστρήσουν. Δεν ήξερε πώς μα θα έβρισκε μια λύση, τον κόσμο όλο θα γυρνούσε ανάποδα, θα έφεγγε το φεγγάρι από τα βάθη του ωκεανού και θα κολυμπούσαν φάλαινες στα σύννεφα πριν αφήσει κάτι να τους πάρει μακριά του… αυτήν και τον μικρό. Μόλις γνώρισε πώς μοιάζει μια οικογένεια. Κι αν μια φορά ήταν πιστός σε μια απομίμηση, θα ήταν τώρα χίλιες σε αυτή τη μικρή, σπασμένη, τρυφερή αλήθεια.
Σειρά τους ήταν.
Είχε περάσει το υπόλοιπο βράδυ στην αποθήκη, ανάμεσα σε καφάσια ποτισμένα με υγρασία και σκουριασμένα εργαλεία. Και σήμερα το πρωί σηκώθηκε με τα ζόρια, γνωρίζοντας ότι η ημέρα δε θα ήταν λιγότερο δύσκολη από τη χθεσινή. Γνωρίζοντας, επίσης, ότι θα ήταν η τελευταία του σε αυτόν τον τόπο. Στον τόπο που μεγάλωσε… στο χωριό του. Σίγουρα θα υπήρχαν καλύτεροι τρόποι να την περάσει από το να τριγυρνάει με σκυμμένο το κεφάλι να κρύψει τις πληγές του, σαν το σκυλί που έφαγε κλωτσιά και τώρα έτρεχε να κρυφτεί με την ουρά στα σκέλια. Σκόπευε να πιει ένα καφέ στο καφενείο, μα με το πηγαδάκι στην είσοδο και με τόσα βλέμματα να τον καρφώνουν, στο λαιμό θα του καθόταν. Έτσι την έκανε μπουχός, και κατηφόρισε νηστικός προς το σπίτι του. Έπρεπε να μιλήσει στον Μελέτη, δεν πρόλαβε να του πει όσα ήθελε μετά από τα χθεσινά.
Ευτυχώς τον βρήκε στο δώμα του παρά την προχωρημένη ώρα. Στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε στα μάτια.
«Για τα χωράφια μου και το μερίδιο μου στη πραμάτεια πόσα δίνεις;»
«Δεν το πιστεύω ότι ακόμα σκέφτεσαι αυτές τις αηδίες-»
«Μίλα Μελέτη, αύριο φεύγω. Στα δίνω όσο-όσο. Πόσα έχεις να μου δώσεις;»
«Τίποτα δεν έχω, Κωνσταντή, αυτά που βάλαμε στην άκρη από τις τελευταίες δουλειές».
«Μου φτάνουν. Θα το κάνεις;»
Ο Μελέτης αναστέναξε.
«Σε παρακαλώ. Τα χρειάζομαι».
Και κάπως, τον κατάφερε. Συμφώνησε, με ένα: «Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις, Κωνσταντή, ποσώς με ενδιαφέρει για τα κτήματα». Του έδωσε να υπογράψει τα χαρτιά της μεταβίβασης που είχε ήδη ετοιμάσει από την Αθήνα, και μόνο του έμεινε να πάρει τις ιδιοκτησίες και τα πράγματά του από το δωμάτιο του.
Πριν μπει στο σπίτι χτύπησε την πόρτα, για πρώτη ίσως φορά στη ζωή του.
Άνοιξε η Αγορίτσα, που αμέσως τον έλουσε κανακέματα και περιεργάστηκε το χτύπημα στο μάγουλό του.
«Καλά είμαι», τη διαβεβαίωσε. «Μη μου ανησυχείς, θα είμαι μια χαρά».
«Κωνσταντή», από την κορφή της σκάλας ξετρύπωσε η Πηνελόπη, με ένα βλέμμα όλο λαχτάρα.
Της χαμογέλασε στραβά. «Που είσαι εσύ βρε μικρή; Δεν πρόλαβα να σε δω καθόλου».
«Που να 'μαι, πάνω…»
«Ο Νικηφόρος;»
«Παρίσι, έφυγε πριν καμία εβδομάδα. Σκοτώθηκαν με τον πατέρα πάλι».
«Μάλιστα». Κάποτε τα ταξίδια τα έκανε μαζί με τη γυναίκα του, να προστατέψει τουλάχιστον εκείνη από αυτή τη τρέλα που τους βολόδερνε όλους εδώ μέσα. Αλλά μάλλον το καπρίτσιο του το είχε κάνει με την Ασημίνα, τάχα ερωτιάρης και ευαίσθητος κι αποδείχθηκε ντροπή των ποιητών. Κρίμα την αγάπη που του είχε η Ανέτ… ο Κωνσταντής πραγματικά δεν μπορούσε να τον καταλάβει. «Όταν αξιωθεί και γυρίσει θα του τα πείτε, φαντάζομαι. Μη χρεωθώ το τηλεφώνημα μέχρι Παρίσι, δε νομίζω να τον καίει και πολύ η απουσία μου».
«Αλήθεια θα μας φύγεις;»
«Εσένα θα σου γράφω. Κάθε μήνα, το υπόσχομαι».
«Ξέρεις εσύ να γράφεις;»
Της πίεσε τη μύτη με τον δείκτη του. «Σκάσε μωρή, κι έλα 'δω να σε πάρω μια αγκαλιά».
Ακριβώς αυτό έκανε. Την κράτησε σφιχτά, και μουρμούρισε στα μαλλιά της: «Όποτε θες μου σφυράς κι έρχομαι να σε πάρω Αθήνα. Για όσο καιρό θέλεις. Ναι;»
«Αλήθεια μου το λες;»
«Χαζεμένο είσαι βρε, την αδερφή μου; Ένα γράμμα στείλε και την επόμενη στιγμή είμαι εδώ. Μη σου πω θα πάρω και τηλέφωνο να είμαι εύκολος. Τσακ-μπαμ».
Το χαμόγελό της ήταν υπέρλαμπρο. «Θα μου λείψεις, αδερφούλη».
«Εμένα να δεις…»
Η Αγορίτσα δίπλα ρούφηξε τη μύτη της, κάνοντας και τους δυο τους να χαχανίσουν. «Έτσι να σας βλέπω αγαπημένα και τι στον κόσμο… Αγόρι μου… έλα να σε πάρω κι εγώ μια αγκαλιά» είπε και το έκανε όπως μόνο εκείνη ήξερε, με μια αγκαλιά που είχε γνωρίσει από κάθε λογής ύψος. Κάποτε χανόταν ολόκληρος μέσα στα χέρια της, πλέον την τύλιγε εκείνος στα δικά του. «Πόσο θα σε πεθυμήσω…»
«Κι εγώ», μουρμούρισε σαν έκλεισαν τα βλέφαρά του.
