"November Rain - Πύρινα Φιλιά"

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και η Αλις μπήκε μέσα, για πρώτη φορά με κάποιου είδους διστακτικότητα στις κινήσεις της. Δεν ήξερα τι είχε πάθει. Συνήθως ήταν μέσα στην καλή χαρά, προβλέψιμη κατά κάποιον τρόπο, μα αυτή τη φορά δεν ήξερα τι να περιμένω. Η χτεσινή έκρηξη του ενθουσιασμού της σήμερα είχε αλλάξει, είχε μετατραπεί σε σοβαρότητα. Κάθε ίχνος του χαρακτήρα της, του χαρακτήρα που ήξερα εδώ και δεκαεπτά χρονιά είχε αλλάξει. Λες και είχε μεγαλώσει σε μια νύχτα.

«Θέλω να μιλήσουμε» ομολόγησε παραμερίζοντας τα παπλωματά του κρεβατιού μου. Χτύπησε ελαφρά το στρώμα διπλά της, κάνοντας μου σήμα να καθήσω. Την υπάκουσα ακόμη αβέβαιος και λιγάκι ανήσυχος για αυτήν την αλλαγή καθώς και για το τι την είχε προκαλέσει.

Την κοίταξα στα ματιά. Εκείνη μου ανταπέδωσε το βλέμμα με ένα χαμόγελο να αντικαθιστά όλη τη σοβαρότητα. «Κανείς λες και ειδές φάντασμα, Εντουαρντ»

«Προς τι αυτή η συμπεριφορά;» ρώτησα προσπαθώντας να αγνοήσω το σχόλιο της, όπως και να το αφήσω ασχολίαστο. «Που πήγε όλος ο ενθουσιασμός και τα μεγάλα σχεδία;»

Μούτρωσε. «Δεν είμαι τόσο υπερβολική, απλά χάρηκα για σας τους δυο. Η αλήθεια είναι πως δεν περίμενα ποτέ από την Μπελλα να κοιτάξει έναν σαν και εσένα αλλά και πάλι… Καλός είσαι, σε σχέση με τους προηγουμένους. Το θέμα είναι ακριβώς αυτό που είπες και εσύ. Τα σχεδία»

Την κοίταξα μπερδεμένος. «Δεν καταλαβαίνω… Τι εννοείς όταν λες καλός σε σχέση με τους προηγουμένους;» Σύγχυση με πλημμύρισε κάνοντας με να χάσω τη γη κάτω από τα ποδιά μου. Κάθε ψευδαίσθηση πως ήμουν ο πρώτος της Μπελλα διαλύθηκε αντικαθιστώντας το αίσθημα της νίκης, με το συναίσθημα της ζήλιας. Η Αλις ξετρύπωσε με ευκολία τις σκέψεις μου.

«Είσαι πραγματικά εγωιστής! Τι περίμενες; Η Μπελλα είναι δεκαεπτά χρονών, όπως και εσύ και αυτή έχει τις εμπειρίες της» ανασήκωσε τους ωμούς της, σαν να ήταν το πιο λογικό, το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο.

«Μα εμένα μου είπε να προχωρήσουμε αργά. Τι άλλο μπορεί να σημαίνει αυτό;» Δεν ήξερα γιατί καθόμουν και τα έλεγα αυτά στην αδερφή μου μιας και τις περισσότερες φορές κρατούσα τα προσωπικά μου κυρίως για τον εαυτό μου. Αλλά ήξερα πως εκείνη μπορούσε να με βοηθήσει. Να με κάνει να λύσω κάποια από τα ερωτηματικά μου. Δυστυχώς για να το κάνει αυτό εγώ θα έπρεπε να συμβιβαστώ με την ιδέα να της εξομολογηθώ ορισμένα πράγματα. Δεν ήμουν καθόλου χαρούμενος για αυτό αλλά μετά από πολύ σκέψη κατάλαβα πως οι επιλογές μου ήταν λίγες.

«Σημαίνει πως δεν θέλει να σε κάνει να πιστέψεις πως είναι άλλη μια εύκολη στη ζωή σου. Θέλει να είναι ξεχωριστή και νομίζω πως το κάνει με τον καλύτερο τρόπο. Εννοώ, κοιτά τον εαυτό σου… Έχεις πάθει εξάρτιση» Κούνησε με δήθεν λύπη το κεφάλι της. Παρόλα αυτά έβλεπα πως ήταν χαρούμενη για μένα. Χαρούμενη που επιτελούς βρήκα κάποια που είχε τέτοια επιρροή πάνω μου.

«Όλα αυτά σου τα είπε εκείνη;» ρώτησα τρομάζοντας με την ιδέα να αναλύει η Μπελλα στην Αλις τις προσωπικές μας, ιδιαιτέρες στιγμές.

«Πίστεψε με Εντουαρντ δεν είναι και παρά πολύ δύσκολο να διαβάσεις τη Μπελλα. Ιδιαιτέρα μετά από τόσα χρονιά φιλίας.» Η απάντηση της με καθησύχασε αλλά ο θυμός και η ζήλια δεν είχαν φύγει ούτε για ένα δευτερόλεπτο από το μυαλο μου.

Τουλάχιστον δεν θα χρειαστεί να την πονέσω…

Η σκέψη συνοδεύτηκε από αηδία. Ο πόνος της Μπελλα θα ήταν κάτι που θα πλήγωνε και εμένα αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο. Περισσότερο ψυχολογικά για να είμαι ακριβής.

Σιωπή επικρατούσε τώρα πια στο δωμάτιο, αν εξαιρούσε κανείς την ρυθμική, ανάλαφρη ανάσα της Αλις. Ερμήνευσε την σιωπή μου ως λήξη της συζήτησης μας, κάτι που φρόντισε να μην πραγματοποιηθεί.

«Λοιπόν… Τα σχεδία σου πια είναι; Με απλά λόγια ποσό νοιάζεσαι για την Μπελλα; Είναι σαν τις προηγούμενες η είναι μια εξαίρεση στο lifestyle σου;» Στριφογύρισε τα ματιά της με την λέξη που χρησιμοποίησε για να εκφράσει το γεγονός πως έβγαινα αρκετά συχνά με κορίτσια της ηλικίας μου η ακόμη και μικρότερα. Παλιότερα σε μια σαρκαστική συζήτηση είχε αναφέρει πως πίστευε πως άλλαζα τις γυναίκες σαν τα πουκαμισά. Παλιά ήταν κολακευτικό, τώρα πια ντροπιαστικο. Δεν ήξερα τι έχε αλλάξει, δεν ήξερα τι με είχε αλλάξει . Η αλλαγή πάντως ήταν εμφανής σε όλους.

