'Αξεχαστη Μελωδια'

'Κεφαλαίο 2ο'

'Μπελλα'

Όταν βρήκαμε από το καράβι όλα έμοιαζαν να λάμπουν γύρω μας, να μας καλοσωριζουν σε αυτή τη νέα εμπειρία που για έναν ολόκληρο μηνά ήμασταν διατεθειμένοι να ζήσουμε. Ο αέρας φυσούσε μανιασμένα πηγαινοφέρνοντας με έναν ξέφρενο ρυθμό τα μαλλιά μου ανάλογα με την φορά του, ενώ οι γλαροί πετούσαν από πάνω μας βγάζοντας εκείνους του μαγευτικούς θορύβους που συμπλήρωναν με τον δικό τους τρόπο την ζωή σε ένα νησί.

Διάφοροι τουρίστες πηγαινοερχόταν μέσα και έξω από το καράβι μπερδεμένοι με το προσωπικό του, το οποίο μας ευχόταν καλή διαμονή και διασκέδαση. Δεν χρειαζόταν. Η εμφάνιση του νησιού το έκανε και από μόνη της σίγουρο.

«Λοιπόν… Σε αυτό το σημείο πρέπει να χωριστούμε» ξεφύσησε θλιμμένα η Αλις παίρνοντας τα χεριά της γύρω από την μέση του Τζασπερ, σαν να ήταν κάποιου είδους παρηγοριά για αυτή.

«Ναι» έσκυψα το κεφάλι μου. Οι βαλίτσες ήταν το πρώτο πράγμα που αντίκρισα παρέα με το πέτρινο, χαλκοστρωτο έδαφος. Πως θα κατάφερνα να τις κουβαλήσω χωρίς τη δική τους βοήθεια; «Θα τα πούμε αύριο, χρειάζομαι μια μέρα ξεκούρασης μετά από όλο αυτό» Έκανα μια χειρονομία προς το πλοίο την ώρα που πλησίαζα την Αλις για να την αγκαλιάσω και έπειτα φίλησα το μάγουλο του Τζασπερ.

«Θα είσαι στα αλήθεια καλά;» ρώτησε ανήσυχα εκείνος.

Ανησυχούσαν για μένα μπορούσα να το δω ξεκάθαρα στα ματιά τους. Στον τρόπο που με κοίταζαν, με την απορία άμα μπορούσα να τα βγάλω πέρα μονή.

«Ζω εδώ και χρονιά πάνω στην γη, ξερώ πώς να προφυλάξω τον εαυτό μου Τζαζ. Είμαι βέβαιη πως μπορώ να κουμάνταρω δυο βαλίτσες, μια τσάντα και ένα τσούρμο ανθρώπων που πηγαινοέρχονται από εδώ και από εκεί…» Με κοίταξαν με δυσπιστία, δείχνοντας μου καθαρά πως υπέρβαλλα. «Θα είμαι καλά»

«Τζαζ το ταξί» του υπενθύμισε η Αλις. Η προσοχή γύρισε πάλι σε αυτούς και τις δικιές τους αποσκευές.

Έμεινα να τους κοιτάξω καθώς τις φόρτωναν μέσα στο πορπαγκαζ του αυτοκινήτου. Όλη η σκηνή θύμιζε ταινία. Ο αποχωρισμός, η συγκίνηση που ένιωθα να με καίει μέσα μου χωρίς ιδιαίτερο λόγο και η νοσταλγία μου για τα παλιά. Για τις εποχές που αυτοί οι δυο ήταν απλώς φίλοι, για τις εποχές που εγώ και ένα άλλο αγόρι τριγυρνούσαμε ξέγνοιαστοι πιασμένοι χέρι, χέρι κατά μήκος της παραλιακής ζώνης καθώς ο ήλιος έδυε... Κούνησα το κεφάλι μου σβήνοντας με μιας τις απαγορευμένες εκείνες εικόνες από το μυαλό μου. Παρελθόν, υπενθύμισα στο εαυτό μου αυστηρά. Απαγορευμένο παρελθόν.

Αποχαιρέτησα την Αλις και τον Τζασπερ έχοντας ξεπεράσει τώρα πια την συγκίνηση και παίρνοντας στο επόμενο στάδιο. Το στάδιο που και εγώ έψαχνα ένα άδειο ταξί. Κατάφερα να βρω ένα χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο ανάμεσα στο τσούρμο των αυτοκινήτων που μαζευόταν το ένα τριγύρω από τον άλλο ψάχνοντας για κάποιον πελάτη χωρίς εξυπηρέτηση. Οι αποσκευές μου ήταν βαριές και τα περιττά ψώνια της φίλης μου δυσκόλεψαν λιγάκι τον οδηγό του ταξί αλλά σύντομα όλα είχαν πάρει τον δικό τους δρόμο και εγώ βρισκόμουν στον δρόμο για το σπίτι που νοίκιαζα για έναν μηνά.

Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ. Κάθε λίγο και λιγάκι έριχνα γεμάτη περιέργεια ματιές έξω από το βαρετό περιεχόμενο του ταξί αντλώντας πληροφορίες για το νησί, την αρχιτεκτονική του, τους ανθρώπους που ήδη έμοιαζαν να δουλεύουν στα μικρά μαγαζάκια τους από νωρίς, τους τουρίστες με εκείνους τους χάρτες και τα περίφημα, ορειβατικά σακίδια στις πλάτες τους, δεν ήταν και λίγες οι φορές που το μάτι μου έπιασε οικογένειες να απαθανατίζουν τις στιγμές εκείνες σε μια φωτογραφία.

