"November Rain - Απροσμενες Καταστασεις"

Η αίθουσα του κινηματογράφου ήταν γεμάτη όταν μπήκα μέσα. Έμεινα έκπληκτος που τόσος κόσμος είχε έρθει να δει αυτήν την ταινία. Είχα συνηθίσει να βλέπω τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων μονό τα Σαββατοκύριακα και όχι ένα τυπικό βραδύ Παρασκευής, μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά η στο σχολείο.

Στα χεριά μου κρατούσα δυο χάρτινες, παραγεμισμένες σακουλές με πόπ κόρν, μερικά μάλιστα είχαν πέσει καθώς προχωρούσα με μεγάλα, αρκετά γρήγορα βήματα μέσα στον κόσμο για να βρω την Μπελλα. Δεν είχα καταλάβει πως είχε ξεφύγει από διπλά μου και αυτός ήταν και ο λόγος που είχα γίνει ξαφνικά τόσο ανήσυχος.

Η αλήθεια ήταν πως φοβόμουν. Φοβόμουν μήπως με ειχε αφήσει έτσι και είχε φύγει. Φυσικά αυτή ήταν μια τρελή ιδέα. Ήξερα πως η Μπελλα δεν ήταν τέτοιος χαρακτήρας, αλλά ότι γνώριζα το είχα μάθει κυρίως από την Αλις, την Εσμι και τις ελάχιστες φορές που είχε έρθει στο σπίτι μας. Η λίστα μου δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη, δεν είχα φτάσει στο σημείο να καταλαβαίνω την κάθε έκφραση που έπαιρνε, και την αντίστοιχη σκέψη, αν και έπρεπε να παραδεχτώ πως βρισκόμουν σε ένα παρά πολύ καλό σημείο σε αυτόν τον τομέα.

Οι σκέψεις αυτές έκαναν το κεφάλι μου να γυρίζει καθώς αναζητούσα με το βλέμμα μου, -χτενίζοντας τα κόκκινα σε χρώμα καθίσματα- την Μπελλα. Όλα τα πρόσωπα μου ήταν άγνωστα από τις πρώτες θέσεις έως και τις τελευταίες. Αυτό με έκανε πιο ανήσυχο από ότι ήδη ήμουν. Που είχε εξαφανιστεί;

Έκανα μια απότομη μεταβολή, αγνοώντας τους ανθρώπους που διαμαρτυρηθήκαν για αυτή μου την κίνηση, περνώντας ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση από την οποία έπαιρνε εκείνη τη στιγμή ο περισσότερος κόσμος.

Ένιωθα λες και το πλήθος όλων αυτών των αγνώστων ανθρώπων έκανε τον αέρα μέσα στο δωμάτιο πιο βαρύ, πιο περιεκτικό σε σχέση με τον φυσιολογικό. Δεν ήμουν σίγουρος άμα αυτό ήταν απλά μια φαντασίωση η κάτι που πραγματικά ίσχυε και στην πραγματικότητα. Η προτεραιότητα μου ήταν να βρω το κορίτσι που είχα χάσει.

Όλοι οι διάδρομοι ήταν άδειοι και στην ρεσεψιόν μια ηλικιωμένη κυρία μιλούσε ζωηρά στο τηλέφωνο. Η φωνή της μου τράβηξε την προσοχή, αυτός ήταν ο μονός λόγος που έκανα τον κόπο να την κοιτάξω. Μόλις με είδε έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της. Ύψωσε το ένα της χέρι συμβουλεύοντας με να περιμένω. Έπειτα έβαλε το χέρι της πάνω στο κάτω ακουστικό του τηλεφώνου και γύρισε προς το μέρος μου.

«Λυπάμαι αλλά δεν γίνετε να βγείτε έξω από εδώ, εκτός άμα θέλετε να μην δείτε την ταινία. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορώ να σας το επιτρέψω» είπε με εναν προσποιητικο τρυφερο τονο. Μια γραμμή είχε σχηματιστεί στο μέτωπο της παραμορφώνοντας το πρόσωπο της.

Μου πηρέ ένα λεπτό για να επεξεργαστώ την αλήθεια της πρότασης της. Για μια στιγμή σκέφτηκα την πιθανότητα να επιστρέψω ξανά μέσα στην αίθουσα προβολής ελπίζοντας πως η Μπελλα θα ήταν εκεί, αλλά κάτι μέσα μου έλεγε να βγω έξω. Να την ψάξω.

«Συγνώμη αλλά είναι μεγάλη ανάγκη να βγω έξω» απάντησα με αποφασιστικοτητα κοιτάζοντας μέσα στα γκρι, ψυχρά ματιά της ηλικιωμένης κυρίας σοβαρά.

Η ρυτίδα εξαφανίστηκε από το μέτωπο της και δάγκωσε το κάτω χείλος της από αντίδραση. Για ένα σύντομο δευτερόλεπτο σκέφτηκα την Μπελλα όταν το έκανε αυτό, ήταν εκατομυριες φορές πιο ελκυστικό σε εμένα από ότι θυμόμουν. «Σε αυτήν την περίπτωση είστε ελεύθερος να βγείτε έξω» είπε και τύλιξε ξανά τα χεριά της γύρω από το τηλέφωνο.

