'Σημάδια του Χρόνου'
'Κεφαλαίο 3ο'
'Μπελλα'
Καθίσαμε στην καυτή από τον ήλιο άμμο, λίγα μέτρα πιο μακριά από εκεί που έσκαγε το κύμα. Μπορούσα να ακούσω κάθε ήχο, κάθε κίνηση που γινόταν γύρω μου. Από τον ήχο των βότσαλων καθώς η θάλασσα τα μετακινούσε έως και το απαλό αεράκι που έκανε τα φυλλώματα των δέντρων να χτυπάνε μεταξύ τους. Από τον ήχο της άμμου καθώς προσγειωνόταν σαν χρυσόσκονη μέσα στην θάλασσα έως και τις βαριές, γρήγορες ανάσες των δυο μας.
Δεν μπορούσα να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να ρίχνω πλαγιές ματιές στον Εντουαρντ που καθόταν από διπλά μου. Το φεγγαροφως έκανε τα χάλκινα μαλλιά του να δείχνουν πιο φωτεινά, σαν μια απόχρωση του χρυσού αναμειγμένη με ελάχιστο κόκκινο. Τα πράσινα σαν λίμνες ματιά του έλαμπαν περιτριγυρισμένα από τις πυκνές, μαύρες βλεφαρίδες του.
Με είχε πιάσει να τον κοιτάζω, αλλά πάντα μου χαμογελούσε. Με κοιτούσε εξεταστικά για λίγο και μετά το βλέμμα του έπεφτε ξανά στην άμμο, σαν να αποφάσιζε κατά κάποιον τρόπο τι ακριβώς έπρεπε να κάνει μαζί μου.
Αμήχανη σιωπή είχε δημιουργηθεί μεταξύ μας και όσο και αν προσπαθούσα να βρω κάτι αρκετά ενδιαφέρον να πω πάντα την τελευταία στιγμή έκλεινα το στόμα μου μετανιωμένη, λες και φοβόμουν πως κάθε λέξη που θα υπονοταν εκείνη τη στιγμή θα την χαλούσε.
Πήρα μια χούφτα καυτής από τον ήλιο άμμου και την έριξα ξανά στην θέση της αργά. Βύθισα τα ποδιά μου μέσα της και άφησα έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης να βγει από τα χείλη μου. Αυτό τράβηξε την προσοχή του Εντουαρντ, ο οποίος γύρισε το ίδιο λεπτό που έκανα εγώ να τον κοιτάξω. Τα ματιά του έκαιγαν τα δικά μου αλλά κάτι τον σταματούσε. Κάτι τον έκανε να διστάζει και να είναι αναποφάσιστος. Κάτι που έπρεπε να εξαφανιστεί γρήγορα από εκεί μέσα.
Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαιτέρα σηκώθηκα από την θέση μου αγνοώντας την άμμο που είχε κολλήσει πάνω στα ρούχα και στο δέρμα μου. Η αίσθηση δεν ήταν ενοχλητική αλλά και πάλι ήθελα να απαλλαχτώ από το ξένο για το δέρμα μου τρίμα πετράς.
Κοίταξα την θάλασσα και ξαφνικά αισθάνθηκα να ζεσταινομαι.Τα νερά της ήταν ήρεμα και κανείς δεν υπήρχε τριγύρω. Μονό εγώ και εκείνος. Δεν ήξερα τι σκεφτόταν ή τι σκόπευε να κάνει ο Εντουαρντ ,αλλά εγώ είχα αποφασίσει τι θα εκανα. Είχε έρθει η ώρα, δεν χωρούσαν άλλες καθυστερήσεις.. Το μέρος ήταν ιδανικό και δεν έπρεπε να ντρέπομαι. Έπρεπε να φανώ δυνατή και απλά να το κάνω.
Ο Εντουαρντ γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε.
«Κάνει ζεστή» παρατήρησα προσπαθώντας να κάνω την φωνή μου όσο πιο ναζιάρικη γινόταν. Τεντώθηκα σηκωνοντας τα χεριά μου ψηλά και δένοντας τα μεταξύ τους. Ένιωθα σαν να έκανε ασκήσεις γιόγκα μπροστά σε κοινό. «Ότι πρέπει για νυχτερινό μπάνιο, δεν συμφωνείς;»
Έβγαλα απότομα το φόρεμα μου αφήνοντας το να πέσει από διπλά του και αφού έμεινα μονό με το κάτω εσώρουχο προχώρησα προς την θάλασσα και βούτηξα μέσα. Ένα κύμα δροσιάς τύλιξε ολόκληρο το κορμί μου κάνοντας με να ανατριχιάσω και χωρίς να σκέφτομαι τίποτα πήγα κάτω από το νερό βρέχοντας με ολόκληρη.
Όταν βγήκα στην επιφάνεια είχα να αντιμετωπίσω τα ορθάνοιχτα από το σοκ ματιά του Εντουαρντ αλλά και το γεμάτο απορία βλέμμα του. Φαινόταν τόσο παραξενευμένος από αυτή μου την κίνηση και ήμουν βέβαιη πως τον είχα πιάσει απροετοίμαστο.
Έδιωξα τις βρεγμένες τούφες των μαλλιών μου μπροστά από το πρόσωπο μου τραβώντας τις προς τα πίσω.
«Η αίσθηση είναι τελεία, θα την λατρέψεις. Έλα μέσα» του είπα.
«Καλυτέρα όχι» απάντησε εκείνος με φωνή όχι και τόσο αποφασιστική, ακριβώς όπως και το πρόσωπο του. Τον είχα πιάσει απροετοίμαστο με την συμπεριφορά μου.
«Γιατί; Τον νερό είναι υπέροχο… Ειδικά το βραδύ, η αίσθηση του να μην ξέρεις που πατάς και που βρίσκεσαι είναι μαγευτική» έκανα άλλη μια αποπειρα να τον πείσω ξανά.
«Καλυτέρα όχι» επανέλαβε.
«Εντουαρντ μην μου πεις πως φοβάσαι» είπα νευριασμένη βάζοντας τα χεριά μου στην μέση μου.
«Όχι φυσικά. Άμα εννοείς το σκοτάδι» μουρμούρισε ξύνοντας νευρικά τον σβέρκο του.
Χαμογέλασα όταν κατάλαβα τι εννοούσε, γρήγορα όμως επανηλθα στο αρχικό μου σχέδιο. «Σε παρακαλώ Εντουαρντ» παρακάλεσα, βέβαιη πως τα ματιά μου θύμιζαν ματιά κουνελιού εκείνη τη στιγμή. Μεγάλα και γυαλιστερά από το φως του φεγγαριού. «Σε παρακαλώ»
Αναστέναξε κοιτώντας μια εμένα και μια το νερό πριν παραδώσει τελείως τα όπλα. «Καλά αλλά μονό για λίγο»
«Το υπόσχομαι» είπα επιστρέφοντας στην συμπεριφορά της γατούλας.