Παντού υπήρχε χρώμα, χαρά, διασκέδαση. Τα συναισθήματα αυτά πλημμύρισαν και εμένα και μεμιάς κάθε ανησυχία που έτρεφα προηγουμένως διαγράφτηκε από το μυαλό μου αφήνοντας μονό την γλυκιά γεύση των διακοπές, την μυρωδιά και τη γεύση αλμύρας που πλανιόταν απαράλλαχτη στον αέρα.

Άνοιξα το παράθυρο του ταξί εισπνέοντας όση περισσότερη μπορούσα. Ο αέρας χτυπούσε για άλλη μια φορά στο πρόσωπο μου αλλά δεν με ενδιέφερε ιδιαιτέρα. Η αίσθηση ήταν μαγευτική παρέα με όλες τις άλλες. Άφηνε μια γλυκιά γεύση στο κεφάλι μου που δεν μπορούσα να την εξηγήσω. Δεν είχε να κάνει ούτε με τις διακοπές, ούτε με τον ενθουσιασμό μου ούτε με οτιδήποτε που να είχε να κάνει με το παρόν. Ήταν κάτι σαν de ja vu. Μια επανάληψη γεγονότων που είχα ζήσει παλιότερα, πριν κάτι χρονιά πίστευα. Δεν άφησα τον εαυτό μου να θυμηθεί τρομάζοντας με την ιδέα να καταστρέψω το παρόν για κάποιες ανούσιες αναμνήσεις. Λες και μπορούσα να κάνω κάτι για να αλλάξω αυτά που είχαν γίνει. Τίποτα δεν άλλαζε. Το είχα καταλάβει αυτό. Εκείνος θα ήταν πάντα μακριά μου και εγώ έπρεπε να πάψω να ονειρεύομαι κάτι διαφορετικό. Η ελπίδα ήταν το χειρότερο από όλα, χειρότερο και από μια αρρώστια που οδηγεί κάποιον στον θάνατο. Η ελπίδα οδηγούσε στον έμμεσο θάνατο. Τον θάνατο που δεν σου αφήνει ούτε ένα δευτερόλεπτο για να επεξεργαστείς το γεγονός πως έπαψες να αναπνέεις.

«Φτάσαμε» δήλωσε ξερά ο οδηγός μου, ένας νεαρός άνδρας λίγα χρονιά μεγαλύτερος από εμένα.

Απροσανατολισμένη και νιώθοντας τελείως χαμένη κατάφερα να φέρω τα χεριά μου στο χερούλι της πόρτας και να βγω έξω. Το δεξί μου πόδι πάτησε πρώτο έξω, ακριβώς όπως είχε συμβεί και στο καράβι. Δεν πίστευα ιδιαιτέρα σε προκαταλήψεις αλλά εκείνη η στιγμή ήταν αρκετά ιδιαίτερη, κάτι στο οποίο ταίριαζε και λίγη γεύση προκατάληψης.

Το σημείο στο οποίο βρισκόταν το σπίτι ήταν παραπάνω από ιδανικό. Το σπίτι έμοιαζε να κρέμεται από τον γκρεμό, σου έδινε την ευκαιρία να καμαρώσεις με κομμένη την ανάσα την θάλασσα που περιτριγύριζε το νησί, που αστράφτε κάτω από το απαλό άγγιγμα του ηλίου, ντύνοντας τη με απαλά χρώματα του κίτρινου και του χρυσού. Τα λευκά σπιτάκια, χτισμένα διπλά, τα στενά σοκάκια ανάμεσα τους… Μπορούσες να δεις τα πάντα από εκείνο το σημείο.

Εκτός από την θεά όμως υπήρχε και το σπίτι. Το δεύτερο πράγμα που με άφησε χωρίς λαλιά. Ήταν λευκό όπως όλα τα όλα στοιχειά του νησιού αλλά υπήρχε κάτι πιο νησιωτικό στο συγκεκριμένο. Με έκανε να νιώθω ασφάλεια, παρόμοια με αυτή που όμοια ένιωθα μονό σε γνωστούς μου χώρους. Πιο εύκολα συνήθισα αυτό το σπίτι παρά την μονοκατοικία μου στην Ουάσιγκτον για να είμαι ακριβής. Τα μπλε παραθυρόφυλλα μου έκλεψαν την καρδιά. Έμοιαζαν λες και είχαν μόλις βουτηχτει μέσα στα νερά της θάλασσας! Η μικρή βεραντουλα υπερυψωμένη από το έδαφος και ο μικρός κήπος που θύμιζε επίγειο παράδεισο συμπλήρωσαν την ήδη καλή εντύπωση που είχα σχηματίσει για τον χώρο. Το καλύτερο όμως ήταν η απομόνωση. Η Αλις και ο Τζασπερ τα είχαν σκεφτεί όλα για μια ακόμη φορά…

«Να τα αφήσω εδώ, δεσποινίς» ρώτησε ο οδηγός του ταξί μόλις διαπίστωσε πως είχα χαζέψει.

«Ναι» απάντησα με έναν ονειροπαρμένο τόνο να χαρακτηρίζει την μονολεκτική μου απάντηση.

