.


Kι όλο χαζεύω γελώντας των πλοίων τη ρότα
που εσύ είδες πρώτα

Και μου 'λεγες πάμε να ανοίξουμε μια άγνωστη πόρτα
που εσύ είδες πρώτα


Θυμάμαι μια φορά στις λεύκες μας είχαν φωλιάσει άγριες μέλισσες.

Εγώ τις είχα βρει. Είχα κατέβει με τη στάμνα παραμάσχαλα να φέρω νερό από τη βρύση, η κοτσίδα που αναπηδούσε στην πλάτη μου πλεγμένη από τα δικά σας δάκτυλα. Μόλις πέρασα από μπροστά, μου φάνηκε πως ολόκληρο το σμήνος ήρθε καταπάνω μου και βούιζε στα αυτιά μου. Στην πραγματικότητα ήταν μόλις πέντε ή έξι. Και μία μόνο αρκούσε για να γίνει το κακό. Η στάμνα γλίστρησε από το πληγωμένο μου χέρι και έγινε χίλια κομμάτια στο έδαφος. Και εγώ έτρεξα μέσα κλαίγοντας να σας βρω, έτοιμη να φάω κατσάδα για τη ζημιά. Μα η κατσάδα ποτέ δεν ήρθε.

Έτσι σας φιλάω στη μνήμη μου. Οι δυο μεγάλες αδερφές μου. Η μία που βούτηξε ένα πυρσό και όρμησε έξω να αφανίσει όποιον με πείραξε, και η άλλη που με έκλεισε στην αγκαλιά της και φρόντισε κάθε μου πληγή. Αυτές ήσασταν για μένα πάντα. Οπότε όχι, δεν έφταιξε καμιά σας για το πώς γίναμε, ούτε για το άτομο που είμαι. Ξέρω ότι το έχεις αναρωτηθεί και σε παρακαλώ μη βάζεις στο νου σου τέτοιες σκέψεις. Ο μόνος που έχει φταίξει είμαι εγώ.

Αν έχω δικαίωμα να ελπίζω σε κάτι , είναι ότι θα με θυμάστε όπως ήμουν. Μόνο εκείνο το κορίτσι αξίζει να λέγεται Σταμίρη, κι εγώ θέλω να της μοιάσω. Αν τη βρω μια μέρα και κοιτάξω πίσω, ελπίζω να μη σας βρω εκεί. Να έχετε στεριώσει κάπου που σας αξίζουν, λεύτερες, και να με έχετε ξεχάσει.

Ελπίζω μια μέρα να γίνω καλύτερη από ό,τι υπήρξα. Και για πρώτη μου φορά, πιστεύω ότι ίσως τα καταφέρω. Μέχρι τότε θα θυμάμαι τις μέλισσες.

Συγνώμη,
Δρόσω


Της είπε για το φόνο του Γιάννου λίγο αφότου μετακόμισαν. Δεν ήξερε αν το περίμενε. Τον βρήκε ένα βράδυ καθισμένο στον καινούργιο τους καναπέ κι όταν τον ρώτησε τι κάνει ξύπνιος, απλώς της το είπε. Τη στιγμή που το ξεστόμισε δε θα την ξεχνούσε ποτέ. Πρώτη του φορά ένιωσε τη γη να σταματά να κινείται. Πάγωσε το σύμπαν όλο σε ένα αέναο αιωρούμενο τίποτα. Ακινησία. Σοκ.

Μια βδομάδα δε βρέθηκαν σε κοινό δωμάτιο. Δυο βδομάδες έκανε εκείνη να ξανακοιτάξει τον γιο της δίχως να ξεσπάσει σε κλάματα. Την τρίτη βδομάδα την πέτυχε αυτός ξεχασμένη στον καναπέ με μάτια κατάμαυρα. «Εμείς το κάναμε για να γλιτώσουμε. Εσείς τι δικαιολογία είχατε;»

Ο Κωνσταντής θυμήθηκε το βράδυ που είχαν περάσει στο αμάξι· της είχε πει ότι έθαψε ένα πουλί, κι εκείνη είχε μουρμουρίσει πως έκανε το ίδιο. Είχε υποθέσει ότι παράκουσε, ότι φαντάστηκε τα λόγια της. Ποιος θάβει πουλιά… οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους. Έτσι και τώρα αμφέβαλλε ότι άκουσε καλά. Δε χωρούσαν δυο φονιάδες σε ένα σπίτι.