Έτσι δεν είδε την μάνα του να μπαίνει στο χολ. Μόνο την άκουσε. «Γύρισες».
Διαλύθηκε απότομα η μικρή φωλιά τους. Η Αγορίτσα πήρε την Πηνελόπη από το χέρι και με μια τελευταία ματιά τους άφησαν μόνους.
«Να μαζέψω τα πράγματα μου θέλω, μη χαίρεσαι», ξεκαθάρισε εκείνος - η ειρωνεία στη φωνή του πεντακάθαρη. «Φαντάζομαι σου τα είπε ο πατέρας».
«Τα χαΐρια σου; Μου τα είπε ναι. Και μάτι δεν έκλεισε όλο το βράδυ δεν μπορούσε να συνέλθει, κόντεψα να καλέσω τον γιατρό μέσα στη νύχτα. Τώρα λείπει από το πρωί, ούτε που ξέρω που πήγε. Δε θα το αντέξει η καρδιά του το κακό που μας κάνεις, Κωνσταντή».
«Μάλιστα», είπε εκείνος μοναχά, κι η Μυρσίνη κάγχασε όταν είδε ατάραχο στους γνωστούς θεατρινισμούς της.
«Σύνελθε αγόρι μου, θα σκοτώσεις τον πατέρα σου! Σύνελθε πριν να είναι αργά!»
Ο Κωνσταντής άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες και την προσπέρασε. Φυσικά τον ακολούθησε και συνέχισε το ίδιο τροπάρι. Του φώναζε όσο αυτός πετούσε τα ρούχα του σε μια δερμάτινη βαλίτσα, τον παρακαλούσε όταν άδειαζε μέσα τα περιεχόμενα από τα συρτάρια, και άρχισε να μυξοκλαίει όταν πρόσεξε όλες τις κορνίζες με τις φωτογραφίες ανέγγιχτες πάνω στον πάγκο. Μόνο όταν άρχισε να πιέζει τη βαλίτσα να την κλείσει σώπασε πίσω του, και παρότι τον ξάφνιασε αυτό δεν της έδωσε καμιά απολύτως σημασία. Μέχρι που τελικά έφτασε ξανά στα αυτιά του η φωνή της.
«Την βρήκες έτσι; Πήγες και την βρήκες. Την καμπαρετζού».
Το στρώμα αναπήδησε σαν έπεσε πάνω η βαλίτσα. Γύρισε προς το μέρος της. «Τι;»
«Για αυτήν εξαφανίζεσαι. Τι σου είπε και σε τύλιξε;»
«Ποια; Τι λες;»
«Μην πας να μου κρυφτείς εμένα, το κατάλαβα. Γυρνάς από την Αθήνα και εντελώς τυχαία μαζί εμφανίζεται κι εκείνη, έξι χρόνια μετά. Μίλα Κωνσταντή, σε ξελόγιασε κι εσένα έτσι δεν είναι; Σαν τον αδερφό σου».
Πήγε να αμυνθεί μέχρι που τελείωσε την πρόταση της. Τότε του στάθηκε η πρόταση στο λαιμό. «Τι είπες;»
Η Μυρσίνη μόνο στεκόταν εκεί απέναντί του, ακίνητη. Τα μαλλιά της ήταν πεσμένα, το πρόσωπό της μουσκεμένο από τη δακρύβρεχτη παράστασή της όμως τα μάτια της ήταν κενά καθώς τον κοιτούσε, αδειανά από κάθε συναίσθημα. Και σκούρα… τόσο σκούρα που φάνταζαν ολόμαυρα, δεν ξεχώριζε η ίριδα από την κόρη.
«Την είχα βρει, τότε. Μου κλαιγόταν ότι έκανε ένα λάθος, ότι ήταν ατύχημα. Δε θα την άφηνα να καταστρέψει την ευτυχία του αδερφού σου. Αυτή τον ξελόγιασε, να μπει στην οικογένειά μας ήθελε πάντα και δεν λογάριασε τίποτα το παλιοθήλυκο».
«Ποιο ήταν ατύχημα;» μονολόγησε σαν χαμένος. «Ποιον αδερφό μου;»
Εικόνες του κορμιού πεταμένο στο ρέμα αναβλήθηκαν από τα μονοπάτια της μνήμης του, τη μυρωδιά, το διαλυμένο κρανίο χωρίς πρόσωπο να αναγνωρίσουν…
«Τον Νικηφόρο».
Πρόλαβε να πάρει μια ανάσα ανακούφισης πριν καταλάβει. Και μετά ένα νέο κύμα σύγχυσης τον κατέκλισε.
Τον Νικηφόρο…
«Πήγε και γκαστρώθηκε για να χρησιμοποιεί το παιδί, να μπει ανάμεσά μας. Να μας τρώει τα λεφτά, αυτό ήθελε μόνο. Ούτε την αδερφή της δεν υπολόγισε».
«Μάνα τι… τι λες;»
«Κρατάει ημερολόγια η ηλίθια, το ήξερες; Τρύπωσα σπίτι τους και τα βρήκα όταν την είχα πιάσει να τον γλυκοκοιτάζει. Και για σένα θα γράφει, είμαι σίγουρη. Ψάξε τα πράγματά της και θα δεις-»
Όχι, όχι. Κούνησε το κεφάλι απότομα, άγρια, τόσο που ζαλίστηκε. «Μου λες ψέματα».
Η Μυρσίνη απλώς τον κοίταξε.
Δεν μπορεί, όχι. Τρέλες του έλεγε, αηδίες, δεν μπορεί. Δεν μπορεί να ήταν ο Νικηφόρος, δεν μπορεί. «Δε θα άφηνε ένα παιδί ορφανό ο Νικηφόρος», για αυτό ήταν σίγουρος. Θα ήθελε να το βλέπει, θα την βοηθούσε έστω οικονομικά. Ήταν πολλά πράγματα ο αδερφός του αλλά δε γινόταν να ήταν τόσο καθίκι, δεν ήταν δυνατόν!
«Ο Νικηφόρος δεν ξέρει για το παιδί».
«Τι εννοείς;»
«Δεν του το είπε, εξαφανίστηκε».
«Ήξερες εσύ!» φώναξε. «Δεν είπες τίποτα;»
«Σώπα, θα μας ακούσουν, σταμάτα να φωνάζεις».
