"November Rain - Παιχνιδια της Τυχης"

«Μπελλα σε παρακαλώ άκουσε με» παρακάλεσα έτοιμος να καταρρεύσω. Τα σοκολατί ματιά της ήταν στραμμένα πάνω μου κοιτάζοντας με αηδία. Η Αλις και η Άντζελα στεκόταν από πίσω της. Η Αλις -και αδερφη μου- με κοιταζε με την ιδια απεχθεια που με κοιταζε και η Αντζελα. Δεν μου ειχε μιλησει απο τοτε που εμαθε τι ειχα κανει στην καλυτερη της φιλη. Ηξερα πως ηταν δικαιολογημενη και εκεινη και αυτη η σταση. Η αληθεια ηταν πως αξιζα χειροτερα απο αυτο. Αλλα τι χειρατερο υπηρχε απο το να βλεπω ετσι την Μπελλα;

«Το διάβασες;» ρώτησε με τρελαμένη φωνή. Τα ματιά της έλαμπαν από τα δάκρυα που ήταν έτοιμα από στιγμή σε στιγμή να κάνουν την εμφάνιση τους στο πρόσωπο της.

Δεν το άντεχα αυτό. Ήθελα να την πλησιάσω, να την αγκαλιάσω και να της πω πως τίποτα δεν είχε σημασία εκτός από το παρόν. Αυτό όμως ήταν κάτι το αδύνατο με την παρουσία τόσων παιδιών γύρω. Θα την έκανα να νοιώσει πιο άσχημα από ότι ένιωθε ήδη.

Σήκωσα τους ωμούς μου και πέρασα από συνήθεια το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου. «Δεν… Ήταν απλώς ένα στοίχημα, Μπελλα» είπα προσπαθώντας να μην πω ψέματα αλλά ούτε και να την απογοητεύσω.

Ένας λυγμός βρήκε μέσα από τα χείλη της και το ίδιο δευτερόλεπτο την παρακολουθούσα να τρέχει κατά μήκος του διαδρόμου, φεύγοντας όλο και πιο μακριά μου.

Έκανα να την ακολουθήσω αλλά οι φίλες της, μαζί και η αδερφή μου με εμπόδισαν, τοποθετώντας τα σώματα τους ανάμεσα σε μένα και την Μπελλα σαν καποιου ειδους τοιχο. Ειλικρινά δεν θα ήταν και πολύ δύσκολο να τις σπρώξω όλες για να επιτύχω τον στόχο μου αλλά ποτέ δεν είχα φτάσει σε επίπεδο να τα βάλω με κορίτσια, ποσό μάλλον τώρα. Όσο και να το ήθελα δεν μπορούσα.

Κοίταξα παρακλητικά την Αλις. Μου ανταπέδωσε το βλέμμα με έναν πιο αυστηρό τροπο. Ηταν δυο κεφαλια πιο μικροσωμη απο εμενα αλλα η αληθεια ηταν πως αυτη τη στιγμη ηταν πιο τρομαχτικη απο οσο θα μπορουσα εγω να γινω σε ολη μου την ζωη. «Σε παρακαλώ, Αλις» παρακάλεσα, έτοιμος να πέσω στα γόνατα της.

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της, αλλα το προσωπο της μαλακωσε -ελαχιστα- .Οταν μίλησε κοιτούσε το ταβάνι, σίγουρα γνωρίζοντας πως άμα με κοιτούσε στα ματιά θα την έπειθα. «Άφησε την μονή της, Εντουαρντ. Δεν έπρεπε να πάρεις το ημερολόγιο της, ούτε και να το διαβάσεις απλά για ένα στοίχημα. Η αλήθεια είναι πως δεν το περίμενα αυτό από εσένα. Ήσουν απαράδεκτος. Την πλήγωσες» η τελευταία λέξη της πρότασης της έσπασε. Αυτό με έκανε να τα βάλω περισσότερο με τον εαυτό μου.

«Το ξερώ αλλά με το να κάθομαι εδώ δεν καταφέρνω και παρά πολλά, Αλις. Πρέπει να την ακολουθήσω» είπα ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στον διάδρομο πίσω της.

Χωρίς να το περιμένω με έπιασε από το μπράτσο και με απόκρινε από το κοινό μας, το οποίο μέχρι τώρα αγνοούσα. Αυτό μου συνεβαινε για πρώτη φορά. Η Μπελλα είχε αλλάξει πολλά πράγματα πάνω μου. Με είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Ένιωθα λες και κάποιος μου είχε πετάξει έναν μεγάλο κουβά με παγωμένο νερό σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να με βγάλει από τον ύπνο μου, λες και ειχα ξυπνισει απο λυθαργο χρονων.

Η Αλις σταμάτησε μπροστά από το κυλικείο, παράγγειλε κάτι γλυκό και άρχισε να με σέρνει παρά την ελάχιστη, μπροστά στην δική μου, δύναμη της. Δεν αντιστάθηκα όταν με έσπρωξε για να καθισώ βίαια σε μια από τις κοκκινόχρωμες καρέκλες. Ήξερα πως το άξιζα.

Κάθισε απέναντι μου και κατευθείαν άρχισε να παίξει με το μούς σοκολάτα της. Γέμισε ένα κουτάλι με ελάχιστο μούς και το έβαλε μέσα στο στόμα της. Έγλειψε για άλλη μια φορά το κουτάλι πριν το παρατήσει στο πιάτο της.

«Σου είπα ότι είσαι απαράδεκτος;» ρώτησε κοιτώντας με επίμονα στα ματιά.