Και έτσι η ζωή στο νησί άρχιζε… Η Σαντορίνη ήταν όντως το νησί που ο καθένας θα έπρεπε να επιτρέψει στον εαυτό του να ερωτευτεί. Γιατί άμα αυτό γινόταν η εμπειρία θα έμενε αξέχαστη. Στον οποιανδήποτε… Ακόμη και σε εμένα…

Όχι, είπα με αποφασιστικότητα στον εαυτό μου διαγράφοντας με μιας τις σκέψεις εκείνες από το κεφάλι μου. Όλη η στιγμή χάλασε, διαλύθηκε σε μικρά κομμάτια σαν ένας καθρέπτης που εξοστρακιζόταν με δύναμη στο πάτωμα αφήνοντας πίσω μονό την ανάμνηση κάτι όμορφου.

Έπιασα σφιχτά την βαλίτσα μου, έκανα να την σηκώσω αλλά τίποτα. Έβαλα περισσότερη δύναμη και τα κατάφερα. Παραπατώντας και κινδυνεύοντας να χάσω την ισορροπία μου ανέβηκα τα σκαλοπάτια και έφτασα στην πόρτα. Την άνοιξα με το κλειδί που βρήκα από έξω. Δεν αναρωτήθηκα ούτε για ένα δευτερόλεπτο ποιος το είχε βάλει εκεί και άμα δεν φοβόταν καμιά πιθανή ληστεία το εσωτερικό του σπιτιού ήταν το μονό που είχε σημασία εκείνη τη στιγμή.

Η πόρτα άνοιξε με δύναμη, χτυπώντας στον τοίχο και επιτελούς μπόρεσα να δω το περιβάλλον στο οποίο θα εμένα για τον υπόλοιπο μηνά. Δεν ήταν ιδιαιτέρα μεγάλο. Χωριζόταν σε δυο ορόφους. Σε εκείνον που βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή το μονό που μπορούσα να δω ήταν θαλασσιές πόρτες δεξιά, αριστερά και στο κέντρο. Πόρτες παντού! Το ένα δωμάτιο ήταν μια μικρή κουζίνα με όλα τα απαραίτητα αντικείμενα. Ένα τραπεζάκι έστεφε στο κέντρο του δωματίου με δυο τρεις καρέκλες διάσπαρτες γύρω του. Μπορούσα να φανταστώ ήδη τον εαυτό μου να μαγειρεύει, να χρησιμοποιεί ότι είχε εκεί μέσα. Ήμουν βέβαιη πως με εκείνον τον χορό θα δενόμουν πιο γρήγορα από ότι με τους άλλους γιατί απλά και στο σπίτι ακόμα τον περισσότερο καιρό μου τον περνούσα στην κουζίνα. Η σκέψη αυτή γκρεμίστηκε όταν το πόδι μου πάτησε μέσα στο ευρύχωρο σαλόνι, με τα μεγάλα παράθυρα και το υπέροχο μπαλκόνι των ονείρων μου με θεά προς την θάλασσα. Ήταν το πιο φωτεινό δωμάτιο. Κάτι ζεσταινόταν μέσα μου όταν το κοιτούσα, ίσως αυτό όφειλαν στον έντονο ενθουσιασμό η ίσως και στην σκέψη πως ζούσα σε ένα όνειρο. Ο καναπές ήταν καλούμενος με ένα παραδοσιακό χαλάκι παρόμοιο με αυτό που κάλυπτε το πάτωμα, ενώ ένα ξύλινο μικροσκοπικό τραπεζάκι έστεφε μπροστά του. Μια άδεια βιβλιοθήκη βρισκόταν απέναντι του, με ένα κατάλευκο γραφείο από διπλά ακριβώς μπροστά από το παράθυρο.

Ο πάνω όροφος ήταν πάνω κάτω ο ίδιος. Τα ιδία έπιπλα, το ίδιο στυλ και οι ίδιες πόρτες. Χωριζόταν σε τρία δωμάτια και ένα διάδρομο στην μέση. Το ένα δωμάτιο ήταν δικό μου, το άλλο του αγνώστου φίλου του Τζασπερ και το άλλο η τουαλέτα. Δεν διέφερε και πολύ από εκείνη που είχα στο σπίτι μου.

«Θα περάσω τελεία» είπα στον εαυτό μου και εκείνη τη στιγμή πραγματικά το πίστευα.

*********************

Το υπόλοιπο απόγευμα το πέρασα ακούγοντας μουσική από ένα παλιό ραδιόφωνο που κατάφερα να ξετρυπώσω από τα παλιά σκονισμένα ντουλάπια εκεί και τακτοποιώντας τα πράγματα μου.

Για κακή μου τύχη η καλή μου διάθεση χάλασε όταν ανακάλυψα πως κάποιος είχε ανακατευτεί με τα ρούχα της βαλίτσας μου, η μάλλον κάποια. Ένα σημείωμα υπήρχε στην κορυφή του σωρού από τα ρούχα που με συμβούλευε να μην κάνω τίποτα επιπόλαιο και να μην αρχίσω πάλι της ίδιες υστερίες σχετικά με την ενδυμασία αφού έτσι και αλλιώς ποτέ δεν έμοιαζε να με ενδιαφέρει. Από κάτω, με καλλιγραφικά, προσεχτικά γράμματα υπέγραφε η Αλις. Ποιος άλλος θα είχε μπει στον κόπο να βελτιώσει την καρνταρομπα μου;

Όσο και να προσπάθησα να ακολουθήσω της οδηγίες της… δεν τα κατάφερα. Είχα πολλούς καλούς λογούς για να αισθάνομαι προδομένη. Πρώτον η Αλις δεν με είχε καν ρωτήσει. Δεύτερον τα πράγματα στην βαλίτσα ήταν κυρίως δαντελένια, προκλητικά εσώρουχα με σχολιασμούς από την Αλις στα καρτελάκια τους –η τιμή είχε σβηστεί με μαύρο μαρκαδόρο-. Τρίτον οτιδήποτε υπήρχε εκεί μέσα δεν ήταν για μένα. Τα τακουνιά; Δεν ήξερα καν να περπατάω σωστά με αυτά. Τα ανοιχτά φορέματα –όταν έλεγα ανοιχτά δεν εννοούσα με απλά κοψίματα σε ωραία σημεία-; Τα βραχιόλια; Τα σκουλαρίκια; Υπήρχαν άπειρα πράγματα εκεί μέσα που δεν μου ταίριαζαν και άλλες δισεκατομυριες σκέψεις για το καθένα ξεχωριστά.