Δεν γινόταν να τα ακούει αυτά στα αλήθεια, δεν ήταν δυνατόν. «Θες να μου πεις ότι… όλον αυτό τον καιρό… ο Νικηφόρος έχει κάπου ένα παιδί… κι εσύ τον έβλεπες να πασχίζει να γίνει πατέρας και δεν είπες κουβέντα». Περίμενε να πιστέψει τέτοιες αηδίες;
«Δεν έχεις ιδέα», βρυχήθηκε η Μυρσίνη, «τι έχω κάνει για τον Νικηφόρο τόσα χρόνια. Πόσο χαμηλά έχω πέσει για να κρατήσω την οικογένειά μας ενωμένη. Ξέρεις τι θα γινόταν αν το μάθαινε ο Νικηφόρος, Κωνσταντή; Θα μιλούσε στη γυναίκα του. Θα ήθελε να φέρει την καμπαρετζού και το μούλικό της εδώ κοντά μας, θα χαλούσε ο γάμος του, θα το μάθαιναν όλοι. Ρεζίλι των σκυλιών θα γινόμασταν, πάει το όνομά μας. Θα ήταν η καταστροφή μας και στην κοινωνία και στις επιχειρήσεις, η κατακραυγή θα μας ακολουθούσε μια ζωή. Όλους σας προστάτευα όταν την έδιωξα. Της είπα αν ξαναπατήσει στο Διαφάνι θα της τα κόψω τα ποδάρια και αυτής και του μικρού - ο Νικηφόρος έκανε απλώς ένα επιπόλαιο λάθος, δε θα τον κυνηγούσε αυτή να τον εκβιάζει με το μπάσταρδο στα σκέλια, κι ένας Θεός ξέρει τι θα του ζητούσε…»
«Τον εγγονό σου λες έτσι!» ούρλιαξε εκτός εαυτού, γραπώνοντας της το μπράτσο. «Τον εγγονό σου!»
«Παραπαίδια από καμπαρετζούδες δεν είναι Σεβαστοί», έφτυσε τις λέξεις στα μούτρα του. «Και καλά θα κάνει να το καταλάβει κι αυτή, που νομίζει ότι θα την αφήσω να γυρίσει πίσω έτσι εύκολα, να χαλάσει την ευτυχία τους».
«Ποια ευτυχία μωρέ; Στο ίδιο σπίτι ζούμε, τους βλέπεις ευτυχισμένους; Ποια ευτυχία; Αυτοί ούτε να κοιταχτούν στα μάτια δεν μπορούν!»
«Θα μπορέσουν, χρόνο χρειάζονται. Έτσι και διαλυθεί ο γάμος τους καταστραφήκαμε… Νομίζεις εγώ την θέλω; Αλλά αφού την παντρεύτηκε το κακό έγινε, τώρα πρέπει να κοιτάξουμε να προστατέψουμε την οικογένειά μας. Εγώ από την πρώτη στιγμή φώναζα να μείνει μακριά της, οχιές είναι και οι τρεις τους. Σας ξελόγιασαν για να μπουν στο σπίτι μας, δεν το βλέπεις; Και της μικρής της το χάλασα, γι' αυτό παριστάνει το θύμα. Την κακομοίρα θα σου έπαιζε, έτσι δεν είναι; Που την διώξαμε και την αδικήσαμε, ενώ εκείνη τα έκανε όλα τέλεια. Η Αγία Δρόσω».
«Δεν την ξέρεις, βούλωσε το!»
«Δεν την ξέρω;» γέλασε η Μυρσίνη. «Εγώ την ξέρω καλύτερα από όλους σας αγόρι μου, μόνο εγώ την βλέπω καθαρά. Μια απατεώνισσα είναι και τίποτα άλλο, για κανέναν δε νοιάζεται, ούτε για το παιδί που γέννησε. Κι αν θες να ξέρεις ναι, το ξέρω ότι το παιδί της είναι εγγόνι μου, και θα είναι το μόνο μου εγγόνι. Πίστεψέ με το ξέρω καλά! Γιατί εμένα ο Θεός τον Σέργιο μου τον πήρε και μου έδωσε εσένα που έχεις τα μυαλά σου πάνω από το κεφάλι σου, την αδερφή σου που το έχει βάλει στόχο της ζωής της να μείνει μας μείνει στο ράφι, και την στείρα για νύφη! Το ξέρω πολύ καλά Κωνσταντή, και γι' αυτό έπεσα όσο χαμηλά μπορούσα να πέσω. Η Δρόσω την είχε την ευκαιρία της να προσφέρει στο παιδί ένα μέλλον, της την προσέφερα κάποτε εγώ η ίδια. Σου τα είπε αυτά όμως; Σιγά μη σου τα είπε. Είχα βάλει ανθρώπους να την ακολουθούν από όταν έφυγε και μια μέρα πήγα και την βρήκα στο μαγαζί που δούλευε. Της πρότεινα να του εξασφαλίσω μια ζωή, αλλά αυτή το ήθελε εκεί στα μπουρδέλα, να το κάνει σαν τα μούτρα της».
«Τι έκανες;» ρώτησε έντρομος. «…τι έκανες, μάνα; Μίλα!»
«Της είπα να το πάρουμε εμείς. Να πούμε ότι είναι ένα παιδάκι που χρειάζεται υιοθεσία, να το μεγαλώσουν ο Νικηφόρος και η Ασημίνα. Και μη σε νοιάζει για αυτήν, ζωή και κότα θα ζούσε με τα χρήματα που της προσέφερα».
«Χρήματα», επανέλαβε σαν χαμένος. «Της είπες να πουλήσει το παιδί;»
Του χτύπησε το μπράτσο. «Να το πουλήσει στον πατέρα του; Έλα τώρα Κωνσταντή. Δε θα ζούσε με κάποιον ξένο, μέσα στα λούσα θα το είχαμε και το ξέρεις. Τίποτα δε θα του έλειπε, κι εκείνη θα έκανε ένα δώρο στην αδερφή της μετά το μεγάλο κακό που της έκανε. Αλλά αυτή δεν νοιάζεται για κανέναν, ούτε για την αδερφή της, ούτε για το παιδί της, και σίγουρα όχι για σένα».
Δεν μπορεί… Δεν γίνεται. «Είσαι τρελή», παραπάτησε προς τα πίσω, μην ξέροντας τι να σκεφτεί, πώς να αντιδράσει, πώς στο διάολο να χωνέψει όσα άκουγε. «Άρρωστη. Σου έχει σαλέψει… τρελή, δεν… δεν μπορώ να...»
«Δεν τα κατάφερε με τον Νικηφόρο και τώρα έριξε τα δίχτυα της σε εσένα. Κι εσύ ο ηλίθιος κάθεσαι και την πιστεύεις. Τι νομίζεις, σ' αγαπάει; Αυτά σου λέει κι εσένανε;»
«Πάψε γαμώ το φελέκι μου! Πάψε!» Δεν τον χωρούσε το δωμάτιο, ο κόσμος όλος δεν τον χωρούσε. «Βούλωσε το στόμα σου επιτέλους, κάθομαι και ακούω τις τρέλες σου τόσην ώρα!»