Αναστέναξα ευχαριστημένος με τον εαυτό μου και άρχισα γρήγορα ξανά την αναζήτηση για την Μπελλα.

Ο ψυχρός, γεμάτος υγρασία αέρας με χτύπησε στο πρόσωπο κάνοντας με να κλείσω αντανακλαστικά τα ματιά μου. Όταν τα ξανάνοιξα αντιμετώπισα ξανά την ιδία εικόνα. Έναν άδειο, βρεγμένο από την βροχή δρόμο. Ξεφύσηξα κουρασμένα και χωρίς δική μου βούληση τα ποδιά μου άρχισαν να κινούνται πιο γρήγορα από ποτέ, καθώς έτρεχα μέσα στα στενά σοκάκια του Πορτ Αντζελες. Ο ήχος που έκαναν τα παπούτσια μου καθώς βυθιζοταν μέσα στις μικρές λακκούβες που είχαν δημιουργηθεί πρόσφατα ήταν η μονή συντροφιά μου για λίγη ώρα. Μετά ηρθαν οι φωνές, τα ουρλιαχτά και η φωνή της Μπελλα ανάμεσα τους.

Ανήσυχος επιτάχυνα το βήμα μου, διατάζοντας τα ποδιά μου να κάνουν μια καλύτερη προσπάθεια. Ήμουν σίγουρος πως άμα δεν έκανα την καθημερινή μου προπόνηση στο γήπεδο δεν θα είχα φτάσει έγκαιρα. Πάγωσα ακριβώς την ώρα που ο εγκέφαλος μου επεξεργάστηκε την εικόνα που είχα μπροστά μου.

Μια ομάδα νεαρών είχε στριμώξει την Μπελλα σε ένα στενό περικυκλώνοντας την τελείως από τριγύρω, χωρίς να της αφήνουν κανένα σημείο διαφυγής. Το τρομαγμένο βλέμμα της έκανε φανερό το γεγονός πως αυτά τα άτομα δεν ήθελαν το καλό της. Τα ματιά της, χτένισαν το μέρος τριγύρω, προσπαθώντας μανιασμενα να βρουν ένα ευαίσθητο σημείο στον κύκλο που είχαν δημιουργήσει. Τότε ήταν που οι ματιές μας συναντηθήκαν. Τα καφετί της ματιά ήταν σαν να με παρακαλούσαν να φύγω, να σωθώ, να μην μπλέξω και να μην κάνω κάτι απερίσκεπτο. Δεν υπήρχε περίπτωση να την ακούσω.

Δεν διαστατά ούτε λεπτό. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν μου αφήσαν περιθώριο για να επεξεργαστώ την κατάσταση. Διαπέρασα τον κύκλο σπωχνοντας βίαια τις μαύρες μέσα στο σκοτάδι φιγούρες, μπαίνοντας ανάμεσα σε εκείνους και την Μπελλα. Ορισμένοι από αυτούς βλαστήμησαν από την δύναμη που έβαλα για να τους βγάλω από την μέση. Από πίσω μου άκουσα την Μπελλα να κλαψουρίζει απο τον φοβο της.

Μια από της πιο κοντές σχετικά με εμένα φιγούρες με πλησίασε πρώτη, παίρνοντας την πρωτοβουλία να προσπαθήσει να μου δώσει μια μπουνιά στο πρόσωπο. Παρολη την δική του δύναμη κατάφερα να τον ρίξω κάτω στον δρόμο. Ο ήχος του σπασίματος ακούστηκε σε όλο το σοκάκι, μαζί με τις βρισιές που έβγαζε με δυσκολία μέσα από το στόμα του. Τον κλότσησα δυο φορές στο στομάχι και γύρισα για να αντιμετωπίσω τους υπολοίπους. Ήξερα πως ο άλλος δεν θα ήταν τόσο χαζός ώστε να σηκωθεί να με αντιμετωπίσει ξανά.

Άλλοι δυο, Καλεν. Άλλοι δυο…

Με πλησίασαν γρήγορα χωρίς να χάνουν χρόνο. Κατάφερα να δωσω στον έναν μια αρκετά δυνατή κλοτσιά στο στομάχι, και έπειτα να τον κλοτσησω τον εναν ωστε να πεσει με επιτυχια πάνω στον άλλον παραπατώντας.

«Μπελλα, τρεξε…»

Χωρίς να καταλάβω από πού είχε προκύψει ένιωσα έναν έντονο πόνο ακριβώς πάνω στο μάτι μου. Βλαστήμησα με κόπο, και γύρισα προς τον καινούργιο μου αντίπαλο, ο οποίος άρχισε ήδη να κατευθύνεται προς την Μπελλα.

«Μην τολμήσεις» μούγκρισα μέσα από τα σφιγμένα μου δόντια.

Από πίσω μου μπορούσα να ακούσω τα βήματα των άλλων να πλησιάζουν. Ήξερα πως ακόμη ανάρρωναν αλλά και πάλι θα ήταν δύσκολο. Τα ματιά μου όμως ήταν καρφωμένα αποκλειστικά πανω στο κοριτσι που ειχα να προστατεψω και το οποιο δυστυχως δεν εκανε καμια απολυτως προσπαθεια για να σωσει τον εαυτο της. Περισσοτερο εμοιαζε να ανησυχει για μενα παρα για το ιδιο της το σωμα.