Σηκώθηκε από την θέση του και αφού έβγαλε όλα του τα ρούχα, βασανιστικά αργά, εκτός από το μαυρο μποξεράκι του, άρχισε να περπατάει προς το μέρος μου. Φαινόταν τόσο όμορφος κάτω από το φως του φεγγαριού, σαν ένας θεός που είχε εμφανιστεί κατά τύχη μπροστά μου.
Καθώς τον παρακολουθούσα να βυθίζεται μέσα στο νερό αναρωτήθηκα άμα θα με ήθελε εκείνος με τον ίδιο τρόπο που τον ήθελα και εγώ. Μου φαινόταν αδύνατο. Δεν γινόταν από όλα αυτά τα όμορφα κορίτσια που κυκλοφορούσαν στην παραλία εγώ να ήμουν η τυχερή που θα έπαιρνε το αγόρι για τον εαυτό της. Ποτέ δεν ήμουν τυχερή, όλα μου αντιστεκόταν στην ζωή μου, λες και ζούσα σε έναν συνεχή πόλεμο. Ακόμη και όταν ήμουν μικρότερη και ένα αγόρι μου άρεσε πάντα κατέληγα πληγωμένη, πάντα το αγόρι εκείνο διάλεγε κάποια άλλη. Πιο όμορφη από εμένα…
Και όμως εκείνη τη στιγμή ένιωθα λες και οι οροί είχαν αντιστραφεί. Αυτή τη φορά εγώ ήμουν το μονό κορίτσι τριγύρω και ο Εντουαρντ το μοναδικό αγόρι. Δεν θα ήταν και παρά πολύ δύσκολο να του τράβηξω την προσοχή. Η έτσι πίστευα… Τίποτα δεν ήταν ποτέ εύκολο, όσο απλά και αν παρουσιαζόταν.
«Δεν είναι τελεια;» τον ρώτησα την ώρα που άρχισα σιγά, σιγά να τον πλησιάζω όλο και πιο πολύ μέσα στο νερό.
«Ναι» απάντησε επιφυλακτικά.
Τα ματιά του βυθιζόταν μέσα στα δικά μου με ένταση, έχοντας σκουρύνει, έχοντας μεταμορφωθεί από πράσινα σε κάτι πιο σκούρο, σχεδόν μαύρο χρώμα που σιγόκαιγε σαν φωτιά μέσα στο σκοτάδι.
Έφερα τα χεριά μου γύρω από τον λαιμό του αγκαλιάζοντας τον σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα που μπορούσε να συμβεί εκείνη τη στιγμή. Και όντως ήταν! Τι το κακό είχε; Ένιωθα… ωραία. Κάτι πετάριζε μέσα στο στομάχι μου με έναν παράξενο τρόπο, αλλά και πάλι δεν πονούσα πουθενά!
Μέσα στην αγκαλιά μου ο Εντουαρντ δεν αντιδρούσε, απλά συνέχιζε να με κοιτάει λαίμαργα. Άπλωσε το χέρι του και άγγιξε την μια μεριά του προσώπου μου, την χάιδεψε απαλά προκαλώντας μια ανατριχίλα σε όλο μου το κορμί. Το σώμα μου χαμήλωσε προς το δικό του και αυθόρμητα τα χείλη του έψαξαν για τα δικά μου. Δεν ήξερα πως έγινε, απλά έγινε… Δεν προσπάθησα να το εξηγήσω.. Τα χείλη μας ηρθαν σε επαφή και το στόμα μου μισάνοιξε με σκοπό να βαθύνω το φιλί. Το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από τον αυχένα μου φέρνοντας με όλο και πιο κοντά του.
Τραβήχτηκε πίσω βαριανασαίνοντας και μπορούσα να δω την επιθυμία όμοια με την δική μου μέσα στα ματιά του.
Με ήθελε. Αυτή ήταν μια παρηγορητική σκέψη που έσβησε για λίγο την ανησυχία των πέντε ημερών που μας απέμεναν. Εστίασα μονό σε εμένα, τον Εντουαρντ και τις στιγμές εκείνες. Σε λίγες μέρες όμως όλα αυτά θα ήταν απλώς αναμνήσεις, ξεχασμένες, ξεθωριασμένες αναμνήσεις. Αναμνήσεις που πονούσαν, αφήνοντας ανοιχτές πληγές στην καρδιά μου για χρονιά.
Δεν κάναμε τίποτα άλλο εκείνο το βραδύ. Μονό μιλούσαμε, πετούσαμε πειραχτικά ο ένας στο άλλον άμμο, η ξαπλώναμε εκεί που έσκαγε το κύμα αγναντεύοντας τα αστερία. Ήταν… ευχάριστο να έχεις κάποιον από διπλά σου. Ήταν ευχάριστο να έχεις κάποιον άλλον να κοιτάς που τον έβρισκες πιο ενδιαφέροντα από τα αστερία.
«Τι σκέφτεσαι;» ρώτησε πραγματικά περίεργος.
Μόλις οι λέξεις αυτές βρήκαν από το στόμα του όλες οι σκέψεις που πριν από λίγα λεπτά έκανα δεν υπήρχαν πια. Έτσι απλά το μυαλό μου είχε επικεντρωθεί σε εκείνον.
«Έχει σημασία;» αναρωτήθηκα με διστακτικότητα εμφανή στην φωνή μου.
«Για εμένα έχει. Θέλω να ξερώ τι σκέφτεσαι κάθε λεπτό που θα είμαστε μαζί. Ακόμη και όταν είμαστε χωριά θα αναρωτιέμαι, με την μονή διαφορά πως τότε δεν θα μπορώ να ρωτήσω»
Τα λόγια του ήταν τόσο ρομαντικά, αλλά και τόσο επικίνδυνα ταυτόχρονα. Δεν ήθελα να ξέρει τι σκεφτόμουν. Οι σκέψεις ηταν για αυτούς που τις εκαναν όχι για αλλά πρόσωπα. Αυτό πίστευα τουλάχιστον.
Αναστέναξα παραδομένη. «Ότι είναι μια όμορφη νύχτα. Όλα είναι τόσο φωτεινά, δεν συμφωνείς;»
«Για νύχτα, είναι φωτεινά» συμφώνησε. Φαινόταν η απάντηση μου να μην τον είχε καλύψει αρκετά. Έβλεπα στα ματιά του το μυστήριο που προσπαθούσε να λύσει, σαν μια πράξη μαθηματικών.