«Τρέλες;» πέταξε πίσω το κεφάλι της, το γέλιο της χαιρέκακο. «Ρώτα την! Αν δεν με πιστεύεις, ρώτα την, εμπρός. Αλλά για να μη σου έχει πει το πιο βασικό - ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού της - σκέψου πόσα ακόμα σου κρύβει. Κι εσύ σαν το χαζεμένο τρέχεις πίσω από τα φουστάνια της».
Ίσα που πρόλαβε να βουτήξει τη βαλίτσα του πριν ορμήσει έξω από το δωμάτιο.
«Που πας!»
Μα είχε πλέον φτερά στα πόδια και η μάνα του είχε χωθεί βαθιά μέσα στη γη. Δεν την άκουγε που ωρυόταν. Τη φίμωσε τη φωνή της, ποτέ ξανά δε θα του τρυπούσε το μυαλό.
Άφησε το σπίτι πίσω του με ένα νέφος από χώμα σαν σανίδωσε το αμάξι. Το πρόσωπο του Νικηφόρου ήταν το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί. Τις γωνίες του, τη μύτη του, τα μάτια του. Τα έπιανε ένα-ένα ο νους του και τα σύγκρινε με του μικρού.
Όχι, δεν μπορεί. Δεν μπορεί, δεν γίνεται… Δεν έμοιαζαν, δεν ήταν δυνατόν. Ήταν ψέματα. Αηδίες τις μάνας του. Ήταν όλα ένα αρρωστημένο αστείο, δεν είχε παιδί η Δρόσω με τον Νικηφόρο. Δεν είχε πλαγιάσει με τον αδερφό του.
Με τον αδερφό του.
Για ακόμη μια φορά βγήκε στους δρόμους σαν χαμένος, ούτε ήξερε τι έκανε, μόνο σύγκρινε τα πρόσωπά τους σαν η ζωή του όλη κι ολόκληρη η ύπαρξη του να κρεμόταν από την πιθανότητα της οποιαδήποτε ομοιότητας…
Θα του το έλεγε. Αν είχε κοιμηθεί με τον Νικηφόρο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα του έλεγε. Από εδώ ο γιος μου, που είναι και ανιψιός σου. Δε θα τον άφηνε να τον δει σαν δικό του. Δε θα τον άφηνε να την αγγίξει, αν πρώτα το είχε κάνει ο αδερφός του.
Θα του το έλεγε, ήταν σίγουρος.
Κι ένιωσε ντροπή που αμφέβαλλε. Που άφησε τη μάνα του να τον επηρεάσει όταν-
Η συνειδητοποίηση ήρθε απότομα, καθώς το μέρος του μυαλού του που έψαχνε αδιάκοπα βρήκε επιτέλους αυτό που έψαχνε. Δυο λακάκια που δεν έμοιαζαν με εκείνα της μάνας του, που κάτι μέσα του πάντα έλεγε ότι τα είχε ξαναδεί. Εκείνη η ζάρα που σχηματίζονταν ανάμεσα στα φρύδια του όταν σκεφτόταν. Το βλέμμα του το βαθυστόχαστο, που φάνταζε υπερβολικά σοβαρό για την ηλικία του. Τα νύχια του, που ήταν μια μινιατούρα κάποιων που γνώριζε καλά. Ο αντίχειράς του που λύγιζε περισσότερο από ό,τι φαινόταν σωστό, κάτι για το οποίο πάντα πείραζε τον μικρό του αδερφό…
Κομματάκια άρχισαν να πλέκονται όλα μαζί, να μπαίνουν στη θέση τους. Η αποστροφή της Δρόσως για το χωρίο… το χάσμα με την Ασημίνα… η αντίδρασή της στο ξενοδοχείο όταν άκουσε τη μάνα του στο τηλέφωνο… η μανία να μη μάθει κανείς για το παιδί… όλο το μίσος για τον εαυτό της επειδή… πλάγιασε με τον άντρα της αδερφής της.
Με τον Νικηφόρο.
Τον Νικηφόρο.
Τράβηξε απότομα χειρόφρενο, άνοιξε την πόρτα και γονάτισε στο χώμα. Το κορμί του τρανταζόταν βίαια, σαν η ψυχή του να μην άντεχε άλλο εκεί μέσα και να πάλευε να τον εγκαταλείψει, μπας και καταφέρει να γλιτώσει σε ξένα χέρια. Ήθελε να ξεράσει μα δεν είχε φαγητό να βγάλει. Ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε ανάσα. Χτυπούσε το κεφάλι του, τραβούσε τούφες βίαια να τις ξεριζώσει, κι όταν έπεσε πίσω κοίταξε ανήμπορος τον ουρανό και την είδε μαζί του. Τον είδε να την αγγίζει, να την ξαπλώνει στο κρεβάτι του - εκεί που χοροπηδούσαν μικροί και τους μάλωνε η Αγορίτσα. Να τη γδύνει όπως έκανε εκείνος, να της φιλάει το λαιμό και αυτή να αναστενάζει.
'Δεν ξέρεις τι έχω κάνει', έλεγε και ξανάλεγε στον Κωνσταντή, κι αυτός τόσο καιρό κοιμότανε τον ύπνο του δικαίου.
Τα νύχια του μπήχτηκαν στο χώμα, ξερίζωσε χούφτες από ξερό χορτάρι και αγκάθια βυθίστηκαν στο δέρμα του.
Δεν αντεχόταν αυτό. Δεν ήταν σαν τα άλλα, αυτό ήταν κάτι αλλιώτικο. Τέτοια αηδία δεν είχε ξανανιώσει στη ζωή του, τέτοια ανάγκη να γδάρει τα ίδια του τα μάτια και να τα πετάξει από τις κόχες τους. Δεν μπορούσε να το αντέξει… δεν άντεχε…
Χρειαζόταν ποτό.
Πολύ. Και τώρα.
Και μετά έπρεπε να της μιλήσει.