Μετά από πολύ θυμό και αγανάκτηση κατέληξα στο συμπέρασμα πως θα τα επέστρεφα ήρεμα και ήσυχα –αμφέβαλλα για αυτό- στην Αλις όταν θα είχα την ευκαιρία. Έως τότε… Θα περιοριζόμουν στο ντύσιμο που είχα εκείνη τη στιγμή.

*************

Μόλις τακτοποιήθηκα δεν έχασα ώρα. Αμέσως ξεντύθηκα και μπήκα στο ντουζ. Άφησα το κρύο νερό να τρέξει πάνω στο σώμα μου και ένα κύμα ανακούφισης με αναζωογόνησε. Η όλη κούραση είχε φύγει, το νερό είχε καταφέρει να με ξυπνήσει. Βρήκα από το μπάνιο τυλίγοντας μια πετσέτα γύρω μου κατευθυνόμενη προς το δωμάτιο που είχα επιλέξει. Ο συγκάτοικος μου δεν είχε κάνει την εμφάνιση του έως τώρα. Κάτι που με έκανε να νιώθω πιο άνετα κατά κάποιον τρόπο.

Το τραγούδι των Oasis, Slide Away συντροφεύοντας τα βήματα που έκανα.

Slide away, and give it all you've got
my today, fell in from the top
I dream of you, and all the things you say
I wonder where you are now?

Hold me down, cause all the world's asleep
I need you now, you've knocked me off my feet,
I dream of you, we talk of growing old
But you said please don't...

Slide in baby, together we'll fly
I've tried praying, but I don't know what you're saying to me

Now that you're mine
We'll find a way
Of chasing the sun
Let me be the one, that shines with you
in the morning, I don't know what to do
two of a kind
We'll find a way
To do what we've done
Let me be the one, that shines with you
And we can slide away, slide away, slide away, away...

Slide away, and give it all you've got
my today, fell in from the top
I dream of you, and all the things you say
I wonder where you are now?

Slide in baby, together we'll fly
I've tried praying, and I know just what you're saying to me

Now that you're mine
We'll find a way
Of chasing the sun
Let me be the one that shines with you
in the morning when you don't know what to do
two of a kind
We'll find a way
To do what we've done
Oh, let me be the one
That shines with you, and we can slide away...

Slide away, slide away, slide away, slide away
(and I want to try now, I wanna make you mine now) x 3

I don't know, I don't care, all I know is you can take me there x 5
(Slide away...)
Take me there

Επιασα τον εαυτο μου να χανεται στον ρυθμό της μουσικής και το ίδιο λεπτό θυμήθηκα πως το τραγούδι κάτι μου θύμιζε. Κάπου το είχα ξανακούσει και δεν ήταν απλώς ιδέα μου…

Τότε οι εικόνες τρύπωσαν στο μυαλό μου με τους στίχους του τραγουδιού να τις συνοδεύουν. Όλα ήταν πολύ απλά. Ένα νησί, ένα ταξίδι, μια περιπέτεια, ένας άτακτος σκύλος, ένα εστιατόριο, μια σπηλιά και ένα αγόρι με χάλκινα μαλλιά να φαίνονται σχεδόν σκούρα κάτω από το χαμηλό φωτισμό του χώρου.

Παρελθόν

Μετά από το άγχος των εξετάσεων εκείνες οι διακοπές έμοιαζαν με όνειρο. Μετά από όλη εκείνη την λύπη και τον αποχωρισμό από τα αγαπημένα μου πρόσωπα όλα έμοιαζαν με όνειρο αλλά αυτό το νησί όντως άξιζε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ήταν ένας επίγειος παράδεισος.

Με τον ήλιο να λάμπει πάνω από το κεφάλι μου και να καεί το λευκό δέρμα μου δεν μπορούσα να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο. Τα ματιά μου είχαν κλείσει, ένιωθα τα βλέφαρα μου βαριά και από στιγμή σε στιγμή θα ορκιζόμουν πως θα ήμουν έτοιμη να κοιμηθώ. Χρειαζόμουν ένα μπάνιο επειγόντως για να με ξυπνήσει! Αλλά το μονό πράγμα που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή ήταν το σχεδόν σαν γαργαλητό άγγιγμα του ηλίου.

Συνηθισμένη στα σύννεφα, στην βροχή και στην υγρασία λογικό ήταν να νιώθω έτσι. Τόσο απελευθερωμένη από όλα. Από το σχολείο, το οποίο πριν λίγους μήνες είχε τελειώσει. Από την οικογένεια μου, που με είχε ζαλίσει λίγο πριν φύγω. Ήταν βλέπετε οι πρώτες διακοπές που η Ρενε και ο Τσαρλυ θα με αφήναν μονή μου, απροστάτευτη, εκτεθειμένη στον έξω κόσμο.

Είχα βρει την αντίδραση τους υπερβολική, ακόμη και ας αυτοί είχαν την ιδέα για το συγκεκριμένο ταξίδι.