Ένευσα. «Περισσότερες φορές από όσο πραγματικά άξιζα» Δεν το πίστευα αυτό αλλά το είπα. Μου φάνηκε υπερβολικά καλή απάντηση για να την αφήσω αχρησιμοποίητη. Η απάντηση της Αλις με έκανε να νιώσω ακόμη χειροτέρα απο οτι ενιωθα ηδη. Πως ήταν δυνατόν αυτό; Ήδη υπέφερα… Πιο πολυ απο ποτε...

«Πίστεψε με, αξίζεις χειροτέρα» μουρμούρισε παίρνοντας ξανά το κουτάλι στα χεριά της και σκαλίζοντας για άλλη μια φορά το γλυκό της. «Δεν ξέρεις πως νιώθει, Εντουαρντ. Είναι η πρώτη φορά που την έχω δει τόσο… πληγωμένη» Κοίταξε τα ποδιά της, τα οποία είχε αρχίσει να κουνάει νευρικά κάτω από το τραπέζι. Ήξερα πολύ καλά την αδερφή μου, η ακινησία της δημιουργούσε το αίσθημα πως δεν έκανε τίποτα. Πάντα έπρεπε να κάνει κάτι. Για τα πάντα.

«Αλις, δεν ήθελα να το κάνω… Ήταν το στοίχημα…»

«Το στοίχημα ήταν απλώς μια δικαιολογία, Εντουαρντ. Ήθελες να το κανείς αυτό. Ήθελες να βγεις μαζί της για ένα διάστημα, το έκανες. Ήθελες να πας στο σπίτι της, πηγές. Και τέλος, έκανες και την χάρη στον Μαικ με το να πάρεις το ημερολόγιο της. Και όλα αυτά για τι;» με διέκοψε αφήνοντας με άναυδο με τα συμπεράσματα της. Έκλεισα το στόμα μου γρήγορα αλλά και πάλι οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα μου. Δεν είχα τι να πω γιατί όλα ήταν αλήθεια. Απο τοτε που ειχα δει την Μπελλα εψαχνα καποιου ειδους δικαιλογογια για να την πλησιασω και οταν ειδα πως δεν υπηρχε καμια δικαιολογια τα παρατησα, λεγοντας στον εαυτο μου πως η Μπελλα ηταν ενα βαρετο, αδιαφορο σε εμενα κοριτσακι. Ημουν τοσο πεισματαρης! «Απλά σκέψου καλά την επόμενη κίνηση σου. Σκέψου τι θα πεις και τι θα κανείς. Η Μπελλα μπορεί να σου δώσει ίσως μονό μια ευκαιρία για να της μιλήσεις, αλλά ξερώ πως ποτέ δεν δίνει δεύτερη ευκαιρία σε αυτούς που τα έχουν κάνει θάλασσα στην προηγουμένη»

Σηκώθηκε από το τραπέζι αφήνοντας μισοτελειωμένο το γλυκό της. Μετά από λίγα λεπτά άκουσα την πόρτα της τραπεζαρίας να κλείνει και έπειτα τον ήχο του κουδουνιού να ηχεί σε όλο το σχολείο.

Όμως εγώ δεν κουνήθηκα έμεινα εκεί, ακολουθώντας την συμβουλή της Αλις, η μάλλον αυτό που πίστευα πως ηταν το σωστό.

Στο Παρελθόν….

«Μαντέψτε» είπε ο Μαικ Νιουτον ακριβώς το ίδιο δευτερόλεπτο που εγώ κάθισα στο τραπέζι οπου συνηθίζαμε να μαζευόμαστε όλα τα αγόρια από την ομάδα ποδοσφαίρου.

«Τι έγινε;» ρώτησα με ενδιαφέρον προσπαθώντας να μπω και εγώ μέσα στην συζήτηση.

Η προσπάθεια μου είχε επιτυχία. Το κεφάλι του Μαικ στράφηκε προς το μέρος μου και ένα σατανικό χαμόγελο διαγράφτηκε στο στρογγυλό πρόσωπο του. Τα ξανθά μαλλιά του ήταν ανάκατα από τον πολύ αέρα, το μέτωπο του είχε μια ελαφριά στρώση ιδρώτα από την προπόνηση και τα γαλανά ματιά του έλαμπαν με ενθουσιασμό. Ήξερα πως ο ενθουσιασμός αυτός δεν είχε να κάνει σε καμιά περίπτωση με την προπόνηση. Κανείς δεν ήταν έτσι εξαιτίας της.

«Η Μπελλα Σουαν κρατάει ημερολόγιο» μας αποκάλυψε μετα απο ενα λεπτο σιγης περιμένοντας προφανώς κάποια αντίδραση, αντίστοιχη με την δική του.

«Δεν εκπλήσσομαι» απάντησα απογοητευμένος παίζοντας με τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου. «Όλα τα κορίτσια κρατάνε ημερολόγιο. Η αδερφή μου έχει επίσης ένα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκουν και γραφούν εκεί μέσα;»

Ο ενθουσιασμός του Μαικ παρέμεινε ο ίδιος ακόμη και μετά από το σχόλιο μου. «Το θέμα είναι πως, Εντουαρντ, το φέρνει μαζί της εδώ περιστασιακά, είμαι βέβαιος για αυτό»

Κοίταξε τους άλλους χαμογελώντας πονηρά. Για μια στιγμή αηδίασα με την συμπεριφορά του. Είχε τόση ψύχωση με αυτή την Μπελλα Σουαν από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της σε αυτό το σχολείο. Όλοι είχαν κόλλημα μαζί της, όλοι εκτός από εμένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι της έβρισκαν έτσι και αλλιώς; Ήταν φυσικά όμορφη, έξυπνη… αλλά βαρετή συμφωνά με εμένα. Καθόμασταν διπλά, διπλά στο μάθημα της Βιολογίας και κάθε φορά που προσπαθούσα να ανοίξω συζήτηση εκείνη είτε έγνεφε είτε απαντούσε με ένα ναι η ένα όχι. Αυτό ήταν βαρετό. Το να είσαι λιγομίλητος ήταν γενικά κάτι που δεν αντιμετωπιζόταν και πολύ καλά εδώ.