Οι τοίχοι άρχισαν να στενεύουν γύρω της όσο δε σάλευε. Το ακόμη ξένο σαλόνι σκοτείνιασε στις γωνίες, σκιές γλίστρησαν στους τοίχους και την περικύκλωσαν. «Μου έσκισε το νυχτικό. Με πέταξε στα λασπόνερα και με πασπάτευε σαν σακί που πάσχιζε να ανοίξει, κι όταν δε βρήκε τη ραφή μου ρήμαξε τις σάρκες να αρπάξει ό,τι ζητούσε. Ήμουν παιδί ακόμα. Κανείς δε με είχε κοιτάξει, κανείς δε με είχε φιλήσει - μου τα πήρε όλα αυτά σε μία μέρα. Αν εκείνη την ώρα δεν είχα ουρλιάξει… αν δεν με είχαν βρει οι αδερφές μου, δε θα έλεγα τίποτα. Θα σώπαινα γιατί αυτό το πράγμα σε φιμώνει. Ξυπνάς, κοιμάσαι, υπάρχεις και νιώθεις πάντα το χέρι του να σου πιέζει τα χείλη τόσο που σκίζονται από τα ίδια σου τα δόντια. Ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου τους, κι εγώ θα είχα σωπάσει. Και θα είχα σωπάσει και τη δεύτερη. Και τη δέκατη. Και θα σώπαινα ακόμα αν δεν τον είχαν τραβήξει από πάνω μου. Η Λενιώ έπιασε την πρώτη πέτρα, μετά η Ασημίνα, εγώ τελευταία και δειλή. Βρώμισα ούτως ή άλλως εκείνο το βράδυ, τελικά. Πες μου, το αίμα στα δικά σου χέρια καίει κι εκείνο κοντά μου; Με αναγνωρίζει; Ίσως εμείς οι τρεις να μην είχαμε βγει ζωντανές, μα εκείνοι θα ζούσαν ακόμα. Αν είχα σωπάσει, κανείς από τους δυο μας δε θα ήταν φονιάς. Όλα έγιναν επειδή εγώ ούρλιαξα».

Του το είπε σαν να περίμενε από εκείνον μια επιλογή. Ο Κωνσταντής είχε βγει παραπατώντας από το σπίτι.

Ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα, πιο δύσκολα από ό,τι είχε φανταστεί. Ήταν πολλά για να τα αντέξουν και δεν έβρισκε τρόπο να τα ξεπεράσουν. Δεν αντάλλαξαν λέξη για ακόμα τρεις βδομάδες, και τότε έφτασαν τα Χριστούγεννα.

Ήταν αλλιώτικα στην Αθήνα. Εδώ στολίστηκε όλη η πόλη, κάθε δρόμος στην ήσυχη γειτονιά τους γέμισε φωτάκια. Άγνωστα παιδιά χτυπούσαν τα κουδούνια να πουν τα κάλαντα και να λάβουν ένα κέρασμα, ένα γλυκό ή ένα νόμισμα. Η Δρόσω και ο μικρός είχαν στρωθεί στη δουλειά την παραμονή, το σπίτι μύριζε κουλουράκια, μελομακάρονα και βούτυρο. Το πρωί των Χριστουγέννων ο Γιάννος τον είπε μπαμπά.

«Έλα να δεις, μπαμπά, χιονίζει!», είπε. Λες και έτσι τον φώναζε από όταν τον γνώρισε, δεν είχε αλλάξει κάτι. Λες και δεν κλώτσησε τη γη από τον άξονά της με μια του λέξη και έδωσε κίνηση στο σύμπαν ξανά.