«Τα ματιά σου δεκατέσσερα για κινδύνους, δεν ξέρεις ποτέ τι άνθρωποι τριγυρίζουν γύρω σου» είχε πει ο Τσαρλυ με το βλέμμα του πιο τρομαγμένο από ποτέ και τα σοκολατί ματιά του να κοιτάζουν μέσα στα δικά μου με αγωνιά.

Ήμουν έτοιμη να του πω να μην πάθει κανέναν εγκεφαλικό όταν η Ρενε μπήκε μέσα στην συζήτηση από το πουθενά. «Ο Τσαρλυ έχει δίκαιο. Όσο μεγάλη και να είσαι πάντα υπάρχει περίπτωση να κινδυνεύεις. Κανείς δεν ξέρει…»

Και τώρα… Ήμουν σώα και αβλαβής σε μια ξαπλώστρα από τις πολλές σε αυτήν την παραλία και απολάμβανα κάθε στιγμή της ζώνης μου λες και ήταν η τελευταία.

Τα βραδιά έβγαινα έξω επιτρέποντας στον εαυτό μου να διασκεδάσει λέγοντας του συνεχεία πως δεν θα ξανάβλεπα κανέναν απο ολους αυτους τους ανθρωπους ποτέ ξανά. Όλοι τους ήταν τουρίστες. Όλοι τους μιλούσαν διαφορές γλώσσες. Και ποιες οι πιθανότητες να θυμούνται ένα κορίτσι σαν και εμένα;

Δεν θυμόμουν καν τι τρελές έκανα τα βραδιά. Χόρευα, τραγουδούσα πάνω στην πιστά… Και το καλύτερο ήταν πως ήμουν καλή σε αυτά! Ο καθένας από κάτω θα με περνούσε για μεθυσμένη αλλά δεν με πείραζε. Εγώ απλά διασκέδαζα παίρνοντας τις τελευταίες στιγμές λίγο πριν πάω στο πανεπιστημίου. Που θα έβρισκα χρόνο αργότερα έτσι και αλλιώς; Αυτή ήταν η μονή σκέψη που με συντρόφευε όταν ανέβαινα στην πιστά.

Φυσικά όμως δεν ήταν όλη η καθημερινότητα μου νυχτερινή ζωή για clubbing. Το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου το περνούσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου με την απαραίτητη συντροφιά της μουσικής, ενός δροσιστικού ποτού και καμιά φορά ενός βιβλίου από αυτά που είχα καταφέρει να χωρέσω στις αποσκευές μου, οι οποίες έπρεπε να παραδεχτώ πως δεν ήταν πολλές

Άλλες φορές πάλι πήγαινα στην παραλία –όπως τώρα- ανεξάρτητα από την ώρα. Λάτρευα το μπάνιο κατά την διάρκεια της νύχτας. Την ησυχία και τους φοίνικες. Την αίσθηση πως ήμουν η μοναδική που ήταν μέσα στην θάλασσα εκείνη την ώρα. Αλλά και πάλι δεν υπήρχε κάτι που να μην αγαπούσα στις διακοπές…

Μια φωνή ακούστηκε λίγα μετρά μακριά μου συνοδευμένη από ένα ανήσυχο γαύγισμα σκύλου. Ξαφνιασμένη πετάχτηκα από την ξαπλώστρα και από εκεί που δεν το περίμενα ένας σκύλος άρχισε να χοροπηδάει χαρούμενα, κουνώντας παιχνιδιάρικα την ουρά του πανω στα ποδιά μου. Η αλήθεια ήταν πως δεν φοβήθηκα. Αντίθετα διασκέδασα με την κατάσταση. Χαμήλωσα το σώμα μου και λύγισα τα ποδιά μου ώστε να χαϊδέψω το αξιαγάπητο μικρό ζωάκι.

Δεν ήταν μεγαλόσωμο. Τα αυτιά του ήταν πεταχτά, η μουσούδα του μακριά και το απαλό τρίχωμα του ένα ελαφρύ μπεζ χρώμα. Φορούσε ένα κολλάρο σε χρώμα κόκκινο που ταίριαζε απόλυτα με τα χαρακτηριστικά του.

Γουργούριζε με ευχαρίστηση καθώς τα δάχτυλα μου τριβόταν πάνω στον λαιμό του.

«Μάξι» ακούστηκε μια φωνή λίγα μετρά πιο μακριά από εμάς. Ο Μάξι σήκωσε ψηλά τα αυτιά του σαν να αναγνώριζε την φωνή εκείνη. Γάβγισε δυο φορές αλλά δεν έκανε κανέναν κόπο να φύγει από κοντά μου. Τα βήματα όλο και πλησίαζαν και σε λίγα λεπτά μπορούσα να ακούσω μια γρήγορη, κοφτή ανάσα από διπλά μου. Σήκωσα το βλέμμα μου και τότε… Αντίκρισα τον πιο όμορφο άνδρα που είχα δει ποτέ μου…

Ίσως και να υπέρβαλλα αλλά όντως το αγόρι που είχα μπροστά μου θύμιζε κάτι από μοντέλο. Οι γραμμομενοι κοιλιακοί, οι πλάτες του, το υπέροχο πρόσωπο του και εκείνα τα απερίγραπτα πράσινα ματιά του… Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα ποσό μάλλον να μιλήσω.

«Συγνώμη για την αναστάτωση» δικαιολογήθηκε γρήγορα. «Συνήθως κάθεται φρόνιμος» Μου πηρέ ένα λεπτό για να καταλάβω τι εννοουσε. Περισσότερη προσοχή έδινα στα χείλη του καθώς κουνιόταν παρά στις λέξεις που έβγαιναν από εκεί.