«Και τι με αυτό; Σκοπεύεις να το κλέψεις;» ρώτησα χωρίς να περιμένω τις επόμενες λέξεις του Μαικ.

«Ναι»

Χαμογέλασα χωρίς ίχνος χιούμορ. «Δεν σε πιστεύω. Δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκετε σε αυτήν την Μπελλα Σουαν»

Όλοι με κοίταξαν σοκαρισμένοι με το τελευταίο σκέλος του σχολίου μου. Ο Μαικ κατσούφιασε το ίδιο δευτερόλεπτο που οι λέξεις βρήκαν από το στόμα μου. «Το ξερώ. Το ενδιαφέρον μου είναι τόσο μεγάλο που δεν θέλω να της το κάνω αυτό, αλλά… Τι λέτε για ένα στοίχημα;»

Όλοι έδειξαν ενδιαφέρον, όπως και εγώ. Λάτρευα τα στοιχήματα γιατί όταν βάζαμε κάποιο μεταξύ μας πάντα νικούσα. Πάντα κατάφερνα να τα βγάλω πέρα παρά τις δυσκολίες κάθε κατάστασης. Κουνήσαμε καταφατικά τα κεφαλιά.

«Λοιπόν… Εντουαρντ» είπε στρέφοντας το κεφάλι του προς το μέρος μου. «Δεν ξερώ πως θα τα καταφέρεις αλλά σε έναν μηνά ακριβώς, δηλαδή στις 31 Νοεμβρίου θα πρέπει να έχεις φέρει εδώ το ημερολόγιο της Μπέλλας, είσαι μέσα η θα κανείς πίσω;» ρώτησε σίγουρα γνωρίζοντας πως εγώ δεν έκανα πίσω.

Χωρίς να το σκεφτώ παραπάνω του χαμογέλασα και τελείως απερίσκεπτα όπως είπα και πιο πριν είπα «Ναι»

********************

Έβαλα σε δράση το σχέδιο μου ακριβώς την ιδία μέρα. Την ώρα της Γυμναστικής το έσκασα, κάτι όχι και τόσο δύσκολο. Πήγα στα δοκιμαστήρια και με ευκολία βρήκα το σακίδιο της Μπέλλα. Δυστυχώς η τύχη δεν ήταν με το μέρος μου. Το ημερολόγιο δεν ήταν εκεί, όπως δεν ήταν και όλες τις υπόλοιπες φορές που κατέφυγα στο ίδιο κόλπο.

«Πως πάει το στοίχημα, Εντουαρντ;» ρώτησε ο Μαικ την ώρα της προπόνησης, ακριβώς την ώρα που ήμουν έτοιμος να φύγω για μια ακόμη φορά.

«Προχωράει» απάντησα ξερά, χωρίς χαμόγελο.

«Δεν το βλέπω» είπε και μπήκε ξανά στο παιχνίδι.

Αυτό με έκανε να νευριάσω και να αρχίσω να λειτουργώ πιο γρήγορα με την βάση ενός αλλού σχεδίου στο μυαλό μου. Έτσι στο μάθημα της Βιολογίας έκανα το πρώτο βήμα. Η Μπελλα ήταν αρκετά εύκολο θύμα αν και με δυσκολία την έκανα να νιώσει αρκετά άνετα μαζί μου έτσι ώστε να μου μιλήσει. Η συζήτηση ήταν απλή, τυπική, όχι ακριβώς αυτό που επιδίωκα αλλά μετά από αυτό το σημείο είχα πια φτάσει στο συμπέρασμα πως θα έπρεπε να προχωρήσω σιγά, σιγά με εκείνη. Δεν ήταν όπως τα αλλά κορίτσια της ηλικίας της. Ήταν πιο επιφυλακτική και από ότι είχα καταλάβει σκεφτόταν διπλά κάτι πριν το πει. Αυτό δεν έκανε την όλη κατάσταση πιο εύκολη. Αντίθετα δυσκόλευε το ήδη δύσκολο έργο μου.

Πως θα καταφέρω να την πείσω να πάω σπίτι της;
Πως θα την κάνω να με εμπιστευτεί;
Πως…; Πως…; Πως…;

Αυτές οι σκέψεις βασάνιζαν το μυαλό μου την υπόλοιπη βδομάδα και χωρίς να το καταλάβω το κορίτσι και το στοίχημα μου είχαν γίνει εμμονή ιδέα. Μια ιδέα που σιγόκαιγε στο πισω μερος του μυαλού μου μαζί με αλλά άγνωστα συναισθήματα.

Είχα αρχίσει να παρακολουθώ τις πιο απλές κινήσεις της Μπέλλα καθώς και τα χαρακτηριστικά της. Έκπληκτος ανακάλυψα πως δεν ήταν τόσο βαρετή όσο πίστευα. Ο τρόπος που δάγκωνε νωχελικά το κάτω χείλος της κάθε φορά που ερχόταν σε δύσκολη θέση, ο τρόπος που στριφογύριζε τα ματιά της όταν έλεγε κάποιος κάτι παράλογο, η πλήρης αφοσίωση της στο μάθημα, ο τρόπος που κοίταζε την εργασία της την ώρα που έγραφε. Όλα αυτά είχαν γίνει για μένα η καθημερινότητα μου και οι μέρες περνούσαν έτσι.