Οι υπόλοιπες μέρες ήταν ευχάριστες, μαγικές, φαντασμαγορικές. Οι καλύτερες ολόκληρης της ύπαρξης μου. Περνούσαμε τόσο καλά, ανάμεσα σε λίγες μέρες είχαμε ανακαλύψει πως ταιριάζαμε σαν δυο σταγόνες νερού. Δεν συνήθιζα να πιστεύω στις αδελφές ψυχές και σε αλλά τέτοια, αλλά ο Εντουαρντ και η σχέση που είχαμε δημιουργήσει μου είχαν αλλάξει όλη την κοσμοθεωρία που είχα σχηματίσει σχετικά με τον κόσμο.
Ο χρόνος όμως, δυστυχώς, δεν συμβιβαζόταν με τις επιθυμίες μου. Τον ήθελα να περνάει αργά και όχι τόσο γρήγορα. Οι εικόνες περνούσαν μπροστά από τα ματιά μου σαν ταινία, λες και εγώ δεν συμμετείχα.
Αυτά σκεφτόμουν όταν ξάπλωνα μονή μου στο μπαλκόνι του δωματίου μου, κοιτάζοντας τα αστερία, αναλογιζομένη πως θα έβρισκα τον εαυτό μου σε λίγες μέρες, όταν εκείνος θα έφευγε. Δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Ήταν σαν χτύπημα κάτω από την μέση, μου έκοβε την ανάσα και έκανε την αγωνιά μου να περνάει τα όρια που είχα βάλει σε εκείνη. Όμως τι να έκανα;
Σαν ωρολογιακή βόμβα προγραμματισμένη να φέρνει την καταστροφή οι ώρες που μας απέμεναν για να περάσουμε μαζί ήταν ελάχιστες, ήταν ήδη λίγες και μειωνόταν όλο και πιο πολύ.
Μια από εκείνες τις νύχτες το προσωπικό του ξενοδοχείου με ειδοποίησε πως κάποιος ήθελε να με δει. Δεν χωρούσαν αμφιβολίες, αυτός ο κάποιος ήταν ο Εντουαρντ. Ήμουν εκατό τοις εκατό σίγουρη για αυτό. Ανήσυχη και με βραχνή φωνή τους είπα να πουν στον Εντουαρντ πως θα κατέβαινα σε λίγα λεπτά.
Δεν έκανα τον κόπο να βάλω κάτι πάνω από τα λεπτά ρούχα μου. Ήμουν πεπεισμένη πως αυτό ήταν. Θα μου έλεγε το αναμενόμενο αντίο. Κάθε λογική σκέψη είχε καταρρεύσει, δεν κατάφερα καν να θυμηθώ πως είχαμε δυο μέρες.
Κατέβηκα τα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου αργά, σέρνοντας τα ποδιά μου από το ένα σκαλί στο άλλο, μαζί και το χέρι από οπού βρισκόταν η κουπαστή της σκάλας. Είχα αγνοήσει το ασανσέρ, έτσι θα έπρεπε να κατεβώ καμπόσους ορόφους με τα ποδιά. Δεν με πείραξε. Όλα με αποσυντονιζαν.
Το αντίο βουιζε μέσα στα αυτιά μου και δεν ήταν το αντίο που μου έλεγε κάθε βραδιά πριν χωριστούμε έξω από το ξενοδοχείο κάτω από τα φωτά της πισίνας και των χρωμάτων. Εκείνο συνοδευόταν από ένα φιλί στο μέτωπο, αυτό θα ήταν ένα ξερό, άχαρο σύνολο γραμμάτων.
Ευτυχώς η δυστυχώς -δεν μπορούσα να καταληξω- όταν κατέβη κάτω βρήκα τον χαρωπό Εντουαρντ. Το πρόσωπο του φωτίστηκε μόλις με είδε και ένα χαμόγελο ανυπομονησίας διαγράφτηκε στο πρόσωπο του. Του το ανταπέδωσα κατευθείαν ανακουφισμένη. Το καλοκαίρι δεν είχε τελειώσει, όχι ακόμα τουλάχιστον.
Με πλησίασε, ανίκανος προφανώς να περιμένει έστω και ένα λεπτό περισσότερο. Και εμένα μου είχε λείψει αν και η τελευταία μας συνάντηση είχε τερματιστεί μόλις δυο η τρεις ώρες. Η μονή εξήγηση που κατάφερα να βρω για αυτό ήταν πως είχα πάθει πιθανότατα εξάρτηση. Δεν την απέκλισα.
«Μου έλειψες» μουρμούρισε και το ίδιο δευτερόλεπτο τα χείλη του βρεθήκαν πεινασμένα πάνω στα δικά μου. Μπορούσα να νιώσω την ανάγκη, τον πόθο και την ένταση του φιλιού μας. Τα συναισθήματα με διαπερνούσαν και τα χείλη μου έτρεμαν καθώς τον φιλούσα λες και με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να βγάλω τις αρνητικές σκέψεις από το μυαλό μου. Όχι όταν οι μέρες περνούσαν τόσο γρήγορα σαν εικόνες μιας ταινιας μπροστά από τα ματιά μου.
«Και εμένα, δεν μπορείς να φανταστείς ποσό» απάντησα ξέπνοη ανάμεσα στο στόμα του.
Κούρνιασα μέσα στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί που αναζητούσε απεγνωσμένα φροντίδα. Τον ήθελα, με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά το πρόβλημα ήταν πως φοβόμουν. Δεν ήθελα να προχωρήσω μαζί του όσο και να το επιθυμούσα γιατί τα σημάδια θα έμεναν, θα με κυνηγούσαν για το υπόλοιπο της ζωης μου άμα συνεβαινε κάτι που δεν είχαμε προβλέψει ανάμεσα μας. Φυσικά και θα κρατούσαμε επαφή μετά από τις καλοκαιρινές διακοπές, αλλά από προσωπική πείρα ήξερα πως μια σχέση που συγκροτείτε από μακριά είναι σαν μια λεπτή κλωστή. Θα ήταν πολύ εύκολο κάποιος από τους δυο μας να πάρει ένα ψαλίδι και να την κόψει στα δυο. Αυτός ο κάποιος πάντως δεν θα ήμουν εγώ. Δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω κάτι τόσο σκληρό στον εαυτό μου. Ο Εντουαρντ όμως; Ήμουν όντως τόσο σημαντική όσο μου υποσχόταν;
«Γιατί ηρθες; Είναι αργά, είναι…» Κοίταξα αναρωτημένη το ρολόι μου. «Δυο η ώρα;»
«Ναι» ψέλλισε δειλά. Το μονό που έβλεπα ήταν πράσινες λίμνες, τα πάντα ήταν πράσινες λίμνες. «Το ξερώ πως έχουμε βγει έξω για σήμερα μα…. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ… Ίσως το βρεις εγωιστικό η ίσως και υπερβολικό μα σε χρειάζομαι για κάθε λεπτό της ημέρας. Κάθε λεπτό είναι σημαντικό τώρα» Τα ματιά του έγιναν θλιμμένα, τρομοκρατημένα και όσο και αν προσπάθησε να το κρύψει είδα πως και εκείνος μετρούσε τις ημέρες μέχρι τον αποχαιρετισμό μας.