Βογκούσε μέχρι να φτάσει στης Βιολέτας, συσπόταν το άδειο στομάχι του από την αρρώστια. Μπήκε μέσα και σωριάστηκε στο πρώτο τραπέζι που βρήκε, κι όταν κατάλαβε ότι ήταν το τραπέζι του Γιάννου άρχισε να γελάει μόνος του, ώσπου το γέλιο του μετατράπηκε σε λόξυγκα, κι έπειτα έσβησε τον λόξυγκα με τσίπουρο. Έπινε, έπινε, κατέβαζε ποτήρι μετά από ποτήρι κι έπειτα το κρατούσε στον αέρα φωνάζοντας «Πιάσε άλλο ένα!» ώσπου μούδιασε το στόμα του και μπερδεύτηκαν οι λέξεις. Τον χτύπησε γρήγορα το αλκοόλ με άδειο στομάχι, σύντομα βάρυνε το κεφάλι του κι όλα τα απαίσια βλέμματα που ήταν καρφωμένα πάνω του ούτε που τον άγγιζαν. Όλα ήταν μια ιδέα, έκλεινε τα μάτια και δεν είχε συμβεί τίποτα. Ήταν στη Φρεαττύδα πλάι στο κύμα που έσκαγε με τη δική του Δρόσω και τον δικό του μπόμπιρα, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Με την οικογένειά του… οικογένεια…
Δεν κατάλαβε ότι τον πήρε ο ύπνος πάνω στο τραπέζι. Μόνο κάποια στιγμή άκουσε ένα τηλέφωνο να χτυπάει και πετάχτηκε πάνω. Θολή ήταν η όρασή του, όλοι οι ήχοι μια βοή με μόνο το κουδούνισμα να σπάει το φράγμα του ύπνου και του ξύπνου. Έτριψε τα μάτια του και μετά τους κροτάφους του που πλέον σφυροκοπούσαν, χωρίς να γνωρίζει τι ώρα ήταν και για πόσο είχε αποκοιμηθεί.
«Είσαι καλά, Κωνσταντή;» η φωνή του Παναγιώτη ήρθε από πάνω από το κεφάλι του, κι όταν το σήκωσε να τον κοιτάξει τα φώτα του καφενείου ήταν υπερβολικά δυνατά, του τύφλωσαν τα μάτια.
«Μμμ», μούγκρισε μόνο ως απάντηση, και έτριψε ξανά το πρόσωπό του.
Κάπου πίσω του, η Βιολέτα μιλούσε ανήσυχα. Ούτε που θα του είχε τραβήξει την προσοχή, όμως άκουσε το όνομα της Δρόσως από τα χείλη της και αμέσως γύρισε σαν να είχε φωνάξει το δικό του.
«Δεν ξέρω, μάλλον θα είναι στο σπίτι της», έλεγε τώρα η καφετζού στο πράσινο ακουστικό με μια δόση απορίας. «Αλλά να στείλω κάποιον να την φωνάξει, ποιος τη ζητάει;»
Πετάχτηκε πάνω και όλα γύρισαν απότομα γύρω του. Με μια δρασκελιά έφτασε τον πάγκο και στηρίχτηκε από εκεί. «Ποιος είναι;»
Η Βιολέτα τον στραβοκοίταξε. «Τα χάλια σου έχεις... Δεν είναι για σένα».
«Για την Δρόσω είναι, ποιος τη θέλει;»
«Τι δουλειά έχεις εσύ με τη Δρόσω;»
«Μίλα να χαρείς και μη με τυραννάς, ποιος τη ζητάει;»
«Ένας Νώντας, δεν ξέρω… Παναγιώτ!» φώναξε πάνω από τον ώμο του. «Έλα λίγο εδώ που σου έχω μια δουλειά».
Δεν την περίμενε, της άρπαξε το ακουστικό κι εκείνη του έριξε μια βλοσυρή ματιά. Την αγνόησε. «Εμπρός;»
«Ώπα», ακούστηκε μια βαρύγδουπη φωνή από την άλλη γραμμή. «Την περιστέρα ζήτησα, μου βγήκε πελεκάνος. Με ποιόν ομιλώ παρακαλώ;»
«Ο Κωνσταντής είμαι», είπε γρήγορα. «Δεν ξέρω αν με θυμάσαι, είμαι παλιός γνωστός της Δρόσως από το χωρίο-»
«Ο ψηλέας! Τι λε ρε παλικάρι… όποια πέτρα κι αν σηκώσεις από κάτω θα σε βρεις. Κοίτα να δεις που χάρηκα που σε άκουσα».
Ένιωσε ένα κόμπο να ανεβαίνει στο λαιμό του, τα συναισθήματα καθόλου αμοιβαία. «Αν τη θες για το μαγαζί, δε θα ξανάρθει», του ξεκαθάρισε, μιλώντας λες και δεν είχε μόλις χάσει σε μια στιγμή τη γη κάτω από τα πόδια του.
«Διαμάντια σαν τη Δροσούλα δεν τα βρίσκεις εύκολα ψηλέ, όμως ο Νώντας δεν πίεσε ποτέ κανέναν για να το κάνει τώρα. Τα κορίτσια είναι ελεύθερα να πράξουν όπως θέλουν. Το ξέρω ότι δεν είμαστε εδώ μέσα παρθεναγωγείο, κι άμα βρίσκουν ένα καλό παιδί και φτιάχνουν τις ζωές τους ευφραίνεται η καρδούλα μου να τις βλέπω να φεύγουν. Και τη Δροσούλα ειδικά, σαν κόρη μου την έχω, να πούμε».
Συνοφρυώθηκε πάνω στο ακουστικό. «Τότε τι τη θέλεις;»
«Φοβάμαι, ψηλέα, ότι έχω άσχημα νέα. Έσκασε μύτη ο αλήτης ο Τάκης, εκεί που νομίζαμε ότι επιτέλους έκοψε ρόδα μυρωμένα – τσουπ! - να τονε. Μπήκε στο μαγαζί βαρύ πεπόνι, είπα, είπε, του έσουρα τα εξ αμάξης, και για να μην τα πολυλογώ εκεί που τρώγαμε τα μουστάκια μας βγήκε στη φόρα το που βρίσκεται η Δροσούλα και με ποιον – του λόγου σου δηλαδή – και όπως καταλαβαίνεις ο Τάκαρος δεν το πήρε πολύ ψύχραιμα. Το επόμενο που ξέρω, πάω από της Κούλας για τα χρωστούμενα και την βρίσκω ταβλιασμένη στο χαλί, σαν να είδε τα ραδίκια ανάποδα να πούμε. Πήγε η ψυχή μου στην κούλουρη μέχρι να τη συνεφέρουν οι γιατροί, μία την έχω κι εγώ, καταλαβαίνεις…»
«Τι έπαθε;», τον έκοψε απότομα. «Το παιδί που είναι;»
Από το διπλανό τραπέζι, και τα τέσσερα κεφάλια άστραψαν προς το μέρος του.
«Αυτό πήρα να σας μηνύσω, ο Τάκης ήταν που την οριζοντίωσε την Κούλα. Μπήκε στο σπίτι κι άρπαξε τον μπόμπιρα, χτες το βράδυ όλα αυτά. Έχω ήδη ειδοποιήσει το μπατσικό, κάτι μου λέει ότι από τα μέρη σας θα περάσει. Είναι θεατρίνος αυτός, να την τρομάξει θέλει αλλά τον μικρό δε θα τον πειράξει. Πες στη Δρόσω-»
Δεν πρόλαβε να ακούσει. Το ακουστικό κρεμάστηκε από το σπιράλ καλώδιο και κοπάνησε στον πάγκο, κι εκείνος πήρε μια καρέκλα σβάρνα καθώς σάρωσε το καφενείο και ξεχύθηκε στο δρόμο. Έφτασε στο σπίτι της σε ζήτημα λεπτών, πέντε-πέντε σκαρφάλωσε τα σκαλοπάτια, και χτύπησε την πόρτα μανιωδώς με τα πνευμόνια του να έχουν κολλήσει στη πλάτη του από το τρέξιμο.