Μια βδομάδα είχε περάσει από την ημέρα που είχαμε βάλει εκείνο το στοίχημα και η επιτυχία μου αντιστοιχούσε στον αριθμό μηδέν. Εκτός από μερικές τυχαίες συζητήσεις και μερικά επίσης τυχαία βλέμματα δεν έτρεχε τίποτα άλλο. Το γεγονός αυτό με έκανε να λυπάμαι για κάποιο λόγο. Έκπληκτος ανακάλυψα πως το συναίσθημα αυτό δεν είχε καμιά σχέση με το στοίχημα η τον Μαικ Νιουτον. Απλά… ήθελα να της αρέσω. Ήθελα να είμαι και το δικό της επίκεντρο της προσοχής. Οι σκέψεις αυτές με τρέλαιναν και η φανερή αδιαφορία στο πρόσωπο της Μπέλλα με σκότωνε. Έπρεπε να την κάνω να με προσέξει. Έπρεπε και ήθελα να με προσέξει.

«Θα πάμε με την Μπελλα και την Άντζελα στο σινεμα. Μπορώ να πάω Εσμι;» ρώτησε ευγενικά η Αλις την ώρα που καθόμασταν στην τραπεζαρία του σπιτιού μας. Ο Καρλαιλ έλειπε. Άλλο ένα επείγον περιστατικό στο νοσοκομείο του Φορκς.

Το όνομα της Μπέλλα με έβγαλε κατευθείαν από τα συνηθισμένα οράματα της ημέρας μου που περιλάμβαναν εμένα και εκείνη μαζί. Το θέμα όμως ήταν πως εγώ δεν κρατούσα ποτέ το ημερολόγιο της στα χεριά μου, ποτέ δεν σκεφτόμουν πως θα το πάρω πια. Τα πράγματα ήταν απλά. Η Μπελλα και εγώ μαζί. Επρεπε να παραδεχτω πως οι σκεψεις δεν ηταν καθολου αθωες...

«Φυσικά και μπορείς, Αλις» απάντησε η Εσμι κόβοντας με προσεχτικές κινήσεις το μικρό κομμάτι κρέατος που είχε στο πιάτο της. «Ποτέ θα πάτε;» Τοποθέτησε την μπουκιά της προσεχτικά στο στόμα της.

«Αυτήν την Παρασκευή. Η Μπελλα δεν θα μπορέσει το Σάββατο, θα πάει στο Σιατλ. Είπε ότι η βιβλιοθήκη της έχει κάποιες εκλείψεις τελευταία» Σήκωσε το ένα φρύδι της ερωτηματικά, δεν κατάλαβα τον λόγο, το μυαλό μου επεξεργαζόταν τις πληροφορίες που είχα πάρει.

«Θα μπορούσε να δανειστεί κάποια δικά σου…» προτεινε μασώντας η Εσμι.

«Το ξερώ» ξεφύσηξε η Αλις. «Αλλά… Την ξέρεις την Μπελλα, Εσμι. Πάντα κάνει τα αδύνατα, δυνατά για να μην ενοχλήσει τον κόσμο. Δεν ήθελε ούτε να ακούσει την πιθανότητα να έρθει εδώ και να διαλέξει κάποιο»

«Με ποιο αμάξι θα πάτε;» ξεφούρνισα απερίσκεπτα κάνοντας την Αλις και την Εσμι να με κοιτάξουν με ένα ίχνος απορίας ζωγραφισμένο στα ματιά τους.

«Θα… δανειστώ το δικό σου;!» σκαρφίστηκε ελπιδοφόρα η Αλις. Ήξερα πως το αυτοκίνητο της Μπέλλα δεν θα άντεχε σε μια τόσο μεγάλη διαδρομή χωρίς μπόλικη βενζίνη όπως επίσης και το ότι της Άντζελας ήταν χαλασμένο. Ήμουν περήφανος που θυμόμουν τις ανούσιες συζητήσεις που περιστασιακά ανήγε η Αλις.

«Και ποιος σου είπε πως δεν θα είμαι πιασμένος εκείνη την ημέρα;» Διασκέδαζα με την όλη κατάσταση. Όχι μονό θα έπαιρνα τελικά αυτό που ήθελα –λίγη ώρα στο αυτοκίνητο με την Μπελλα, προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το κοινό που θα την συνόδευε- αλλά θα είχα και την Αλις να με παρακαλεί για κάτι.

«Θα πάω με τον Καρλαιλ» μου έδειξε την γλωσσά της αποδοκιμαστικά, μετα απο ενα λετπο σκεψης. Το ίδιο λεπτό εγώ ένιωθα λες και το αίμα είχε στραγγίσει από πάνω μου.

Μπράβο Εντουαρντ!. Τα κατάφερες! Μόλις έχασες την ευκαιρία σου! Πραγματικά σε παραδέχομαι! Τώρα παίξε τον ήρεμο για να μην καταλάβει κάτι η Αλις!

«Δεν έχετε αλλάξει καθόλου εσείς οι δυο. Κάνετε σαν να είστε πεντάχρονα» μας μάλωσε η Εσμι κοιτάζοντας μας με αυστηρότητα. Μια εμένα και μια την Αλις. Τελικά τα ματιά της πάγωσαν στην Αλις. «Λυπάμαι, Αλις αλλά ο Καρλαιλ δουλεύει την Παρασκευή. Απλά συμβιβάσου και πες συγνώμη στον Εντουαρντ. Εντουαρντ… Σε παρακαλώ μην δημιουργήσεις φασαρία» Μου έριξε ένα βλέμμα όλο ελπίδα και κατανόηση σαν να πίστεψε στα αλήθεια πως θα χαλούσα την νυχτερινή μου έξοδο για χάρη της παρέας της Αλις. Σε αυτήν την περίπτωση απλά θα συμβιβαζόμουν με την ιδέα.