«Το ξερώ, και εγώ νιώθω έτσι» εξομολογήθηκα. Πέρασα τα δάχτυλα μου μπροστά από τα ματιά μου τρίβοντας τα απελπισμένα. Η ανάγκη για ξεκούραση είχε μεγαλώσει. Αν ήταν δυνατόν θα έπαιρνα τον Εντουαρντ πάνω στο δωμάτιο μου θα το έκανα προκειμένου να πέσω για ύπνο όσο το δυνατόν γρηγορότερα μπορούσα.
«Θέλω να πάμε βόλτα στην παραλία, Μπελλα» είπε τελικά, μπόρεσα να διακρίνω έναν ανεξήγητο δισταγμό στην φωνή του. Δεν το κατάλαβα τότε αλλά τώρα το καταλαβαίνω…
«Είναι αργά, Εντουαρντ. Νυστάζω…» διαμαρτυρήθηκα και ένα χασμουρητό διέκοψε την δήλωση μου.
«Σε παρακαλώ, Μπελλα. Κάνε μου την χάρη» με παρακάλεσε. Λύγισα αμέσως. Δεν μπορούσα να τον βλέπω να μου ζητάει κάτι και εγώ να τον αγνοώ. Έδιωξα την κούραση, συγκεντρώθηκα σε εκείνον και το μονό που χρειάστηκε να κάνω για να του δείξω πως παραδόθηκα ήταν ένα νεύμα του κεφαλιού μου.
Το κρύο διαπερνούσε το σώμα μου παρέα με το απαλό καλοκαιρινό αεράκι. Τύλιξα τα χεριά μου γύρω από το σώμα μου σε μια προσπάθεια να ζεσταθώ. Φορούσα ακόμα το λεπτό, πρόχειρο φανελάκι και το σορτς μου. Ρούχα τα οποία δεν με βοηθούσαν καθόλου στο να ζεσταθώ. Ο Εντουαρντ δεν άργησε να το παρατηρήσει.
«Μπελλα, κρυώνεις;» ρώτησε απαλά με έναν επείγοντα τόνο στην φωνή του. Μου θύμισε άθελα μου τον Τσαρλυ, όταν ήμουν μικρότερη συνήθιζε να είναι προστατευτικός σε βαθμό υπερβολής.
«Λιγάκι» απάντησα προσπαθώντας να δείχνω άνετη παρόλο που τα ποδιά μου έτρεμαν με κάθε χάδι του αέρα.
Χωρίς να χάνει ούτε ένα δευτερόλεπτο έβγαλε την φαρδιά ζακέτα του τυλίγοντας την γύρω από τους ωμούς μου. Την ένιωθα βαριά πάνω τους, κάτι άγνωστο μετά από τόσο καιρό που πέρασα με καλοκαιρινά ρούχα και μαγιό. Κατά τα αλλά δέχτηκα την χειρονομία του αυτή απλόχερα.
«Εσύ δεν κρυώνεις;» ρώτησα νιώθοντας άσχημα που του είχα πάρει την ζακέτα.
«Όχι, έχω συνηθίσει» μου χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο που έκοψε τα ποδιά μου στα δυο. Θεέ μου… Μακάρι να είχα την δυνατότητα να τον βλέπω έτσι κάθε λεπτό της ημέρας. Κάθε μέρα επί χρονιά…
«Έρχεσαι συχνά εδώ τα βραδιά;» αναρωτήθηκα προσπαθώντας να διώξω τις αρνητικές σκέψεις. Δεν βοηθούσαν σε τίποτα αυτή τη στιγμή.
«Πριν λίγες μέρες ηρθα για πρώτη φορά, μου άρεσε, σήμερα σκέφτηκα πως θα ήταν καλή ιδέα να σε φέρω» είπε απλα ανασηκωνοντας του ωμους του σαν να μην το θεωρουσε και τοσο σημαντικο.
Κοίταξα το τοπίο γύρω μου ευχαριστημένη που είχε σκεφτεί να μου το αποκαλύψει. Καθόμασταν σε ένα πέτρινο παγκάκι σκαλισμένο επιδέξια πάνω στους βράχους, ενώ μπροστά μας το μονό που μπορούσαμε να διακρίνουμε ήταν ένας γκρεμός και μια ατελείωτη έκταση θάλασσας. Την χαρακτήριζε η μαυρίλα της νύχτας, όπως όλα γύρω μας. Διαφορετικά θα έτρεμα από τον φόβο μου. Ποτέ δεν ήμουν λάτρης του σκοταδιού και ποτέ δεν είχα νιώσει ασφάλεια σε αυτό. Όμως δεν φοβόμουν τις σκιές όταν είχα τον Εντουαρντ από διπλά μου.
«Είναι όμορφα» παραδέχτηκα σφίγγοντας τα τυλιγμένα μου χεριά πιο πολύ γύρω μου.
Η μυρωδιά του Εντουαρντ τρυπούσε τα ρουθούνια μου προκαλώντας μου ένα ελαφρύ κύμα ζαλάδας που κανένα αεράκι δεν μπορούσε έτσι απλά να διώξει. Μύριζε τόσο όμορφα. Ήταν ένας παράξενος συνδυασμός διαφορών πραγμάτων που μου θύμιζαν έντονα καλοκαίρι. Η αλμυρά που συνοδευόταν αντανακλαστικά από την θάλασσα και η λιακάδα μιας υπεροχής ημέρας. Τα υπόλοιπα μου ήταν δύσκολο να τα προσδιορίσω, μα ήξερα πως κάθε στοιχειό του μου ήταν ευχάριστο.