«Άμα σου πω πως σκοπεύω να… Την κρατήσω για αρκετό καιρό θα είσαι ευχαριστημένη; Εννοώ πως… Είναι άβολο να σου λέω τέτοια πράγματα…» Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα μαλλιά μου.

«Αυτό μου φτάνει» είπε και γρήγορα σηκώθηκε, χορεύοντας καθως κατευθυνοταν προς την πόρτα. «Να ξέρεις πως και εκείνη νιώθει το ίδιο. Άμα κολλήσει η Μπελλα με δυσκολία αλλάζει κατεύθυνση. Να το ξέρεις αυτό και κυρίως να το εκμεταλλευτείς με έναν καλό τρόπο και σκοπό»

Η πόρτα έκλεισε από πίσω της, αφήνοντας με μονό να επεξεργάζομαι τα λόγια της. Τι στο καλό περίμενε να κάνω;

«Ώστε είναι αλήθεια πως βγαίνεις με την Μπελλα Σουαν;» ρώτησε ο Μαικ Νιουτον προσπαθώντας να με προφτάσει, με ελάχιστη δυσκολία, καθώς κάναμε το συνηθισμένο τρέξιμο γύρω από το γήπεδο του ποδοσφαίρου.

Μέσα στα γαλάζια ματιά του μπόρεσα να διακρίνω εύκολα το αίσθημα της ζήλιας. Αυτό με διασκέδασε αλλά και με πλήγωσε λιγάκι. Δεν ήθελα να χρειάζεται να έχω ανταγωνισμό με κανέναν. Η Μπελλα ήταν δική μου. Μονό δική μου. Έπρεπε οπωσδήποτε να υπερασπιστώ αυτήν την ιδέα.

«Ναι, τελικά είχες δίκαιο. Είναι υπεροχή» είπα κοιτώντας τον με έναν όσο το δυνατόν παιχνιδιάρικο βλέμμα γινόταν, τονιζοντας την κάθε μου λεξη.

Αυτό τον έκανε να κατσουφιάσει, τα ματιά του εγιναν μια ίσια γραμμή όπως επίσης και τα χείλη του. «Και τι θα γίνει με το στοίχημα; Ισχύει;» Κοίταξα κατω αβέβαιος. Η αλήθεια ήταν πως δεν ήξερα την απάντηση. «Ο Εντουαρντ Καλεν διστάζει; Φοβάται ένα στοίχημα;» Ο Μαικ γέλασε, ένας ρηχός ήχος.

«Δεν φοβάμαι, απλά… Τα πηγαίνω παρά πολύ καλά με την Μπελλα, δεν θέλω να της κάνω κάτι τέτοιο. Είναι πολύ χοντρό, και… ριψοκίνδυνο για μένα. Εσύ δεν έχεις να χάσεις τίποτα, εγώ όμως ναι» ομολόγησα σε μια προσπάθεια μου να τον φέρω στην θέση μου. Εκείνος δεν φαινόταν να καταλαβαίνει και πολλά. Όπως είπα και πριν ήταν ρηχός, δεν ήξερε πολλά πράγματα από πραγματική αγάπη. Ίσως από εμμονές ιδέες με κορίτσια να ήξερε κάτι παραπάνω.

«Δήλωση τα παρατάς… Που να το μάθουν οι υπόλοιποι! Συγνώμη που στο λέω αλλά έρχονται δύσκολες εποχές για τον αρχηγό Καλεν» Μου χτύπησε δήθεν συμπονετικά την πλάτη και έπειτα με άφησε μπροστά, τρέχοντας όλο και πιο σιγά. Σταμάτησα στην μέση του γηπέδου.

«Όχι Μαικ, δεν θα τα παρατήσω» φώναξα αποφασιστικά. «Το στοίχημα είναι στοίχημα»

Χαμογέλασε, ένα πραγματικό χαμόγελο αυτή τη φορά. Έκανε λες και είχε πετύχει κάποιον σημαντικό του στόχο. «Τα λεμέ τότε»

«Τα λεμέ» Ήταν οι τελευταίες μου λέξεις πριν ξαναρχίσω το τρέξιμο. Αυτήν την φορά έτρεχα με όλη μου την δύναμη, λες και προσπαθούσα να ξεφύγω από κάτι. Από κάτι αναπόφευκτο που κινδύνευε να συγκρουστεί μαζί μου από στιγμή σε στιγμή.

Αυτό το συναίσθημα με χαρακτήριζε άθολη την διάρκεια της μέρας η για να πω καλυτέρα ολόκληρης της βδομάδας. Η Μπελλα φαινόταν να είχε παρατηρήσει την ξαφνική αλλαγή στην διάθεση μου, αλλά ποτέ δεν έλεγε τίποτα ούτε στην τραπεζαρία, ούτε στη Βιολογία, ούτε όταν βρισκόμασταν μαζί κάπου έξω. Μου είχε φυσικά προτείνει να πάω στο σπίτι της δυο, τρεις φορές αλλά εγώ πάντα απέφευγα επιδέξια το όλο θέμα. Δεν ήθελα να χρειαστεί να μπω σε πειρασμό. Αλλά από μέσα μου ήξερα πως το στοίχημα έπρεπε να έχει ένα τέλος.

Μια βδομάδα αργότερα η Μπελλα με έπιασε από το χέρι και με οδήγησε στον μικρό κήπο που είχε δημιουργήσει το σχολείο μας. Ήταν ο αγαπημένος μας χώρος όταν θέλαμε να μιλήσουμε η να ανταλλάξουμε λίγα φιλιά και αγκαλιές. Τα πιο ευχάριστα πράγματα τις τελευταίες βδομάδες είχαν διαδραματιστεί σε εκείνον τον χώρο.

«Εντουαρντ, με αποφεύγεις;» ρώτησε σταυρώνοντας τα χεριά της πάνω στο στήθος της. Δεν είχε αλλάζει ακόμη από το μάθημα γυμναστικής της και η στολή που φορούσε ήταν διαβολεμένα σέξι πάνω της. Η μπλούζα εφάρμοζε στο σωμα της, τονίζοντας το μπούστο της και το σορτς της αναδείκνυε τα ψηλά ποδιά της. Η ενδυμασία αυτή μου έδινε την εντύπωση πως κάποιος της είχε αφιερώσει αυτή τη σειρά ρούχων. Όσο απλες, και μονόχρωμες και ας ήταν οι στολές αυτές.