Για άλλη μια φορά έκανα την κίνηση μου χωρίς να το καταλάβω, με την βούληση του σώματος μου και όχι του μυαλού μου. Έτρεξα προς τον άνδρα που πλησίασε την Μπελλα και κατάφερα να του δώσω μια δυνατή γροθιά στο μάγουλο του. Αυτό τον άφησε απροσανατολισμένο, κάτι που μου έδωσε άλλο ένα πλεονέκτημα.

Άρπαξα απαλά την Μπελλα και την ανάγκασα να τρέξει μαζί μου ώστε να καταφέρουμε να ξεφύγουμε πριν να είναι πολύ αργά. Το σοκ που είχε υποστεί η Μπελλα εκείνη την βραδιά ήταν αρκετό δεν βοηθούσε και παρά πολύ στο τρεξιμο.Παραπατουσε συνεχεια, τα ποδια της μπλεκοταν μεταξυ τους και συχνα μαζι με τα δικα μου. Δεν διαμαρτυρηθηκα οσες φορες και αν συνεβησε αυτο. Ειχε αρκετο ανχος για να της το αυξησω περισσοτερο με την δικια μου αγωνια.

«Εντουαρντ…» ψέλλισε με τρεμαμένη, βραχνη φωνή. «Δεν μπορώ…»

Οι λέξεις ήταν αρκετές για να καταλάβω το νόημα τους. Έβαλα το ένα μου χέρι κάτω στα γόνατα της και με μια αστραπιαία κίνηση την έκανα να πέσει σταθεροποιώντας την ανάμεσα στα ανοιχτά χεριά μου. Βόγκηξε από έκπληξη αλλά ευτυχώς για μένα δεν διαμαρτυρήθηκε.

Μπορούσα να ακούσω τους άνδρες από πίσω μας να βλαστημούν και να τρέχουν ταυτόχρονα δίνοντας σκληρές διαταγές ο ένας στον άλλον. Άμα το έβλεπα κάπου αλλού αυτό, ίσως στην τηλεόραση, θα είχα γελάσει με την ψυχή μου. Αυτό όμως ήταν κάτι αδύνατο σε αυτήν την περίπτωση.

Έστριψα σε ένα στενό και αφού έριξα μια κλεφτή ματιά από πίσω μου μας έκρυψα ανάμεσα σε δυο τοίχους πολυκατοικιών. Ήμουν ξεπνοος αλλά όχι και τόσο κουρασμένος. Ένιωθα την ανάσα της Μπελλα να καίει το μάγουλο μου έτσι όπως είχε γαντζωθεί από πάνω μου. Παρολη την κατάσταση δεν μπόρεσα να εμποδίσω τον εαυτό μου να κάνει ξανά σκέψεις με εμένα και την Μπελλα μαζί. Ήταν κάτι που θα το σκεφτόμουν ακόμη και άμα ήμουν ετοιμοθάνατος.

Τα βήματα τώρα είχαν πλησιάσει πολύ το μέρος στο οποίο ήμασταν κρυμμένοι, δεν μπόρεσα να εμποδίσω τον εαυτό μου να ρίξει άλλη μια κλεφτή ματιά για να σιγουρευτεί πως κανένας δεν θα είχε μείνει πίσω και όλοι θα περνούσαν μαζί εκείνο το σημείο. Για καλή μου τύχη αυτό έγινε.

Σε λιγότερο από ένα λεπτό δεν ακουγόταν τίποτα εκτός από την ρυθμική αναπνοή μου και της Μπέλλα. Δεν έκανα τον κόπο να ξανακοιτάξω έξω για να ελέγξω το πεδίο. Τα ματιά μου ήταν στην Μπελλα.

«Είσαι καλά;» ρώτησα με βραχνή φωνή.

Με κοίταξε και ένευσε, ήταν προφανές πως δεν εμπιστευόταν την ιδία της την φωνή μετά από όλο αυτό το σοκ. Αυτό με έκανε να την σφίξω περισσότερο μέσα στην αγκαλιά μου, για να την παρηγορήσω, να κάνω μια προσπάθεια να την κάνω να νιώσει καλυτέρα καθώς και πιο ασφαλής.

«Ε-Εσύ;» ρώτησε τραυλίζοντας , κοιτάζοντας επίμονα μέσα στα ματιά μου, η μάλλον για να είμαι ακριβής το ένα μου μάτι. Δειλα σηκωσε το ελευθερο χερι της, αυτο που δεν ακουμπουσε πανω στο στηθος μου και το άγγιξε, με τα χειλη της να εχουν γινει μια ισια γραμμη. Ξαφνικά ένιωσα το τσούξιμο που τόση ώρα αγνοούσα. Βόγκηξα καθώς έκανα μια γκριματσα πόνου, την ένιωθα πάνω στο πρόσωπο μου. «Συγνώμη» Το χέρι της έφυγε από το μάγουλο μου και αναπαύτηκε και αυτο πάνω στο θώρακα μου, δεν φαινόταν να σκέφτεται και παρά πολύ το τι έκανε στη συνεχεία. Κάθε άμυνα της είχε σπάσει.

«Δεν χρειάζεται να δικαιολόγησε, δεν είσαι εσύ αυτή που με χτύπησε» έκανα μια προσπάθεια να αστειευτώ.

