.


Five, four, three, two, one

He holds the gun against my head
I close my eyes and bang I am dead

Five, four, three, two, one

The gun is gone
And so am I

And here I go


1959

Τα δίχρωμα φύλλα θρόιζαν απαλά καθώς το πρωινό αγέρι πλεκόταν ανάμεσά τους, καλωσορίζοντας το μαζί με τη νέα μέρα. Στην ασβεστωμένη σκαλωσιά όπου στεκόταν, η Δρόσω προσπαθούσε να καλύψει τα μπράτσα της από τον ήλιο που της έκαιγε το δέρμα. Μα δε σάλευε από κάτω του, δεν έμπαινε μέσα στο σπίτι να προφυλαχτεί, μήτε έψαχνε για καταφύγιο στη σκιά του δέντρου που είχε την ίδια ηλικία με εκείνη. Έμενε εκεί, κολλημένη στη μέση, πασχίζοντας να μη δειλιάσει από την απόφαση που είχε πάρει.

Θα έφευγε αυτό ήταν ξεκάθαρο, δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Η κυρία Σεβαστού το είχε κάνει απόλυτα κατανοητό. Μάγισσα την είπε, οχιά. Της έφτυσε το πρόσωπο, την χτύπησε ώσπου γονάτισε, της γράπωσε τα μαλλιά και με μια δύναμη απάνθρωπη τη σήκωσε πάνω ξανά από το κεφάλι. Ξανθές τούφες ξερίζωσαν και έπεσαν άψυχα στο έδαφος.

«Δεν έχεις καταλάβει καλά, κοριτσάκι μου. Δεν έχεις ιδέα με ποια οικογένεια έμπλεξες. Έτσι και σε ξαναδώ στα μάτια μου θα σε κάψω. Θα σε κάψω ζωντανή».

Κι έτσι όπως φλέγονταν τα μάτια της, η Δρόσω την είχε πιστέψει.

Μα ό,τι κι αν της έλεγε η μάνα του, κουβαλούσε το παιδί του. Τα δικό του το παιδί. Κι αν κάπου αλλού, σε κάποια άλλη πραγματικότητα, γεννιόταν μια ψυχή με το δικό της αίμα κι εκείνη δεν είχε την ευκαιρία να τη γνωρίσει δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να το διαχειριστεί. Ήδη από τη στιγμή που στέριωσε μέσα της η συνειδητοποίηση της εγκυμοσύνης, το πλάσμα αυτό έγινε μέρος της. Η μισή καρδιά της γλίστρησε στο στήθος του και φώλιασε εκεί, άρχισε να χτυπά μόνο για εκείνο. Η σκέψη του έγινε το γιατρικό της, η μόνη δύναμη, η μόνη πυξίδα που είχε.

Δεν μπορούσε να το στερήσει αυτό από έναν άνθρωπο. Ούτε από τον Νικηφόρο. Κι αν η κατάληξη ήταν να καεί ζωντανή, το παιδί θα είχε τον πατέρα του κι εκείνη θα έπαιρνε αυτό που της άξιζε.

Σκάλωσε στη σκαλωσιά, γιατί αυτά σκεφτόταν. Κι όταν όλο της το είναι ούρλιαζε να προστατέψει την αδερφή της από την αλήθεια και να εξαφανιστεί, πώς να σηκώσει στις πλάτες της το χωρισμό πατέρα και παιδιού; Ήταν αβάσταχτο. Αν το έκαναν σε εκείνη θα ικέτευε την ίδια στιγμή να της έπαιρναν και την ανάσα.

Έτσι κατέβηκε τις σκάλες. Κράτησε τη κοιλιά της και βγήκε στα ανοιχτά, κι αν ο ήλιος της έκαιγε το δέρμα τον αγνόησε. Το κρυφτό ήταν για παιδιά, εκείνη πλέον δεν άνηκε σε εκείνα. Δε θα έπαιζε ξανά. Άφησε το σπίτι να χαθεί πίσω μαζί με τον μικρό εαυτό της, και άφησε μαζί τους εκείνο το θαμμένο κορμάκι, το μικρό σπουργίτι που είχε χάσει τα φτερά του. Πλέον ήξερε ότι ήταν το μόνο που θα έθαβε.

Βρήκε τον Νικηφόρο μόνο του, τον πήρε μαζί της βαθιά μέσα στο δάσος. «Είμαι έγκυος», του είπε με δέος. «Μέσα μου μεγαλώνει το παιδί σου».

Εκείνος τα 'χασε.

«Όχι… Δεν είναι δυνατόν».

Μα το να διαγράψει την πράξη του από τη μνήμη του δεν ήταν αρκετό για να την αναιρέσει. Και τώρα οι συνέπειες του χτύπησαν την πόρτα.

«Το ξέρω ότι περιπλέκει τα πράγματα», του είπε κρατώντας την κοιλιά της. Δεν είχε έρθει να του ζητήσει τίποτα, μόνο να του προσφέρει όσα ήταν δικαίωμα του. Μια θέση στη ζωή του μικρού της ταραξία. Μια ευκαιρία.

«Κάναμε ένα τραγικό λάθος», την έκοψε πριν προλάβει. «Τώρα πρέπει αυτό το λάθος να το διορθώσουμε».

«Όχι, Νικηφόρε», πήγε να του πιάσει το χέρι. «Σε παρακαλώ δεν πρέπει να το μάθει η Ασημίνα. Θα την καταστρέψει αν το μάθει, δε θα το ξεπεράσει ποτέ, δεν μπορώ να της κάνω τέτοιο κακό». Μιλούσε ακόμα λες και το χειρότερο, το ανείπωτο, το πιο αρρωστημένο δεν το είχε κάνει ήδη. Μα θα είχε χρόνια μπροστά της να δει καθαρά. Υπολείμματα ενός κοριτσιού ζούσαν ακόμα μέσα της, έδιναν χρώμα στο ρόδινό της δέρμα, στα ξανθά μαλλιά της, στα γαλανά της μάτια. Βρισκόταν ακόμα στον ήλιο.

«Η Ασημίνα δε θα μάθει λέξη», τη διαβεβαίωσε γρήγορα ο Νικηφόρος μόλις είδε τον πανικό της. «Μην ανησυχείς. Ξέρω έναν καλό γιατρό στη Λάρισα, όλα θα πάνε καλά».

Για μια στιγμή κατάλαβε λάθος. Είδε εξετάσεις, κλινικές, φροντίδα αλλιώτικη που δεν έμοιαζε σαν όποια είχε γνωρίσει στο χωριό. Υπηρεσίες που μόνο κάποιος σαν τους Σεβαστούς θα μπορούσε να αποκτήσει. Για μια στιγμή φαντάστηκε εκείνη και το μωρό μακριά από εδώ, και τον Νικηφόρο να επισκέπτεται σε γιορτές, Χριστούγεννα, στα γενέθλιά του. Τη χαρά στο πρόσωπο του παιδιού κάθε που τον αντίκριζε. Την ίδια χαρά στο πρόσωπο του Νικηφόρου.

«Αυτό το παιδί δεν πρέπει να γεννηθεί».

Η στιγμή τελείωσε απότομα, σπαρακτικά.

«Όσο πιο σύντομα το τακτοποιήσουμε, τόσο πιο ασφαλές θα είναι. Κάτι τέτοιο δε θα μείνει κρυφό, δε μπορεί να μείνει κρυφό. Θα διαλυθούμε».

«Τι λες;» ρώτησε μουδιασμένη. «Να το τακτοποιήσουμε;»

«Φυσικά. Τι άλλο να κάνουμε, δεν υπάρχει επιλογή. Θες να αφήσεις ένα λάθος να σε κουβαλάει για το υπόλοιπο της ζωής σου; Αν γεννιόταν δε θα μπορούσε κανένας από τους δυο μας να το αγαπήσει. Θα βλέπαμε σε εκείνο όσα κάναμε στην Ασημίνα, θα μας κρατούσε πίσω. Ποτέ δε θα μπορούσαμε να το ξεπεράσουμε, και μαζί με εμάς θα πλήρωνε και η Ασημίνα», κούνησε φρενικά το κεφάλι του. «Όχι, όχι, μη μπαίνεις σε τέτοιες σκέψεις. Είναι νωρίς ακόμα, όλα τα διορθωθούν. Θα έρθω μαζί σου στο γιατρό, δε θα σηκώσεις το βάρος μόνη σου-»

«Όχι».

Ίσως αν είχαν κάνει αυτήν την κουβέντα λίγες ημέρες πριν να του είχε πει τι σκεφτόταν. Ίσως αν δεν είχε νιώσει το μικρό πετάρισμα μέσα της όλα να ήταν διαφορετικά. Αν δεν είχε αποκοιμηθεί με το χέρι στην κοιλιά της να το νιώθει, αν δεν είχε δει στον ύπνο της δυο γαλάζια μάτια να την κοιτούν με απορία, αν δεν είχε θάψει εκείνο το πουλί, μπορεί και να του μιλούσε ανοιχτά. Να του έλεγε τι σκόπευε να κάνει, να τον συμπεριλάμβανε σε κάθε σκέψη.

Μα ο Νικηφόρος πάνω στην αγωνία του απείλησε το θαύμα της. Το δικό της μικρό, πολύτιμο, θαύμα.

Και ήταν ήδη πολύ αργά.

«Όχι, δε θέλω να είσαι εκεί. Θα πάω να το τακτοποιήσω μόνη μου».

6 χρόνια μετά

Έκλεισε λοιπόν τα μάτια της και μέτρησε ως το πέντε. Μύρισε το δέρμα του παιδιού της, ένιωσε το γρήγορο καρδιοχτύπι του να ταξιδεύει μέσα της και να κινεί το αίμα που είχε παγώσει. Νούμερα διαδέχτηκαν το ένα το άλλο όπως τα δευτερόλεπτα κυλούσαν μέσα από τα χέρια της σαν γάργαρο νερό. Κι όταν ξέμεινε από αριθμούς ξεκίνησε ξανά, και μετά πάλι, και πάλι. Χάθηκε σε μια βουβή επαναλαμβανόμενη συμφωνία, και στην αίσθηση του μικρού – ασφαλή – στην αγκαλιά της. Εκεί που κανείς δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Εκεί που πάντα άνηκε.

Ήξερε αμέσως ότι δε θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της. Μόνο αυτή έφταιγε για όλο αυτό. Δεν έπρεπε ποτέ να είχε γυρίσει, έπρεπε να είχε εξαφανιστεί, έπρεπε…

Μα δεν είχε σημασία τώρα. Ήταν πια αργά.

Δεν άκουγε τις φωνές. Δεν ένιωθε τα χέρια να την κρατούν, να την καθίζουν στην καρέκλα, να την ταρακουνούν. Δεν υπήρχε κάτι άλλο, μόνο νούμερα, από το ένα ως το πέντε. Κι ύστερα κάποια στιγμή μικρές αναλαμπές άρχισαν να την κατακλύζουν με κάθε νέο μέτρημα.

Ένα, ο Γιάννος ήταν ασφαλής.

Δυο, ο Κωνσταντής ήταν καλά.

Τρία, ο Τάκης έφυγε.

Τέσσερα, η Ελένη ήξερε.

Πέντε, η Ασημίνα…

Εκεί το μέτρημα σταματούσε, και γυρνούσε πάλι στην αρχή.

Κάπου μακριά, η Ελένη κάτι απαιτούσε. Κι η Ασημίνα δεν άργησε, άρχισε κι εκείνη να ρωτά. Μα ο μικρός μέρευε στα χέρια της και μόνο εκείνον πρόσεχε. Άκουγε τις ανασούλες του από κοφτές να γίνονται σταθερές και ρυθμικές. Πίεζε το κεφάλι του στο στήθος της, τα δάκρυά του πότισαν τα αγκάθια της. Τι άγρια ανακούφιση ήταν αυτή… αδάμαστη σαν άνεμος που σκίζει ό,τι βρει στο πέρασμά του. Κατέκλισε κάθε της αίσθηση.