Λίγο αργότερα ο Κωνσταντής βρήκε τη Δρόσω να κλαίει. Σκούπισε γρήγορα τα μάτια της μπροστά του και πήγε να βγει από το δωμάτιο μουρμουρίζοντας κάτι για ψώνια και μαγείρεμα. Τη σταμάτησε. «Είναι Χριστούγεννα», της είπε. Λες και μέσα σε αυτή τη λέξη ζούσε το Πνεύμα το ίδιο, και λίγο αν έμεναν ακίνητοι θα ένιωθαν να τους γαργαλάει τα ροδαλά από το κρύο μάγουλα η χρυσόσκονη. Όμως η Δρόσω βγήκε από το δωμάτιο τινάζοντάς τη μακριά της, μαζί με το άγγιγμά του.

Κάθισαν μαζί με τον μικρό κάτω από το δέντρο όσο άνοιγε τα δώρα του. Κι όταν τον πήρε ο ύπνος στο χαλί ο Κωνσταντής τον κουβάλησε στο κρεβάτι του, στο παιδικό δωμάτιο με τα αυτοκόλλητα αστέρια που φωσφόριζαν στο ταβάνι.

Βγήκε μετά στο σαλόνι στις μύτες των ποδιών κι έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του. Η Δρόσω καθόταν ακόμα στον καναπέ, φωτισμένη μόνο από τα πολύχρωμα λαμπιόνια του δέντρου. Τον αγνόησε και τυλίχτηκε με ένα πλεκτό σάλι πριν φέρει την κούπα με το αχνιστό τσάι ξανά στα χείλη της.

«Δε μπορώ να σας κατηγορήσω που παλέψατε», της είπε μεσ' την ησυχία. «Ούτε να τον δω ξανά το ίδιο μετά από αυτό που πήγε να κάνει».

Γύρισε να τον κοιτάξει, για πρώτη φορά μετά από μήνες.

«Μόνο εκείνος έφταιγε, όχι εσύ που ούρλιαξες. Εσύ ποτέ… ποτέ να μην σταματήσεις να ουρλιάζεις».

Γύρισε κι έφυγε με ένα καληνύχτα τόσο απαλό που το κάλυψε ο ήχος από τις χιονονιφάδες.

Την επόμενη ημέρα την έπιασε να τον κοιτάζει, λες και έσπασε κάποιο φράγμα. Λες και κάτι… θυμήθηκε. Δεν του είπε τι.

Οι κούτες της μετακόμισης που είχαν παραγκωνιστεί για μήνες άρχισαν σιγά-σιγά να αδειάζουν. Πότε ο ένας πότε ο άλλος βούταγε μία και ξέθαβε κάθε λογής μπιχλιμπίδια που έπρεπε να βρει που θα βολέψει. Στα ντουλάπια, στα συρτάρια, σε κάποιο ράφι. Τη μέρα που η Δρόσω έπιασε δουλειά στο ραφτάδικο ο Κωνσταντής βρήκε σε μια κούτα ένα τετράδιο. Όταν γύρισε τον πέτυχε στο κρεβάτι να διαβάζει ξανά και ξανά την ίδια σελίδα άναυδος. «Πότε το έγραψες αυτό;»

Εκείνη φάνηκε να σάστισε. «Ήταν το πρώτο πρωί… μετά τη Φρεαττύδα. Εσύ κοιμόσουν ακόμα».

«Κι εσύ έγραψες ένα τραγούδι;»

«Στιχάκια ήταν μονάχα». Μάζεψε συνεσταλμένα μια ξανθή τούφα πίσω από το αυτί της.

Μα εκείνος κοίταζε τη σελίδα και δεν άκουγε πια. Μόνο γύρισε πίσω σε εκείνη τη στιγμή. Το μυαλό του είχε γίνει ένα μπουρδέλο μα όσο και να παιδεύτηκε και να έβαλε μπροστά τη λογική, εκείνο το βράδυ πάλι την ονειρεύτηκε.