Κανείς δεν απάντησε. Κανείς δεν του άνοιξε. Από μέσα αντήχησε ένα σπαρακτικό, παιδικό κλάμα.
Έφτασε αργά.
«Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, ασ' τον!», την άκουσε να εκλιπαρεί. «Φοβάται, δεν τον βλέπεις!»
Μπούκαρε μέσα, μόνο για να κοκαλώσει επί τόπου. Ο Τάκης στεκόταν στη μέση του σαλονιού και κολλημένο πάνω του κρατούσε τον μικρό. Στην άλλη μεριά του τραπεζιού ήταν όρθιοι όλοι οι υπόλοιποι, οι τρεις αδερφές κι ο Λάμπρος, εμβρόντητοι στο θέαμα. Η Δρόσω στεκόταν ανάμεσα με τα χέρια απλωμένα, δεν ήξερε αν προσπαθούσε να φτάσει το παιδί ή να κατευνάσει τον Τάκη. Όταν ο Κωνσταντής μπήκε μέσα το όνομά του γλίστρησε σαν λυγμός από τα χείλη της.
«Βρε καλώς τονα κι ας άργησε», είπε ο Τάκης. «Τι έγινε, Δροσούλα, δεν τον κάλεσες να φάει με την οικογένειά σου; Και νόμιζα ότι αυτόν τουλάχιστον τον είχες σε υπόληψη».
«Τι κάνεις εδώ ρε αλήτη!» γρύλισε εκείνος και όρμησε μπροστά.
«Κωνσταντή μη!»
Ο Τάκης γύρισε προς το μέρος του, και μόνο τότε εκείνος πρόσεξε τον σουγιά που κρατούσε χαλαρά στο χέρι του. «Βρε το χωριατόπαιδο, κοίτα τον εδώ. Δεν του έφτασε η μία, τρώγεται για δεύτερη».
Πάγωσε στη θέση του, το βλέμμα στο μαχαίρι. Το καθίκι… Φούντωσε μέσα του η οργή, μα ο Τάκης κρατούσε το παιδί ανάμεσά τους κι έτσι δεν τόλμησε να κάνει κίνηση. Ένιωσε τον ξηρό, καυτό λαιμό του, τον πυρετό, τη φωτιά στα σπλάχνα του… Δάγκωσε τη γλώσσα του να τα αντέξει.
«Γύρισες μαζί του λοιπόν… Τι έγινε, σου το ζήτησε ο ψηλός και λύθηκαν όλα, ε; Εγώ τόσα χρόνια σε παρακαλούσα και ούτε να με ακούσεις, τάμα σου έκανα να πάρεις πίσω τη ζωή σου και με έγραφες κανονικότατα, αλλά μετά ο Τάκης φταίει. Ο Τάκης σε κρατάει πίσω, ο Τάκης σου τραυματίζει το παιδί, ο Τάκης σου μαχαιρώνει τον λεβέντη σου, όλα ο Τάκης».
«Μαμά...» την φώναξε ο μικρός μέσα σε λυγμούς. Δεν έκλαιγε απλώς, είχε πλαντάξει – είχε κοκκινίσει ολόκληρος, δάκρυα και μύξες έτρεχαν στο πρόσωπό του, στα μάτια του ο απόλυτος πανικός.
«Τάκη σε ικετεύω, πες ό,τι θες αλλά ασ' τον», λύγισε η Δρόσω, «Σε παρακαλώ, φοβάται».
«Έλα βρε νιάνιαρο που κλαις τώρα, μια χαρά δεν τα περάσαμε οι δυο μας; Σε πείραξα και κλαις;»
«Μαμά!», συνέχισε να την φωνάζει απελπισμένα.
«Εδώ είμαι, αγάπη, ηρέμησε… Κανείς δε θα σε πειράξει, ηρέμησε μωρό μου, σε παρακαλώ…»
Κι όσο εκείνη κατέρρεε, πίσω της η Ελένη κάλυψε το στόμα της.
Ο Κωνσταντής πρόσεξε τη Σταμίρη. Πρόσεξε το βλέμμα που έριξε στη Δρόσω κι εκείνο που αντάλλαξε με την Ασημίνα, κι ήξερε ότι πλέον ήταν πολύ αργά. «Τι ήρθες να κάνεις εδώ ρε, γιατί της το κάνεις αυτό; Δε σου έφτασε όσο την έχεις καταστρέψει;»
«Τάκη, σε παρακαλώ!»
«Δρόσω ηρέμησε», της φώναξε ο Κωνσταντής. Όσο πανικοβαλλόταν εκείνη τόσο έκλαιγε το παιδί. Στα λόγια του ο μικρός τον κοίταξε, κι εκείνος με όλη τη δύναμη που είχε του χαμογέλασε ενθαρρυντικά. Όλα καλά, σκέφτηκε, ελπίζοντας κάπως να το πιστέψει.
Ο Λάμπρος έκανε ένα προσεκτικό βήμα μπροστά, έπιασε τη Δρόσω από τους ώμους καθώς εκείνη προσπαθούσε να συνέλθει. «Ο αρραβωνιαστικός σου είναι; Από την Αθήνα;»
Ο Τάκης γέλασε. «Τίποτα δεν της είμαι πλέον, σενιόρ. Κι ούτε της ήμουν ποτέ, ένα τίποτα ήμουν». Γύρισε σε αυτήν. «Γι' αυτό με ξέγραψες έτσι εύκολα, Δροσούλα. Τα λέω σωστά;»
«Σε παρακαλώ…»
«Δεν ήρθα να σου ζητήσω τα ρέστα όμως, ό,τι έγινε έγινε. Αυτά είναι τώρα περασμένες ιστορίες. Κι αφού ρωτάς εσύ ψηλέ να σου το πω, ναι ήρθα να καταστρέψω – όχι αυτήν – αλλά αυτήν την τεράστια υποκρισία της που δεν έχει τελειωμό. Αν, Δροσούλα, θέλεις να αφήσεις πίσω εμένα κι όλα τα σκατά που σου πρόσφερα, καλώς. Δικαίωμά σου. Αν θες να κάνεις μια νέα αρχή με τον ψηλό με γεια σου με χαρά σου, αλλά θα το κάνεις σωστά. Για πες λοιπόν στις αδερφές σου για τον γιό σου, να σε δω. Που τον κρύβεις τόσα χρόνια τον κακόμοιρο σαν να είναι κανένα παραπαίδι. Γιάννο, σου αρέσει να σε κρύβει η μαμά;»
Στο άκουσμα του ονόματος ο Λάμπρος χλόμιασε. Ο μικρός μόνο έκλαιγε και την φώναζε.