Πέρασα τα χεριά μου γύρω από την πλάτη μου απομακρύνοντας τα από τον Μάξι. «Δεν πειράζει… Έτσι και αλλιώς λατρεύω τα ζώα...»

«Συγνώμη παρόλα αυτά… Με λένε Εντουαρντ» μου συστήθηκε.

«Μπελλα, χάρηκα»

«Και εγώ» συμφώνησε με ειλικρίνεια εξετάζοντας με έναν περίεργο τρόπο τα ματιά μου. Αυτό με έκανε απευθείας να ντραπώ. Ένιωσα μια ζεστασιά στα ζυγωματικά μου όταν έβγαλα αυτό το συμπέρασμα όπως και ότι δεν μπορούσα να πάρω τα ματιά μου από πάνω του.

Ο Μάξι γάβγισε για μια φορά και έπειτα άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση ξανά. Ο Εντουαρντ αναστέναξα βαριεστημένα και μου έριξε μια νοσταλγική ματιά.

«Πρέπει να φύγω, λυπάμαι» δικαιολογήθηκε για μια ακόμη φορά.

«Καλή τύχη στο πιάσιμο» του ευχήθηκα με ειλικρίνεια.

«Ευχαριστώ» μου χαμογέλασε στραβά και μετά ξανάρχισε το κυνήγι του Μάξι αφήνοντας με εκεί. Κοκαλωμένη με κομμένη την ανάσα.

«Παρακαλώ» ψιθύρισα καθώς τον έβλεπα να απομακρύνεται όλο και πιο μακριά από εμένα.

Για την υπόλοιπη βδομάδα το μονό που σκεφτόμουν ήταν ο Εντουαρντ, η τυχαία σύντομη συνάντηση μας και η ζεστασιά που ένιωσα όταν ήταν από διπλά μου. Αναρωτιόμουν άμα θα είχα την ευκαιρία να τον ξαναδώ κάπου η άμα θα είχε ήδη φύγει από το νησί. Αναρωτιόμουν άμα με σκεφτόταν όπως τον σκεφτόμουν και εγώ καθημερινά.

Ο Εντουαρντ όμως δεν πρωταγωνιστούσε μονό στις σκέψεις μου αλλά και στα όνειρα μου. Με μια λέξη παντού…

Όλα αυτά το έκαναν αδύνατο να τον ξεχάσω, να τον βγάλω από το μυαλό μου για να απολαύσω ξέγνοιαστη τις μέρες που μου έμεναν πριν επιστρέψω στην σκληρή πραγματικότητα.

Είχα σταματήσει να βγαίνω έξω από το ξενοδοχείο και τα νυχτερινά μπάνια μου διακοπήκαν για κάποιο διάστημα χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Απλά εκείνη τη περίοδο μου φαινόταν πιο θελκτική η ιδέα να κάθομαι μέσα απαλλαγμένη από όλους και από όλα. Κάθε λογικός άνθρωπος θα έβγαινε έξω να ψάξει το άτομο που τον ενδιάφερε αλλά εγώ εδώ και χρονιά είχα πάψει να βάζω τον εαυτό μου στην κατηγορία των λογικών ανθρώπων. Οπότε το μονό που έκανα ήταν να κάθομαι μέσα. Άπραγη με ένα βιβλίο στο χέρι.

Πολλές φορές έχοντας βαρεθεί το εσωτερικό του δωματίου μου έβγαινα στο μπαλκόνι του κουβαλώντας πάντα μαζί μου μια πολυθρόνα, ένα μαξιλάρι, το mp4 μου και όπως πάντα το βιβλίο. Εκείνη την περίοδο διάβαζα τον Αλχημιστή του Κοελο. Ήταν κατά κάποιον τρόπο παιδικό βιβλίο, εύκολο για διάβασμα, αλλά εγώ το απολάμβανα όπως όλα τα έργα του συγκεκριμένου συγγραφεα.

Μια μέρα αποφάσισα πως ότι έκανα μέχρι στιγμής ήταν μάταιο, δεν έφερνε κανένα σοβαρό αποτέλεσμα εκτός από το ότι έχανα τις μέρες των διακοπών που μου είχαν μείνει. Δεν θα το επέτρεπα αυτό. Δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να αυτοκαταστρέφεται έτσι.

Με αυτό το σκεπτικό η μέρα μου ξεκίνησε… Το πρωί το πέρασα στην παραλία απολαμβάνοντας για άλλη μια φορά την ζεστή και τον ήλιο στο έπακρο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα ματιά μου χτένιζαν ανυπόμονα το τοπίο ψάχνοντας άσκοπα για το αγόρι που συνάντησα πριν λίγες μέρες στο ίδιο σημείο. Η για τον σκύλο του…

Ένιωθα γελοία, σαν εκείνα τα κορίτσια που κυνηγάνε τα αγόρια που θέλουν και στο τέλος το μονό που καταφέρνουν είναι να πληγωθούν. Η γιατί το αγόρι που πριν λίγο καιρό τους αρεσε δεν τους έδωσε σημασία η γιατί έπρεπε να φύγει μακριά τους.