Σήκωσε το κεφάλι της απότομα, τα ματιά της καρφωθήκαν ξανά μέσα στα ματιά μου κάνοντας με να χάσω έναν χτύπο. Εκείνη τη στιγμή φαινόταν τόσο δυναμική αλλά και τόσο εύθραυστη ταυτόχρονα. Ο συνδυασμός ήταν μαγευτικός! «Εγώ είμαι αυτή που έφυγε από το σινεμα» μάλωσε τον εαυτό της.

Αυτές οι λέξεις τις ανέφεραν σχετικά αργοπορημένα τις προηγούμενες απορίες που είχα στο μυαλό μου. «Γιατί;»

«Νόμιζα πως έφυγες και βρήκα έξω για να σε περιμένω» δίστασε κατεβάζοντας το κεφάλι της. Ήμουν σίγουρος πως ντρεπόταν για αυτές τις αποφάσεις που είχε πάρει. Που είχε δημιουργήσει μια τόση μεγάλη φασαρία. «Μετά ήρθαν εκείνοι… Στην αρχή απλά τους αγνόησα αλλά μετά άρχισαν να με πειράζουν, να κάνουν ανάρμοστα σχόλια… Από ένστικτο άρχισα να τρέχω… Στο τέλος, όπως ήδη γνωρίζεις κατέληξα χαμένη και στριμωγμενη» Αναστέναξε θυμωμένη με τον εαυτό της.

«Εγώ βρήκα έξω για να σε ψάξω, τρελάθηκα από την αγωνιά μου, Μπελλα. Δεν ξέρεις ποσό τρόμαξα» Τα συναισθήματα που είχα πριν λίγα λεπτά ξαναβρήκαν στην επιφάνεια, δημιουργώντας ένα κύμα πανικού, σαν προσθετο βαρος, πανω το στήθος μου. Αυτό έκανε τα λόγια μου να βγουν με περισσότερο πάθος και δύναμη.

«Γιατί;» ψιθύρισε εκείνη χωρίς να σπάσει ούτε για ένα δευτερόλεπτο την επαφή που είχαμε δημιουργήσει κοιτάζοντας επίμονα ο ένας μέσα στα ματιά του αλλού. Εκείνη τη στιγμή ένιωθα σαν να μπορούσα να δω ακόμη πιο βαθιά, κάτω από το σοκολατί εκείνο χρώμα, την ψυχή της και ακόμα περισσότερα.

«Ειλικρινά, Μπελλα δεν έχεις καταλάβει;»

Στο σκοτάδι και στην ησυχία του δρόμου δεν υπήρχε περιθώριο για λέξεις. Τα χείλη μου ηρθαν πάνω στα δικά της και διεκδικούσαν παθιασμένα ότι μου φανήκαν. Αναστέναξε βαθιά καθώς έφερνε τα χεριά της γύρω από τον λαιμό μου, φυλακίζοντας με μέσα στην ζεστή της αγκαλιά. Τα δικά μου χεριά ήταν ήδη απασχολημένα με το να συγκροτούν όλο το βάρος της πάνω μου, αλλά από συνήθεια και μονό άρχισα να χαϊδεύω τα σημεία που κρατούσα. Η αίσθηση ήταν τόσο ωραία και μοναδική, ήθελα να κρατηθώ αιωνία εκεί. Στην ιδία κατάσταση, με την Μπελλα στην αγκαλιά μου.

Απομακρυνα τα χείλη μου απο το προσωπο της, αλλά εκείνη τα κόλλησε ξανά πάνω στα δικά της λαίμαργα. Αυτό με έκανε να χαμογελάσω. «Μπελλα, θα ήθελα να μείνω εδώ να σε φιλάω για όλη τη νύχτα αλλά η Αλις δεν θα είναι και τόσο ευγνώμων για αυτό»

Ξεύσηξε ανάμεσα στα χείλη μου και με άφησε να φύγω ξεκολλώντας το σώμα της από το δικό μου. Την άφησα να πέσει από την αγκαλιά μου στηρίζοντας την με τα χεριά μου σαν να ήταν κούκλα. Δεν είχα προσέξει ποτέ ξανά ποσό μικρόσωμη ήταν, μου έδινε την εντύπωση μιας πορσελάνινης κούκλας.

Αρχίσαμε να περπατάμε κρατώντας ο ένας το χέρι του αλλού στον υγρό από την βροχή δρόμο. Λίγο πριν φτάσουμε μπροστά από την είσοδο του σινεμα η Μπελλα γέλασε, ένας μελωδικός, υπέροχος ήχος.

«Τι;» ρώτησα πραγματικά περίεργος.

«Πριν λίγες μέρες νόμιζα πως με αγνοούσες και τώρα…» Το γέλιο της διακόπηκε και τα ματιά της εξέτασαν τα δικά μου. Κατάλαβα πως της άρεσε αυτό που έβλεπε εκεί γιατί ένα αμυδρό χαμόγελο λατρείας διαγράφτηκε στα χείλη της.