Τα ματιά μου δεν μπορούσαν να φύγουν από την Μπελλα. Είχα ξεχάσει τα πάντα γύρω μου, μαζί και τα λόγια της. «Ορίστε;» ρώτησα ξανά, νιώθοντας σαν κάποιος να με είχε κλοτσήσει με όλη του την δύναμη στο στομάχι.

Στριφογύρισε τα ματιά της και σούφρωσε τα χείλη της. «Εντουαρντ, με αποφεύγεις;» είπε εμφανώς κουρασμένη, αλλά και θλιμμένη ταυτόχρονα με την στάση μου.

«Όχι, φυσικά» απάντησα ενοχλημένος. «Πως γίνεται να αγνοήσω κάποια σαν και εσένα;»

Δεν το σκεφτηκα και παρα πολυ, απλα την κόλλησα στον τοίχο του θερμοκηπίου. Εβλεπα πως η ανάσα της ήταν κομμένη, ακριβώς όπως και η δική μου. Σχεδόν ένιωθα τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς της να αντανακλούν τους δικούς μου πάνω στο στήθος μου. Ότι απάντηση μου είχε ετοιμάσει είχε διαγραφτεί από το μυαλό της. Αυτή τη στιγμή το μονό που είχε σημασία και για τους δυο μας ήταν η απόσταση των χειλιών μας, των σωμάτων μας.

Πριν συνηδιτοποιησω καλά τι ακριβώς γινόταν την φίλησα. Τα χείλη της ήταν ζεστά, καθώς συναντιόταν ξανά και ξανά με τα δικά μου, ανταποκρινοταν σε κάθε μου κίνηση σαν να διάβαζε έναν πίνακα οδηγιών. Τελικά η Αλις είχε δίκαιο. Ήταν έμπειρη, κάτι που με δυσκολία μπόρεσα να χωνέψω. Προσπάθησα να διώξω τις δυσάρεστες σκέψεις ξεσπώντας πάνω της. Σπρώχνοντας όλο μου το βάρος προς τα πάνω της, πιέζοντας την ανάμεσα στον τοίχο και το κορμί μου.

Το χέρι της τρύπωσε πίσω από τον λαιμό μου και αργά το έσυρε μέσα στις τούφες των μαλλιών μου. Τα δικά μου χεριά ήταν απασχολημένα κρατώντας σταθερά το πρόσωπο της στις χούφτες μου. Αυτό μεγάλωνε την ένταση του φιλιού που για πρώτη φορά ξεχείλιζε από όλων των ειδών τα συναισθήματα. Έφτανε από την ανακούφιση της επανασύνδεσης μας έως και την οργή, το πάθος και την ανάγκη που είχαμε ο ένας για τον άλλο.

Σταμάτησα να την φιλάω μονό λόγω της έλλειψης αέρα και επειδή φοβηθηκα μήπως την έφερνα στα όρια της. Συνεχιζοντας να κραταω το προσωπο τις την κοιταξα στα ματια με την ενταση που ειχε απομεινει από το φιλι.

«Δεν σε αποφεύγω, Μπελλα. Απλά… είναι κάτι σχετικά με την ομάδα ποδοσφαίρου. Κάποια πράγματα που έχω παραμελήσει εδώ και παρά πολύ καιρό» ομολόγησα ξεπνοος. Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν ήταν δικαιολογία, ήταν η αλήθεια. Έπρεπε να τελειώσω με το στοίχημα όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μετά θα είχα όσο χρόνο ήθελα για μένα και την Μπελλα. Χρειαζόμουν μονό μια ευκαιρία.

«Φταίω εγώ;» απόρησε ναζιάρικα εκείνη, αλλά την ήξερα αρκετά καλά για να ξετρυπώσω την ανησυχία κάτω από τα λαμπερά καφετί της ματιά.

«Εν μέρει…» Χαμογέλασα στραβά. Μου ανταπέδωσε το χαμόγελο με ανακούφιση όταν ανακάλυψε πως αστειευόμουν.

Μετά από ένα λεπτό ησυχίας είπε «Τότε δεν θα σε πείραζε να περάσεις το απογευμα στο σπίτι μου. Έχουμε πολύ διάβασμα σήμερα» Από τον τόνο της φωνής της κατάλαβα πως δεν σκόπευε σε καμιά περίπτωση να διαβάσει μαζί μου. Κάτι άλλο είχε μέσα στο μυαλό της, κάτι που μου κίνησε χωρίς δεύτερη σκέψη το ενδιαφέρον.

Να η ευκαιρία που λέγαμε…

Στραβοκατάπια πριν μιλήσω, χωρίς να έχω εμπιστοσύνη στην φωνή μου. «Θα είμαι εκεί»

«Μετά από το σχολείο;» ρώτησε πιάνοντας με από τον γιακά και τραβώντας με όλο και πιο κοντά της.

«Μετά από το σχολείο» πρόλαβα να απαντήσω πριν τα χείλη μας συναντηθούν για μια ακόμη φορά.

Δίστασα μπροστά από την πόρτα του σπιτιού της χωρίς να ξερώ πραγματικά τι ακριβώς έπρεπε να κάνω. Η Μπελλα με είχε ενθουσιάσει με την αποφασιστικότητα της και τον δυναμισμό της, τον τρόπο που μου είχε μιλήσει. Εκείνη ήταν οπωσδήποτε μια πλευρά της που μέχρι τώρα μου έκρυβε, κάτι που μου δημιουργούσε την αίσθηση μυστηρίου ετοίμου για λύση. Αυτό ήταν κάτι που με τρέλαινε. Ήθελα να ξερώ τα πάντα για αυτήν.

Δεν ήξερα άμα ήταν λόγω κάποιου ξεσπάσματος η απλώς μια κίνηση που αποφάσισα χωρίς την βούληση του μυαλού μου να κάνω, αλλά ο ενρινος ήχος του κουδουνιού πλανήθηκε στην ησυχία, κάνοντας με να πεταχτώ έκπληκτος. Τι στο καλό είχα κάνει;

Μεσα στην απελπισία και το ανχος μου προσπάθησα να φτιάξω τα ανάκατα από τον αέρα μαλλιά μου παίρνοντας το χέρι μου μέσα από τις χάλκινες τούφες μου, οι οποίες λίγο πιο πριν έπεφταν μπροστά από το πρόσωπο μου εντελώς ατημέλητες.