Το ήξερα πως οι μέρες των διακοπών μου είχαν σχεδόν τελειώσει. Ποσό καιρό παραπάνω να είχα; Ο Τσαρλυ δεν θα μου επέτρεπε να κάτσω ούτε μια μέρα παραπάνω. Και με ποια δικαιολογία θα του το ζητούσα έτσι και αλλιώς; Είχα δυο βδομάδες ακόμη, αλλά οι μέρες περνούσαν βασανιστικά γρήγορα προσπερνώντας με, αφήνοντας με ένα βήμα πίσω, με την απορία άμα θα ξανάβλεπα τον Εντουαρντ. Δεν είχα πολλές πιθανότητες, αλλά θα το πάλευα. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα έκανα μια προσπάθεια να τον ξαναδώ. Έστω και για μια φορά…

Δυο μέρες πέρασαν έτσι. Με την ελπίδα μήπως τον συναντήσω τυχαία. Η τύχη όμως δεν φαινόταν να ήταν με το μέρος μου. Όσες φορές και να πήγα στην θάλασσα, όσες φορές και αν βούτηξα στην πισινά του ξενοδοχείου και ευχήθηκα να ήταν κει ώστε να με έβλεπε ήταν άσκοπες. Ποτέ δεν εμφανιζόταν όπως θα γινόταν σε κάποια συναισθηματική ταινία του Χόλυγουντ.

Έτσι μια μέρα, έχοντας ξεχάσει όλες τις πιθανότητες που είχα για να τον συναντήσω κατέβηκα στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Πολλοί άνθρωποι ήταν μαζεμένοι εκεί, ντυμένοι με τα καλά τους ανάμεσα τους και εγώ. Είχα φορέσει ένα καθημερινό, αέρινο λευκό φόρεμα, το οποίο το είχα συνδυάσει με μερικά αξεσουαρ από εκείνα που είχα αγοράσει από τα διαφορά τουριστικά μαγαζιά του νησιού. Μπορεί να ήταν ενθύμια αλλά δεν έχαναν την αξία τους και σαν κοσμήματα. Τα λάτρευα!

Με έναν αέρα αυτοπεποίθησης να χαρακτηρίζει την αύρα μου κάθισα σε ένα από τα τραπέζια του εστιατορίου χωρίς να δίνω σημασία σε τίποτα και σε κανέναν γύρω μου εκτός από την αίθουσα. Ήταν μεγάλη, επιβλητική και οι διαφορές αποχρώσεις του χρυσού που την χαρακτήριζαν μεγάλωναν την πρώτη μου εντύπωση. Τα τραπέζια ήταν μαύρα, με χρυσά τραπεζομάντιλα και στολίδια. Ακόμη και τα λευκά τριαντάφυλλα μέσα στα βάζα ήταν γεμάτα με χρυσόσκονη, τα πιάτα, τα ποτήρια… Όλα είχαν αυτό το στοιχειό να τα χαρακτηρίζει. To χρυσό ήταν ο πρωταγωνιστής εκεί μέσα.

Περίμενα για λίγη ώρα χωρίς να θέλω να γίνω πιεστική σηκώνοντας με νόημα το χέρι μου στο προσωπικό του ξενοδοχείου. Έτσι απλά έμεινα εκεί, παρατηρώντας ότι γινόταν μέσα στον χώρο. Έξω ο ήλιος έδυε πίσω από τα φοινικόδεντρα, τα οποία φαινόταν σαν σκιές μέσα στο ελάχιστο φως. Και τότε μέσα στις σκιές τον είδα.

Στεκοταν εκεί περιμένοντας κάποιον η κάποια. Δεν άφησα την τελευταία σκέψη μου να χαραχτεί στο μυαλό μου. Δεν ήθελα κιόλας. Για λίγα λεπτά απλά κοιτούσα την ψιλή σιλουετα του, τα μαλλιά του έτσι όπως φαινόταν από πίσω, τα καλά του ρούχα… Τα πάντα… Τα ματιά μου είχαν καρφωθεί πάνω του και δεν έφευγαν από εκεί. Δεν μπορούσα να τα πάρω μακριά του…

Δεν ήξερα πως είχε γίνει αλλά χωρίς ούτε καν να το καταλάβω, τα ματιά μου δεν κοιτούσαν πια την πλάτη του, αλλά τα πράσινα ματιά του τα οποία ήταν επίσης στραμμένα προς το μέρος μου. Ο αέρας τραβούσε τα μαλλιά του προς τα μπροστά μπερδεύοντας τις τούφες μεταξύ τους. Το χέρι του τις έδιωξε επιδέξια.

Κατέβασα ντροπαλά το βλέμμα μου στο τραπεζομάντιλο καθώς έπαιζα νευρικά με τα δάχτυλα των χεριών μου. Δεν τόλμησα να το ξανασηκώσω. Ήλπιζα να με είχε προσέξει. Εγώ εκείνη την στιγμή ένιωθα εντάξει με τον εαυτό μου. Τον είχα δει για μια ακόμη φορά. Ίσως και τελευταία…

«Γεια» άκουσα την φωνή του. Σήκωσα απότομα το πρόσωπο μου, νιώθοντας ελαφρώς απροσανατολισμένη. Δεν πίστευα πως ο Εντουαρντ στεκόταν εκεί, διπλά μου, με τα ματιά του στραμμένα πάνω μου.

«Γεια» τον χαιρέτησα απλά.

Το χέρι του πέρασε μέσα από τα μαλλιά του. Το χαμόγελο δεν έφυγε από τα χείλη του ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Έκανε λες και είχε ανακαλύψει έναν θησαυρό σε αυτό το νησί.

«Μπελλα σωστά;» ρώτησε αν και φαινόταν παρά πολύ σίγουρος για το όνομα μου.