«Ποτέ δεν σε αγνόησα, Μπελλα» παραδέχτηκα με ειλικρίνεια και την πλησίασα δίνοντας της άλλο ένα φιλί. Αυτή τη φορά χρειάστηκε να σκύψω για να την φτάσω, κάτι που δεν με ενόχλησε καθόλου. Τα χείλη της ήταν ζεστά, ανακουφιστικά μετά από τόση υγρασία και κρύο. Δεν ήξερα πόση ώρα φιλιόμασταν, πιθανότατα θα συνεχίζαμε αν μια γνώριμη, ενοχλητικη φωνή δεν ακουγόταν ακριβώς από πίσω μας κάνοντας μας και τους δυο να πεταχτούμε από έκπληξη.

«Τι στο καλό;» Ήμουν βέβαιος πως ήταν για άλλη μια φορά η Αλις. Είχε την τάση να μας πιάνει να κάνουμε τέτοια πράγματα απόψε.

«Γεια σου, αδερφούλα» την χαιρέτησα ξεκολλώντας την Μπελλα από πάνω μου -ξανα- αλλά συνεχίζοντας να την αγκαλιάζω σφιχτά προστατεύοντας την από την παγωνια.

«Το ήξερα» δήλωσε εκείνη. «Το ήξερα πως κάτι τρέχει»

Τη φίλησα απαλά στον λαιμό, επιτρέποντας στα χείλη μου να εξερευνήσουν την γυμνή επιφάνεια του. Δεν είχα δώσει σημασία στο τι ακριβώς φορούσε μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά ήμουν ευγνώμων που η ενδυμασία της είχε τέτοια πλεονεκτήματα.

Αναστέναξε καθώς τα χεριά μου χάιδευαν ασταμάτητα το μπράτσο της και ένιωσα την ανατριχίλα να διαπερνά το σώμα της μεταφέροντας την και στο δικό μου, σαν κολλητική ασθένεια. Το σφίξιμο στο στομάχι μου ήταν έντονο, ακόμη και από την προηγουμένη βραδιά που είχαμε βγει για να «δουμε ταινια» στο Πόρτ Άντζελες.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως η κατάληξη ήταν και απρόβλεπτη και δυσάρεστη, ένα πολύ μικρό μέρος αφορούσε το τελευταίο σκέλος της πρότασης μου. Το υπόλοιπο έμοιαζε με όνειρο.

Αν εξαιρέσουμε βεβαία την Αλις και τις ερωτήσεις της που φυσικά με έφεραν σε παρά πολύ δύσκολη θέση την περασμένη νύχτα. Από την στιγμή που έκλεισε η πόρτα του σπιτιού αφεθηκα στο έλεος της, αφού πιο πριν της είχα υποσχεθεί πως ότι απορία είχε θα της ξυνόταν όταν θα είχαμε πια γυρίσει στο σπίτι, χωρίς να περιμένω ένα τέτοιο κήρυγμα. Η Εσμι και ο Καρλαιλ ενθουσιαστήκαν, όπως και η Αλις –η αντίδραση της ξεπέρασε αυτό το στάδιο για την ακρίβεια- αλλά και τρόμαξαν όταν τους αφηγήθηκα την περιπέτεια μας πριν γίνει αυτό. Η αδερφή μου δεν φάνηκε να ενδιαφέρεται. Σημασία για αυτήν είχε η κατάληξη της ιστορίας και όχι η ιδία η ιστορία. Τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες…

«Μμμμ… Εντουαρντ, νομίζω πως είχαμε συμφωνήσει να βγούμε έξω» μουρμούρισε χωρίς κανένα σημάδι θέλησης. Η απαλή φωνή της με έφερε στην πραγματικότητα, σαν να με ξυπνούσε μέσα από το ίδιο μου το όνειρο. Το όνειρο που ήμουν τόσο τυχερός ώστε να το ζω και στην πραγματικότητα.

«Έχουμε πολύ χρόνο ακόμη» ψιθύρισα μέσα από τα χείλη μου αφήνοντας τον αέρα να γεμίσει τα πνευμονία μου πριν την φιλήσω για μια ακόμη φορά, πεταχτά πάνω στα χείλη και έπειτα πιο παθιασμένα και πιο αγρία. Η γλωσσά μου πέρασε μέσα στο στόμα της όταν τα χείλη της μισάνοιξαν για να την υποδεχτούν. Το συναίσθημα ήταν τόσο υπέροχο που ένιωθα πως αργά η γρήγορα θα έχανα πραγματικά τον εαυτό μου. Όχι ότι δεν τον είχα χάσει ήδη.

Τα χεριά μου κινηθήκαν πάνω στην πλάτη της, προκαλώντας ένα ελαφρύ τρέμουλο που σίγουρα δεν είχε να κάνει σε καμιά περίπτωση με το κρύο που επικρατούσε μέσα στο παλιό, ξεθωριασμένο φορτηγάκι της. Στην συνεχεία διέγραψα μια διαδρομή από το τέλος της πλάτης της έως πιο πάνω, στους ωμούς της, στα χεριά της και τέλος στο γεμάτο μπούστο της. Αυτό με έκανε να την φιλήσω πιο λαίμαργα από πριν, παίρνοντας σαν ανταμοιβή ένα βογκητό λαχταράς που βρήκε αντανακλαστικά από τα χείλη της. Λιγάκι διστακτικά πήρα το μπούστο της στα χεριά μου, ενώ ταυτόχρονα τα χείλη μου ήταν απασχολημένα με τα δικά της.