«Είναι ανοιχτά» φώναξε η Μπελλα από μέσα με μια δοση υπονοουμενου. Μπορούσα να τη φανταστώ να δαγκώνει ταυτόχρονα τα χείλη της με ανυπομονησία, περιμένοντας την είσοδο μου.
Περίπου μια τέτοια εικόνα συνάντησα στο σαλόνι, μονό που κάποια βιβλία Μαθηματικών ήταν πεσμένα κάτω στο πάτωμα. Κατσούφιασα κατευθείαν. Όση όρεξη για παιχνίδια και αν είχε τελικά σοβαρολογούσε για το διάβασμα, η απλά μου έκανε κάποιου είδους πλακά.

Τα ποδιά της κλοτσούσαν τον αέρα νευρικά. Το κεφάλι της σηκώθηκε από τα βιβλία. Παραμέλησε τα μαλλιά της μπροστά από τα ματιά της και κοίταξε προς το μέρος μου. Τα ματιά της συναντήσαν τα δικά μου, αλλά μονό και μονό από συνήθεια τα κατέβασε ξανά στο πάτωμα, η μάλλον στα βιβλία που βρισκόταν εκεί. Με το χέρι της μου έκανε σήμα να ξαπλώσω διπλά της.

Δεν το σκέφτηκα για παρά πολύ ώρα, απλά ακολούθησα τις εντολές της σαν καλό αγόρι.

Μου έκανε χώρο από διπλά της και εγώ δεν έκανα κανένα κόπο για να κρύψω την νευρικότητα από το πρόσωπο μου. Η απόσταση μεταξύ των σωμάτων μας με έκανε να θέλω να την αγκαλιάσω, να την φιλήσω… Εμπόδισα τις σκέψεις μου πριν πάρουν κάποιον αρκετά επικίνδυνο δρόμο. Η Μπελλα άσχετα με τα όσα είχε πει ήθελε να είναι ξεχωριστή για μένα όπως είχε πει η Αλις. Καμιά που να ήθελε να είναι κάτι τέτοιο δεν θα το έκανε αυτό, εκτός άμα ήταν σίγουρη πως είχε πετύχει τον σκοπό της.

Όσο για αυτό πίστευα πως είχα πάθει οντως εξάρτιση. Το μονό πρόσωπο που σκεφτόμουν όλη την ημέρα ήταν η Μπελλα, το ποτέ ακριβώς θα συναντηθούμε ξανά. Υπολόγιζα τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα, τα κλάσματα του δευτερολέπτου. Ήταν η πρώτη φορά εδώ και χρονιά που το μυαλό μου λογάριαζε τέτοια πράγματα εκτός της τάξης των Μαθηματικών. Αν και για να πω την αλήθεια ούτε και εκεί συμμετείχα παρά πολύ. Περισσότερο ενδιαφερόμουν για τα αθλήματα παρά για τα μαθήματα. Η Μπελλα όμως ήταν αλλιώς… Ήταν διαφορετική… Τόσο διαφορετική από εμένα που μερικές φορές το γεγονός και μονό με πλήγωνε.

«Φαίνεσαι νευρικός» παρατήρησε στηρίζοντας την μια πλευρά του προσώπου της στο χέρι της. Γέρνοντας το σώμα της όλο και πιο πολύ προς το μέρος μου.

«Η αλήθεια είναι πως… σκεφτόμουν κάποια πράγματα» Ήταν η μονή καλή απάντηση που κατάφερα να ξεστομίσω, αλλά και πάλι ο ήχος πρόδιδε κάποια δυσκολία.

Το φρύδι της σηκώθηκε και αναστέναξε. Η ανάσα της χτύπησε το πρόσωπο μου αφήνοντας μια γλυκιά αίσθηση εκει. «Τι είδους πράγματα;»

«Να… Ας πούμε τους λογούς για τους οποίους με κάλεσες εδώ μετά από τόσο καιρό» είπα με ειλικρίνεια.

«Έχει σημασία; Είσαι το αγόρι μου, μπορείς να έρχεσαι στο σπίτι μου οπότε θέλεις» Το θάρρος και η προθυμία μέσα στην πρόταση της με έκαναν να χάσω τη γη κάτω από τα ποδιά μου.

«Και ο Τσαρλυ;» ρώτησα χωρίς να με απασχολεί ιδιαιτέρα η παρουσία του πατερά της. Ήθελα απλά να την βλέπω οπότε ήθελα, όπως και εκείνη είχε τονίσει κάνοντας το φανερό πως έκανε τις ίδιες σκέψεις με εμένα σχετικά με τον χρόνο.

«Ο Τσαρλυ; Ο Τσαρλυ είναι αστυνομικός. Δουλεύει μέχρι αργά, σπάνια είναι στο σπίτι» Υπήρχε λύπη στο πρόσωπο της, κάτι που με έκανε να αναρωτηθώ άμα την πείραζε που ήταν τόσο καιρό μονή της μέσα στο σπίτι. Ποτε δεν φανηκε να ενοχλείτε από το γεγονος, η Αλις μου το είχε εκμυστηρευτεί.

Υπήρχε κάτι πιο δυνατό. Το αίσθημα της κόρης που χρειαζόταν επειγόντως τον πατερά της. Που δεν είχε καταφέρει να έχει ποτέ μια σχέση πατερά- κόρης, την σχεση που κάθε παιδι θα επιθυμουσε.
Από ότι θυμόμουν η Μπελλα είχε έρθει από το Φοίνιξ πριν λίγα χρονιά οπού έμενε με την μητέρα της, είχα ακούσει πως ο Τσαρλυ την έβλεπε μονό τα καλοκαιριά. Ένα πολύ μικρο χρονικο διαστημα δηλαδη.
«Λυπάμαι» την παρηγόρησα, νιώθοντας στα αλήθεια ένοχος που είχα ρωτήσει.

«Μην λυπάσαι για τίποτα, δεν φταις εσύ» μου είπε απότομα φέρνοντας τα χεριά της γύρω από τον λαιμό μου. Ένα κύμα φωτιάς με διαπέρασε, μια ανατριχίλα που ζωντάνεψε το κορμί μου. «Τίποτα δεν έχει σημασία τώρα εκτός από εμένα και εσένα»

Έτσι απλά, τελειώνοντας ότι είχε υποθεί προηγουμένως σφράγισε τα χείλη μου με ένα φιλί. Στην αρχή ήταν γλυκό, αγαπησιάρικο αλλά σιγά μετατράπηκε σε κάτι πιο έντονο, κάτι με περισσότερη ένταση, κάτι απωθημένο. Μου θύμισε εκείνο που είχαμε ανταλλάξει στο θερμοκήπιο, αλλά το θέμα ήταν πως εκεί ήμασταν επιφυλακτικοί όπως ο καθένας θα ήταν στο σχολείο. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε τίποτα να μας εμποδίσει από το να δείξουμε ο ένας στον άλλον τα αισθήματα μας. Ότι κρατούσαμε, η μάλλον προσπαθούσαμε να κρατήσουμε κρυφό εδώ και καιρό.