Κοίταξα σταθερά την Αλις, η οποία έμοιαζε πραγματικά να κρέμεται από τα λόγια μου. Στα αλήθεια ήθελε παρά πολύ να πάει σε αυτήν την ταινία. Προφανώς θα το σχεδίαζε για μήνες. «Σε παρακαλώ» παρακάλεσε με τα πράσινα ματιά της να λάμπουν. Αυτά τα καμώματα έπιαναν σε οποιονδήποτε άλλο αλλά όχι σε μένα. Παρόλα αυτά ξεφύσηξα με την σειρα μου, σηκώνοντας τα χεριά μου ψηλά σε μια χειρονομία παράδοσης.

«Θα δεχτώ για χάρη της Εσμι, η προσπάθειες σου να με μεταπείσεις θα ήταν άσκοπες χωρίς εκείνη»

Δεν κατάλαβα πως κατάφερε να έρθει προς το μέρος μου με τόση μεγάλη ταχύτητα. Την μια στιγμή καθόταν απέναντι μου και την άλλη με αγκάλιαζε σφιχτά, βάζοντας όλη της την δύναμη, σιγουρα επιτηδες. Την έσπρωξα απαλά από την αγκαλιά μου και σηκώθηκα από την καρεκλά μου λιγάκι πειραγμένος απο τις αγκαλιες.

«Θα με πας και για ψώνια, Εντουαρντ;» με κοίταξε με τα γατίσια ματιά της να μεγαλώνουν με ευτυχία.

«Θα το σκεφτώ» απάντησα επιφυλακτικά και έφυγα από την τραπεζαρία. Τα ποδιά μου ακροπατούσαν τα σκαλιά καθώς ανέβαινα. Στον δεύτερο όροφο επικρατούσε ησυχία και γαληνή. Είχε σχεδόν νυχτώσει έξω και με ευκολία μπορούσα να ακούσω την βροχή να χτυπαει με δυναμη
στα παραθυρα και στην επιφανεια του σπιτιου. Άνοιξα τα φωτά του δωματίου μου και έπειτα έκλεισα με δύναμη την πόρτα πίσω μου, το ίδιο δευτερόλεπτο τα χεριά μου την κλείδωναν με τον ίδιο ενθουσιασμό. Έπεσα στο μεγάλο κρεβάτι με δύναμη, βυθίζοντας τον εαυτό μου μέσα στα πλούσια με πούπουλα μαξιλάρια.

Θα πάω μαζί με την Μπελλα, την Αλις και την Άντζελα στο σινεμα… Ελπίζω να μην είναι παρά πολύ δύσκολο να ξεμοναχιάσω την Μπελλα, και ελπίζω να μην είναι παρά πολύ επιφυλακτική και γενικά κλειστή! Και άμα δεν μου δώσει σημασία;;; Απλά ηρέμησε Καλεν!

Με αυτές τις σκέψεις με πηρέ ο ύπνος. Εκείνη ήταν και η πρώτη νύχτα που ονειρεύτηκα την Μπελλα Σουαν.

…..

«Αλις…» φώναξα για άλλη μια φορά. Το πόδι μου χτυπούσε ανυπόμονα το ξύλινο δάπεδο του σαλονιού.

«Έρχομαι» απάντησε για άλλη μια φορά εκείνη, κάνοντας με πιο νευριασμένο από ποτέ. Η ανυπομονησία μου σε συνδυασμό με τα νεύρα μου ήταν οπωσδήποτε κάτι που η Αλις δεν επιδίωκε για αυτήν την βραδιά.

«Πόση ώρα σου παίρνει συνήθως για να βάλεις κάτι πάνω σου; Μια έξοδος για σινεμα είναι έτσι και αλλιώς» ξεφούρνισα μισοκλαψουριζοντας.

«Μην το ξαναπείς ποτέ αυτό» είπε εκείνη ανακοινώνοντας έτσι την είσοδο της στον χώρο. Είχε φορέσει ένα απλό, επαγγελματικά ξεβαμμένο σκούρο μπλε τζιν, μια μακριά φαρδιά μπλούζα σε χρώμα λευκό και είχε πιάσει τα μαλλιά της με τέτοιο τρόπο που θύμιζαν στεφάνι. Στα χεριά της κρατούσε τις μαύρες μπότες της, τις οποίες και φόρεσε κουτσαίνοντας ποτέ με το ένα πόδι και ποτέ με το άλλο. Φαινόταν τόσο γελοία όταν το έκανε αυτό! Η μάλλον αυτή τη στιγμή μου φαινόταν εκνευριστικα γελοία!

«Μπες στο αυτοκίνητο και γρήγορα» της υπέδειξα δείχνοντας της αυστηρά με τον δείκτη μου τον δρόμο προς την πόρτα.

Μου έριξε ένα μπερδεμένο βλέμμα αλλά ακολούθησε πιστά τις οδηγίες μου. «Προς τι αυτή η συμπεριφορά;» ρώτησε καθώς έστριβε προσεχτικά το χερούλι της πόρτας. «Πρώτη φορά είσαι τόσο… Ανυπόμονος για την δική μου έξοδο» τόνισε έντονα τις τελευταίες λέξεις με έναν ύποπτο τρόπο. Κάτι που δεν μου άρεσε.

«Απλά δεν θέλω να ξοδεύω τον χρόνο μου αυτό είναι όλο» Σήκωσα αδιάφορα τους ωμούς, την ώρα που ο καθαρός, γεμάτος υγρασία αέρας χτύπησε το πρόσωπο μου. Αυτό με βοήθησε να ηρεμήσω κατά κάποιον τρόπο, αλλά δεν εδιωξε και την καχυποψία της αδερφής μου.

«Είμαι σίγουρη πως κάτι τρέχει εδώ…» με ξανακοίταξε, σουφρώνοντας τα χείλη της και παίρνοντας μια περίεργη γκριματσα σαν να προσπαθούσε να λύσει κάποιο άλυτο πρόβλημα. «Θα το ανακαλύψω. Να είσαι βέβαιος για αυτό» με απειλησε.

Μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο, και εγώ έκλεισα την πόρτα από πίσω της απότομα χωρίς να περιμένω την έγκριση της. Την άκουσα να διαμαρτύρεται αλλά δεν της έδωσα σημασία. Το μυαλό μου ήταν στην Μπελλα. Στην Μπελλα και για πρώτη φορά εδώ και μέρες στο στοίχημα. Καθώς οδηγούσα σκεφτόμουν πως αυτή ήταν η μοναδική προτεραιότητα που έπρεπε να είχα τώρα και όχι το πώς θα κάνω την Μπελλα Σουαν να μου δείξει προσοχή. Φυσικά και αυτό ήταν μέρος του σχεδίου αλλά η προσοχή που έδινα στην Μπελλα ήταν επικίνδυνη κατά κάποιον τρόπο. Ικανή να με κάνει να χάσω το μυαλό μου και κατά συνέπεια το στοίχημα. Φανταστηκα τον Μαικ και τους υπολοίπους να γελάνε εις βάρος μου. Αυτή η σκέψη μου έδωσε δύναμη, θάρρος και αποφασιστικότητα. Ακριβώς αυτό που χρειαζόμουνα εκείνη την στιγμή.

«Το σπίτι της Μπέλλα είναι το τελευταίο σε αυτό το τετράγωνο» ανακοίνωσε η Αλις -παρόλο που εγώ ήδη γνώριζα την πληροφορια-, κάνοντας ξανά αισθητή τη παρουσία της ξανά.

Ένευσα και στην συνεχεία έστριψα, τοποθετώντας επιδέξια το αυτοκίνητο μπροστά από το σπίτι της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκομουν εκει, και ήλπιζα όχι και η τελευταία. Το σπιτι ηταν κατάλευκο, με εξαίρεση την γκρι στέγη του. Στην αυλή διαφορά δέντρα και θαμνοι στόλιζαν το τοπίο, ενώ το σκοτεινο δασος το περιτριγυριζε δινοντας μια νοτα μαυρου, τρομαχτικου σε ολη την φωτεινη εικονα. Οι σκιές εκείνων των δέντρων έγλειψαν το σπίτι, και μπορούσα να δω πως ένα κλαδι να χτυπαει με μανία ένα παράθυρο, μεγαλύτερο από τα αλλά, του δευτέρου ορόφου. Εκεί τα φωτά ήταν ανοιχτά, μεσα σε αυτή την παραζάλη κατάφερα να διακρίνω μια αμυδρή κίνηση σε εκείνο το σημείο. Ένα κορίτσι να κρυφοκοιτάζει ανάμεσα από τις κουρτίνες. Η Μπελλα!

Το παράθυρο άνοιξε και το κεφάλι της βρήκε δειλά έξω, ενώ τα χεριά της προσπαθούσαν να κρατήσουν μακριά της τα κλαδιά του δέντρου. Έκανε σήμα στην Αλις να περιμένει λίγο και ξαναμπήκε μέσα. Δεν φάνηκε να με προσέχει καθόλου.

Δεν άφησα το γεγονός αυτό να με πτοήσει απλά κάθισα στην θέση του συνοδηγού περιμένοντας και κοιτώντας νευρικά το ρολόι μου καθώς τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά αργά. Τελικά η Μπελλα βρήκε από το σπίτι της με αδέξια από την βιασύνη βήματα. Σχεδόν έτρεξε προς το αυτοκίνητο σε μια προσπάθεια να κάνει πιο γρήγορα. Άνοιξε μηχανικα την πίσω πόρτα και βολεύτηκε στο πίσω κάθισμα. Χωρίς να χάνει χρόνο έγειρε μπροστά με την συγνώμη ζωγραφισμενη μέσα στα σοκολατί της ματιά.

«Συγνώμη, έψαχνα…»

Τα ματιά της καρφωθήκαν μέσα στα δικά μου λες και ήταν η πρώτη φορά που με πρόσεχε καθόλο αυτό το διάστημα.

«Εντουαρντ» είπε ξαφνιασμενη. «Αλις, δεν ήξερα…»

«Το αυτοκίνητο, Μπελλα» εξήγησε εκείνη. «Σου το είχα πει, θυμάσαι;»

Η Μπελλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Λογικά δεν θα πρόσεξα» είπε απλά.

Αυτό με πλήγωσε. Η Αλις λογικά θα είχε αναφέρει το όνομα μου μέσα στην συζήτηση, αλλά δυστυχώς αυτό δεν και από μονό του ικανό για να τραβήξει την προσοχή της. Αναστέναξα κουρασμένα και γύρισα μπροστά βλέποντας τον δρόμο.

«Η Άντζελα;» ρώτησε η Αλις μπερδεμένη.

«Δεν μπόρεσε τελικά. Κάτι έπαθε ο Μπεν νομίζω, ούτε αυτό το πρόσεξα» απάντησε.

Η Αλις ένευσε θλιμμένα. Εγώ είχα εντελώς το αντίθετο συναίσθημα εκείνη την στιγμή. Θα ήμουν περισσότερο ευτυχισμένος αν εκείνη που καθόταν διπλά μου δεν ήταν η αδερφή μου αλλά η Μπελλα και αν η Αλις είχε μυστηριωδώς εξαφανιστεί μαζί της. Έδιωξα τα ονειρα μου απο το κεφαλι μου και τοποθέτησα απότομα το κλειδί στην μίζα, το αυτοκίνητο έβγαλε ένα βουητό, που ακούστηκε σαν διαμαρτυρία στα αυτιά μου για τις βιαστικές κινήσεις μου. Χωρίς να δίνω σημασία στο ανάλαφρο, σοπράνο γέλιο της αδερφής μου –που προκλήθηκε από κάτι άγνωστο για μένα- άρχισα να οδηγώ.