«Τάκη σε ικετεύω, ασ' τον να έρθει λίγο και θα κάνω ό,τι θες».
«Θα τους τα πεις δηλαδή, αν τον αφήσω. Ποιος είναι ο πατέρας».
Η Δρόσω έβγαλε έναν ήχο σαν να πνίγεται.
«Ποιον ακριβώς ξελόγιασες».
«Πάψε…»
«Και θάφτηκες στα σκατά για να μην το μάθουν αυτές», έφτυσε τη λέξη σαν να τον αηδίαζαν. «Ενώ εκείνος τόσα χρόνια σουλατσάρει κονιόρδος στα σαλόνια-»
«Πάψε, πάψε πια!» ούρλιαξε, τρέμοντας ολόκληρη.
Ο μικρός άρχισε να βήχει, πνίγηκε στα σάλια του. Πάσχιζε να ανασάνει, κι ο Τάκης τον χτύπησε απαλά στην πλάτη.
«Δρόσω, τι γίνεται;» Ξέσπασε επιτέλους η Ελένη, με το γρέζι στη φωνή της να κάνει τα θεμέλια του σπιτιού να τρέμουν. «Τι λέει αυτός, τι είναι όλα αυτά;»
Ο Λάμπρος μόνο κάρφωνε με τα μάτια του το παιδί όσο η Ασημίνα έδειχνε απολύτως χαμένη. «Για ποιο πράγμα μιλάει, Δρόσω;»
«Να χαρείτε, δεν είναι ώρα-»
«Όχι, λουλούδι μου, δεν κατάλαβες», την έκοψε ο Τάκης. «Τώρα είναι η ώρα».
Ο Κωνσταντής έκανε ένα βήμα μπροστά, απεγνωσμένος να μην αφήσει αυτή τη σκηνή να εξελιχθεί. Και εκείνη τη στιγμή ο μικρός – που τόσην ώρα φώναζε τη μάνα του – μέσα στα αναφιλητά είπε και το όνομά του.
Να ξερίζωνε την καρδιά του απευθείας από το στήθος του λιγότερο θα πονούσε.
«Τάκη άκουσε με», του είπε, με τις παλάμες στον αέρα σε ένδειξη ανακωχής. « Ή άσε το παιδί στη μάνα του ή άσε τον σουγιά. Δε χρειάζεται να γίνει έτσι». Με το πλάι του ματιού του είδε τον Λάμπρο να κινείται αργά προς το παιδί πίσω από τον Τάκη. Εκείνος δεν τον πρόσεξε, έτσι ο Κωνσταντής άρπαξε την ευκαιρία και συνέχισε να του μιλά. «Πριν λίγο πήρε τηλέφωνο ο Νώντας, ξύπνησε η Κούλα και είπε όσα έγιναν. Ο Νώντας μάντεψε ότι θα έρθεις εδώ κι ειδοποίησε την αστυνομία. Θες να σε βρουν εδώ να απειλείς το παιδί;»
Ήταν αρκετό για να κλονίσει κάπως την αυτάρεσκη έκφραση του. «Ώστε έτσι εξηγιέται ο φίλος Νώντας…» μουρμούρισε γνέφοντας.
Και τότε όλα έγιναν πολύ γρήγορα.
Ο Λάμπρος με μια κίνηση γράπωσε το παιδί και το τράβηξε μακριά. Αυτό αιφνιδίασε τον Τάκη, και ο Κωνσταντής όρμησε αμέσως να του ρίξει το μαχαίρι. Δεν τα κατάφερε όμως, ο αλήτης ήταν γρήγορος. Η Δρόσω ίσα που πρόλαβε να αρπάξει στην αγκαλιά της τον μικρό όταν είδε τον Τάκη να κάνει μια απότομη κίνηση προς τον Κωνσταντή με τον σουγιά.
Και αυτό ήταν, τα 'χασε.
Άρχισε να ουρλιάζει το όνομά του, εκτός εαυτού. Απόλυτος πανικός την κατέβαλε, γράπωσε πάνω της το παιδί και το κλάμα του ούτε που ακουγόταν πάνω από τις κραυγές της. Δεν πρόλαβε καν να δει ότι το μαχαίρι μόνο γρατζούνησε τον βραχίονά του Κωνσταντή, στο μυαλό της βρισκόταν κάτω από τη σκουριασμένη σκάλα και τα ξαναζούσε όλα από την αρχή, έχασε κάθε έλεγχο.
Οι δυο ξάδερφοι προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν τον Τάκη και όταν το μαχαίρι έσκασε επιτέλους στο πάτωμα ο Κωνσταντής το κλώτσησε μακριά. Μια στιγμή μόνο χρειάστηκε για τον Τάκη να ξεγλιστρήσει, ένα λάθος κράτημα και βρέθηκε να ορμάει έξω από την πόρτα και να γίνεται καπνός.
Παρότι το πρώτο ένστικτο του Κωνσταντή ήταν να τρέξει ξοπίσω του και να τον κάνει να φτύσει το γάλα της μάνας του, δεν έκανε βήμα. «Λάμπρο ειδοποίησε τον Προύσαλη», ορμήνεψε η Ελένη κι αυτός αμέσως όρμησε έξω από την πόρτα, μα ο Κωνσταντής δεν είχε αυτιά και μάτια για κανέναν, μόνο έδωσε δυο δρασκελιές κι έφτασε τη Δρόσω.
«Καλά είμαι, μια γρατζουνιά ήταν, δες! Είμαι μια χαρά» είπε με επείγοντα τόνο και της έδειξε το χέρι του μα εκείνη δεν έβλεπε, κρατούσε τον μικρό τόσο σφιχτά που κοβόταν η ανάσα και τον δυο τους και ήταν χαμένη στον πανικό της. «Δρόσω είμαι καλά, είμαστε καλά, ο μικρός είναι ασφαλής», της είπε και έπιασε το πρόσωπό της να την κάνει να τον κοιτάξει. Τα μάτια της πάσχιζαν να εστιάσουν, γεμάτα δάκρυα κοιτούσαν τριγύρω με τρόμο, δεν τον έβλεπε. «Δρόσω!»
Ο μικρός είχε πλαντάξει στο κλάμα, φίμωνε τα αναφιλητά του στη μπλούζα της μητέρας του. Τραντάζονταν και οι δυο ολόκληροι, τόσο που ο Κωνσταντής την άρπαξε από τα μπράτσα να τους στηρίξει.