Αυτό ήταν, λοιπόν. Δεν περίμενε να τελειώσει έτσι. Μα ήταν τόσα πολλά κι ήρθαν όλα μαζί, και δεν τα ένιωθε. Άκουσε την ερώτηση και ήταν σαν να συνέβαιναν όλα κάπου αλλού, κάπου μακριά. Ίσως σε κάποιο όνειρο. Δεν θα απαντούσε ούτε στα όνειρά της - θα άφηνε εκεί την ερώτηση, αιώνια, να πλανάται στον αέρα σαν συννεφιά που πάντα θα της στερούσε τον ήλιο. Δεν πειράζει. Είχε πιάσει φίλη της τη βροχή, δεν πειράζει…

Και τότε απάντησε εκείνος.

Από το πουθενά, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς κανένα δικαίωμα.

Και το μέτρημα σταμάτησε. Μαζί σταμάτησε και η βροχή.

Υπάρχει ένα λουλούδι σε κάποια μέρη μακρινά, εκεί που η βροχή κρατάει μόνιμη συντροφιά στους ανθρώπους. Ανθίζει μέσα στην υγρασία - κι οι σταγόνες που βρέχουν τα πέταλά του, τα βάφουν διάφανα σαν εκείνες. Είναι μαγεία, κι όμως υπάρχει. Το αόρατο λουλούδι που ανθίζει στη συννεφιά, ένα φάντασμα φυλακισμένο σε ένα σώμα.

Λένε ότι όταν δεν το λούζει η βροχή, το λουλούδι αποκτά πίσω το χαμένο χρώμα του.

Λένε ότι στον ήλιο, τα πέταλά του είναι λευκά. Και έπειτα λένε ότι ο καρπός του είναι γαλάζιος.

Η Δρόσω σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε, κι όλα ήταν αλλιώτικα. Κάτι παράξενο είχε συμβεί, κάτι αλλόκοτο, κάτι λάθος. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε ξέπνοη σαν της τράβηξε τα σύννεφα.

Εκείνος μιλούσε μόνο στις αδερφές της. «Δικός μου είναι», είπε ξανά. «Εγώ είμαι ο πατέρας».

Η Ελένη είχε πανιάσει. «Τι αηδίες είναι αυτές που αραδιάζεις;»

«Είναι ψέματα», μονολόγησε η Ασημίνα. «Λες ψέματα».

«Αυτή είναι η αλήθεια, Ασημίνα, απλή και ξεκάθαρη. Το ξέρω είναι δύσκολο-».

Η Ελένη όρμησε μπροστά. «Πότε την άγγιξες εσύ; Δρόσω τι λέει;» Η Ασημίνα την έπιασε από το μπράτσο να τη συγκρατήσει.

«Ρωτήσατε κάτι και πήρατε την απάντησή σας, τώρα δώστε μας ένα λεπτό να συνέλθουμε. Και θα σας τα εξηγήσουμε όλα μετά».

«Δρόσω σου μιλάω!»

Όσο κι αν πάλεψε, η Ασημίνα δεν την άφησε να της ξεφύγει. «Έχει δίκιο, πρέπει να ηρεμήσουμε».

«Δεν έχω να πάω πουθενά!»

«Λενιώ σταμάτα! Την βλέπεις σε θέση να σου εξηγήσει κάτι;» Η Δρόσω ήταν κοκαλωμένη, λευκή σαν το πανί. «Θα τα πούμε σε λίγο, πάμε να πάρουμε λίγο αέρα γιατί θα τρελαθώ».

«Δρόσω κοίταξέ με, πανάθεμα σε!»

«Τρομάζετε το παιδί, τι δεν καταλαβαίνετε;» πετάχτηκε ο Κωνσταντής, και αυτό τις έκανε και τις δυο να κοντοσταθούν. Το βλέμμα τους χαμήλωσε στο παιδί στην αγκαλιά της, κι εκείνη ζάρωσε… ήθελε να τον κρύψει. Τόσα χρόνια δεν μπορούσε ούτε ένα γράμμα να τους γράψει με εκείνον στο δωμάτιο, φοβόταν ότι η μυρωδιά του θα πότιζε το χαρτί, το όνομά του θα γραφόταν στις αράδες άθελά της. Μόνο η σκέψη του στην παρουσία τους ήταν απαγορευμένο φρούτο, και τώρα να τος εδώ… Να τες κι εκείνες να τον κοιτούν σαν να μην το πιστεύουν. Σαν να θέλουν να πλησιάσουν, να δουν αν είναι αληθινός. Να τον αγγίξουν.

Ο ανιψιός τους…

Ένιωσε το χέρι του Κωνσταντή στη μέση της. «Δε σας ζητάω κάτι παράλογο, ένα λεπτό να πάρουμε μια ανάσα. Σας παρακαλώ».

Η Ελένη φάνταζε χαμένη πια. Κοιτούσε το παιδί αμίλητη. Η Ασημίνα δεν βρήκε πλέον αντίσταση και την τράβηξε έξω, κι η πόρτα κοπάνησε με δύναμη πίσω τους σαν έβγαιναν.

Έμειναν μόνοι τους.

Η Δρόσω δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Οι ηλιαχτίδες μετά από τόσα χρόνια καταιγίδας την τύφλωναν, έκαιγαν τα μάτια της. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε ξανά.

«Ήταν μπροστά η Ασημίνα, τι ήθελες να κάνω;»

Ο μικρός ξετρύπωσε από την αγκαλιά της. Κοιτούσε τον Κωνσταντή με μάτια ορθάνοιχτα, γεμάτα με μια ένταση πρωτόγνωρη.

«Θεέ μου…» άκουσε εκείνον να μονολογεί σαν συνειδητοποιούσε ότι ήταν μπροστά και το παιδί. Έτριψε το μέτωπό του, ξεφύσηξε με αστάθεια. Έπειτα γονάτισε μπροστά τους. «Μπόμπιρα, άκουσέ με», είπε διστακτικά και του έπιασε το χέρι. «Σου υπόσχομαι ότι θα σου τα εξηγήσουμε όλα με την μαμά, αλλά όχι ακόμα, εντάξει; Ξέρω ότι αυτά τα πράγματα δεν είναι παιχνίδια κι ότι όλα σου φαίνονται μπερδεμένα αυτή τη στιγμή, αλλά θα τα ξεμπερδέψουμε, στο υπόσχομαι. Θα κάνεις λίγο υπομονή; Σε παρακαλώ;»

Ο Γιάννος τον κοιτούσε ακόμα άναυδος. Με τα πολλά έγνεψε. Όμως πριν προλάβει ο Κωνσταντής να αντιδράσει, όρμησε πάνω του και τύλιξε τα χεράκια του γύρω από το λαιμό του σε μια σφιχτή αγκαλιά.

Η Δρόσω τον είδε που αμέσως πάγωσε. Είδε στο ύφος του την ενοχή, σαν αυτή την αγκαλιά να μην την άξιζε… Όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους, μάλλον εκείνος είδε την απορία στο δικό της.

«Μίλησα με την μάνα μου», της είπε πάνω από τον ώμο του μικρού. Σαν αυτό να τα εξηγούσε όλα.

Το στομάχι της σφίχτηκε στην αναφορά της μα δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε… τι της έλεγε. Ο ήλιος της τσουρούφλιζε το δέρμα, δεν μπορούσε να σκεφτεί πάνω από τη φωτιά.

«Μου τα είπε όλα, Δρόσω», τη βοήθησε. «Για τότε».

Δεν καταλάβαινε. Αρνούνταν να καταλάβει. «Ποια όλα;»

Της έριξε ένα βλέμμα σκληρό, που δε θύμιζε εκείνον. Η παλάμη του κάλυψε το κεφαλάκι του παιδιού. «Για τον Νικηφόρο».

Η Δρόσω πήρε μια κοφτή ανάσα.

Το χτες ήταν διαμπερές, οι αναμνήσεις διάφανες. Όταν δεν μπορούσε να τις δει δεν την πονούσαν καν. Μα ένας κόσμος πλασμένος από γυαλί κάποια στιγμή σπάει, έπρεπε να το ξέρει. Δε θα έμενε για πάντα αόρατη, κρυμμένη στο χάος μιας καταιγίδας. Θα ερχόταν κάποτε η στιγμή που θα στεκόταν μπροστά του με τα αληθινά της χρώματα.

Τώρα ο Κωνσταντής ήξερε για τον Νικηφόρο.

Κι εκείνη ήταν απροετοίμαστη.

Δεν ήρθε ως κύμα η συνειδητοποίηση να την κατακλύσει, μα αργά σαν μαρτύριο. Ένιωθε τα μικρά σοκ να τραντάζουν στιγμιαία το κορμί της κι έπειτα να αρχίζουν να απλώνονται.

Ήξερε ότι ο Νικηφόρος ήταν ο πατέρας του Γιάννου.

Ήξερε ότι ξελόγιασε τον άντρα της αδερφής της.

Ήξερε ότι είχε πλαγιάσει με τον αδερφό του.

Όλα τους ήταν το ένα και το αυτό, μα συνάμα τρεις διαφορετικές αλήθειες. Κι εκείνος ήξερε… τις γνώριζε όλες τους.

Ένα χέρι κάλυψε το στόμα της και σηκώθηκε από την καρέκλα. Τον άφησε εκεί γονατιστό με το παιδί στην αγκαλιά, πισωπάτησε ώσπου χτύπησε τον τοίχο.

Εκείνος δεν κουνήθηκε.

Ήξερε… στα αλήθεια το ήξερε. Ζύγιζε τώρα την αντίδραση της, παρακολουθώντας τη προσεκτικά.

Κι η Δρόσω άρχισε να ψάχνει - στο τζάκι, στο τραπέζι, στη κουζίνα. Κάπου θα υπήρχε, δεν γίνεται να εξαφανίστηκε. Θα υπήρχε αέρας, θα έβρισκε κάπου λίγο οξυγόνο να πάρει μιαν ανάσα, δεν μπορεί… Ένα σημείο να ξεφύγει από το βλέμμα του· το πρώτο βλέμμα που κάποτε ένιωσε να την αγκαλιάζει, μα τώρα την ξέσκιζε κι αυτό.

«Δε θα το αρνηθείς;»

Άρπαξε τον πάγκο της κουζίνας, γραπώθηκε από το ξύλο. «Έχει νόημα;»

«Όχι».

Κράτησε τον πάγκο σφιχτότερα. «Γι' αυτό ήρθες εδώ;»

Με το πλάι του ματιού της τον είδε να σηκώνεται, κρατώντας το παιδί πάνω του. Εκείνο τύλιξε τα πόδια γύρω από τον κορμό του, γραπώθηκε από εκείνον σφιχτά. «Όχι, ήμουν στο καφενείο όταν πήρε ο Νώντας. Ήρθα να σου πω για τον μικρό».

«Πότε το έμαθες;»

«Το πρωί».

«Μπορούμε να μιλήσουμε;» δεν τόλμησε να τον κοιτάξει. «Σε παρακαλώ;»

«Όχι τώρα, Δρόσω, δεν…» έσβησε η φωνή του. Δεν συνέχισε ποτέ. Και πλέον δεν την έσκιζε το βλέμμα του. Γλίστρησε από πάνω της σαν να μην άντεχε να την αγγίζει.

Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη από τη στιγμή που είχε ανοίξει τα μάτια της. Ό,τι και να γινόταν δεν είχε σημασία γιατί θα έφευγαν μαζί, κι όλα θα τα άφηναν πίσω τους. Θα ξεκινούσαν ξανά και δε θα μετρούσε τίποτα άλλο. Θα είχε εκείνον.

«Θα φύγω», τον άκουσε να λέει. «Μίλα στις αδερφές σου-»

Γύρισε απότομα, έντρομη. «Όχι».

«Τι;»

«Που θα πας;»

Τότε κατάλαβε. «Από το σπίτι σας φεύγω, στο Διαφάνι θα 'μαι».

Άγρια ανακούφιση, ξανά. Μα μέσα στον πανικό το φράγμα είχε σπάσει· έκανε ένα βήμα κοντά του. «Μη φύγεις».

«Όχι», την έκοψε πριν καν προλάβει να το ξεστομίσει. «Δεν μπορείς να μου ζητάς κάτι τώρα».

Έκοψε το επόμενο βήμα της. Βούρκωσε.

Εκείνος κοίταξε μακριά της και πήρε μια κοφτή ανάσα. «Μη μου το κάνεις αυτό. Είναι άδικο».

«Συγνώμη», ψέλλισε.