Καθώς περνούσαν τα λεπτά και σιγά, σιγά άρχισα να χαλαρώνω, έπιανα τον εαυτό μου να κοιτάξει δειλά, δειλά τον καθρέπτη του αυτοκινήτου, από οπού και έβλεπα καθαρά την Μπελλα.

Φαινόταν απορροφημένη σε κάτι, οπωσδήποτε κάτι τελείως διαφορετικό από εμένα η την αδερφή μου. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για την υπόλοιπη διαδρομή. Εγώ τις έριχνα ματιές για να σιγουρευτώ πως ήταν στην ιδία κατάσταση και εκείνη κοιτούσε έξω από το παράθυρο, στο κενό. Η Αλις είχε σταματήσει να μιλάει όταν κοίταξα για άλλη μια φορά πίσω. Αυτή τη φορά δυο πανέμορφα καφετί ματιά συναντήσαν τα δικά μου, αλλά αστραπιαία τα δικά της βρεθήκαν και πάλι έξω από το παράθυρο καταστρέφοντας αυτήν την μοναδικη για μενα επαφή. Η καρδιά μου δεν είχε επανέλθει στον συγκεκριμένο φυσιολογικό, αργο ρυθμό της όταν φτάσαμε στην είσοδο του σινεμα.

Βρήκα πρώτος από το αυτοκίνητο και κατευθείαν έτρεξα για να ανοίξω ευγενικά την πόρτα της Μπέλλα, κάτι που ειλικρινά δεν συνήθιζα. Τα ματιά της συναντήσαν τα δικά μου και απερίσκεπτα άπλωσα το χέρι μου για να την βοηθήσω να σηκωθεί. Μου έδωσε το δικό της χαμογελώντας μου αλλά ποτέ περνώντας τα ματιά της από τα δικά μου αυτη τη φορα. Ένα κύμα ηλεκτρισμού απλώθηκε σε όλο μου το σώμα ξαφνιάζοντας με. Την ιδία στιγμή η Μπελλα τράβηξε απότομα το χέρι της από το δικό μου, κάτι που την έκανε να γλιστρήσει πάνω στο υγρό από την βροχή πεζοδρόμιο.

Τα χεριά μου τύλιξαν ενστικτωδώς την μέση της στηρίζοντας την πάνω στο σώμα μου. Αυτή τη φορά το σώμα μου δεν ηλεκτρίστηκε. Ο κατάλληλος ορός για αυτό θα ήταν ότι πήρα ολόκληρος φωτιά.

«Ευχαριστώ» είπε η Μπελλα δειλά τραβώντας το σώμα της από το δικό μου, νιώθοντας πιθανότατα άβολα.

«Ευχαρίστηση μου, Μπελλα» της χαμογέλασα όταν πρόσεξα πως τα μαγουλά της είχαν κοκκινίσει, το κρύο θα μπορούσε να είναι ένας παράγοντας αλλά ήμουν σίγουρος πως το αποτέλεσμα δεν θα ήταν τόσο έντονο σε εκείνη την περίπτωση.

Χωρίς να σκέφτομαι πραγματικά τι έκανα έσυρα τα χεριά μου πάνω στο μάγουλο της, διαπιστώνοντας ποσό ζεστό ήταν. Αυτή η ζεστασιά ήταν κατά κάποιον τρόπο… σωστή. Και η λευκή επιδερμίδα της Μπέλλας ήταν τόσο απαλή που θύμιζε μωρό. Τα ματιά της έκλεισαν και τα χείλη της μισάνοιξαν μετατρέποντας την έκπληκτη έκφραση της σε μια μάσκα ευχαρίστησης. Ήταν τόσο όμορφη έτσι…

Κάποιος καθάρισε τον λαιμό του από πίσω μου ή μάλλον κάποια. Κατέβασα το χέρι μου από τα ζυγωματικά της Μπέλλα, αλλά σε καμιά περίπτωση λόγω της ντροπής. Γύρισα προς τα πίσω, αντιμετωπίζοντας την Αλις. Το στόμα της έχασκε ανοιχτό και τα ματιά της έλαμπαν, προφανώς οραματιζόταν κάτι.

«Πάμε;» ρώτησα ρίχνοντας της ένα βλέμμα όλο νόημα.

Κούνησε το κεφάλι της πριν μιλήσει. Το σοκ της θα ήταν μεγάλο. Δεν συνήθιζα να την πιάνω απροετοίμαστη και το γεγονός αυτό μου φαινόταν κατά κάποιον τρόπο αστείο. «Πάμε»

*****************
«Αλις;» μια φωνή ακούστηκε από πίσω μας βγάζοντας μας και τους τρεις από τις σκέψεις μας. Ειμασταν μπροστα απο το ταμιο περνοντας τα εισιτηρια μας απο εκει. Δεν χρειάστηκε να γυρίσω για να δω τον Τζασπερ Γουιτλοκ, ούτε και η Αλις χρειάστηκε την επιβεβαίωση αυτή.

«Γεια σου, Τζασπερ» χαιρέτησε με ενθουσιασμό, λίγο παραπάνω από αυτόν με τον οποίο θα χαιρετούσε κάποιον απλό φίλο. Αυτή η σκέψη με έκανε να νιώσω άβολα.

Καθάρισα δυνατά τον λαιμό μου όταν ο Τζασπερ αγκάλιασε την Αλις κάνοντας αισθητή την παρουσία μου. Ακόμη και η Μπελλα είχε συγκεντρωθεί σε εκείνους βγάζοντας με τελείως έξω. Αυτό δεν μου άρεσε γιατί απλά ήθελα εγώ να είμαι το επίκεντρο της προσοχής της. Η σκέψη αυτή ήταν εγωιστική αλλά εξέφραζε καταλληλα τα συναισθήματα μου.