«Ναι»

«Δεν ξερώ άμα με θυμάσαι, είμαι ο Εντουαρντ. Το αγόρι με τον σκύλο» Πως είναι δυνατόν να σε ξεχάσω;

«Ναι, θυμάμαι» παραδέχτηκα με αυτοπεποίθηση. Έδιωξα τα μαλλιά μου μακριά από τα ματιά μου, τα οποία είχαν πάει εκεί μπροστά προηγουμένως.

«Μπορώ να καθησω;»

«Ναι, φυσικά» είπα γρήγορα τραβώντας χωρίς λόγω την καρεκλά μου πιο κοντά στο τραπέζι.

Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν γενική, δεν είχε να κάνει με τίποτα συγκεκριμένο. Απλά καθόμασταν, τρώγαμε το φαγητό που είχαμε παραγγείλει, μιλούσαμε και μερικές φορές γελούσαμε με τα αστεία που έκανε ο ένας στον άλλον σαν να ήμασταν παλιοί, καλοί φίλοι. Αυτή η ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί χωρίς κόπο από την μεριά μου, ο Εντουαρντ ήταν εκείνος που την δημιούργησε. Η ψυχή της παρέας.

Όταν ότι φαγώσιμο υπήρχε στο τραπέζι είχε τελειώσει και το φως έξω γινόταν όλο και πιο αραιό αποφάσισα πως ήταν η ώρα να φύγω. Ο Εντουαρντ φάνηκε να το συνειδητοποιεί και εκείνος ακριβώς την ιδία στιγμή.

«Θέλεις να πάμε στην παραλία;» ρώτησα διατηρώντας την φωνή μου σταθερή. Δεν ήθελα να τον χάσω την ιδία μέρα στην οποία τον βρήκα ξανά.

«Ναι, φυσικά» μου χαμογέλασε, με εκείνο το στραβό του το χαμόγελο που με έκανε να χάσω την γη κάτω από τα ποδιά μου.

Περπατούσαμε μέσα στο σκοτάδι διπλά. Ήθελα απεγνωσμένα να καλύψω την απόσταση, ήθελα όσο οτιδήποτε άλλο το χέρι μου να πιάσει το δικό του, να νιώσω την ζεστασιά του σώματος μου πάνω στο δικό μου έστω και για ένα δευτερόλεπτο. Παρολές τις σκέψεις που έκανα ήμουν σίγουρη πως εξωτερικά δεν φανέρωνα παρά πολλά. Κοιτούσα ανέκφραστη –όσο μπορούσα- ευθεία μπροστά. Τους αμμολόφους, τα φυτά ανάμεσα τους, το φεγγαροφως και τον ξύλινο διάδρομο που οδηγούσε στην παραλία. Όλα ήταν τόσο απόκοσμα, σαν ένα όνειρο. Είχα την αίσθηση πως ζούσα το παραμύθι μου παρέα με τον άνδρα που ονειρευόμουν πάντα, που τώρα που τον είχα συναντήσει ήξερα πως τον ήθελα τόσο πολύ που η καρδιά μου κόντευε να σπάσει.

Η άμμος χτύπησε με δύναμη τα γυμνά μου ποδιά, χαϊδεύοντας το σώμα μου, αφήνοντας μια γλυκιά αίσθηση πόνου πίσω της.

«Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε άξαφνα ο Εντουαρντ διαταράσσοντας την ηρεμία του τοπιού, βγάζοντας με μεμιάς από τις σκέψεις μου.

«Τίποτα, το μυαλό μου έχει αδειάσει» παραδέχτηκα με ειλικρίνεια.

«Και το δικό μου»

Τον κοίταξα με την άκρη του ματιού μου. Το χαμόγελο είχε χαθεί από το αγγελικό πρόσωπο του. Τα χείλη του είχαν σχηματίσει μια ευθεία γραμμή ενώ τα ματιά του είχαν χάσει ένα κομμάτι από την κανονική λάμψη τους. Μπορεί να τον ήξερα για παρα πολυ λιγο καιρο… Ούτε για μια μέρα, αλλά ήταν ξεκάθαρο πως σε φυσιολογικές συνθήκες δεν αντιδρούσε έτσι.

«Ποτέ φεύγεις;» ρώτησα με τρεμαμένη φωνή. Δεν ήταν από τα πιο ασφαλή θέματα που μπορούσα να θίξω αλλά έπρεπε να μάθω πόσος χρόνος μου είχε μείνει μαζί του.

«Σε πέντε μέρες, εσύ;» Το στομάχι μου σφάχτηκε και με δυσκολία συγκρατησα τα δάκρυα μου. Τα ματιά μου έτσουζαν, διαμαρτύρονταν με αυτή μου την άρνηση αλλά παρόλα αυτά εγώ συνέχιζα να τα κρατάω φυλακισμένα. Θα με περνούσε για τρελή άμα έκλαιγα.

«Σε δυο βδομάδες, ίσως και πιο νωρίς» η φωνή μου έσπασε, κάτι που έκανε φανερό πως λυπόμουν για αυτό.

Εκείνος θα έφευγε πιο νωρίς από εμένα και εγώ θα καθόμουν εδώ… Μονό αυτές οι λέξεις χαραχτήκαν στο μυαλό μου από όλη αυτή τη συζήτηση. Το θέμα ήταν πως ήθελα να κάνω κάτι. Να μην μείνω μονό έτσι μαζί του, ένα απλό κορίτσι που γνώρισε σε ένα τυπικό καλοκαιρινό ταξίδι. ΗΘΕΛΑ να είμαι ξεχωριστή και θα το έκανα, με οποιονδήποτε τρόπο.