Κάθε της κύτταρο ήθελε να γραπωθεί πάνω του, να τον παρακαλέσει να μείνει εδώ. Αν έβγαινε από αυτήν την πόρτα θα εξαφανιζόταν, αυτό ούρλιαζε το μυαλό της. Θα την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια και θα είχε όλα τα δίκια του κόσμου να το κάνει.

Δάγκωσε τη γλώσσα της με τόσο μένος που την μάτωσε, κι έπειτα κατάπιε την αλμυρή σκουριά του αίματός της.

«Θέλω ένα λεπτό να σκεφτώ, Δρόσω», της είπε σαν να το ήξερε. «Δε θα φέρεις την καταστροφή, θα με αφήσεις να το χωνέψω».

Είχε σφίξει τις χούφτες της τόσο πολύ που τα νύχτα της πλήγιαζαν τις παλάμες. Όμως έγνεψε ήσυχα και το δέχτηκε.

«Ένα πράγμα πες μου μόνο... Η μάνα μου είπε πως εκείνος δεν το έμαθε ποτέ».

Κατάλαβε αμέσως που το πήγαινε, και γιατί η φωνή του λύγισε. Δεν είχαν καλές σχέσεις με τον αδερφό του, μα δε θα γινόταν δήμιος αν σκόπευε να του στερήσει το παιδί του…

Της ήταν δύσκολο να γυρίσει πίσω. Ήταν τόσο επώδυνο να μπει ξανά σε εκείνες τις λασπωμένες καφέ μπαλαρίνες και τα φλοράλ φορέματα και να ανασύρει τις αναμνήσεις. Το έκανε όμως, υπάκουα. Ήταν ή τώρα ή ποτέ. «Του το είπα πριν φύγω».

Αν δεν είχε σκύψει το κεφάλι θα έβλεπε την έκπληξη στην έκφρασή του. Τώρα μόνο την άκουσε. «Και τι έκανε;»

«Είπε…» κόμπιασε η λέξη στο λαιμό της. Εκείνη η καταραμένη λέξη, που έξι χρόνια μετά δεν έλεγε να την αφήσει να ησυχάσει. Κοίταζε την πλάτη του μικρού σαν το ξεστόμισε: «…ότι έπρεπε να το τακτοποιήσουμε».

Ο Κωνσταντής σώπασε.

«Με τα λεφτά που μου έδωσε για τον γιατρό πλήρωσα την άμαξα για την Αθήνα. Δεν επικοινώνησα ξανά».

Του έδωσε τον χρόνο του να το χωνέψει. Εκείνος συγκρατήθηκε, ίσως με μόνη έγνοια το παιδί. Έμεινε σιωπηρός ώρα πολλή δαγκώνοντας τα χείλη του, τα μάτια του θολά. Σχεδόν μπορούσε να δει από εκεί που στεκόταν το σφυγμό να πάλλεται στους κροτάφους του. Πρόσεξε ότι έσφιξε τον μικρό στην αγκαλιά του, ίσως ασυναίσθητα.

«Κωνσταντή την έκανε την επιλογή του και εγώ τη δική μου, σε παρακαλώ μην ανακατευτείς».

Εκείνος άφησε ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό, όχι σαν να το δέχεται μα σαν να προσπαθεί να ηρεμήσει τον εαυτό του. «Στην Ασημίνα σκοπεύεις να το πεις;»

Άθελά του έριχνε αλάτι στις πληγές. Μα στην πραγματικότητα από την απόφασή της τότε να το κρατήσει κρυφό τίποτα δεν είχε αλλάξει. Δεν μπορούσε να την καταστρέψει έτσι. Δεν μπορούσαν να έγιναν όλα για το τίποτα. «Όχι», είπε. Σίγουρη κι ας την πονούσε.

«Θα σε μισήσει αν δεν της δώσεις κάποια εξήγηση».

«Το ξέρω».

Ο Κωνσταντής έγνεψε. «Τότε πες στις αδερφές σου για μένα. Πως σε παράτησα έγκυο μόνη σου, πως έστελνα χρήματα κι ερχόμουν να σας δω, ό,τι πιστεύεις είναι ευκολότερο να πιστέψουν, δε με νοιάζει».

Ήταν αδιανόητο αυτό που συνέβαινε. Ήταν μια τρέλα.

«Ψιτ, εσύ…» έκανε ο Κωνσταντής στον μικρό και του φίλησε το αυτάκι. «Πώς την είδες, σε αγκαλιές θα τη βγάλεις σήμερα;

«Ναι».

Του έσκασε άλλο ένα φιλί. «Εντάξει, δε σε αδικώ. Θα πας λίγο στην αγκαλιά της μαμάς όμως, γιατί εγώ πρέπει να φύγω;»

Μα ο μικρός δεν είχε καμία διάθεση να υποχωρήσει. Γραπώθηκε πάνω του. «Όχι».

«Καλέ δίπλα θα είμαι. Θα πάω να κάτσω στο αμάξι μου, να ακούσω λίγη μουσική».

«Θα έρθω κι εγώ».

«Θα είναι μουσική για μεγάλους», του έκλεισε το μάτι. «Ξέρεις εσύ».

«Μη μας αφήσεις πάλι σε παρακαλώ».

Η Δρόσω έβγαλε ένα πνιχτό ήχο. «Γιάννο…»

«Σε παρακαλώ».

Ο Κωνσταντής τα 'χασε.

Η Δρόσω τους έφτασε γρήγορα και έπιασε το παιδί από τις μασχάλες να το πάρει.

«Όχι!» φώναξε εκείνος και την πάλεψε. «Άσε με! Θα φύγει πάλι!»

«Αγάπη μου, άφησέ τον…»

«Τι του είπες; Γιατί θα φύγει;»

«Γιάννο ηρέμησε!»

«Όλα τα καταστρέφεις! Άσε με!» φώναζε. «Θέλω τον μπαμπά μου!»

Μόλις η Δρόσω κατάφερε να τον ξεκολλήσει από πάνω του ο μικρός τρελάθηκε. Άρχισε να χτυπιέται στα χέρια της, ούρλιαζε και ωρυόταν, κόντεψε να της πέσει. Τον ακούμπησε κάτω κι εκείνος αντί να σταθεί έπεσε στο πάτωμα κι άρχισε να την κλωτσάει.

«Ηρέμησε!» του έλεγε ανήμπορη, καθόλου συνηθισμένη σε τέτοια ξεσπάσματα από τον γιο της. Προσπάθησε να τον κρατήσει κάτω, να απορροφήσει τις κλωτσιές του μα ο μικρός δεν ηρεμούσε. Μόνο χτυπιόταν δυνατότερα.

Ο Κωνσταντής πήγε να πλησιάσει μα εκείνη τον σταμάτησε. «Φύγε να τον ηρεμήσω», τον παρακάλεσε χωρίς να τον κοιτάζει. Κι όσο πάλευε να τον μερέψει, τόσο εκείνος ωρυόταν.

Όταν ο Κωνσταντής βγήκε από το σπίτι πήρε μαζί του και τον ήλιο. Η πρώτη βροντή αντήχησε μόλις κοπάνησε η πόρτα, τόσο δυνατή που δονήθηκαν τα τζάμια στα παράθυρα.

Τότε ο μικρός έχασε κάθε έλεγχο και το ίδιο και εκείνη. Βρέθηκε στο πάτωμα μαζί του, και όπως την πάλευε τον έπιασε ολόκληρο και τον έκλεισε μέσα στα χέρια της. Έφαγε αγκωνιές στο στήθος της, κουτουλιές στο σαγόνι, δαγκωματιές στα μπράτσα καθώς τον κρατούσε. Δάκρυσε από τον πόνο. Μα συνέχισε να τον κρατάει, να προσπαθεί να του μιλήσει, να του τραγουδήσει.

«Είσαι η αγάπη μου… αυτό να θυμάσαι…» άρχισε να λέει στα μαλλάκια του, μα ο μικρός της έμπηξε τα νύχια του στα χέρια.

«Σταμάτα πια με τα τραγούδια σου!»

Της στάθηκε η μελωδία στο λαιμό.

«Δε θέλω άλλα τραγούδια! Τα μισώ!»

«Συγνώμη-».

«Άφησέ με!»

«Συγνώμη… Σε παρακαλώ…»

Δεν ήξερε για τι παρακαλούσε. Ένα κουβάρι έγινε, μια πατσαβούρα πεταμένη στις ξύλινες τάβλες. Το κάδρο του πατέρα της στεκόταν ακλόνητο στον τοίχο, η παρουσία του ξαφνικά τόσο έντονη που ένιωσε κι εκείνη μπερδεμένο κοριτσάκι με μόνη ανάγκη να χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα και να ξεσπάσει σε κλάματα.

«Σσς…» του ψιθύριζε ολοένα, «Σσς…» Και φιλούσε τα μαλλιά του γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να του δώσει. Δεν είχε μια κουβέντα να του πει. Ότι δε θα έφευγε ο Κωνσταντής και θα γυρνούσε; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν το ήξερε, και δεν ήταν δουλειά της να διαβεβαιώσει κανέναν για το αντίθετο - ούτε τον Γιάννο ούτε τον εαυτό της. Ότι δεν ήταν αυτός ο πατέρας του; Ήθελε τα τραβήξει τα μαλλιά της, να γελάσει, να ουρλιάξει… Έτσι που τα έκανε πώς να ηρεμήσει το παιδί; Μια λέξη δεν είχε να του πει, να του μερέψει την ψυχούλα. Μόνο να την ανταριάζει ήξερε.

Τότε προς έκπληξή της ο Γιάννος γύρισε μέσα στα χέρια της και την αγκάλιασε και εκείνος. Γραπώθηκε πάνω της και άρχισε ξανά να κλαίει, μα αυτό το κλάμα ήταν αλλιώτικο. Ήταν από την αρχή παραδομένο, σαν να ήξερε ότι αυτή ήταν μια μάχη χαμένη. Όπως ήταν όλες τους.

Η Δρόσω έκλεισε ξανά τα μάτια της και μέτρησε ως το πέντε.

Και καθώς τελείωνε, η πόρτα άνοιξε αργά και μπήκαν μέσα οι αδερφές της.

Ήταν αρκετό για να κάνει και τους δυο τους να συνέλθουν. Σκούπισαν τα πρόσωπά τους με μια ταυτόχρονη κίνηση, τόσο ίδια που οι Σταμίραινες κοντοστάθηκαν στην αθέλητη ομοιότητά τους.

«Τι έγινε εδώ, τι πάθατε;» Ρώτησε η Ελένη μόλις τους είδε κάτω.

«Τίποτα», είπε εκείνη καθαρίζοντας το λαιμό της. Χάιδεψε το πρόσωπο του μικρού, σκούπισε ξανά τα μάγουλά του. «Είσαι εντάξει;»

Εκείνος απέφυγε το βλέμμα της, και ούτε απάντησε πέρα από ένα νεύμα. Όμως μόλις την είδε να σηκώνεται την μιμήθηκε κι έπιασε το χέρι της.

«Αυτός είναι ο Γιάννος», τον σύστησε σιγανά.

Η Ασημίνα κοντοστάθηκε δίπλα στη Λενιώ. Καμιά τους δεν πήρε το βλέμμα από το παιδί, κι εκείνο κρύφτηκε αμήχανα πίσω από τη ποδιά της μάνας του.

Η Δρόσω του χάιδεψε το κεφαλάκι. «Αγάπη μου, θυμάσαι που σου έλεγα για τις αδερφές μου από το χωριό; Τις θείες σου;»

Ο μικρός κρύφτηκε περισσότερο πίσω της, μα έγνεψε.

Η φωνή έσπαγε βγαίνοντας μα συνέχισε να προσπαθεί. «Θυμάσαι πώς τις λένε;»

«Ελένη κι Ασημίνα», μουρμούρισε τα ονόματα, γνώριμα μα απρόσωπα.

«Και ποια είναι η μεγαλύτερη;»

«Η Ελένη».

«Θες να μαντέψεις ποια είναι;»

Το παιδί ξεμύτισε ντροπαλά από πίσω της, ρουφώντας τη μυτούλα του. Τις περιεργάστηκε με συστολή, κι έπειτα έδειξε τη Λενιώ.

Επιτέλους, μετά από αιώνες ολόκληρους, η έκφραση της Ελένης μαλάκωσε έστω λίγο. «Εγώ είμαι… Με βρήκες», είπε σαστισμένα. Και μια στιγμή αργότερα, στο πρόσωπό της σχηματίστηκε ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο.