Χαμένος μεσα στην αίσθηση των χειλιών της πάνω στα δικά μου δεν κατάλαβα πως ξαπλώναμε πάνω στα βιβλία τσαλακώνοντας τα. Ανασήκωσα την μέση της Μπελλα χωρίς να διακόπτω ούτε στιγμή το φιλί και εφερα ολο της το βαρος πανω μου, κρατώντας την σαν παιδί μέσα στα χεριά μου. Ένιωθα τα δικά της πάνω στο δέρμα μου, με έκαιγαν με έναν ξεχωριστό ανώδυνο τρόπο.

Αφού βολευτήκαμε πάνω στον καναπέ συνέχισα αυτό που είχαμε αρχίσει.

Υπήρχε μια λάμψη οικειότητας, η αίσθηση ότι ξέραμε ο ένας τον άλλον τόσο απόλυτα και τελεία που δεν χρειαζόταν καν λέξεις για να εκφραστούμε. Άγγιξα το πρόσωπο της, διατρέχοντας με τα χεριά μου την απόσταση από το μάγουλο της, το λαιμό της, μέχρι την άκρη της μπλούζας της. Εκείνη ανάσανε βαθιά σαν αντίδραση στο άγγιγμα αυτό, και ήταν φανερό πως όσο απαλό και στοργικό ήταν είχε ξυπνήσει ένα δυνατό πάθος μέσα της, παρόμοιο με το δικό μου.

«Πιστεύεις στα αλήθεια πως ο Τσαρλυ θα αργήσει να έρθει;» ρώτησα παίζοντας με την μπλούζα της και τελικά βάζοντας το δάχτυλο μου μέσα, επιτρέποντας του να παίξει ανεπαίσθητα μέσα από το ύφασμα.

«Ναι» συμφώνησε καθώς δάγκωνε το κάτω χείλος της, τα ματιά της είχαν πάρει κυριολεκτικά φωτιά.

Την έσπρωξα ανάσκελα και έγειρα από πάνω της, χωρίς να την ταλαιπωρώ ποτέ με το βάρος μου. «Τότε… νομίζω πως μπορούμε να ξεκινήσουμε ξανά από εκεί που είχαμε μείνει»

Μου χαμογέλασε, ένα υπέροχο χαμόγελο ευτυχίας και πληρότητας.

************

Άμα πριν λίγους μήνες κάποιος μου έλεγε πως θα βρισκόμουν στο σπίτι της Μπέλλα και θα την φιλούσα θα τον θεωρούσα τρελό, ονειροπόλο και γενικά άτομο με τεραστία φαντασία. Βεβαία πιο τρελό θεωρούσα τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή παρά οποιονδήποτε άλλο.

Ο ήχος της βροχής ακουγόταν από έξω κάνοντας την όλη ατμόσφαιρα πιο μαγική από ότι ήδη ήταν. Ένιωθα την Μπελλα κάτω από το σώμα μου, στριμωγμενη στην γωνιά του καναπέ με τα χείλη της κολλημένα πάνω στα δικά μου, να απαιτούν παραπάνω πράγματα από ότι κάναμε εκείνη τη στιγμή.

Της ανταπέδωσα ανυπόμονα το φιλί, ενώ ταυτόχρονα περνούσα την μπλούζα της πάνω από τους ωμούς της ανικανος να περιμένω έστω και για ένα μονό κλάσμα του δευτερολέπτου. Όπως και την προηγουμένη φορά τα χεριά της σηκωθήκαν ψηλά, ακουμπώντας ξεκούραστα στην ράχη του καναπέ. Η κίνηση αυτή όσο φυσιολογική και αν ήταν ξυπνούσε μέσα μου δεκάδες συναισθήματα. Από την αγάπη έως και την επιθυμία να κάνω το πρόθυμο κορίτσι που είχα μπροστά μου να με παρακαλεί να την κάνω δική μου με οποιονδήποτε τρόπο.

Τώρα πια που γνώριζα πως η Μπελλα δεν ήταν σε καμιά περίπτωση ανίδεη η όλη διαδικασία μου φαινόταν απλή και για τους δυο μας. Δεν θα χρειαζόταν να ανυσηχω για τίποτα, ποσό μάλλον για πιθανό πόνο από την μεριά της Μπέλλα. Θα ήταν όπως κάθε άλλη φορά.

Μόλις σκέφτηκα καλυτερα την τελευταία σκέψη μου μάλωσα τον εαυτό μου για την απερισκεψία μου. Το κορίτσι που είχα απέναντι μου ήταν κάτι πολύ πιο ξεχωριστό από της προηγούμενες φορές. Τότε σημασία είχε μονό η επιθυμία. Αυτή τη φορά όμως έπαιζαν ρολό και αλλά συναισθήματα. Πιο περίπλοκα από οτιδήποτε άλλο.

Τα δάχτυλα της με ανέφεραν στην πραγματικότητα καθώς ήταν απασχολημένα ξεκουμπώνοντας με μανία το πουκάμισο μου, ένα κουμπί τη φορά. τα χείλη της παρέμεναν στα δικά μου, τα ματιά της κλειστά, έτσι όπως ήταν χαμένη στις αισθήσεις της.

Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα άλλο. Ήμουν καταδικασμένος. Κάτω από την επειρια ενός αγνωστου ναρκωτικού.

Μου έβγαλε το πουκάμισο και έπειτα τα μαλακά, μικροσκοπικά χεριά της χάιδεψαν απαλά το γυμνό στήθος μου, φτάνοντας έως το στομάχι μου. Αναστέναξα ευτυχισμένος.

Όταν είδε την θετική αντίδραση μου, συνέχισε με τις ίδιες κινήσεις να σέρνει τα δάχτυλα της πάνω μου, προκαλώντας μου πολλά, συνεχόμενα τρεμούλα ευχαρίστησης.

Ένιωθα λες και ήμουν κατά κάποιον τρόπο ασταθής, λες και ήμουν απελευθερωμένος από κάθε έγνοια. Η Μπελλα ήταν το μονό που είχε σημασία εκείνη τη στιγμή

Φυλάκισα τους καρπούς της στα χεριά μου, κρατώντας τους γαντζωμένους πάνω στο έπιπλο. Πιέζοντας την όλο και πιο πολύ από κάτω μου. Στο τέλος τους άφησα και κύλησα τα χεριά μου ευγενικά σε όλο της το σώμα, περιπολώντας απαλά το δέρμα της.