«Όλα είναι όμορφα αυτό το καλοκαίρι» Με κοίταξε σαν να προσπαθούσε να μου μεταφέρει ένα κρυμμένο μήνυμα στην πρόταση του και εγώ δεν άργησα να καταλάβω. Με θεωρούσε όμορφη… Αυτή μου την διαπίστωση ακολούθησε η γνώριμη ζεστασια που ένιωθα στα μαγουλά μου κάθε φορά που με στόλιζε με ένα κομπλιμεντο. Δεν έσπασα ούτε για ένα δευτερόλεπτο την ένταση που είχαμε δημιουργήσει κοιτάζοντας ο ένας μέσα στα ματιά του αλλού, παρόλο που είχα αρχίσει να αισθάνομαι άβολα.
«Σου πάει πολύ αυτή η ζακέτα» είπε τελικά απλώνοντας το χέρι του –θα στοιχημάτιζα πως δεν το είχε καν σκεφτεί- και χαϊδεύοντας τρυφερά τον εκτεθειμένο λαιμό μου στα σημεία που ήταν ακάλυπτα. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου. Η ζεστασιά τώρα ήταν πιο έντονη, παρόλο το κρύο.
«Ευχαριστώ και εσένα σου πηγαίνει» παραδέχτηκα με τρεμαμενη φωνή.
«Αμφιβάλλω πως εμένα μου ταιριάζει πιο πολύ από ότι σε εσένα» Το χέρι του είχε αρχίσει να ανεβαίνει, είχε φτάσει λίγο πιο κάτω από το πιγούνι μου συνεχίζοντας να περιποιείται την επιδερμίδα μου.
«Υπερβάλλεις» γέλασα. Ήμουν βέβαιη πως ακούστηκα βραχνή.
«Ποτέ δεν υπερβάλλω για τίποτα, Μπελλα» είπε. Τοποθέτησε το πρόσωπο μου μέσα στις χούφτες του ανασηκώνοντας το ελαφρώς ώστε να φτάσω περίπου στο ύψους που μπορούσε να φτάσει και να βλέπει τις εκφράσεις μου με μεγαλύτερη ευκολία.
Τα χείλη του συναντήσαν τα δικά μου δειλά στην αρχή, σαν να φοβόταν πως θα τον απέρριπτα αλλά έπειτα με περισσότερη σιγουριά και θάρρος. Τα χεριά μου τυλιχτήκαν γύρω από τον αυχένα του και τα δάχτυλα μου βυθιστήκαν μέσα στις τούφες των απαλών σαν μετάξι μαλλιών του. Η γλώσσες μας χόρευαν παιχνιδιάρικα, η αίσθηση ήταν άκρως απολαυστική, ονειρική, έκανε το κορμί μου να μουδιάζει και το μυαλό μου να θολώνει.
Τραβήχτηκε σιγά, σιγά μακριά μου, κρατώντας όμως τα χεριά του πάνω στο μάγουλο μου. Μέσα στα ματιά του μπορούσα να δω πόθο όμοιο με εκείνον που ένιωθα εγώ και ανάγκη. Ο ήχος των ανασών μας καλύφθηκε για λίγο από έναν σύντομο δυνατό αέρα που με τρόμαξε. Έκανε την ζακέτα του Εντουαρντ να σηκωθεί και την μπλούζα του να γεμίσει με αέρα. Αισθάνθηκε κάτι υγρό στο πρόσωπο μου και το σκούπισα γρήγορα με μια αναστροφή του χεριού μου.
«Ωχ… Αυτό δεν είναι καλό» μουρμούρισε ο Εντουαρντ, λιγάκι δυσαρεστημένος με αυτήν την έκβαση της βραδιάς. Προφανώς κανένας μας δεν είχε δει το δελτίο καιρού πριν σκεφτεί να βγει από την ζεστασιά του δωματίου του.
«Δυστυχώς η νύχτα αυτή τελειώνει εδώ» είπα δυνατά τις σκέψεις μου λυπημένη. Έσκυψα το κεφάλι μου στο έδαφος παρακολουθώντας βαριεστημένα τις σταγόνες να πέφτουν αργά στην γη μουσκεύοντας την. Η βροχή ήταν ο χειρότερος μου εχθρός και αυτή τη στιγμή μου το έδειχνε με τον χειρότερο τρόπο. Με χώριζε από τον Εντουαρντ ενώ είχαμε τόσο ελάχιστο χρόνο στην διάθεση μας. Βλαστήμησα από μέσα μου για την τύχη μου.
«Όχι, απαραίτητα» είπε εκείνος. Το κεφάλι μου τινάχτηκε απευθείας, το ενδιαφέρον μου καθώς και ο ενθουσιασμός μου εκτοξευθήκαν στα ύψη. Θα έκανα οτιδήποτε για να περάσω λίγο παραπάνω χρόνο μαζί του. «Έλα»
Σηκώθηκε και μου πρόσφερε το χέρι του για να με βοηθήσει να σηκωθώ. Το πήρα γρήγορα, χωρίς να επιτρέψω στον εαυτό μου να χάσει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Με τράβηξε μέσα στην αγκαλιά του δίνοντας μου ένα σύντομο, πεταχτό φιλί στα χείλη. Κοκκίνισα και γέλασα με αυτό.
«Που θα πάμε;» ρώτησα πραγματικά περίεργη με ένα τεράστιο χαμόγελο να έχει διαγραφτεί μόνιμα στο πρόσωπο μου.
«Θα δεις» μου ανταπέδωσε το χαμόγελο.
«Πρέπει να σου έχω πει πως δεν μου αρέσουν ιδιαιτέρα οι εκπλήξεις» είπα στραβομουτζουνιαζοντας.
«Είμαι σίγουρος πως αυτή θα την λατρέψεις»
Δεν βρήκα κάτι καλύτερο να πω, εκτός από ένα ξερό «Θα δούμε»
Χοντρές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό ασταμάτητα θολώνοντας το οπτικό μου πεδίο και βρέχοντας με τελείως. Μπορούσα να νιώσω τα μαλλιά μου να βαραίνουν καθώς περνούσαν τα λεπτά και εμείς απλώς περπατούσαμε. Η μάλλον για το θέσω καλυτέρα τρέχαμε πιασμένοι χεράκι, χεράκι μέσα σε όλη αυτή την τρελά.
Ήμουν παρά πολύ περίεργη να δω που σχεδίαζε να περάσουμε ο Εντουαρντ την υπόλοιπη βραδιά. Το μυαλό μου είχε σχηματίσει διαφορές ρομαντικές εικόνες, από ένα ερημικό μέρος για εμάς τους δυο έως και ένα γεμάτο κόσμο κέντρο διασκέδασης. Καμιά από τις δυο πιθανότητες δεν με πείραζε. Το μονό που επιδίωκα ήταν να ήμουν μαζί του. Η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε μου επιδίωξη.