Μόνο στο δικό της.

«Έλα εδώ καρδούλα μου», είπε η Δρόσω στον γιο της και τον οδήγησε στο τραπέζι. «Έλα να κάτσεις λίγο. Να σου φέρω λίγο νερό;»

Κάθισε υπάκουα και έγνεψε.

«Έχεις φάει κάτι από το πρωί;»

«Μου πήρε ο Τάκης γάλα».

«Πεινάς;»

«Ναι».

Του έβαλε ένα πιάτο από το μεσημεριανό κι εκείνος έφαγε ήσυχα. Εκείνη στεκόταν δίπλα του και του χάιδευε τα μαλλιά όλη την ώρα όσο σιγά-σιγά το δωμάτιο ξεπάγωνε. Η Ελένη ήρθε να κάτσει στο τραπέζι, τον περιεργαζόταν με δέος. Τον ρώτησε για την ηλικία του, αν πήγαινε σχολείο. Εκείνος απαντούσε μονολεκτικά ή με ένα ακόμα νεύμα, χωρίς ποτέ να συναντά το βλέμμα της.

«Είναι ντροπαλός», εξήγησε η Δρόσω – μα καθώς το έκανε ένα μέρος της ένιωσε σαν να τον απαρνιόταν.

Εκείνη έδειχνε μαγεμένη. «Είναι πανέμορφος… έχει τα μάτια σου».

Η Δρόσω έτρεμε ολόκληρη. Η καρδιά της σπαρταρούσε μεσ' το στήθος της.

Η Ασημίνα δεν τους πλησίασε.

Ώρα μετά ο μικρός είχε βαρύνει με γεμάτο το στομάχι του, και η Δρόσω τον πήρε μέσα στην κάμαρη να τον κοιμίσει. Είχε τόσα πολλά στο μυαλουδάκι του μετά από τον σημερινό εφιάλτη που του πήρε ώρα να αφήσει τα βλέφαρα του να κλείσουν και να αφεθεί στον ύπνο. Σαν να μην εμπιστευόταν τίποτα πλέον, ούτε τα χέρια της μητέρας του που προσπαθούσαν να τον νανουρίσουν.

Δεν του τραγούδησε.

Τον άφησε να κοιμάται στο δωμάτιο που δεν υπήρξαν ποτέ εφιάλτες. Γιατί εδώ δεν υπήρχαν κρεβάτια παρά στρώματα, δεν υπήρχε κάτω τους κενό για να κρυφτούν τέρατα.

Βγήκε έξω και έκλεισε την πόρτα πίσω της ήσυχα. Στο σαλόνι, η Ελένη καθόταν στο τραπέζι με το κεφάλι βυθισμένο μέσα στα χέρια της. Δίπλα της τώρα ήταν ο Λάμπρος που είχε μόλις επιστρέψει, της χάιδευε τα μαλλιά.

Έξω είχαν μαζευτεί πυκνά σύννεφα, και παρότι ήταν ακόμα απόγευμα το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει. Η φλόγα από ένα μπλε φαναράκι τρεμόπαιζε πάνω στο τραπέζι, η γνώριμη εικόνα του έφερε ένα αλλόκοτο αίσθημα στα σωθικά της.

«Τον σταμάτησαν λίγο πέρα από την πλατεία», την ενημέρωσε ο Λάμπρος. «Ο ενωμοτάρχης τον συνέλαβε, βρίσκεται στο τμήμα. Θα τον οδηγήσουν στη Λάρισα το πρωί, κι από εκεί κατευθείαν στις φυλακές Αβέρωφ. Ο Προύσαλης πιστεύει ότι θα τον προφυλακίσουν μέχρι τη δίκη. Είπε τον καταζητούν για απόπειρα δολοφονίας…»

Η Δρόσω κατάπιε, όμως ο κόμπος στο λαιμό της παρέμεινε ανέγγιχτος.

Κι όλη αυτήν την ώρα, η Ασημίνα στεκόταν ακόμα στην εξώπορτα, κλεισμένη στον εαυτό της. Ακίνητη, σαν ο χρόνος που κυλούσε στον κόσμο γύρω της να μην έπιανε κι εκείνη.

Η Δρόσω στάθηκε μπροστά στους τρεις τους με γόνατα αδύναμα και τρεμάμενη ανάσα. Πάσχισε να βάλει το μυαλό της σε μια στοιχειώδη τάξη, να μπορέσει να τους δώσει μια εξήγηση για κάτι. Για οτιδήποτε.

Άρχισε να λέει για μια δεξίωση.

Η προσοχή όλων στράφηκε πάνω της σαν άρχισε να εξιστορεί. Περιέγραψε τη μουσική από το πικ απ, τη σαμπάνια που άφριζε στα ποτήρια, το όμορφο μωβ φόρεμα που την είχε αφήσει να δανειστεί η αδερφή της…

«Ο Κωνσταντής μου ζήτησε να χορέψουμε εκείνο το βράδυ, το θυμάσαι Λενιώ;»

«Ναι», απάντησε εκείνη καχύποπτα. «Κι εγώ τον έδιωξα».

«Κι εγώ τον ξαναβρήκα, έξω στην αυλή. Είχε πανσέληνο».

Της έκλεψε ένα φιλί κάτω από τα αστέρια. Ένα γλυκό φιλί… το πρώτο της. Και από τότε κάθε που έβγαινε με τη στάμνα για νερό, την περίμενε στη βρύση. Και κάθε που τάχα συναντούσε τη φίλη της την Κρινούλα, εκείνον πήγαινε να βρει στους στάβλους των Σεβαστών.

«Φοβόμουν να σας το πω. Κρυβόμασταν κι από τους δικούς του. Ξέραμε ότι δε θα μπορούσαμε να είμαστε ποτέ μαζί γιατί είχαν ήδη παντρευτεί τα αδέρφια μας, το ανάθεμα θα ακούγαμε αν το μάθαινε κανείς… μα αγαπιόμασταν. Μόνη μου κατάλαβα ότι είμαι έγκυος. Ήταν καταδίκη, ένιωσα τόσο βρώμικη… ξώγαμο θα μεγάλωνε το παιδί κι εγώ ήμουν μικρή, χαμένοι θα ήμασταν όλοι μας. Πήγα να του κάνω κακό μα δεν… δεν μπόρεσα. Έχυσα τον απήγανο στο νεροχύτη, βρωμούσε και κόχλαζε, το θυμάμαι ακόμα. Εσύ είχες μπει ήδη φυλακή, η Ασημίνα έμενε στο σπίτι τους και έτσι εγώ… έφυγα. Και του Κωνσταντή δεν του είπα τίποτα, δεν το έμαθε ποτέ. Με έψαχνε, μου έγραφε στου κυρ Ανέστη, μα δεν διάβασα ούτε ένα γράμμα, τα πετούσα. Δεν ήθελα να βασανίζεται με χαμένα όνειρα, ήθελα να φτιάξει τη ζωή του. Και κάποια στιγμή σταμάτησε να γράφει. Πριν λίγους μήνες ήρθε για δουλειές στην Αθήνα και συναντηθήκαμε, μετά από τόσα χρόνια. Είδε τον μικρό, δεν μπόρεσα να του το κρύψω. Κι έκτοτε προσπαθούμε να… να βρούμε μια άκρη» ξεροκατάπιε. «Ακόμα τον αγαπάω, Λενιώ. Ποτέ δεν σταμάτησα. Και μας αγαπάει κι εκείνος. Θέλουμε να ζήσουμε μαζί στην Αθήνα, να κάνουμε μια νέα αρχή οι τρεις μας …»

Όσο μιλούσε η ματιά της δείλιαζε, δεν τόλμησε να τους συναντήσει. Μέχρι τα πόδια τους έφτανε. Έμαθε απ' έξω κάθε γραμμή των παπουτσιών τους, κάθε εκδορά στο καφέ δέρμα και κάθε κόκκο λασπουριάς που είχε στεγνώσει πάνω τους. Και το ξύλο κάτω, είχε παλιώσει τόσο πολύ… αφρόντιστο τόσα χρόνια είχε σχεδόν σαπίσει, θα έπρεπε νέες σανίδες να πλαισιώσουν το πάτωμα, από νεαρή και γερή οξιά. Αυτά σκεφτόταν. Από αυτά κρατήθηκε.

Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο ήταν σχεδόν όμορφη. Μια καταδικασμένη ιστορία αγάπης, νότες θλίψης που μπλέκονταν στη φλόγα από το φαναράκι κι έβαφαν πορτοκαλί πινελιές στα ψυχρά χρώματα της συννεφιάς.

Με κάθε νέα στιγμή που γλιστρούσε ανάμεσά τους η έκφραση της Λενιώς ολοένα και βυθιζόταν στη θλίψη. Ένα μεγάλο γιατί ήταν η κάθε φράση της, ένα παράπονο κι ένας πόνος νέος μα αρχαίος συνάμα. Πώς μπόρεσε να μη πει μια λέξη; Μεγάλωσε ένα παιδί μόνη της στη ξενιτιά, έφηβο κορίτσι, και δεν είπε μια κουβέντα…

«Εγώ που είμαι σε όλα αυτά;» Η φωνή που τόση ώρα είχε σωπάσει αντήχησε επιτέλους ανάμεσά τους. Η φλόγα τρεμόπαιξε στο ηχόχρωμά της, ψυχροί τόνοι πάλευαν το ζεστό πορτοκαλί. Όλοι μαζί πρόσεξαν ότι όση ώρα η στεναχώρια τύλιγε τη Λενιώ, η Ασημίνα γέμιζε με οργή.

«Η Ελένη ήταν φυλακή. Είναι τρέλα ότι δεν της είπες τίποτα μα ίσως να μπορώ να το καταλάβω… Εμένα γιατί; Δεν μου είπες τίποτα. Τι ήμουν εγώ για σένα, αυτή που σε εμπόδιζε από το να είσαι με τον άντρα που αγαπάς; Έτσι με έβλεπες;»

Η Δρόσω σάστισε με την τροπή που πήρε η σκέψη της. «Όχι Ασημίνα, τι είναι αυτά που λες;»

«Σας πήραμε τη σειρά με τον Νικηφόρο και με μίσησες γι' αυτό». Κατάπληξη έλαμψε στο πρόσωπό της. «Γι' αυτό με ξέκοψες. Έτσι δεν είναι Δρόσω; Και δεν είπες ποτέ κουβέντα. Σε μένα», η φωνή της έσπασε, «δεν είπες κουβέντα για όσα σκεφτόσουν, όσα περνούσες. Για το παιδί σου, την οικογένειά μου. Τόσα χρόνια με αφήσατε όλοι μόνη μου και δεν άξιζα μια αναθεματισμένη εξήγηση γιατί έχασα σε μια στιγμή όλους όσους αγαπούσα».

«Ασημίνα-»

«Όχι, αρκετά! Φτάνει… φτάνει», κούνησε το κεφάλι της βίαια, σε απόγνωση να συνέλθει. «Αυτή η τρέλα σταματάει εδώ. Εγώ Δρόσω σε αγαπάω, μάρτυς μου ο Θεός δεν έχω αγαπήσει πλάσμα όσο αγάπησα εσένα… την μικρή αδερφή μου. Πέρασα μια κόλαση να γυρνώ γη και ουρανό να σε ψάξω, να μην περνώ ένα λεπτό της μέρας χωρίς την ανησυχία για σένα να με τρώει ζωντανή, να προσεύχομαι για μια απάντηση σου κάθε ρημαδιασμένο βράδυ και να βρίσκω άδεια την αλληλογραφία το πρωί και δεν με ένοιαξε λεπτό. Γιατί ήσουν η Δροσούλα μου, το κοριτσάκι μου, και υπήρχα μόνο για να ξέρω ότι είσαι καλά, για να σε προστατεύω. Έτσι το έβλεπα, η ηλίθια. Κι εσύ τόσο καιρό μου έκρυβες το πιο σπουδαίο, το πιο ιερό, το πιο…» Η φωνή της έσβησε σαν μίλησε για το παιδί. «Μου το στέρησες. Και μαζί μου στέρησες κι εσένα, όλα επειδή παντρεύτηκα τον Νικηφόρο και δεν σου άφησα το πεδίο ελεύθερο με τον… Κωνσταντή», ένα αλλόκοτο χάχανο της ξέφυγε. «Αυτό… αυτό ήμασταν λοιπόν. Μέχρι εκεί φτάναμε».