Το σκοτεινό, πεινασμένο της βλέμμα διαγράφτηκε στο πρόσωπο της, όταν τα δάχτυλα μου ανίκανα να συγκρατηθούν μπλεχτήκαν στα μαλλιά της και έσπρωξαν το κεφάλι μου πιο κοντά στο πρόσωπο της. Η ανάσα της με χτύπησε κατευθείαν. Ήθελα απεγνωσμένα να την γευτώ.

Το φιλί που ακολούθησε, πιο παθιασμένο από ποτέ, με αποτελείωσε. Απόμακρυνα τα χεριά μου από τα μαλλιά της, και τα έφερα στους γοφούς της, αφού πρώτα την απελευθέρωσα από το παντελόνι της. Το δέρμα της ήταν δροσερό, το δικό μου καυτό. Παρόλα αυτά η αίσθηση ήταν ανακουφιστική. Ένιωθα λες και κάθε σημείο του κορμιού της έλιωνε κάθε φορά που τα χεριά μου περιποιούταν το σώμα της και εγώ έλιωνα αποκαμωμένος μαζί της.

Χωρίς να καθησω να σκεφτώ τις επιλογές μου, αγκάλιασα την Μπελλα και την κουβάλησα έως πάνω στο δωμάτιο της, οδηγώντας και τους δυο μας στο κρεβάτι. Οπού και πέσαμε χωρίς πολλά λόγια πάνω στα μαλακά στρωματά.

Η μυρωδιά της τώρα με περικύκλωνε από παντού, ερχόταν από όλες τις κατευθύνσεις κάνοντας με να χάνω σιγά το μυαλό μου.

Την λαχταρούσα τόσο πολύ που με δυσκολία μπορούσα να συγκεντρωθώ στην επίπλωση του χώρου. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στο δωμάτιο της αλλά όλα έμοιαζαν να υστερούν μπροστά στην δική της ομορφιά με αποτέλεσμα να μην μπορούσα να πάρω τα ματιά μου από πάνω της.

Η φωτιά που τρεμόπαιζε στα ματιά της μαρτυρούσε πως ήθελε να προσχωρήσουμε. Να περάσουμε τις αγκαλιές, και τα φιλιά. Να αφήσουμε τους εαυτούς μας να ξεσπάσουν επιτελούς ο ένας πάνω στον άλλο μετά από όλο αυτό το μαρτύριο.

Με μια κίνηση βρέθηκε από πάνω μου. Τα μαλλιά της πάνω στο πρόσωπο μου, σαν κουρτίνες που με εμπόδιζαν να δω κάτι άλλο εκτός από το πρόσωπο της. Έφερα μια ανάμεσα στα δάχτυλα μου παίζοντας μαζί της καθώς κοιτούσα ταυτόχρονα την Μπελλα. Η ανάσα της ήταν βαριά, και τα μαγουλά της είχαν αποκτήσει εκείνο το ροδακινί χρώμα που με τρέλαινε.

«Είσαι πανέμορφη» ψέλλισα φέρνοντας τα χείλη μου στον λαιμό της, σέρνοντας τα πάνω στου ωμούς της, συναρτώντας την αρχή του σουτιέν της. Ήταν λευκό, με ελάχιστη δαντέλα να το περιτριγυρίζει.

Την αγκάλιασα, τα δάχτυλα μου πίσω στην μέση της προσπαθούσαν να βρουν το κούμπωμα του. Όταν κατάφερα να το βγάλω εκείνη αναστέναξε λες και είχε απελευθερωθεί από κάτι που την ενοχλούσε. Τα χείλη μου ήταν για άλλη μια φορά απασχολημένα πάνω στον λαιμό της. Τα δόντια μου ίσα που ακουμπούσαν την λευκή, χλωμή επιδερμίδα της.

«Σε θέλω από την πρώτη στιγμή που σε είδα, αλλά ήμουν πολύ δειλός για να το παραδεχτώ ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό» ομολόγησα. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγα δυνατά τις σκέψεις μου σε κάποιον άλλον εκτός από μερικά μέλη της οικογένειας μου. Ακόμη και σε εκείνα για να πω την αλήθεια ήμουν απόμακρος, χωρίς να λέω ποτέ πολλά. Μονό με την Αλις εκφραζόμουν ελευθέρα και αυτό γιατί της περισσότερες φορές τσακωνόμασταν.

«Σε περίμενα για παρά πολύ καιρό, νόμιζα πως με αγνοούσες» ανταποκρίθηκε η Μπελλα. Βόγκηξε καθώς φυλάκιζα τον λοβό του αυτιού της ανάμεσα στα δόντια μου, καθως και όταν τα χείλη μου συνέχισαν το ίδιο μότο σε όλο της το κορμί.

Έπειτα της χάρισα ένα βαθύ και αισθησιακό φιλί, το οποίο και μου άφησε την αίσθηση πύρινης φωτιάς στα χείλη μου. Τόσο έντονα ήταν τα συναισθήματα μου για αυτήν. Τόσο έντονα που με έκαναν να φαντάζομαι πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Για μια στιγμή, μάλιστα ένιωσα πως η ιδία η Μπελλα μπροστά μου ήταν ένα καλοσχεδιασμένο όνειρο με κύριο σκοπό να με τρελάνει. Αλλά όσο και να το σκέφτηκα αυτό, ποτέ δεν συλλογιστηκα την πιθανότητα να ξυπνήσω.

Τα χεριά μου έψαξαν τα στήθη της και μέσα στο ελαφρύ φως του δωματίου κατάφερα να τα βρω με ευκολία. Βόγκηξε με την επιθυμία έντονη στα ματιά της, να καίει τώρα πια κάθε άλλο συναίσθημα. Το ερωτικό της αυτό κάλεσμα έδιωξε την διστακτικότητα από πάνω μου, κάνοντας με να βυθίσω το πρόσωπο μου στα στήθη της χαμένος στην μοναδική αίσθηση του αρώματος και της γεύσης της.

Ο πόθος που ένιωθα για την Μπελλα ήταν πιο έντονος από ποτέ, τόσο που με δυσκολία μπορούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου από το να την κάνει με κάθε δυνατό τρόπο δική του. Ένιωθα να σκίζομαι στα δυο. Ένιωθα λες και το όνειρο μοιραζόταν την ιδία θέση με τον εφιάλτη. Όπως και το αγγελάκι και το διαβολάκι πάνω στους δυο μου ωμούς.