Η Ελένη εμφανίστηκε δίπλα τους με μια καρέκλα. «Δρόσω κάτσε κάτω». Όταν δεν αντέδρασε την έβαλαν οι δυο τους να καθίσει, χωρίς να κουνήσουν το παιδί από τα χέρια της.
Ο Κωνσταντής γονάτισε μπροστά τους. «Δρόσω…» είπε και της χάιδεψε τα μπράτσα, τα χέρια, τα μαλλιά. «Ηρέμησε κορίτσι μου, όλα είναι καλά…»
Αυτή έκλεισε τα μάτια της καθώς έπαιρνε κοφτές ανάσες, βυθίζοντας το πρόσωπό της στο σβερκάκι του παιδιού. Ο μικρός άρχισε να ηρεμεί, έσβηνε εξουθενωμένο το παράπονό του. Τελικά γύρισε στο πλάι το κεφάλι του προς εκείνον, σκουπίζοντας το πρόσωπό του από τις μύξες και τα δάκρυα.
«Είσαι καλά; Σε πείραξε;» τον ρώτησε ο Κωνσταντής, κι αμέσως χάιδεψε τα μαλλάκια του.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Μετά: «Εσένα;»
Ήταν τόση η ανακούφισή του που του ξέφυγε ένα χαμόγελο. «Είμαι καλά. Και η μαμά είναι μια χαρά, απλώς τρομάξαμε. Είμαστε ασφαλείς τώρα… ναι;»
Η Δρόσω πήρε μια απότομη ανάσα και τα μάτια της εστίασαν επιτέλους στον μικρό. Τα χέρια της που τον κρατούσαν σφιχτά τώρα σκαρφάλωσαν στα μάγουλά του, και φρέσκα δάκρυα ανέβλυσαν από τα μάτια της. «Είσαι καλά;» ρώτησε κι εκείνη, να σιγουρευτεί, σαν μια φορά να μην ήταν αρκετή.
Ο μικρός έγνεψε, και δάκρυσε εκ νέου κι εκείνος. «Μανούλα…»
Τον τράβηξε ξανά κοντά της, φιλώντας το αυτί του, τα μαλλιά του, το πρόσωπό του, όπου μπορούσε να φτάσει. «Ψυχούλα μου… καρδούλα μου…» έλεγε και ξανάλεγε, και ο Κωνσταντής επιτέλους μπόρεσε να ανασάνει κι έγειρε να της φιλήσει το μέτωπο. Αμέσως εκείνη του άρπαξε το χέρι, και όταν τον κοίταξε είχε τόσο πόνο μα και τόση ανακούφιση στα μάτια της που λύγισε κι εκείνος. «Κωνσταντή…»
«Όλα καλά», τη διαβεβαίωσε με ένα μικρό χαμόγελο. «Όλα καλά, κορίτσι μου…»
Και για μια στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Αυτή ήταν η Δρόσω του, κι αυτός ο μικρός του - και ήταν και οι δυο καλά. Τους είχε και τους δυο στα χέρια του και τίποτα άλλο δεν είχε σημασία, τίποτα δεν μπορούσε να αγγίξει τη μικρή τους φούσκα. Καμία ιστορία, καμία αρρώστια. Καμία αλήθεια.
Μα ήταν μόνο μια στιγμή.
«Θα χάσω το μυαλό μου», μουρμούρισε η Ελένη πάνω από τα κεφάλια τους, και η φούσκα έσπασε – απότομα και άγαρμπα. Ο Κωνσταντής σηκώθηκε γρήγορα όρθιος και η Δρόσω σκούπισε το πρόσωπό της, ρίχνοντας χαμηλά το βλέμμα.
«Έχεις παιδί», μονολόγησε η Ασημίνα, μια αλήθεια που ειπώθηκε με τόση δυσπιστία που την έκανε να φαντάζει αδιανόητη. «Έχεις παιδί, δεν… δεν είναι δυνατόν. Δεν είναι δυνατόν…» Γύρισε την πλάτη της, πνίγοντας ό,τι άλλο είχε να πει με το χέρι στο στόμα της.
«Δρόσω κοίταξέ με», η φωνή της Ελένης έτρεμε από την ένταση, μα το βλέμμα της ήταν απόλυτο.
Η Δρόσω διστακτικά σήκωσε το κεφάλι, και μόλις την αντίκρισε το πρόσωπό της έσπασε.
Εκείνη δεν υποχώρησε. «Δικός σου είναι;»
Αργά, έγνεψε.
Η Ελένη έδειξε σαν να έφαγε χαστούκι. «Έχεις παιδί και δεν μας το είπες;»
Ο χειρότερος εφιάλτης της Δρόσως διαδραματιζόταν μπροστά στα μάτια του, κι ο Κωνσταντής δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Ξεφύσηξε, τρίβοντας το πρόσωπό του απεγνωσμένα. «Ελένη… δώσε της ένα λεπτό. Την βλέπεις πώς είναι».
«Εσύ τι διάολο κάνεις στο σπίτι μου;»
«Για τον Τάκη ήρθα να της πω».
«Και τι δουλειά έχεις μαζί της εσύ μωρέ;»
«Ποιος είναι ο πατέρας;» τους έκοψε η Ασημίνα απότομα. «Αυτός ο λεχρίτης είπε ότι έφυγες για να τον κρύψεις».
Τα μάτια όλων τους έπεσαν πάνω της. Η Δρόσω πάγωσε.
Το άκουσε… φυσικά και το άκουσε.
Οι δυο Σταμίραινες κοιτάχτηκαν αβέβαια. Σχεδόν είδε τα διαφορετικά πρόσωπα να τρέχουν στο μυαλό τους σαν σιγά-σιγά άρχιζαν να εικάζουν.
Όχι…
«Δρόσω», είπε η Ελένη αργά. «Γιατί δεν απαντάς;»
Εκείνη κράτησε τον μικρό σφιχτότερα, έκρυψε το κεφάλι της στο λαιμό του κι έκλεισε τα μάτια.
Όχι, όχι, όχι…
Η Ελένη γύρισε να την κοιτάξει «Σε ρώτησε κάτι η αδερφή μας. Ποιος είναι ο πατέρας;»
Δεν… Δε μπορούσε… δε θα το άφηνε αυτό να γίνει. «Εγώ», πετάχτηκε. «Εγώ είμαι ο πατέρας».
Τρία ζευγάρια μάτια τον κάρφωσαν μονομιάς καθώς στεκόταν εκεί με το σφυγμό να πάλλεται στους κροτάφους του.
Κι ένα τέταρτο, μικρότερο, ξεμύτισε ανάμεσα από ξανθές μπούκλες και τον κοίταξε έκπληκτο.