Τα μάτια τους συναντήθηκαν - ατιθάσευτη φλόγα κι εμβρόντητος πάγος.

«Αν μόνο μου μιλούσες… Μια λέξη να μου είχες πει, μια σταλιά να μου ανοιγόσουν και θα ήταν αρκετό. Μα ούτε αυτό δεν άξιζα για σένα, και τώρα είναι αργά. Ζήσε τη ζωή σου όπως θέλεις, λοιπόν. Πάρε τις αποφάσεις σου, κάνε τα κουμάντα σου, μη δίνεις ραπόρτο σε κανέναν όπως ήθελες πάντα. Τράβα στην πρωτεύουσά σου και σου εύχομαι – ειλικρινά το εύχομαι – να βρεις ό,τι σε γεμίζει και να είσαι χαρούμενη. Το εννοώ. Αλλά εμείς τελειώσαμε. Από μένα δε θα ξανακούσεις, ούτε θα σου ξαναγράψω, ούτε θα σε ξαναενοχλήσω. Τελείωσα, και μαζί σου… και μαζί του. Δε θα ξανακυνηγήσω κανέναν που δε θέλει να είναι δίπλα μου. Θα φτιάξω κι εγώ μια νέα ζωή για την πάρτη μου, δεν έχεις δικαίωμα όμως να ρωτάς για αυτήν. Το έχασες τη στιγμή που έριξες πέτρα πίσω σου, κι όπως εσύ με ξέγραψες έτσι θα σε ξεγράψω».

Το φως από το φαναράκι τρεμόπαιξε ξανά κι έπειτα έσβησε σαν το φυτίλι τέλειωσε. Η Ελένη σηκώθηκε άτσαλα να σταματήσει το κακό μα δεν πρόλαβε, η Ασημίνα είχε ήδη αρπάξει το παλτό της και όρμησε έξω από το πατρικό τους σπίτι.

Έμειναν μόνο οι τρεις τους, άφωνοι και μουδιασμένοι. Έξω είχε αρχινήσει να βρέχει, και ο ήχος του χώματος που κατάπινε λαίμαργα το νερό γέμισε λίγο την αβάσταχτη ησυχία. Μα ήταν μόνο για λίγο.

«Δρόσω», η φωνή του Λάμπρου ήταν ποτισμένη με παράπονο. «Γιατί τον έβγαλες Γιάννο;»

Από την πόρτα που είχε μείνει ορθάνοιχτη έμπαινε υγρασία και η μυρωδιά της λάσπης. Έκανε τον αέρα παχύ κι αποπνικτικό. «Ήθελα…» μουρμούρισε αδύναμα, «να τιμήσω εκείνον που… μου έμαθε ότι υπάρχει ομορφιά στον κόσμο…»

«Έδωσες το όνομά του στο παιδί του δολοφόνου του».

«Όχι!» πετάχτηκε μπροστά. «Όχι ο Κωνσταντής δεν έκανε τίποτα, ποτέ δε θα-»

«Κορίτσι μου δεν… συγνώμη αλλά αυτό πάει πολύ… πάει πολύ», κι όρμησε κι εκείνος έξω στη βροχή, μετά την Ασημίνα.

Η Δρόσω πήρε μια κοφτή ανάσα και κοίταξε επιτέλους στα μάτια την Ελένη. «Λενιώ μου-»

«Μην πεις λέξη», την έκοψε κι εκείνη. «Ανάθεμα σε, Δρόσω… Ανάθεμα», έτρεμαν τα χείλη της μαζί με τη φωνή της, και δυο δάκρια έσταξαν ταυτόχρονα από τα καστανά της μάτια. «Μην πεις λέξη».

Κλείστηκε και εκείνη στην κάμαρη του πατέρα τους. Και η Δρόσω έμεινε μόνη της με τον ήχο της βροχής.

Πέρασαν λεπτά έτσι, το σπίτι στην απόλυτη ακινησία εκτός από τους δείκτες του ρολογιού, και έξω ο απόλυτος χαμός. Μόρια νερού ταξίδευαν από την πόρτα, ύγραιναν το δέρμα του προσώπου της και άφηναν τα μαλλιά της νωπά. Τεντώθηκε ίσα για να την κλείσει, κι έπειτα μπήκε στην κάμαρη της μουδιασμένη.

Ο μικρός κοιμόταν στο στρώμα της, τυλιγμένος με μια λευκή κουβέρτα. Πλεγμένη στο χέρι ήταν, την θυμόταν. Κάποτε της είχαν πει ότι την είχε πλέξει η Βαλεντίνη, η μάνα της.

Τώρα τον είδε εκεί και κοντοστάθηκε. Ντράπηκε να πλησιάσει το παιδί της... Το παιδί που έκρυβε από όταν είχε γεννηθεί, που όλη του τη ζωή πρόδιδε ξανά και ξανά και ξανά. Τώρα τον ντρεπόταν. Ήταν μια γροθιά στο στομάχι αυτή η σκέψη μα την καλοδέχτηκε. Σαν κλωτσημένο σκυλί σύρθηκε μακριά του ως το μπαούλο κάτω από το παράθυρο. Έκατσε εκεί παρέα με την καταιγίδα.

Είχε δυναμώσει τώρα, έξω φυσούσε μανιασμένα. Τα δέντρα λικνίζονταν όλα μαζί σαν μια θάλασσα από καφέ φύλλα που κυμάτιζε πάνω στον κάμπο. Κι ολοένα, οι λευκές σταγόνες –τόσο πυκνές που έμοιαζαν με νήματα που κρέμονταν από τον συννεφιασμένο ουρανό - χτυπούσαν το τζάμι, πότε ρυθμικά και πότε όλες μαζί.

Πάντοτε άκουγε τη βροχή να της τραγουδάει. Ακόμα και τώρα, μέσα στο απόλυτο χάος, αντηχούσε στα αυτιά της μια πνιχτή μελωδία. Μα ο σκοπός της κάθισε στο λαιμό, δεν προσπάθησε να τον τραγουδήσει. Δεν έβγαλε άχνα… μονάχα μέτρησε.

Ο Λάμπρος, η Ασημίνα, η Λενιώ, ο Κωνσταντής, ο μικρός.

5… 4… 3… 2… 1

Γλιστρούσαν ένας-ένας ανάμεσα από τα δάκτυλά της. Πλάτες γυρισμένες, πόρτες κλειστές. Τελικά τους έχανε όλους όπως της άξιζε. Της έμενε μονάχα η βροχή.

Κάποια στιγμή ο ουρανός σκοτείνιασε εντελώς, και εκείνη κούρνιασε δειλά στο στρώμα μαζί με τον μικρό. Φυσικά δεν ησύχασε. Έξω βροντές και αστραπές έκαναν τα τζάμια να τρίζουν, κι εκείνη πεταγόταν κάθε τρεις και λίγο γιατί νόμιζε ότι ήταν πετραδάκια… ότι ήταν ο Κωνσταντής.

Άντε, αναστέναζε προς το παράθυρο, άντε… Μα δεν ξημέρωνε η αυγή. Που να βρισκόταν τώρα… να κοιμόταν άραγε; Ή μήπως κοιτούσε κι εκείνος ένα παραθύρι, σπρώχνοντας μάταια το χρόνο;

Μέχρι να αρχίσει να χαράζει είχαν κατασταλάξει κάπως όλα μέσα της, όχι εντελώς μα αρκετά για να τα βάλει σε μια σειρά. Πήρε την ίδια απόφαση για δεύτερη φορά, θα έφευγε. Δεν μπορούσε να έχει σχέσεις με τις αδερφές της με ένα τόσο μεγάλο ψέμα ανάμεσά τους, ούτε μπορούσε να μοιραστεί μια αλήθεια που θα τις καταρράκωνε μόνο για να ξαλαφρώσει εκείνη.

Δεν μπορούσε να μείνει εδώ, όμως δεν περίμενε να την ακολουθήσει ο Κωνσταντής.

Έπρεπε να του πει να μην την έχει έγνοια. Ένας Θεός ήξερε τι θα περνούσε από το μυαλό του, πόσες ενοχές θα του θόλωναν την κρίση και θα τον αποπροσανατόλιζαν. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να του ζητήσει κάτι μετά από όσα έμαθε, το είχε χιλιομετανιώσει. Ήταν που για μια στιγμή είχε γευτεί ένα όνειρο, κι αυτό σε μεθάει, σε αλλάζει, σε πλανεύει… Ένιωθε ακόμα τα ίχνη από το σεληνόφως που είχε απλώσει στο κορμί της το χάδι του. Αστερόσκονη είχε γλιστρήσει από τα μάτια του στα δικά της, και της θόλωνε το μυαλό. Όλα της φαίνονταν πιθανά και μέσα σε αυτήν την πρωτόγνωρη ζάλη ξεχνούσε…

Όμως δεν ήταν καιρός για όνειρα. Έτσι δεν είναι;

Η βροχή δε σταμάτησε, συνέχισε μέχρι το πρωί που η Δρόσω σηκώθηκε. Είχε συνηθίσει να είναι πάντα η πρώτη στο πόδι, έτσι το να βλέπει την Ελένη ήδη στρωμένη στο τραπέζι ήταν ένα ξάφνιασμα. Την καλημέρισε μα εκείνη απάντησε με ένα νεύμα και πέταξε ένα καθαρισμένο φασολάκι στο κιούπι μπροστά της. Έπιασε το επόμενο και συνέχισε τη δουλειά της.

«Λενιώ…», την παρακάλεσε. «Μίλα μου. Δε θέλω να φύγω έτσι».

«Να φύγεις;»

«Δεν μπορούμε να ζήσουμε εδώ».

«Να ζήσετε με τον Κωνσταντή;» το μαχαίρι χτύπησε με φόρα τη νικελένια επιφάνεια απ' το κιούπι, μα η Δρόσω το ένιωσε να μπήγεται κατευθείαν μέσα της. «Τον Κωνσταντή Σεβαστό, Δρόσω;»

Δεν ήξερε τι να απαντήσει, κι η Ελένη μόνο συνέχιζε. «Σκοτώσαμε τον αδερφό του. Πώς θα φτιάξεις μια ζωή μαζί του, δε βλέπεις πώς έγινε η ζωή της Ασημίνας; Δεν έχεις να πας πουθενά».

Και πάνω στην ώρα βγήκε από τη κρεβατοκάμαρα ο μικρός τρίβοντας τα μάτια του, και κάθε φωνή σώπασε. Για μια μέρα θα τον χρησιμοποιούσε για ασπίδα, η μόνη στιγμή που έφυγε από το πλάι του ήταν για να ενημερώσει με ένα τηλέφωνο την Κούλα και τον Νώντα ότι όλα ήταν καλά και ο μικρός ασφαλής.

Όλη την ημέρα έμειναν μέσα, άναψαν το τζάκι και κάθισαν στο σαλόνι οι τρεις τους. Η Ελένη -που έβραζε στο ζουμί της απροκάλυπτα - έκανε πολλές προσπάθειες να πλησιάσει τον μικρό μα εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Όταν του έφερε ένα παλιό τεφτέρι κι ένα στυλό που βρήκε πρόχειρο για να ζωγραφίσει, αυτός άρχισε να σχεδιάζει εικόνες από την Αθήνα. Και μόνο όταν τον ρώτησε η Ελένη τι φτιάχνει της απάντησε… Σιγανά, μα απάντησε. «Την οικογένειά μας».

Ήταν οι τρεις τους πίσω στο διαμέρισμα, στην αυτοσχέδια σκηνή που είχαν φτιάξει από σεντόνια, τότε που είχαν στήσει καραούλι στο θεριό. Η Δρόσω τον θυμόταν στριμωγμένο στη μια άκρη της σκηνής σαν πάσχιζαν όλοι να βολευτούν, όμως στη ζωγραφιά ο μικρός ήταν ανάμεσα στους δυο μεγάλους, με ένα πλατύ χαμόγελο.