Με μια κίνηση βρέθηκα από πάνω της, κάτι αρκετά δύσκολο μέσα στην μικρή, στρογγυλή καμπίνα του οδηγού. Τα ποδιά της τυλιχτήκαν γύρω από την μέση μου, σφίγγοντας τον εαυτό της πάνω στο δικό μου σώμα, σε όλη την επιφάνεια του.

Ενστικτωδώς άρχισα να βγάζω σιγά, σιγά την μπλούζα της. Δεν διαμαρτυρήθηκε, απλά σήκωσε τα χεριά της, σαν να μου έλεγε ξεκάθαρα πως παραδινόταν στα χεριά μου. Φυσικά δεν σκόπευα να το πάω πολύ μακριά και ειδικά μέσα σε ένα αυτοκίνητο, αν και για να ήμουν ειλικρινής η ιδέα δεν μου ήταν και τόσο αποκρουστική. Απλά έπρεπε να υπενθυμίζω στον εαυτό μου πως ήταν ξεχωριστή, κάτι δύσκολο όταν βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση μπροστά μου. Χωρίς να σκέφτομαι την απελευθέρωσα από την μπλούζα της, και στην συνεχεία απομακρύνθηκα μονό λίγα εκατοστά μακριά της για να μπορέσω να απολαύσω το θέαμα. Ήταν τόσο όμορφη, και είχε απλά υπέροχο σώμα. Σε τέτοιο βαθμό που με οδηγούσε τρελό σιγά, σιγά.

Την κοίταξα στα ματιά, το μονό που βρήκα εκεί μέσα ήταν ποθος και ανασφάλεια. Το τελευταίο με εμπόδισε από το να προχωρήσω παρακάτω, αν και ήμουν πολύ κοντά σε μια τέτοια κατάσταση. Χρειαζόμουν με οποιοδήποτε τρόπο λύτρωση από αυτό το βασανιστήριο.

Με μια κίνηση έφυγα από πάνω της, ενώ τα χεριά μου έψαχναν την μπλούζα της μέσα στο φορτηγάκι, τα ματιά μου βρισκόταν συνεχώς σε εγρήγορση χωρίς κανέναν πραγματικό λόγο. Της έφερα την μπλούζα μπροστά από το πρόσωπο της, μια γκριματσα απογοήτευσης σχηματίστηκε στο πρόσωπο της αλλά την φόρεσε χωρίς περαιτέρω κουβέντες.

«Θα οδηγήσεις η θα οδηγήσω;» ρώτησα κοιτώντας την αβέβαια στην θέση του οδηγού. Πάσχιζε να φορέσει τα ρούχα της, τεντώνοντας μερικές φορές τα χεριά της μέχρι και έξω από το παραθυρο του αυτοκινητου.

«Θα οδηγήσω… Μπορείς να με βοηθήσεις λίγο;» Μου πηρέ ένα δευτερόλεπτο για να καταλάβω πως αναφερόταν στην μπλούζα της.

Τράβηξα το ύφασμα προς τα κάτω, αφού πρώτα πέρασα το ένα της χέρι μέσα από το μανίκι της μπλούζας. Το δέρμα μου άγγιξε ελαφρα το δικό της την ώρα που την κατέβαζα προς τα κάτω.Αυτο και μονο ηταν αρκετο για να ξαναχασω τον αθωο ειρμο της σκεψης μου. Δεν ήξερα ποσό ακόμα θα μπορούσα να αντέξω αυτό το μαρτύριο, δεν ήξερα ποσό καιρό θα άντεχε η Μπελλα επίσης.

«Έτοιμη» ανακοίνωσα βραχνά βυθίζοντας τον εαυτό μου μέσα στο κάθισμα του αυτοκινήτου. Το πρώτο θετικό πράγμα που είχε αυτό το αμάξι εκτός από την Μπελλα μέσα ήταν το ότι ήταν γεμάτο με την μεθυστική, αποκλειστικά δική της μυρωδιά. Άνθη τριαντάφυλλων, κερασί και αλλά είδη παράξενων εξωτικών φρούτων και λουλουδιών. Ποτέ δεν είχα καταφέρει να τα ξεχωρίσω ακριβώς. Η ποικιλία ήταν τόσο μεγάλη.

Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο, και εκείνο ξεκίνησε με έναν εκοφαντικό, τραχύ ήχο. Είχα κακομάθει με το δικό μου αθόρυβο τόσο που για μια στιγμή τρόμαξα.

«Φοράς άρωμα, Μπελλα;» ξεφούρνισα απερίσκεπτα. Κοίταζα τον δρόμο μπροστά όταν μου απαντούσε.

«Πως σου ηρθε αυτό;» ρώτησε με έναν σκεφτικό τόνο στην φωνή της.

«Μυρίζεις πολύ ωραία» είπα για άλλη μια φορά χωρίς να σκέφτομαι. Το άρωμα της προφανώς είχε και παρενέργειες στην σκέψη μου.

«Ευχαριστώ, και… εσύ» Από τον τόνο της φωνής της κατάλαβα πως δεν της άρεσε να μιλάει έτσι ανοιχτά στον περισσότερο κόσμο. Η ειλικρινα ομως ηταν ξεκαθαρη εκει.