Την έκλεισα βαθιά μέσα στην αγκαλιά μου, απολαμβάνοντας κάθε δευτερόλεπτο αυτής της μοναδικής στιγμής. Για πρώτη φορά παίρνοντας το μέρος του αγγέλου στην ζωή μου. Το κυριότερο όμως ήταν πως ένιωθα ωραία και μπορούσα να νιώσω πως και η Μπελλα ένιωθε ακριβώς το ίδιο.

Ο χρόνος που μου είχε μείνει δεν ήταν πολύς. Δεν ήξερα ποσό ακόμη θα μπορούσα να κρατηθώ. Ήλπιζα όμως αρκετά ώστε να ικανοποιήσω την Μπελλα.

Το κεφάλι μου χαμήλωσε αντιμετωπίζοντας το θέαμα του επιπέδου στομαχιού της και της λεπτής της μέσης. Σκόρπησα πύρινα φιλιά σε εκείνη την περιοχή και αργά, περιμένοντας την αντίδραση της Μπέλλα, έφερα τα χεριά μου πάνω στο εσώρουχο της.

«Εντουαρντ» ούρλιαζε με επιθυμία το όνομα μου. Με εξέπληξε ο τρόπος με τον οποίο κάτι τόσο απλό γινόταν τόσο ερωτικό ταυτόχρονα. Αν και έπρεπε να παραδεχτώ πως καθετί ήταν άκρως ερωτικό με αυτήν την γυναικά. «Βγάλε' το» διέταξε και εγώ χωρίς να το σκεφτώ καθόλου την απάλλαξα και από αυτό το εμπόδιο.

Έκανα πίσω για να την θαυμάσω, γυμνή, φυσική, απαλλαγμένη από κάθε καλλυμα. Η λευκή επιδερμίδα της έμοιαζε πιο λεία, γυαλισμένη από ποτέ, χωρίς καμιά ατέλεια ενώ είχε πάρει μια ελαφριά γαλάζια απόχρωση από τον φωτισμό που μας πρόσφερε το φεγγάρι. Πρόσεξε πως την παρατηρούσα και απευθείας κοκκίνισε. Όταν είδε πως συνέχιζα να την κοιτάζω έκανε και αυτή το ίδιο αρχίζοντας από το πρόσωπο μου και φτάνοντας έως το παντελόνι μου. Στραβομουτσούνιασε.

«Νόμιζα πως τα είχαμε βγάλει όλα» Έκλεισε το στόμα της με το χέρι της μόλις διαπίστωσε τι είχε πει. Τα ζυγωματικά της φούντωσαν πριν ένα χαμόγελο σχηματιστεί στα χείλη της.

Εξέτασε τα ματιά μου ψάχνοντας για κάτι, καθώς με πλησίαζε ξανά μπουσουλώντας σαν γάτα πάνω στο κρεβάτι. Τα χεριά της βρεθήκαν πάνω στο παντελόνι μου, ξεκουμπώνοντας το φερμουάρ του τζιν μου.

Φυλάκισα τους καρπούς της στα χεριά μου πριν προλάβει να το βγάλει τελείως από πάνω μου. «Είσαι σίγουρη, Μπελλα;» ρώτησα ψάχνοντας για κάποια ανησυχία, καποιον δισταγμο μέσα στα ματιά της.

Φυσικά και ήθελα σαν τρελός να τελειώσουμε αυτό που είχαμε αρχίσει αλλά ήθελα απεγνωσμένα η Μπελλα να σχηματίσει μια καλή γνώμη για μένα. Την γνώμη του ξεχωριστού, την γνώμη που είχα σχηματίσει εγώ για αυτήν.

«Εσύ είσαι σίγουρος;»

Η ερώτηση της με σόκαρε. «Ναι, είμαι αλλά το θέμα είναι… πως… Νόμιζα πως ήθελες να είσαι ξεχωριστή»

Μου χαμογέλασε. «Για σένα είμαι ξεχωριστή. Μπορώ να το δω στα ματιά σου κάθε φορά που με κοιτάς, όλοι από το σχολείο το έχουν προσέξει. Μονή μου δεν θα κατάφερνα ποτέ να βγάλω κάποιο συμπέρασμα που να στέκει. Τώρα απλά άφησε με να βγάλω το παντελόνι σου»

«Είσαι ξεχωριστή, είσαι ότι πιο πολύτιμο είχα ποτέ μου, Μπελλα» είπα πριν αφήσω τους καρπούς της επιτρέποντας της να κάνει ότι ήθελε με εμένα.

Με γρήγορες κινήσεις με απάλλαξε από το παντελόνι μου, ξαπλώνοντας με έτσι ώστε να το βγάλει τελείως. Όταν επέστρεψε ξανά ήταν από πάνω μου φιλώντας με τρυφερότητα και λίγη αγριότητα στον λαιμό. Ο συνδυασμός της πορσελάνινης κούκλας με αυτόν της πρόθυμης γυναικάς με έκανε να την θέλω περισσότερο από κάθε άλλη. Είχε κάτι πάνω της που με τραβούσε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια από μέρους της. Την αγαπούσα για αυτό που είναι και όχι επειδή ήταν αρκετά έτοιμη ώστε να μου ικανοποιήσει τις ανάγκες.

Τα δάχτυλα της κατηφόρισαν από το στομάχι μου έως και… τον ερεθισμό μου πάνω από το εσώρουχο. Μου το έβγαλε και εκείνο και πριν καταλάβω καλά τι γινόταν ώστε να αντιδράσω τον πηρέ στο στόμα της. Κάθε άμυνα που είχα για να συγκροτηθώ έσπασε και τα χεριά μου βρεθήκαν μέσα στις τούφες των μαλλιών της ανακατεύοντας τα ασταμάτητα και παρακινώντας τη να συνεχίσει. Οι ηδονικοί αναστεναγμοί μου ακουγόταν σε όλο το δωμάτιο τόσο δυνατά που ήμουν σίγουρος που στον κάτω όροφο θα ακουγόταν με τον ίδιο τρόπο αν και ίσως λίγο πιο σιγά. Ήλπιζα να μην χρειαζόταν να αντιμετωπίσω τον πατερά της Μπελλα σε αυτήν την κατάσταση. Ήξερα πως ότι και να έλεγε θα είχε δίκιο.