Η Ελένη σάστισε όσο ο μικρός γύρισε στη μαμά του και ρώτησε: «Πότε θα γυρίσει;»

Κι αν η απάντηση ήταν αυτή που φανταζόταν, πόσο ανεύθυνα είχε εκθέσει το παιδί… και πώς θα τον βοηθούσε μετά να ξεπεράσει την απώλεια; Πώς θα την ξεπερνούσε εκείνη;

Κοίταζε ολοένα την πόρτα, κι όταν δεν το έκανε ήταν γιατί είχε στήσει καρτέρι στο παράθυρο. Κάθε σκιά τραβούσε το βλέμμα της μέχρι να αποδειχτεί μια γάτα ή μια αλεπού που προσπαθούσε να καλυφθεί από τη βροχή καθώς γυρνούσε στη φωλιά της. Και τότε ένας ακόμα κόμπος έδενε το στομάχι της Δρόσως, το οποίο όπως το ένιωθε πλέον πρέπει να φάνταζε σαν πλεξούδα.

Περίμενε… καρτερούσε όλη μέρα. Να έρθει να τη βρει, ό,τι κι αν αυτό σήμαινε. Βάσανο ήταν η αναμονή μα το κατάπιε σαν φαρμάκι και δεν ξεμύτισε από το σπίτι να τον ψάξει. Της ζήτησε χρόνο και θα το σεβόταν. Όμως… έπρεπε να φύγει.

Δεν είχε χρήματα. Ο μικρός δεν είχε μαζί μια αλλαξιά, έχανε σχολείο. Κι εκείνη πνιγόταν σε κάθε ανάσα που έπαιρνε εδώ πέρα, δεν μπορούσε να μείνει άλλη μια μέρα. Μα δε θα εξαφανιζόταν χωρίς λέξη. Έπρεπε να του πει ότι θα είχε όλο το χρόνο του κόσμου να το σκεφτεί, κι αν κάποτε τα πόδια του τον έφερναν στην Αθήνα τότε εκείνη θα ήταν εκεί και θα περίμενε. Θα καρτερούσε πίσω από ένα παράθυρο, όπως απόψε.

Νύχτωσε.

Μια μέρα ατελείωτη έφτασε στο τέλος της και κάθε σταγόνα που χάραζε γραμμές στον αέρα ήταν και μια μπάρα στο κελί που είχε μετατραπεί το σπίτι της. Κι όταν ο Γιάννος κούρνιασε πάλι στην αγκαλιά του Μορφέα, εκείνη φόρεσε το σκούρο πράσινο παλτό της, άρπαξε το μπλε φανάρι και ξεγλίστρησε έξω από το σπίτι σιωπηλά, όπως έκανε μικρό κορίτσι.

Χώθηκε γρήγορα κάτω από τις λεύκες κι έπειτα διέσχισε τον κάμπο από φυλλωσιά σε φυλλωσιά, σαρώνοντας το τοπίο μπας και πετύχει το αμάξι του. Ήταν τρέλα να περιμένει να τον βρει, μα από τρέλες είχε μπουχτίσει πλέον και μια ακόμη δε θα έκανε τη διαφορά. Έκρυψε το φανάρι κάτω από το παλτό της μη βραχεί και σβήσει γιατί δεν είχε τρόπο να το ξανανάψει. Και συνέχισε να περπατά μέσα στη λασπουριά.

Κατέβηκε ως τη βρύση και το παγκάκι στους θάμνους πίσω της, μάταια όμως. Κατηφόρισε στην πλατεία και στα σοκάκια του χωριού μα όλα ήταν άδεια, ψυχή δεν κυκλοφορούσε μέσα στη βροχή. Κοίταξε μέσα στο καφενείο από το παράθυρο και σχεδόν την τύφλωσε η ένταση από το κίτρινο φως. Πέρασε μέχρι και από το σπίτι των Σεβαστών από μακριά, σαν τον κλέφτη. Το αμάξι του δεν ήταν εκεί.

Είχε κάνει τη γύρα όλου του χωριού και δεν είχε βρει ίχνος του, μα δεν πειράζει. Θα ξεκινούσε από την αρχή. Τώρα διέσχιζε ένα χωματόδρομο με χρυσά χωράφια να απλώνονται ολόγυρά της, μουσκεμένα στάχια και πυκνό αέρα. Στα εκατό μέτρα ευθεία έβλεπε τη διασταύρωση με τον κεντρικό προς Λάρισα, και λίγο πριν ήταν και ο παράδρομος που οδηγούσε στο νεκροταφείο. Δεν ήξερε γιατί μα ασυναίσθητα περίμενε να τον βρει εκεί.

Έκανε στην άκρη όταν έστριψε ένα αμάξι από τον κεντρικό και πέρασε από δίπλα της, γιατί φουριόζο καθώς ήταν από την πόλη πετούσε παντού λάσπες. Βέβαια όπως γραπώθηκε από ένα συρμάτινο φράχτη της έπεσε το φανάρι κι έσπασε πάνω σε μια πέτρα στο έδαφος. Έριξε ένα ανάθεμα και πήγε να μαζέψει τα γυαλιά, όμως τα παράτησε μόλις συνειδητοποίησε ότι δεν είχε κάτι να τα κουβαλήσει… ούτε να φωτίσει το δρόμο της, πλέον.

Ξεφύσηξε απεγνωσμένα κι έκλεισε τα μάτια, ώσπου το φως απλώθηκε ελαφρώς πίσω από τα κλειστά της βλέφαρα και τα άνοιξε απότομα ξανά. Το μέσα στρώμα από φύλλα και χαμόκλαδα στην άκρη του δρόμου ήταν ακόμα στεγνό, και μια μικρή εστία είχε ανάψει σαν το φυτίλι χώθηκε μέσα τους. Πάτησε απότομα πάνω να τη σβήσει, και ευτυχώς φάνηκε να είναι αρκετό. Ήξερε από πρώτο χέρι πόσο εύκολα φούντωνε μια φωτιά.

Κάπου μέσα σε όλο αυτό, το αμάξι στο δρόμο είχε φρενάρει και έκανε όπισθεν. Το συνειδητοποίησε πάνω που σταμάτησε δίπλα της, και έριξε άλλο ένα ανάθεμα. Το μόνο που της έλειπε ήταν θεατές στο τσίρκο της. Έσπρωξε το φυτίλι πάνω στα υγρά φύλλα και το πάτησε άλλη μια φορά. «Όλα καλά, την έσβησα», ανακοίνωσε γρήγορα στον οδηγό.

Όμως αντί να φύγει η κούρσα άνοιξε η πόρτα – και μόνο τότε εκείνη συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν μόνη μέσα στις ερημιές. Πάγωσε ολόκληρη μέχρι που άκουσε τη φωνή του. «Έχεις τρελαθεί; Που πας μέσα στη βροχή!»

Γύρισε ανάποδα τόσο γρήγορα που ζαλίστηκε.

Ο Κωνσταντής βγήκε φουριόζος από το αμάξι και την έφτασε. Μέσα στο σκοτάδι δεν μπόρεσε να διακρίνει πολλά πέρα από το αναμαλλιασμένο του κεφάλι μα δεν χρειάστηκε κιόλας. Μόνο η σιλουέτα του ήταν αρκετή για να πηδήξει η καρδιά της τρεις χτύπους στη σειρά. «Τι κάνεις εσύ εδώ;»

«Εσύ τι κάνεις μεσ' τα σκοτάδια!»

«Σε ψάχνω».

«Τι έγινε;»

«Τίποτα, θέλω να σου πω».

Της έριξε ένα βλέμμα όλο δυσπιστία. Γύρω τους έκλαιγε ο ουρανός, η βροχή κατάλευκη μπροστά στους αναμμένους προβολείς του αυτοκινήτου – τόσο ψιλή τώρα που ίσα την ένιωθες στο δέρμα σου.

«Ξέρω ότι είπες θέλεις χρόνο, απλώς έπρεπε πρώτα να πω κάτι».

«Μπες στο αμάξι ρε Δρόσω, είσαι μούσκεμα», την έκοψε ανυπόμονα. «Και πες ό,τι θες».

Εκείνη βλεφάρισε και σταγόνες έσταξαν στα μάγουλά της. Δεν του αντιστάθηκε, κάθε άλλο μόνο που δεν έτρεξε τον γύρο για να χωθεί στη θέση του συνοδηγού. Μπήκε και αυτός στη δικιά του και έβαλε μπροστά ίσα για να τους πάρει από το δρόμο ως κάτι κυπαρίσσια στην άκρη. Τότε ο οξύς ήχος από το χειρόφρενο αιωρήθηκε στο μικρό όχημα, αντήχησε γύρω τους σχεδόν εκκωφαντικά.

Ανάσαιναν και οι δυο σαν να είχαν μόλις τρέξει. Και από την υγρασία τα χνότα τους ήταν ορατά μέσα στο αμάξι, θόλωσαν τα τζάμια που χτυπούσε το ψιλόβροχο.

«Ο μικρός;» την ρώτησε κατευθείαν.

«Κοιμάται».

«Πώς είναι;»

«Ήσυχος».

Ήξεραν πλέον και οι δυο τι σήμαινε αυτό. Αντήχησε στα αυτιά τους σαν καμπανάκι, οξύ και εκκωφαντικό. Η Δρόσω δεν του είπε ότι ο Γιάννος τον ζητούσε. Δεν μπορούσε να του φορτώσει κάτι τέτοιο.

«Τι έγινε με τις αδερφές σου;»

Τι έγινε… ούτε εκείνη ήξερε την απάντηση. Του είπε τι τους είπε, και του είπε πως έδειχναν να το πίστεψαν. Και μετά τις έχασε και τις δυο. «Έχω πει τόσα ψέματα που με σιχάθηκα, δεν τις κατηγορώ που το έκαναν κι εκείνες. Ούτε κι εσένα».

Μα ο Κωνσταντής έκανε σαν να μην την άκουσε. Ή μάλλον σαν να την άκουσε και να την αγνόησε. Ξεφύσηξε ανυπόμονα και έβαλε ξανά μπρος το αμάξι, οι υαλοκαθαριστήρες μπήκαν αυτόματα στη πιο δυνατή ρύθμιση. Έτριζαν με παράπονο σαν μάχονταν το νερό.

Έβαλε πρώτη κι άρπαξε το τιμόνι. «Έχεις αποτρελαθεί βρε Δρόσω, μα το Θεό… Τι δουλειά έχεις μόνη στις ερημιές;»

«Ήλπιζα ότι θα σε έβρισκα κάπου, μικρό είναι το χωριό». Εκείνος την είχε βρει σε ολόκληρη Αθήνα.

«Ναι, δεν ήμουν στο χωριό. Κι άμα δεν σε είχα πετύχει θα τριγυρνούσες πέρα-δώθε μεσ' τη βροχή όλο το βράδυ».

Η Δρόσω σφίχτηκε ολόκληρη, τα δάχτυλά της βυθίστηκαν στο κάθισμα. Κοίταξε τους υαλοκαθαριστήρες μουδιασμένη σαν κινούνταν μανιασμένα. Είχε έρθει για ένα αντίο, μα εκείνος είχε... φύγει; Για πού;

Δάγκωσε τις ερωτήσεις καθώς εκείνος βγήκε ξανά στα ανοιχτά και πήρε το δρόμο της επιστροφής. Δεν ήξερε που επέστρεφαν. Ίσως να την γύριζε σπίτι της, από όπου μάλλον δεν έπρεπε να είχε φύγει.

Όχι. Έπρεπε.

Έδιωξε αυτές τις σκέψεις με ένα κούνημα του κεφαλιού της, το οποίο ήλπιζε εκείνος να μην πρόσεξε. Ο Κωνσταντής δε θα εξαφανιζόταν έτσι. Όσο κι αν είχε πληγωθεί θα έλεγε μια κουβέντα, το ήξερε αυτό. Τα υπόλοιπα ήταν βλακείες δικές της, γεμάτες ανασφάλειες.

Τον κάρφωνε με το βλέμμα της όσο οδηγούσε, και μια πρωτόγνωρη αμηχανία άρχισε να απλώνει γύρω τους. Χίλια δυο περίμενε να βρει στο πρόσωπό του όταν τον αντίκριζε, μα αυτό τώρα δεν έμοιαζε με κανένα τους. Έψαχνε να του βρει ένα όνομα μήπως αν το βάφτιζε το καταλάβαινε, μα ήταν μάταιος κόπος. Ήθελε να τον ρωτήσει τι σκέφτεται μα έτρεμε την απάντηση.