Η υπόλοιπη ώρα πέρασε μέσα σε μια αμήχανη σιωπή. Δεν ήξερα τι πραγματικά την είχε προκαλέσει αλλά ήμουν βέβαιος πως το γεγονός πως παρεκτραπήκαμε μέσα στο αυτοκίνητο δεν άρεσε και παρά πολύ στην Μπελλα. Φοβόμουν μήπως την είχα κατά κάποιον τρόπο απογοητεύσει με αυτή μου την συμπεριφορά, όπως και φοβόμουν μήπως νόμιζε πως την πίεζα να κάνει κάτι για το οποίο δεν ήταν έτοιμη.

Δεν ήξερα και παρά πολλά για τις προηγούμενες σχέσεις της Μπελλα. Δεν ήξερα κατά ποσό είχε καταφέρει να προχωρήσει στο παρελθόν. Όλες τις οι αντιδράσεις μου φαινόταν σωστές, λες και είχε εκπαιδευτεί για να τις κάνει κατά τα αλλά όμως κάτι μέσα μου έλεγε πως ήταν αμαθή σε αυτόν τομέα.

Εγώ όπως κάθε αγόρι σε αυτή την ηλικία είχα τις εμπειρίες μου, αλλά ποτέ ξανά δεν είχα να αντιμετωπίσω την κατάσταση της «Πρώτης φοράς». Όλα τα κορίτσια με τα οποία είχα κοιμηθεί μαζί είχαν κάποιες προηγούμενες εμπειρίες, κάτι που έκανε το όλο θέμα πιο βολικό, χωρίς να σε βάζουν σε σκέψεις. Αλλά η αλήθεια ήταν πως δεν ήξερα παρά πολλά πράγματα σχετικά με την περίπτωση εκείνη.

Το μονό που ήλπιζα ήταν να μην πονέσω την Μπελλα, δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να δω το πρόσωπο της να παραμορφώνεται η κάτι παρόμοιο.

Έπιασα τον εαυτό μου, η μάλλον ένα αρρωστημενο κομμάτι του εαυτού μου να σκέφτεται πως θα ήμουν ο πρώτος της Μπελλα. Αλλά αυτό δεν ήταν και παρά πολύ επίσημο. Δεν είχα υπογράψει κανένα χαρτί με την Μπελλα, δεν το είχαμε συζητήσει καν. Μέχρι στιγμής δεν φάνηκε να την απασχολεί αυτή η εκκρεμότητα, ούτε και εμένα. Μα θα στοιχημάτιζα πως σκεφτόταν τα ιδία πράγματα με εμένα. Το έβλεπα στο πρόσωπο της πως μονό ένα μέρος της συγκεντρωνόταν στον δρόμο. Η υπόλοιπη επιφάνεια του εγκεφάλου της επεξεργαζόταν αλλά θέματα.

Η υποψίες μου επιβεβαιωθήκαν όταν επιτελούς μετά από πολύ ώρα η Μπελλα έσπασε την σιωπή. Οι σκιές τριγύρω έμοιαζαν να προσπαθούσαν να χωρέσουν οτιδήποτε περνούσε από μπροστά τους στο σκοτάδι, σε κάτι άγνωστο. Τα φωτά μπροστά από το φορτηγάκι μας φώτιζαν τον δρόμο, ελαφρύνοντας με έναν μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα, η οποία ήταν ήδη αρκετά άβολη.

«Εντουαρντ; Πιστεύεις πως… Θα πρέπει να κάνουμε τέτοια… πράγματα πριν από το πρώτο η το δεύτερο ραντεβού; Εννοώ… Δεν νομίζεις πως προχωράμε παρά πολύ γρήγορα;» Οι ερωτήσεις της με έπιασαν απροετοίμαστο.

Καθάρισα τον λαιμό μου πριν απαντήσω χωρίς να εμπιστεύομαι πραγματικά την ιδία μου την φωνή. «Συνήθως τα… πράγματα πιο πριν γινόταν πιο γρήγορα, Μπελλα» παραδέχτηκα με μια όσο το δυνατόν πιο απαλή φωνή, γεματη ειλικρινεια και θαρρος. Ένιωσα την ανάσα της να έχει κοπεί από διπλά μου, μιας και είχα συνχρονισει την δικιά της με την δικιά μου. «Καμιά δεν ήταν αρκετά σημαντική για να περιμένω κάτι διαφορετικό. Αν και πρέπει να παραδεχτώ πως μερικές ενδιαφερόμουν μονό για αυτό το κομμάτι σε μια σχέση»

Πηρε μια βαθιά ανάσα. «Εμένα πάντως δεν με πειράζει να κάνουμε αυτά τα πράγματα αλλά και να βγαίνουμε και ραντεβού» δικαιολογήθηκε λιγάκι φοβισμένη. «Απλά πιστεύω πως όλα έρχονται στην ώρα τους» συνέχισε.

«Συμφωνώ» είπα προσπαθώντας να παίξω τον άνετο κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν ήμουν.

Όπως όλοι οι άνδρες και εγώ είχα ανάγκη κάποιες δραστηριότητες, αλλά γνώριζα πως με την Μπελλα η θα έκανα υπομονή, περιμένοντας όλα να γίνουν στην ώρα τους η διαφορετικά θα την πλήγωνα και θα της έδινα μια εντελώς λάθος γνώμη για μένα. Μια γνώμη που θα είχε κυρίως να κάνει με κάποιον άνθρωπο των σπηλαίων από εκείνους που συχνά έδειχνε στα ντοκιμαντέρ. Εκεί ήταν ενδιαφέρων, αλλά στην πραγματική ζωή θα ήταν σίγουρα αποκρουστικό.