Ήταν μια σπηλιά. Μια μεγάλη επιβλητική σπηλιά που χωριζόταν σε πολλούς στριφογυριστούς διαδρόμους που φωτιζόταν ελαφρά με κεριά. Από έξω υπήρχε μια πινακίδα που είχε πέσει ταλαιπωρημένη προς το πλάι. Τα γράμματα είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, αλλά με ευκολία διέκρινα το όνομα τους μέρους εκείνου "The Love Cave" Διαφορά κοχύλια βρισκόταν διάσπαρτα στην είσοδο με τρόπο που έδειχνε ξεκάθαρα πως ήταν έργο ανθρώπου.
«Εντουαρντ…» Πήγα να τον ρωτήσω τι ήταν αυτό αλλά με διέκοψε. Ήρθε από μπροστά μου και ακούμπησε τα χείλη μου σαν να μου έλεγε να κάνω ησυχία. Υπάκουσα μετά από πολύ προσπάθεια.
Μπήκε πρώτος μέσα χωρίς να αφήνει ούτε για ένα λεπτό το χέρι μου. Περιπλανηθηκαμε μέσα στους διαδρόμους σκυφτοί, λόγω του ύψους τους. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς πλησιάζαμε όλο και πιο πολύ προς το κέντρο της σπηλιάς.
Μπορούσα να ακούσω τον απαλό ήχο του νερού από πάνω μας. Τις σταγόνες να πέφτουν βίαια πάνω στο έδαφος και τον ήχο των κυμάτων. Γρήγορα όμως ένας άλλος θόρυβος που ερχόταν από το εσωτερικό της σπηλιάς τρύπησε τα αυτιά μου. Ήταν μουσική και φωνές. Ακουγόταν λες και γινόταν κάποιου είδους παρτυ εκεί μέσα. Αναγνώρισα το τραγούδι αμέσως. Martha…
«Φαίνεται πως σήμερα έχουν αφιέρωμα στους Jefferson Airplane» μονολόγησε ο Εντουαρντ. Φαινόταν τόσο απορροφημένος στον εαυτό του.
«Ποιοι;» απόρησα. Οι μύες των ποδιών μου είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται και εγώ δεν κατάφερνα πια να συγκροτήσω τον εαυτό μου από το να κάνει την απαιτούμενη ησυχία.
«Τα παιδιά των λουλουδιών, φυσικά. Δεν το ήξερες;» Με νεύριασε λιγάκι, ήταν σαν να με κατέκρινε που δεν γνώριζα κάτι. Παρόλα αυτά έδιωξα τον θυμό μακριά.
«Όχι» παραδέχτηκα με ενδιαφέρον.
«Είναι νέοι που περιπλανιούνται από περιοχή σε περιοχή, γνωστοί και σαν φρίκς» ρουθούνισε. «Ήταν πολλοί δημοφιλής πριν από μερικές δεκαετίες. Σχεδόν όλοι οι νέοι εκείνη την περίοδο ταξίδευαν έτσι, με ένα σακίδιο στον ωμό και ελάχιστα λεφτά, μέχρι που η μόδα αυτή ξεθώριασε. Αυτοί που θα δεις τώρα είναι τα απομηναρια μιας ξεχασμένης γενιάς. Για αυτό ακριβώς λατρεύω αυτό το μέρος. Είναι μοναδικό. Η εμπειρία είναι μοναδική. Το τέλειο ροκ σκυλάκι, όχι αυτό το προσποιητό που νομίζει ότι είναι σαν και αυτούς. Μαζεύονται σε αυτήν την περιοχή εδώ και παρά πολύ καιρό. Παρόλα αυτά δεν κάθονται μόνιμα. Αύριο το πρωί το μονό που θα υπάρχει εδώ θα είναι η απομειναρια από ένα γλεντι τους η… καινούργιοι περιπλανώμενοι»
«Δεν νομίζω πως είμαστε κατάλληλα ντυμένοι» Ήταν το καλύτερο που βρήκα για να πω.
«Δεν χρειάζεται να ντυθείς κατάλληλα για να γίνεις φρίκ, Μπελλα. Σημασία έχει να το νιώθεις» Ακούστηκε παθιασμένος με την ιδέα, άλλος άνθρωπος. Μου θύμισε τις εμμονές ιδέες που αντιμετώπιζαν συχνά οι άνθρωποι αλλά αυτό ήταν κάπως διαφορετικό. Πολύ διαφορετικό ακριβώς γιατί το σεβόμουν. Μου άρεσε να τον βλέπω να ενδιαφέρεται για κάτι, να υποστηρίζει μια γνώμη.
Λάτρευα αυτού του τύπου την μουσική. Ήξερα κάποιους νέους, τα παιδιά των λουλουδιών, οι χίπηδες, οι φρίκς, αλλά μονό ονομαστικά. Υπήρχαν λίγες φορές που είχα έρθει αντιμέτωπη με κάποιους από αυτούς στην στάση του λεωφορείου η σε κάποιο μαγαζί. Θυμάμαι πως είχα λατρέψει τα χρώματα που φορούσαν στα ρούχα τους. Ήταν σαν να προσπαθούσαν να βάλουν σε κάθε τι χρώμα. Είχα ακούσει επίσης πως ήταν υπέρ της ειρήνης και κατά του πολέμου. Και κάτι σχετικά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, δεν θυμόμουν ακριβώς, οι γνώσεις μου για εκείνους ήταν ελάχιστες, σκόρπιες και παρατημένες σε μια γωνιά του κεφαλιού μου.
«Θα μας αφήσουν να μπούμε;» ρώτησα ξανά. Δεν άντεχα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, είχα τόσες πολλές απορίες που με παρακαλούσαν να βγουν και προς τα έξω.
«Δέχονται τον καθένα, αρκεί να ξέρει να τραγουδάει καλά. Αν και… Νομίζω πως στην κατάσταση που είναι δεν θα καταλάβουν καν πως ηρθαμε τώρα» Ξεχώρισα τον δισταγμό του μέσα στην πρόταση του. Κατάσταση;
«Τι εννοείς;»
«Ας πούμε πως τους αρέσει να καταναλώνουν… ουσίες» Μόρφασε όταν είπε την τελευταία λέξη. Να και κάτι που δεν του άρεσε σχετικά με αυτούς.