«Γεια σου Εντουαρντ και…» Τα ματιά του ταξίδεψαν πάνω στο πρόσωπο της Μπέλλας χωρίς να αγνοούν καμιά λεπτομέρεια. «Εντουαρντ, ποιο είναι αυτό το πανέμορφο κορίτσι;» Φυσικά και την ήξερε από το σχολείο, ήταν παρών όταν βάλαμε το στοίχημα, απλά ήθελε να το παίξει ιππότης μπροστά στα κορίτσια. Αυτό υπέθεσα δηλαδή.

Τα μαγουλά της πήραν ένα ελαφρύ ροδακινί χρώμα, η αντίδραση αυτή ήταν φυσική για εκείνη μετά από τόσο κολακευτικά λόγια, αλλά το γεγονός πως κοκκίνιζε με άλλο αγόρι εκτός από εμένα με έκανε να νευριάζω ανεξήγητα.

«Τζασπερ, η Μπελλα. Μπελλα, ο Τζασπερ» είπα, ο θυμός μου δεν κρυβόταν με τίποτα, αλλά δεν ένιωθα καθόλου άβολα για αυτό.

«Χαίρω πολύ, Μπελλα. Κανονικά θα σου είχα φιλήσει το χέρι σαν ευγενικός κύριος που είμαι, αλλά αν κρίνω από την αντίδραση του αγοριού σου, το καλύτερο για μένα θα ήταν να μην το κάνω. Με συνχωρεις»

Το κεφάλι μου γύρισε απότομα από τον Τζασπερ προς την μεριά που βρισκόταν η Μπελλα, ψάχνοντας για σημάδια θυμού. Αντί για αυτά μέσα στα ματιά της βρήκα σημάδια… έκπληξης. Παρόλα αυτά το ροδακινί χρώμα στα μαγουλά της είχε γίνει λιγάκι πιο έντονο από ότι προηγουμένως. Αυτό δεν ήταν ανησυχητικο.

«Δεν… Δεν είμαστε ζευγάρι» εξήγησε δείχνοντας προς το μέρος μου και το δικό της. Αυτή της η χειρονομία σε συνδιασμο με τις λεξεις που την συνοδευαν έκανε το στομάχι μου να σφιχτει.

«Ο Εντουαρντ όμως θα ήθελε» χασκογέλασε ο Τζασπερ διασκεδάζοντας μαζί μου και με την Μπελλα. Ήταν προφανές στο πρόσωπο του πως είχε καταλάβει το σχέδιο μου. Φοβούμενος μήπως του ξέφευγε κάτι θέλησα να τερματίσω σε αυτό το σημείο την συζήτηση μας.

«Συγνώμη, Τζασπερ αλλά πρέπει να φύγουμε» Έκανα μεταβολή πιάνοντας απερίσκεπτα το χέρι της Μπέλλα. Ο ηλεκτρισμός πάλι διαπέρασε το δέρμα μου πιο έντονος από πριν. Αυτή τη φορά όμως δεν το πήρα πίσω, απλά το έσφιξα πιο δυνατά.

«Εντουαρντ… Περίμενε» διαμαρτυρήθηκε η Μπελλα. Αυτό με έκανε αμέσως να σταματήσω γυρνώντας προς το μέρος της. «Αλις; Θα έρθεις μαζί μας;» Η ελπίδα ήταν έντονη στην πρόταση της, κάτι που με έκανε να επεξεργαστώ γρήγορα την κατάσταση.

«Όχι, Μπελλα! Θα μείνω με τον Τζασπερ, απολαύστε μονοί σας το έργο» Έπιασα με ευκολία το υπονοούμενο στην φωνή της.

Ήταν προφανές! Μονός με την Μπελλα! Αυτή ήταν η ευκαιρία μου! Από μέσα μου ευχαριστούσα την Αλις και εν μέρη τον Τζασπερ που είχε εμφανιστεί, ενώ προς τα έξω το μονό που έδειχνα ήταν ένα αμυδρό χαμόγελο.

Το κορίτσι διπλά μου αναστέναξε κουρασμένα, αγρία σαν να ήξερε το παιχνίδι που είχε σχεδιάσει αποκλειστικά για μένα και εκείνη η Αλις. Δεν το έβλεπε απο την δικη μου οπτικη γωνια, δεν το εβλεπε ως ευκαιρια για να περασουμε χρονο μαζι, και μονοι. Δεν έδωσα σημασία σε αυτήν την πληροφορία. Το μονό που είχε σημασία ήταν πως την είχα διπλά μου.

Την έπιασα από το χέρι και την γύρισα προς το μέρος μου ευγενικά, χωρίς πολύ απότομες κινήσεις. «Θες ακόμη να δεις την ταινία;» ρώτησα σηκώνοντας ερωτηματικά το φρύδι μου.

Μου ανταπέδωσε το βλέμμα με αποφασιστικότητα. «Εσύ;»

«Ευχαρίστως» απάντησα χαμογελώντας ασυγκράτητα τώρα πια. Από ότι προέβλεπα αυτή θα ήταν η πιο ενδιαφέρουσα ταινία σε όλη μου την ζωή, η μάλλον για να είμαστε σαφής στην ύπαρξη μου.

"Συμφωνω" Το χαμογελο της μου εκοψε την ανασα. Ηταν η πρωτη φορα που μου χαμογελουσε τοσο ζεστα. Ηλπιζα να ειχα πολλες φορες την ιδια και ακομη καλυτερη ευκαιρια να απολαυσω το χαμογελο της. Ισως και σε... πιο ζεστες καταστασεις...