«Μπελλα… Αχ… Μπελλα» Υπήρχαν στιγμές που άκουγα τον εαυτό μου να λέει διαφορές ασυναρτησίες και άλλες που απλώς απολάμβανα την αίσθηση των χειλιών της γύρω από τον ανδρισμό μου. Υπήρχαν στιγμές που σκεφτόμουν τις συνέπειες των πράξεων μου και άλλες που απλώς τις αγνοούσα. Και τέλος, υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά. Κάθε κομμάτι του μυαλού μου ήταν συννεφιασμένο παραδομένο στα θέλω του σώματος μου.

Μετά από μερικά λεπτά που έμοιαζαν σαν αιωνιότητα σε εμένα με άφησε και ξάπλωσε ξανά από πάνω μου κολλώντας κάθε εκατοστό του κορμιού της πάνω στο δικό μου, τρίβοντας ναζιάρικα το στήθος της με το στερνό μου και αλλά πιο απόκρυφα σημεία. Βόγκηξα με επιθυμία γνωρίζοντας πως άμα συνέχιζε να έχει εκείνη τον έλεγχο δεν θα άντεχα ούτε για… Ήταν η πρώτη φορά που δεν γνώριζα τις αντοχές μου, που έπιανα τον εαυτό μου απροετοίμαστο για το τι θα συμβεί στην συνεχεία.

«Μπελλα, σε παρακαλώ… Δεν αντέχω άλλο…» κλαψούρισα. Ήθελα όσο οτιδήποτε άλλο το μαρτύριο αυτό να τελειώσει, να φτάσει στην κορύφωση του.

«Κάνε με δική σου, Εντουαρντ» μουρμούρισε εκείνη.

Δεν έχασα χρόνο. Με βιαστικές από την ανυπομονησία κινήσεις έβγαλα το προφυλακτικό από την τσέπη του παντελονιού μου κάτω στο πάτωμα και έσκισα με τα δόντια μου το περιτύλιγμα Έπειτα το φόρεσα και όταν ήμουν πλέον έτοιμος για την Μπελλα την κοίταξα.

Τα ματιά της με περιεργαζόταν με θάρρος αλλά και με απορία.

«Κουβαλάς πάντα ένα μαζί σου;» είπε με ένα τόνο ερωτηματικό αλλά ταυτόχρονα συμπερασματικό στην φωνή της.

«Όχι, απλά σήμερα πήρα ένα… Ξέρεις… Για καλό και για κακό»

Βυθίστηκα μέσα της αργά, ακόμη αναποφάσιστος για αυτά που μου είχε πει η Αλις. Παραλές τις αμφιβολίες μου σχετικά με εκείνο το θέμα η Μπελλα απλά βόγκηξε σιγανά χωρίς κανένα σημάδι πόνου στο πρόσωπο της εκτός από ευχαρίστηση. Αυτό με έκανε να υιοθετήσω την δική της αυτοπεποίθηση και να αφήσω κάθε μέρος του κορμιού μου ελεύθερο. Όταν πλέον βρέθηκα τελείως μέσα της όλα γύρω μου έμοιασαν να λιώνουν, να σκουριάζουν, να χάνουν ότι ενδιαφέρον είχαν παλιά. Όλα εκτός από το κορίτσι που βρισκόταν ξεπνοος από κάτω μου.

Περήφανος που είχα πάρει τον πλήρη έλεγχο έγινα ένα μαζί της ξανά και ξανά χαμένος μέσα στο πάθος μου, πλημμυρισμένος από το γλυκό συναίσθημα της πληρότητας. Αυτό που με έκανε να χάσω κάθε επαφή μου με τον έξω κόσμο ήταν όταν η Μπελλα άρχισε να ανασηκώνει τους γοφούς της, συναντωντας το σώμα μου την ιδία στιγμή που το δικό μου κολλούσε με το δικό της.

«Είσαι υπεροχή… Θέλω να μείνω μαζί σου για πάντα, δεν ξέρεις ποσό καιρό το ονειρευόμουν αυτό… Δεν θέλω να τελειώσει ποτέ» αναστέναξα.

«Και εγώ το ίδιο, και εγώ το ίδιο» μουρμούρισε με δυσκολία.

Αύξησα τον ρυθμό μου νιώθοντας καταπληκτικά, λαμπρά. Δεν υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν τον τρόπο που ένιωθα όταν ήμουν γύρω από την Μπελλα. Την άγγιξα παντού, περιπολώντας κάθε σημείο του σώματος της, σκύβοντας ξανά και ξανά συναρτώντας κάθε φορά τα χείλη της τα οποία και κάποιες φορές δάγκωνε από την επιθυμία. Η μέση της λικνιζόταν ακολουθώντας πιστά τον ρυθμό μου, και ήμουν βέβαιος πως αναγνώριζε πως εγώ είχα τον έλεγχο τώρα πια. Έμοιαζε τόσο υποταγμένη στις δικές μου ανάγκες που ίσα, ίσα που καταλάβαινα πως ενδιαφερόταν για τις δικές της. Γεγονός που δεν ξεχνούσα ποτέ.

Πρώτα εκείνη, έλεγα στον εαυτό μου.

Όσο περνούσαν τα λεπτά οι κινήσεις μας γινόταν όλο και πιο γρήγορες, καθώς τα σώματα μας γινόταν ένα απελπισμένα από όλη αυτή την φυλακή των συναισθημάτων. Τα δάχτυλα μου γαντζωθήκαν πάνω στην μέση της, ενώ ένιωθα τα δικά της να γρατζουνάνε με πάθος το δέρμα μου. Οι αναστεναγμοί μου έγιναν πιο έντονοι, όπως και οι δικοί της.

«Εντουαρντ, Εντουαρντ, Εντουαρντ» Το όνομα μου πλανιόταν σαν προσευχή μέσα στον χώρο κάνοντας με να αναστενάζω όλο και πιο δυνατά.

Ήμουνα ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Ευτυχισμένος για την ακρίβεια που μπορούσα να την ικανοποιώ με αυτόν τον τρόπο, ανταποδίδοντας της όσα εκείνη μου έδινε απλόχερα. Συνέχισα να τις προσφέρω ευχαρίστηση με τα χείλη μου φιλώντας τα βλέφαρα, τα μαγουλά, το λαιμό, τα στήθη της, ότι έβρισκα μπροστά μου μέσα στην παραζάλη των συναισθημάτων.

Το σώμα μου συνάντησε το δικό της για άλλη μια φορά και έπεσα πάνω στο κορμί της κουρασμένος και λαχανιασμένος ξέροντας πως το όλα όσα είχα ποτέ ευχηθεί είχαν γίνει πραγματικότητα. Εγώ και η Μπελλα ήμασταν μαζί και τίποτα δεν μπορούσε να μας χωρίσει ποτέ…