«Αλκοόλ;»
«Και όχι μονό»
Μετά από αυτό σώπασα. Συγκεντρώθηκα μονό στον ήχο στις κιθάρας και στις φωνές των ανθρώπων που συνόδευαν εκείνον που τραγουδούσε το τραγούδι. Όλα ήταν τόσο συνχρωνισμενα που δεν μπορούσα να φανταστώ πως ο κάθε άνθρωπος εκεί μέσα ήταν πιωμένος. Έπιασα τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει και όταν κοίταξα μπροστά είδα τον Εντουαρντ να μου χαμογελάει. Είχε γυρίσει προς το μέρος μου.
«Τουλάχιστον δεν θα έχουμε πρόβλημα με το τραγούδι» μου είπε.
Πίσω από το σώμα του διέκρινα έναν μεγάλο ευρύχωρο χορό καλά φωτισμένο με κεριά και λάμπες που λειτουργούσαν με γκαζάκι. Μια τεραστία φωτιά ήταν αναμένη στο κέντρο του δωματίου και γύρω τις καθόταν τουλάχιστον τριάντα παιδιά των λουλουδιών. Μερικοί μάλιστα είχαν σηκωθεί και χόρευαν. Τέσσερις από εκείνους κρατούσαν κιθάρα και έπαιζαν χωρίς σταματημο. Κουνούσαν ρυθμικά τα ποδιά, τα χεριά τους καθώς χτυπούσαν τις χορδές μέχρι και τα κεφαλιά τους. Πίσω από την φωτιά σου έδιναν την εντύπωση θεών της μουσικής, του εξωπραγματικού. Κάτω στο πάτωμα σκόρπια, άδεια και γεμισμένα γυάλινα μπουκάλια το καθένα με ένα διαφορετικό υγρό μέσα του. Ο καπνός από τα τσιγάρα πλανιόταν στον αέρα, σε ζάλιζε τόσο πολύ που σε έκανε να νυστάζεις.
Προσεχτικά καθίσαμε κάτω στο πάτωμα και συρθήκαμε παρέα μέχρι που βρεθήκαμε μέσα στον κύκλο. Κανείς δεν κατάλαβε απολύτως τίποτα. Άλλοι κοιτούσαν το κενό πίσω από τα στρογγυλά μαύρα γυαλιά τους, άλλοι ήταν πολλοί απορροφημένοι από την μουσική, άλλοι ήταν πολύ ζαλισμένοι για να προσέξουν οτιδήποτε. Το δικό μου κεφάλι πάντως είχε αρχίσει ήδη να βουλιάζει μέσα στην ασυνηδισια.
Ένα κορίτσι με οικτρά, ξανθοκάστανα μαλλιά μας πλησίασε και μας πρόσφερε δυο μπουκάλια ποτού. Πήρα το ένα περίεργη, το μύρισα.
«Ρούμι;» απόρησα δυνατά. Κανένας δεν γύρισε πίσω για να κοιτάξει την πηγή του θορύβου.
«Σσσς… Δοκίμασε, μην το πιεις όλο φυσικά. Δεν θέλω να είμαι υπεύθυνος για τυχόν μεθύσι» αστειεύτηκε πίνοντας μια μεγάλη γουλιά. «Είναι δυνατό πάντως»
«Και χωρίς το ρούμι, ζαλισμένη θα βγω από εδώ. Ο καπνός με πεθαίνει» Αν και δεν με ενδιέφερε ιδιαιτέρα.
«Έχεις δίκαιο…. Μήπως θέλεις να φύγουμε;» αναρωτήθηκε. Θα έφευγε για χάρη μου.
«Όχι, φυσικά. Λατρεύω την μουσική που παίζουν»
Ένα καινούργιο τραγούδι άρχισε. Σε αντίθεση με το προηγούμενο το συγκεκριμένο δεν το γνώριζα.
«Lather» είπε ο Εντουαρντ κουνώντας ρυθμικά το κεφάλι του στον ρυθμό της μουσικής.
Σηκώθηκα όρθια απότομα. Είχα βαρεθεί να κάθομαι με ένα μπουκάλι ρούμι στο πάτωμα, αυτό δεν ήταν γλεντι. Αυτή μου η άποψη ίσως να όφειλαν στον καπνό αλλά και πάλι ξαφνικά είχα όρεξη για κάτι τρελό. Αυτή τη φορά όλοι γύρισαν προς το μέρος μου. Δεν ντράπηκα ούτε για μια στιγμή, άρχισα να κουνιέμαι στον ρυθμό της μουσικής υπενθυμίζοντας όπως πάντα στον εαυτό μου πως δεν θα ξανάβλεπα κανέναν. Ίσως τον Εντουαρντ αλλά και πάλι… Η ζωή ήταν για τα τρελά πράγματα, ειδικά η εφηβεία.
Με μια χειρονομία παρακίνησα και τον Εντουαρντ να σηκωθεί, όπως και τους υπολοίπους. Με την άκρη του ματιού μου είδα ένα ζευγάρι να αποσύρετε -καθώς φιλιόταν με έναν παθιασμένο, ανεξέλεγκτο τρόπο- σε ένα άλλο μέρος της σπηλιάς. Η ιδέα δεν ήταν κακή…
Γρήγορα οι μισοί άνθρωποι είχαν σηκωθεί χορεύοντας μαζί μου. Δεν υπήρχαν βήματα, έκανες ότι ήθελες. Οι κολλητές φιγούρες ήταν αυτό που λάτρευα και εγώ και ο παρτενερ μου, ο Εντουαρντ. Τα ματιά του δεν έφευγαν από τα δικά μου. Οι κινήσεις του μου θύμιζαν φίδι, αν και μονό μερικές ξεχώριζα. Ώρες, ώρες ένιωθα σαν να έχανα επεισόδια. Σαν να κοίταζα μπροστά μου και να αντιμετώπιζα διαφορετική εικόνα.
Ο Καπνός, Μπελλα. Το ξέχασες;
Ναι, το είχα ξεχάσει. Είχα ξεχάσει πως στα χεριά μου κρατούσα ένα μπουκάλι ρούμι και κάθε λίγο και λίγα ρουφούσα και μια μεγάλη ρουφηξιά. Είχα ξεχάσει τα πάντα, εκτός από τον Εντουαρντ.
Εξουθενωμένη κάθισα ξανά στο πάτωμα. Δεν άργησε να με ακολουθήσει εκεί. Ένιωθα ζεστή να πηγάζει από το σώμα του, εκείνη η ζεστή κατέληγε σε εμένα κλοτσώντας με μανία το στομάχι μου. Μια γνώριμη ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου και χωρίς να το πολυσκεφτώ έσκυψα για να τον φιλήσω. Δυστυχώς την ώρα που πήγα να το κάνω αυτό ένας μεγαλόσωμος νεαρός ηρθε και τράβηξε από το χέρι τον Εντουαρντ απομακρύνοντας τον από κοντά μου.