Κάπου αλλού, μακριά από εδώ, ένα άλλο ζευγάρι μάθαινε από την αρχή να αγγίζεται δειλά, πλάι στο αναμμένο τζάκι. Και λίγο δίπλα, ένα τρίτο έλεγε αντίο. Η Ασημίνα έφυγε από το σπίτι των Σεβαστών, έπιασε δουλειά σε μια εφημερίδα στη Λάρισα. Μια μέρα θα συναντούσε ξανά τον Νικηφόρο σε μια κοινωνική εκδήλωση, κι εκεί για πρώτη φορά θα τον ρωτούσε τι έφταιξε. Η Δρόσω αυτό δε θα το μάθαινε. Η Ελένη έστελνε γράμματα, προσπάθησε να κρατήσει επαφή παρότι πικραμένη, μα με τα χρόνια περιορίστηκαν στη μια φορά το χρόνο - ανήμερα στο θερινό ηλιοστάσιο. Η Δρόσω δε θα έβλεπε ποτέ ξανά καμία από τις δυο τους.

«Οι καλοί άνθρωποι είναι σαν τα κεριά», την κρυφάκουσε ο Κωνσταντής να διαβάζει ένα βιβλίο στο παιδί ένα βράδυ. «Θέλουν τόσο να φωτίσουν τους άλλους που εκείνοι καίγονται».

«Να τους φυσήξουμε, τότε» είπε ο μικρός με ένα χασμουρητό. «Πρέπει να τους σώσουμε».

Άκουσε το γέλιο της να αντηχεί στο φρεσκοβαμμένο σπίτι. «Έχεις δίκιο».

Παραμονή πρωτοχρονιάς έκαναν στο σπίτι οι τρεις τους, και λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος η Δρόσω κόμπιασε μπροστά στον Κωνσταντή. «Μου λείπεις», του είπε σιγανά με φόντο το στολισμένο δέντρο.

Ήταν το δώρο της, ένα μικρό αντίο πριν όλα τελειώσουν, μια γλυκιά ανάμνηση.

Όμως η χρονιά που χανόταν είχε μια τελευταία επιθυμία, τους μάγεψε με λόγια περασμένα. Και όσο το ραδιόφωνο μετρούσε αντίστροφα βρέθηκαν ξανά να μετρούν στιγμές που είχαν πει πως θα σβήσουν. Η σιωπή τόσων μηνών είχε πρόθυμα ανασύρει τη θύμηση, και τώρα που πάλευαν να σταθούν ήρθε η στιγμή να τους απλώσει το χέρι. Ο Κωνσταντής έκανε ένα βήμα μπροστά, ξαφνιάζοντάς τους και τους δυο. Η αντίστροφη μέτρηση μηδένισε μόλις την άγγιξε πρώτη φορά σε μήνες. Ένα χάδι στο μάγουλό της, τίποτα παραπάνω. Δώδεκα ακριβώς, και στην εκπνοή του χρόνου οι δυο τους πρώτη φορά πήραν μια κοινή ανάσα.

Λίγο αργότερα άκουσε τη πόρτα του να χτυπάει δειλά μέσα στη νύχτα. Η Δρόσω γλίστρησε στην κάμαρη διστακτικά, κλειδώνοντας πίσω της. Τον κοίταξε. Την κοίταξε. «Έγινε κάτι;» τη ρώτησε.

«Ήρθα να σβήσω το κερί».

Κι η πρώτη αυγή της νέας χρονιάς τους βρήκε να γλυκοκοιμούνται με τα κορμιά πλεγμένα. Αργότερα του 'πε ότι ήξερε πόσο βασανιζόταν, το έβλεπε στα μάτια του τώρα που μάζευε το κουράγιο να τα κοιτάξει ξανά. Ο χρόνος ήταν ο μόνος τους γιατρός, που σιγά-σιγά κατάφερνε το αδύνατο.