Οπότε, καλό θα ήταν να ακολουθήσω την γνώμη της Μπελλα. Θα περίμενα μέχρι εκείνη να ήταν έτοιμη για κάτι παραπάνω από φιλιά και αγκαλιές. Θα περίμενα ώσπου να έχω την δυνατότητα να την κρατήσω στην αγκαλιά μου, κάνοντας την δική μου με οποίον τρόπο θα μπορούσα να φανταστώ. Θα φρόντιζα να εμένα στις φαντασιώσεις για αυτό το διάστημα, που από ότι προέβλεπα θα ήταν μικρό. Η Μπελλα όσο διστακτική και να ήταν σε αυτό το θεμα κάποια στιγμή απλά θα παραδινόταν στις ανάγκες του σώματος της. Δεν ήθελα να παραδεχτώ πως χαιρόμουν με αυτό, όσο και να ήταν αλήθεια.

****************

Η υπόλοιπη βραδιά πέρασε μέσα σε μια τελείως διαφορετική ατμόσφαιρα από αυτή που είχαμε δημιουργήσει στο εσωτερικό της καμπίνας του αυτοκινήτου . Πρώτα επισκεφτήκαμε ένα μικρό βιβλιοπωλείο στο κέντρο της πόλης από οπού και η Μπελλα προμηθεύτηκε τουλάχιστον πέντε βιβλία. Σειρά είχε το φαγητό και έπειτα η βόλτα κάτω από το ελάχιστο φως της πόλης, οπου ο ρομαντισμος ξαναεπεστρεψε. Μετά αρχίσαμε ξανά για τον δρόμο της επιστροφής, ενώ όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι μου της έδωσα ένα μεγάλης διαρκείας φιλί.

Δεν ήμουν χαζός! Μπορούσα να δω πως και εκείνη είχε τις ίδιες περίπου ανάγκες με εμένα. Με χρειαζόταν όπως την χρειαζόμουν και εγώ, με αγαπούσε με τον ίδιο τρόπο που την λάτρευα εγώ. Αλλά όταν επιτελούς ξάπλωσα στο κρεβάτι του δωματίου μου συνηδιτοποιησα πως μια λεπτομέρεια μου διέφευγε. Το στοίχημα τρύπησε βίαια το κεφάλι μου επαναφέροντας με στην πραγματικότητα;

Τι στο καλό έκανα; Είχα ερωτευτεί την Μπελλα Σουαν, έβγαινα μαζί της χωρίς να χρειαστώ καθόλου υποκριτική ικανότητα για να προσποιηθώ τίποτα μιας και όλα ήταν αλήθεια ενώ ο αρχικός μου στόχος ήταν θαμμένος κάτω από την αγάπη. Την αγαπη;

Άρχισα να σκέφτομαι την πιθανότητα να πω απλώς στον Μαικ Νιουτον και στους υπολοίπους πως τελικά δεν μπορούσα, δεν ήμουν ο κατάλληλος για αυτή τη δουλειά. Αλλά άμα έκανα κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να παραδέχομαι την ήτα μου στην ποδοσφαιρική ομάδα του σχολείου. Κάτι όχι και τόσο έξυπνο.

Ήμουν σε αδιέξοδο. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως τα είχα καταστρέψει όλα μέσα σε δυο μέρες. Ο στόχος μου δεν ήταν σε καμιά περίπτωση να με ερωτευτεί –και συμπωματικά να την ερωτευτώ και εγώ- απλά να με καλέσει στο σπίτι της ώστε να βρω μια ευκαιρία να αρπάξω το ημερολόγιο της.

Η ιδέα μου φαινόταν απαράδεκτη εκείνη τη στιγμή. Ένα έγκλημα. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελα να γνωρίζουν τα προσωπικά μου όλοι, και ιδιαιτέρα τα αγόρια της παρέας μου. Θα με πείραζαν, ο Εμετ κυρίως. Ανατρίχιασα στην σκέψη. Γελούσα με την ψυχή μου όταν πείραζε άλλους η άλλες, αλλά δεν ήθελα να μπω στην θέση τους.

«Εντουαρντ, να μπω;» άκουσα την Αλις έξω από την πόρτα.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι αντανακλαστικά, σε μια στάση αμυντική, ίσως και ελάχιστα επιθετική. Δεν είχα καμιά όρεξη να έχω την Αλις μέσα στο δωμάτιο μου να με παρακαλεί για λεπτομέρειες. Την τελευταία φορά με είχε απειλήσει πως άμα δεν της έλεγα ότι είχε γίνει θα εμένα μέσα στο δωμάτιο μου όλη τη νύχτα. Στην αρχή νόμιζα πως μπλόφαρε αλλά μετά από μια πολύ επίπονη συζήτηση ήξερα πλέον πως ήταν ικανή για όλα. Δεν υπέρβαλλα καθόλου όταν το έλεγα αυτό.

«Μπες» είπα διστακτικά. Οι ενδοιασμοί μου ήταν πολύ και διάφοροι για πού θα οδηγούσε τελικά αυτός ο διάλογος.