Τον παρακολούθησε να ατενίζει το σκοτάδι προβληματισμένος, ώσπου μάλλον βρήκε αυτό που ήθελε γιατί πήρε ένα παράδρομο ανάμεσα σε κάτι κτήματα. Δεν ήξερε που βρίσκονταν. Δεν πρέπει να είχε ξανάρθει εδώ, δεν αναγνώριζε τίποτα και αυτό ήταν πρωτόγνωρο για το Διαφάνι. Λίγο αργότερα σταμάτησαν δίπλα από ένα χτίσμα που θύμιζε αποθήκη.

Τράβηξε χειρόφρενο και έσβησε τη μηχανή. Σταμάτησαν και οι υαλοκαθαριστήρες και το παρμπρίζ θόλωσε από το νερό. Μετά σιωπή.

«Τι είναι εδώ;» τον ρώτησε επιτέλους. Η φωνή της δεν υψώθηκε πάνω από ένα ψίθυρο.

«Αποθήκη. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο αλλά είναι ζεστά. Καλύτερα από το αμάξι».

«Δεν καταλαβαίνω».

«Είπες θες να μιλήσουμε».

Έσπρωξε τα μαλλιά πίσω από τα αυτιά της νευρικά, μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι είχαν κολλήσει στο δέρμα της από το νερό. Δεν είχε καταλάβει ότι είχε βραχεί τόσο. «Μια κουβέντα θέλω να σου πω».

«Θα μου την πεις μέσα».

«Νόμιζα δε θα άντεχες να με βλέπεις».

Πήγαινε να βγει από το αμάξι πριν τον σταματήσουν τα λόγια της. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή χωρίς να την κοιτά. Και μετά άπλωσε το χέρι του κι άρπαξε ένα μεταλλικό φλασκί που ήταν χωμένο δίπλα στο κάθισμά του. Το έχωσε στη τσέπη του και πήρε τα κλειδιά από τη μίζα. «Κι εγώ έτσι νόμιζα».

Κι έπειτα βγήκε στη βροχή.

Από την ταραχή της δεν μπορούσε να βρει τη λαβή να ανοίξει την πόρτα. Άργησε, κι όταν τα κατάφερε τον βρήκε απ' έξω να κρατάει το σακάκι του πάνω από το κεφάλι της για προστασία. Δεν πρόλαβε να του πει κάτι, την οδήγησε γρήγορα στο μικρό κτίσμα.

Μόλις μπήκαν ο Κωνσταντής πέταξε το βρεγμένο σακάκι σε μια γωνία και έκλεισε πίσω τους την πόρτα, σφαλίζοντας έξω το κρύο. Είχε απόλυτο σκοτάδι εκτός από ένα κερί που είχε μείνει αναμμένο. Αυτός αμέσως έπιασε ένα κουτάκι με σπίρτα κι άρχισε να ανάβει κι άλλα, που ήταν σκορπισμένα σε διάφορα σημεία του μικρού δωματίου. Υπό άλλες συνθήκες ίσως να φάνταζε ρομαντικό το απαλό τους φως, μα τώρα ήταν ο μόνος τρόπος για να βλέπουν και ίσως να ανακτήσουν κάποια από τη χαμένη θερμότητα. Κι ενώ στην αρχή στεκόταν τυφλά, τώρα η Δρόσω μπορούσε να ξεκαθαρίσει γύρω της σχήματα και σιλουέτες. Πρόσεξε ένα κρεβάτι στη γωνία που ήταν στρωμένο με ξεφτισμένες κουβέρτες, και μια βαλίτσα ανοιχτή στο πάτωμα… τη βαλίτσα του.

«Τι είναι εδώ;» ρώτησε ξανά την ίδια ερώτηση, δίχως να καταλαβαίνει τι βλέπει.

«Εδώ μένω δυο βράδια, δεν έρχεται κανείς».

«Σπίτι σου;»

«Με έδιωξε ο πατέρας μου».

Κι όσο αυτός συνέχισε να ανάβει κεράκια, εκείνη δάγκωσε τα χείλη της να μη βγάλει ήχο γιατί ο κόμπος στο λαιμό της έγινε η αγανάκτηση, κι ο αυτοέλεγχος ποτέ δεν ήταν το ατού της. Τον χτύπησε… και τον έδιωξε. Τα δυο πράγματα που ήξερε, κι ένας Θεός μόνο γνώρισε πόσα ακόμα είχαν συμβεί σε εκείνο το σπίτι από όταν ήρθαν. Κι εκτός από όλα αυτά που είχε να αντιμετωπίσει, είχε τώρα και τα δικά της.

Κι άναβε κεριά χωρίς να την κοιτάζει.

«Λυπάμαι τόσο πολύ», του είπε απεγνωσμένα. «Για όλα, Κωνσταντή».

Εκείνος τίναξε το σπίρτο στο χέρι του για να σβήσει, ώσπου έμεινε μόνο ένα νήμα καπνού να χορεύει πάνω στη μαύρη κεφαλή. Το άφησε πάνω σε κάτι καφάσια και της έκανε νόημα προς το κρεβάτι. «Έλα, πέτα τα βρεγμένα και κάτσε».

Έβγαλε το παλτό της διστακτικά και το πέταξε μαζί με το δικό του. Την οδήγησε εκείνος με ένα χέρι στη πλάτη της – που ποτέ δεν την ακούμπησε - κι όταν κάθισε της έδωσε και μια κουβέρτα για να τυλιχτεί. Κάθισε δίπλα της, μετά, κι έβγαλε το φλασκί από τη τσέπη του για να κατεβάσει μια γουλιά.

«Πώς είσαι;» τον ρώτησε εκείνη. Και το ήξερε, γαμώτο, ότι ήταν υποκρισία να την τρώει η αγωνία, να υποφέρει να τον βλέπει έτσι όταν μόνο εκείνη έφταιγε. Μα έδειχνε αδύναμος και χλωμός, θα τον πείραζε το ποτό... Να είχε φάει τίποτα; Μήπως να του έφερνε κάτι; Θα την διαολόστελνε αν τον ρωτούσε τώρα…

Εκείνος κάγχασε ελαφρώς. «Ζω».

Όταν της πρόσφερε το φλασκί το πήρε από το χέρι του ντροπαλά, κι ένιωσε αδέξια σαν το έφερε στο στόμα της. Μα από την πρώτη κιόλας γουλιά το ανόθευτο οινόπνευμα έστειλε ένα κύμα ζέστης στο κορμί της, κι όλα απάλυναν λίγο… Λίγο.

Εκεί που δεν το περίμενε, ο Κωνσταντής άρχισε να μιλάει.

«Όλη μέρα χτες… όσο το σκεφτόμουν τόσο περισσότερο νόημα έβγαζε, μα είχα μια ελπίδα. Ήλπιζα ότι θα έμπαινα εκεί μέσα και θα μας έβγαζες όλους τρελούς, κι εμένα και τη μάνα μου. Και εγώ θα πέθαινα από την ντροπή μου και θα σου ζητούσα να με συγχωρέσεις… Προσευχόμουν να ήταν όλο ένα αρρωστημένο αστείο, και ξέρεις τι με κρατούσε; Ότι θα μου το έλεγες. Αν είχες κοιμηθεί με τον αδερφό μου θα μου το έλεγες».

Της πήρε ξανά το φλασκί. Στάλα θυμού δεν υπήρχε στον τόνο του, μόνο πίκρα.

«Τον αδερφό μου, Δρόσω».

Εκείνη κατάπιε τη γλώσσα της.

«Κι αν το ήξερα από την αρχή θα είχα μάθει να ζω με αυτό, μα εσύ δεν είπες τίποτα, και τώρα πνίγομαι. Σε σκέφτομαι μαζί του, εσένα που… που σε έχω κάνει δική μου, και θέλω να δέσω μια πέτρα στο λαιμό μου να πάω να πνιγώ».

Δεν χρειαζόταν να φανταστεί κάτι αντίστοιχο για εκείνον για να καταλάβει. Μια γροθιά στο στομάχι ήταν τα λόγια του, αηδίαζε πλάι του. «Μαζί του δεν ήταν όπως είναι με εμάς. Πρέπει να το ξέρεις αυτό».

«Δεν ξέρω τι ξέρω πια».

«Όχι, σε παρακαλώ, μη το λες αυτό», πήγε να τον αγγίξει μα το μετάνιωσε αμέσως. «Ξέρεις».

«Τον αγαπούσες;»

«Όχι» είπε σίγουρα, όσο σίγουρη ήταν η επόμενη αυγή. «Κι αν ένας άνθρωπος ξέρει πόσο μισώ τον εαυτό μου για αυτό που έγινε, είσαι εσύ».

Εκείνος πέρασε το χέρι ανάμεσα στα μαλλιά του, γράπωσε τις καστανές τούφες. Υπέφερε. Τον έτρωγαν οι σκέψεις όταν ολοφάνερο μα δεν ήξερε πώς να του πάρει τον καημό… Τότε το χέρι του έπεσε ηττημένο. «Γι' αυτό λοιπόν φέρθηκες έτσι στον εαυτό σου».

Ήταν μια δική της μάχη να τον κοιτάξει στα μάτια, όμως την κέρδισε. «Κωνσταντή…»

Και μια στιγμή αργότερα, μέσα στην ταραχή του, την κοίταξε κι εκείνος.

«Δεν μπορώ να μείνω εδώ», μια ικεσία ήταν η φωνή της. «Το βλέπεις τώρα;»

«Πάντα το έβλεπα», τη διόρθωσε. «Και το σεβάστηκα κι ας μην ήξερα. Μόνο εύχομαι να μου το είχες πει εσύ».

«Συγνώμη».

«Συγνώμη…» ρούφηξε ξανά τη μύτη του. «Καμιά συγνώμη δε θέλω, μόνο να με εμπιστεύεσαι. Αν δεν είχαμε έρθει εδώ να βγουν όλα στη φόρα θα με άφηνες στα σκοτάδια για κάτι τόσο σημαντικό, Δρόσω. Και δεν καταλαβαίνω γιατί».

Ήπιε μια γερή γουλιά, σαν να προετοιμαζόταν. Και με το πρόσκαιρο κουράγιο γύρισε προς το μέρος της ξανά. «Ήρθες εδώ να μου πεις να μην έρθω μαζί σου, έτσι δεν είναι;»

Και ο τρόπος που το είπε... Υπήρχε τόσο παράπονο σε αυτή τη φράση, και ένας φόβος που κουδούνισε ολοκάθαρος στα αυτιά της. Σαν να φοβόταν την απάντηση της.

Ναι, αυτό είχε έρθει να του πει, μα δεν έλεγε τώρα να βγει από το στόμα της η επιβεβαίωση. Κόλλησαν οι λέξεις, κόλλησε το μυαλό της, μόνο τα μάτια του έβλεπε. Καστανά, ζεστά και έτοιμα για την απόρριψη που ήταν σίγουρος ότι ερχόταν. Έτοιμα για μια ακόμα κλωτσιά να τον αποτελειώσει.

Εκείνος παρεξήγησε την παύση της. «Το ξέρω ότι όλα ήρθαν μαζεμένα κι ακόμα δεν έχουμε προλάβει να δούμε τι είμαστε… Κι αν δε θες να κάνουμε κάτι τόσο γρήγορα μαζί – γιατί είναι μεγάλο βήμα και το ξέρω – απλά πες το μου».

«Τι είναι αυτά που λες Κωνσταντή… Έμαθες τι έκανα… έμαθες…» έσβησε η φωνή της, δεν μπόρεσε να το πει. «Πώς είναι δυνατόν να σκέφτεσαι εμένα;»

«Νομίζεις δεν έχω τρελαθεί;» της απάντησε. «Αλλά θα έχω καιρό να το χωνέψω, τώρα μίλησε μου ειλικρινά. Αν δεν είσαι έτοιμη θα το καταλάβω».

«Αν είμαι έτοιμη;»

«Το αποφασίσαμε γρήγορα και ποτέ δεν είπες ξεκάθαρα ότι το θες-».