Δεν άκουσα ολόκληρη την συζήτηση τους αλλά από ότι κατάλαβα ήθελε να παίξει ο Εντουαρντ κιθάρα. Δεν ήξερα άμα αυτό ήταν καλό η κακό. Δεν θυμόμουν καν αν ο Εντουαρντ είχε αναφέρει πως ήξερε όντως να παίζει κάποιο όργανο. Παρόλα αυτά πηρέ την κιθάρα και κάθισε σε ένα σκαμπό από αυτά που είχαν για τους κιθαριστές.
Τα μαλλιά του έλαμπαν κάτω από τον ανάλαφρο φωτισμό, έχοντας σχεδόν στεγνώσει τώρα πια, μπορούσα να δω πως μερικές τούφες πετούσαν από εδώ και από εκεί, μα το στυλ του παρέμενε ακόμη και μετά από τόσο καιρό επιμελώς ατημέλητο. Τα ματιά του αντανακλούσαν την φλόγα της φωτιάς καθώς με κοιτούσαν έχοντας σκουρύνει και η κολλητή, βρεγμένη μπλούζα του, που μέχρι τώρα δεν είχα προσέξει, τόνιζε το υπέροχο, γυμνασμένο σώμα του. Τον λάτρευα. Έμοιαζε με θεός…
«Μπελλα, αυτό είναι για σένα» μου αφιέρωσε το τραγούδι δείχνοντας με. Όλα τα κεφαλιά γύρισαν για άλλη μια φορά προς το μέρος μου, μονό που αυτή τη φορά οι περισσότεροι μου χαμογέλασαν.
Τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του πήραν την θέση τους πάνω στα τάστα και τα αλλά από την δεξιά κρατούσαν την πένα επιδέξια. Είδα την βαθιά ανάσα που πηρέ πριν τις χτυπήσει, είδα πως με κοιτούσε και πρόσεξα πως όταν άρχισε να τραγουδάει η φωνή του ήταν καλύτερη από του ιδίου του τραγουδιστή.
When the truth is found to be lies
and all the joy within you dies
don't you want somebody to love
don't you need somebody to love
wouldn't you love somebody to love
you better find somebody to love
When the garden flowers baby are dead yes
and your mind [, your mind] is [so] full of BREAD
don't you want somebody to love
don't you need somebody to love
wouldn't you love somebody to love
you better find somebody to love
your eyes, I say your eyes may look like his [yeah]
but in your head baby I'm afraid you don't know where it is
don't you want somebody to love
don't you need somebody to love
wouldn't you love somebody to love
you better find somebody to love
tears are running [ash, they're all] running down your breast
and your friends baby they treat you like a guest.
Don't you want somebody to love
don't you need somebody to love
wouldn't you love somebody to love
you better find somebody to love
Το στόμα μου έχασκε ανοιχτό, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για να το διορθώσω αυτό όσο και αν προσπάθησα. Η φωνή του… Το πρόσωπο του… Όλο το σύνολο το έκανε αδύνατο να ελέγξω έστω και για ένα σύντομο δευτερόλεπτο τον εαυτό μου. Το μονό που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πως σε λίγα λεπτά αυτά τα χείλη, που εκείνη τη στιγμή έβγαζαν αυτόν τον εντυπωσιακό ήχο, θα με φιλούσαν με πάθος διεκδικώντας ότι τους φάνηκε. Δεν έβγαλα αυτήν την σκέψη από το μυαλό μου. Δεν μπορούσα έτσι και αλλιώς.
Όταν το τραγούδι τελειωσε έτρεξα κατευθείαν στην αγκαλιά του τυλίγοντας τα χεριά μου γύρω από τον λαιμό του.
«Ήταν υπέροχο» ξεφώνισα ενθουσιασμένη. «Ήσουν καταπληκτικός, σε λάτρεψα και η αφιέρωση… Είναι το καλύτερο βραδύ της ζώνης μου»
«Μπορεί να γίνει ακόμη καλύτερο πιστεύεις;» ρώτησε ανασηκώνοντας ερωτηματικά και παιχνιδιάρικα ταυτόχρονα το ένα του φρύδι. Φαινόταν τόσο σέξι που το καλύτερο που κατάφερα να κάνω ήταν να ζαλιστώ περισσότερο.
«Τι εννοείς;» απόρησα. Ένιωσα τα δικά μου φρύδια να σμιγούν. Ένιωθα τόσο μπερδεμένη. Το ποτό είχε θολώσει την κρίση μου σε τέτοιο βαθμό που και οι πιο απλές λέξεις μου ήταν δυσνόητες.
Δεν είπε τίποτα άλλο. Τα χείλη του ενωθήκαν με τα δικά μου σε ένα φιλί γεμάτο από όλα τα συναισθήματα που εκείνη τη στιγμή είχα ανάγκη. Ανταποκρίθηκα χωρίς να το σκεφτώ κολλώντας το σώμα μου πάνω στο δικό του, σε μια προσπάθεια να τον νιώσω ολοκληρωτικά. Μούγκρισε καθώς έφερε τα χεριά του πίσω από την μέση μου. Τα ένιωθα τόσο ευχάριστα ωραία εκεί. Η αίσθηση ήταν τόσο γνώριμη, αλλά προκαλούσε τόσα πολλά ταυτόχρονα. Τόσο πολλά που με δυσκολία μπορούσα να τα ξεχωρίσω.
Τα χεριά μου ανεβήκαν πιο πάνω και από τον λαιμό του βρεθήκαν στα μαλλιά του, τραβώντας τα ελαφρώς και χαϊδεύοντας τα την κατάλληλη στιγμή. Η γλωσσά του βυθιζόταν στο υγρό μου στόμα αρχίζοντας έναν ξέφρενο χορό με την δική μου. Αναστέναξα μέσα στο στόμα του ευχαριστημένη και την ιδία στιγμή τον ένιωσα να με σφίγγει περισσότερο κοντά του σαν να μην ήθελε να με αφήσει ποτέ. Έτσι και αλλιώς απόψε δεν είχε άλλη επιλογή, δεν θα τον άφηνα να μου ξεφύγει. Ποτέ…
Τι πιστεύετε πως θα γίνει; Θα χάσουν τον έλενχο; Θα γίνουν σαν το ζευγαράκι που είδε η Μπέλλα οταν ξεκίνησε να χορεύει η θα καταφέρουν να συγκρατηθούν; Πείτε μου τι θα θέλατε να γίνει! Αν και είμαι ήδη σίγουρη για το τι θα είναι αυτό :D