Ήρθε η άνοιξη και ξύπνησαν τα σπουργίτια. Ο σύζυγος της αρχιράφτρας ζητούσε χασάπη για το κρεοπωλείο, ακριβώς δίπλα από τη μπουτίκ. Ο Κωνσταντής μια στιγμή μόνο δίστασε.

Δυο τζαμαρίες, η μια δίπλα στην άλλη. Κάθε που ξεφόρτωναν ένα φορτηγό η Δρόσω τον χάζευε με τη λευκή ποδιά και ένα αρνί στον ώμο. Κι όταν εκείνη περνούσε από μπροστά με τα υφάσματα αγκαλιά, εκείνος πίσω από τον πάγκο με τον μπαλτά στο χέρι της έκλεινε το μάτι. Κάθε μέρα έκαναν μαζί διάλειμμα στον καφενέ απέναντι, κι όταν σχολούσαν έπαιρναν γυρνώντας με το αμάξι το παιδί από το σχολείο.

Ο Κωνσταντής κρατούσε τα καλύτερα κομμάτια να τους φέρει σπίτι, είχε γεμίσει το ψυγείο τους μπριζόλες και χειροποίητα λουκάνικα από τα χέρια του. «Ο μπαμπάς μου είναι μεζεκλής», έλεγε ο μικρός στη φίλη του τη Νεφέλη όταν ερχόταν από το σπίτι να διαβάσουν μαζί.

«Θα του το πεις ποτέ;» Τη ρώτησε ο Κωνσταντής ένα βράδυ.

Εκείνη σήκωσε το κεφάλι από το στήθος του για να τον κοιτάξει. «Υπάρχει κάτι να του πω;»

«Άκουσε με… Δεν έχω λόγια να εκφράσω πόσο πολύ τον αγαπάω. Είχα χίλιους λόγους να πιστεύω ότι δε θα τολμούσα να τον ξανακοιτάξω, όμως μπροστά του μηδενίζουν όλοι. Ακούγεται τρελό μα τον νιώθω δικό μου».

«Τότε είναι». Του θύμισε το πρώτο τους φιλί, την ιστορία τους που μόνο εκείνοι έγραφαν. «Δικός μας είναι. Ποιος θα το ξέρει εκτός από εσένα κι εμένα;»

Τον αναγνώρισε στα χαρτιά ανήμερα στα γενέθλιά του. Το γιόρτασαν όλοι μαζί –κι ας μην το ήξερε ο μπόμπιρας- πηγαίνοντας στο λούνα παρκ. Και αργότερα το γιόρτασαν στα σεντόνια και οι δυο τους.

Όταν ήρθε το καλοκαίρι η μαύρη γάτα από τον Πειραιά εμφανίστηκε στην πόρτα τους σαν να μην είχαν χωριστεί ποτέ. «Γύρισε η Σούπερμαν!», ούρλιαξε ο μικρός, και κάθε βράδυ από τότε κούρνιαζε στα πόδια του και σαν πιστή φρουρός έδιωχνε τους εφιάλτες.

Όταν έφτασε ξανά φθινόπωρο η ρότα των πλοίων στον Περαία, φορτωμένων με τον στόλο, ήταν μόνο μια θολή ανάμνηση. Έκαναν το τραπέζι στην Κούλα και το Νώντα κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, και εκείνους ήταν που έπιασε στην άκρη -καθώς η Δρόσω σέρβιρε γλυκό- να τους τη ζητήσει. Όταν εκείνη γύρισε με το μπακλαβά στο χέρι βρήκε την Κούλα κλαμένη και τον Νώντα με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.

«Τι έγινε;» ρώτησε παραξενεμένη.

Μα εκείνος μόνο σώπασε και χάζεψε τα μάτια της, που σαν τα φώτιζε ο ήλιος απ' τα ανοιχτά παράθυρα έλαμπαν επιτέλους καταγάλανα.