«Δεν έχω θελήσει ποτέ τίποτα περισσότερο», τον έκοψε, «απ' το να ξαναζήσω μια στιγμή σαν την εβδομάδα που περάσαμε μαζί στην Αθήνα». Είχε κρατήσει κάθε ανάμνηση, κάθε δευτερόλεπτο, σαν φυλαχτό. Μικρά κλεμμένα αστέρια που έκρυβε μέσα στη τσέπη της γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να τα διατηρήσει ανέγγιχτα γιατί θα έπρεπε να της φτάσουν για μια ζωή. «Όταν είπες ότι θέλεις να μείνεις πήρα μια ανάσα και δεν πνίγηκα, για πρώτη φορά σε έξι χρόνια μου έφτανε το οξυγόνο. Ένιωσα ελπίδα, κι είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που δεν την αναγνώρισα. Με βλέπω να αλλάζω δίπλα σου και με πιάνει τρόμος γιατί δεν έχω ξαναφήσει κανέναν τόσο κοντά και με εσένα δεν ήταν καν επιλογή, αφέθηκα και δεν με αναγνωρίζω, κάνω τρέλα μετά από τρέλα και όσο περισσότερα σε αφήνω να δεις τόσο πιο πολύ τρομάζω γιατί δεν ξέρω τι θα βρεις, Κωνσταντή. Δεν ξέρω τι βρίσκεται κάτω από τη σαπίλα μα για πρώτη φορά νιώθω την ελπίδα πως κάτι υπάρχει. Γιατί εσύ μένεις δίπλα μου. Γιατί είσαι ακόμα εδώ, εσύ που… που είσαι ο πιο τρυφερός και ζεστός άνθρωπος. Ο πιο απρόσμενα καλός άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και κάθε που κλείνω τα μάτια νομίζω ότι θα εξαφανιστείς κι όλα θα είναι κάποιο άσπλαχνο όνειρο απλώς για να μου θυμίσει τι θα μπορούσα να έχω αν άξιζα αγάπη. Και μετά ανοίγω τα μάτια και είσαι ακόμα εδώ να απορείς μήπως το παράκανες».

Ήθελε να γελάσει, να κλάψει, να φωνάξει, να σωπάσει. Πώς ήταν δυνατόν μετά από όλα να σκέφτεται ακόμα εκείνη;

Η επόμενη ανάσα της έτρεμε. «Θέλω όσο τίποτα να τα αφήσουμε όλα πίσω, κι εύχομαι να μπορούσα να πω ότι αυτά είναι όλα, μα είναι κι άλλα. Άλλα που δεν σου έχω πει. Άλλα απαίσια πράγματα που θα με μισήσεις όταν σου τα πω, και δεν είναι ότι δεν σε εμπιστεύομαι - δε θέλω να σε χάσω και το κυριότερο από όλα είναι ότι δε θέλω να πληγωθείς ξανά. Ποτέ ξανά. Θέλω να σου προσφέρω όσα μπορώ, θέλω να σε κάνω χαρούμενο τόσο πολύ που θέλω να γίνω καλύτερη, να γίνω κι εγώ χαρούμενη για να το καταφέρω. Δε θέλησα ποτέ τίποτα περισσότερο από το να είμαι δίπλα σου, όμως δε θα είναι εύκολο. Και θα φτάσει κάποια στιγμή που θα κάνω κάτι, θα πω κάτι, και θα με μισήσεις για αυτό. Και τότε δε θα μπορείς να γυρίσεις στο Διαφάνι. Γι' αυτό το μόνο που ήρθα να σου πω είναι να το σκεφτείς καλά. Και να ξέρεις ότι όποια κι αν είναι η απόφασή σου, εγώ θα τη δεχτώ. Κι ότι… σ' αγάπησα τόσο πολύ που…» κόμπιασε. Της στάθηκε η λέξη στο λαιμό, κι εκείνη κατάπιε μα δε βοήθησε. Ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν μέσα σε μια στιγμή, και ήταν μια καταστροφή μα έσφιξε τα δόντια και πήρε άλλη μια τρεμάμενη ανάσα. «Ποτέ δεν ήξερα ότι μπορούσα να νιώσω έτσι και δε θέλω να σε χάσω, μα όταν αγαπάς κάποιον τόσο καθαρά και τόσο πολύ τον αφήνεις να φύγει, και-»

Δεν μπόρεσε να τελειώσει, μέχρι εκεί έφτανε. Μετά ο πιο αδέξιος λυγμός βγήκε από το λαιμό της και κάλυψε το στόμα της να τον συγκρατήσει. Εκείνος σαν να έσπασε κάποιο ξόρκι μόλις την είδε έτσι πέταξε πίσω το φλασκί και της έπιασε το ελεύθερο χέρι. Το έκλεισε ανάμεσα στα δικά του.

«Συγνώμη», ψέλλισε η Δρόσω γρήγορα να διορθώσει τη θλίψη του, «αλήθεια το μόνο που ήρθα να κάνω είναι να σε αφήσω ελεύθερο, δε θέλω να σκέφτεσαι εμένα, μόνο τι θέλεις εσύ».

Εκείνος έδειχνε ζαλισμένος. Ήταν σαν τα λόγια της να τον είχαν μουδιάσει, σαν να απόρησε μαζί της όταν δεν ήρθε η κλωτσιά που περίμενε. Όμως… καθώς αυτή έψαχνε απελπισμένα το πρόσωπό του πρόσεξε εκεί κάτι που δεν υπήρχε πριν. Όχι μόνο σήμερα, μα γενικότερα δεν ήξερε αν το είχε ξαναδεί. Ήταν ένα αλλόκοτο σάστισμα, κάτι γλυκό κι απρόσμενο που είχε βάψει το βλέμμα του μελένιο και τα ζυγωματικά του απαλό ροζ.

Κάποτε είχε ευχηθεί να κοιτάζει τα μάτια του τη στιγμή που συνειδητοποιούσε ότι τον νοιάζεται.

Ένα ξάφνιασμα ήταν τελικά, ευαίσθητο και ντροπαλό. Της έκλεψε τη λαλιά.

«Ξέρεις που ήμουν τώρα;» τη ρώτησε απαλά.

Κούνησε το κεφάλι της.

«Ήμουν στη Λάρισα κι έλεγα στην αρραβωνιαστικιά μου να χωρίσουμε».

«Τι;»

«Έλεγα ότι έμαθα πως έχω ένα γιο και θέλω να τον αναγνωρίσω. Να φέρω πάλι μαζί την οικογένειά μου και να μην την ξαναφήσω ποτέ», έκανε μια παύση. «Δεν της το είπα το τελευταίο, το λέω σε σένα. Γιατί μπορεί από χτες να ζω μια κόλαση, μα κάπως… εσύ βρίσκεσαι έξω από αυτήν. Δεν ξέρω πως είναι δυνατόν, μα μέσα στο χάος ξεχωρίζω εσένα».

Κουνούσε ακόμα το κεφάλι της, κι έτσι δυο δάκρυα έσταξαν ταυτόχρονα στα μάγουλά της.

«Δε θέλω να με αφήσεις να φύγω», της εξήγησε. «Να με κρατήσεις θέλω. Κι όταν δε θέλω να ξανακούσω το όνομά σου, εσύ να με κρατάς. Να μου πιάνεις το χέρι και να ξέρεις ότι θα είναι μόνο για μια στιγμή, θα περάσει ο καιρός και θα ηρεμήσω. Να ξέρεις ότι θα κοιτάζω μεσ' τα μάτια σου μέχρι να ξαναβρώ μέσα τους όσα ερωτεύτηκα».

Έφερε το χέρι της στα χείλη του κι άφησε στο πίσω μέρος ένα φιλί. Με ένα ακόμη λυγμό, η Δρόσω έγειρε κοντά και τον άγγιξε. Έκλεισε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες του, χάιδεψε τα μάγουλά του όσο οι λέξεις στέρευαν μα τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι.

«Έχω και εγώ κάτι να σου πω», της παραδέχτηκε, με τα μάτια του να φλέγονται μαζί με τα κεριά. «Κάτι τρομερό, και… αυτό δεν ξέρω αν θα το ξεπεράσουμε. Θέλω όμως να είμαι καθαρός μαζί σου, κι ίσως μια μέρα θελήσεις κι εσύ να με ξανακοιτάξεις». Ήταν δειλό το βλέμμα του όταν τη συνάντησε, μα ανυποχώρητο. «Πρέπει κι εσύ να πάρεις μια απόφαση, λοιπόν».

Μα την είχε πάρει την απόφασή της. Την πήρε τη στιγμή που την σήκωσε από εκείνα τα σκαλιά, που έμεινε μαζί της όλο το βράδυ στο αμάξι, που έχανε επαφή στο πεζοδρόμιο και της χαμογελούσε να την ημερέψει. Την είχε πάρει σε κάθε βλέμμα του, κάθε χάδι και κάθε φιλί, και κάθε στιγμή που είχαν μοιραστεί την έπαιρνε ξανά. Πάντα το ίδιο επέλεγε, και αυτό θα συνέχιζε να επιλέγει.

«Πάμε να φύγουμε», αντήχησαν τα λόγια της στη μικρή αποθήκη, σφραγίζοντας ένα μέλλον μακριά από αυτόν τον τόπο.

Δεν πρόλαβαν να το χαρούν. Δεν είχαν χρόνο, το ήξεραν πολύ καλά.

Η Δρόσω έγραψε στην Ελένη ένα γράμμα. Κι έγραψε άλλο ένα, τελευταίο, στην Ασημίνα. Σε λίγες αράδες προσπάθησε να χωρέσει ένα αντίο. Μα ήταν δυνατόν με λίγες λέξεις να χωρίσεις τρεις λεύκες που είχαν ριζώσει τόσο βαθιά η μία πάνω στην άλλη; Με δάκρυα στα μάτια άρπαζε βίαια τις ρίζες της και τις τραβούσε από το ξερό χώμα, έπεφταν τα φύλλα μαραμένα και τα σπουργίτια σκόρπιζαν στον νυχτερινό ουρανό να βρουν αλλού καταφύγιο. «Μη σκιάζεσαι, μη θλίβεσαι, δε φεύγει κι η ψυχή της», οι στίχοι ήταν ένας ψίθυρος στα αυτιά της. Για πρώτη φορά ευχήθηκε ο πατέρας να έκανε λάθος. Να ήταν οι λεύκες μόνο δέντρα και οι αδερφές τρεις άνθρωποι που μεγάλωσαν μαζί. Τρεις ψυχές ελεύθερες που τίποτα δεν τις έδενε εδώ, σε αυτό το σπίτι, σε αυτά τα χώματα.

Το ευχήθηκε. Κι ας μην το πίστεψε.

Ξύπνησε τον μικρό στη μέση της νύχτας. Του είπε να παίξουν ένα παιχνίδι μα εκείνος αρνήθηκε. Δε θέλει άλλα παιχνίδια, είπε, είχε μεγαλώσει. Κι αν βούλιαξε η καρδιά της στο στομάχι της, δεν λύγισε. «Είσαι στενοχωρημένος», του εξήγησε. «Το ξέρω. Και έχεις κάθε λόγο να νιώθεις έτσι και να θυμώνεις. Αν δε θέλεις σήμερα να παίξεις, δεν πειράζει. Κι αύριο μέρα είναι. Για την ώρα, ο Κωνσταντής είναι από κάτω με το αμάξι να πάμε στο σπίτι μας στην Αθήνα. Τι λες, θα πάμε μαζί του;»

Ήταν τρελό για πότε πετάχτηκε πάνω και γούρλωσε τα ματάκια του. Κι εκείνη για πρώτη φορά απόψε, έσκασε ένα χαμόγελο.

Μαζεύτηκαν, μπήκαν στο αμάξι, κι άφησαν πίσω το χωριό. Βγήκαν στον κεντρικό μέσα στο σκοτάδι, κι οι προβολείς φώτιζαν ευθεία το δρόμο μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ο μικρός δεν άντεξε, μετά από λίγο αποκοιμήθηκε στο πίσω κάθισμα με το κεφάλι στηριγμένο στη ζώνη του. Η Δρόσω μόνο κοίταζε τον Κωνσταντή, με το σφυγμό της να τρέχει παρέα με το ταχύμετρο.

Στη ζέστη της αποθήκης, κάτω από το φως των κεριών, η βροχή είχε στεγνώσει από πάνω της. Δεν ήξερε τι χρώμα είχαν τώρα τα πέταλά της, μα ήταν σίγουρα δικό της.