November Rain

Κεφάλαιο 5ο : Γλυκές Ανάγκες

Δεν ήθελα να παραδεχτώ πως έπρεπε να φύγω. Ήθελα να μείνω μαζί της για πάντα, να κοιμηθώ από διπλά της κοιτάζοντας για την υπόλοιπη νύχτα τα ματιά της, το κορμί της, την λευκή επιδερμίδα της, χαϊδεύοντας τις ανάκατες τούφες των μαλλιών της και ένα σωρό πράγματα ακόμη που είχα μέσα στο μυαλό μου. Σαν να απέφευγα χρησιμοποιώντας την φαντασία μου την πραγματικότητα, σαν να προσπαθούσα να ξεφύγω από εκείνη και να συγκεντρωθώ μονό στο κορίτσι διπλά μου.

«Σε αγαπώ» είπε φέρνοντας τα χεριά της γύρω από τον λαιμό μου, ξυπνώντας αντανακλαστικά τον ίδιο πόθο που είχα και προηγουμένως. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα άμα θα χόρταινα ποτέ μαζί με την Μπελλα. Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη, η πιο λογική που μπορούσα να σκεφτώ εκείνη τη στιγμή. Όχι, ήταν αδύνατον. Πάντα θα ήθελα και άλλο.

Την έφερα μέσα στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι της ακουμπούσε ξεκούραστα πάνω στο στήθος μου και η ζεστή, ρυθμική ανάσα της χτυπούσε το εκτεθειμένο δέρμα μου. Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα μου σαν αντίδραση.

Πέρασα τα δάχτυλα μου μέσα από τις τούφες των μαλλιών της αιχμαλωτίζοντας τις εκεί.

«Και εγώ, δεν μπορείς να φανταστείς ποσό» Φίλησα το μέτωπο της. Ένα απαλό φιλί που προκάλεσε ιδία ένταση μεταξύ μας όπως και τα πιο αισθησιακά που είχαμε ανταλλάξει

Την ιδία στιγμή που τα λόγια αυτά βρήκαν από το μέσα μου, το στόμα μου είχε βρεθεί στα χείλη της εμποδίζοντας την να πει περισσότερα. Άφησε το σώμα της να παραδοθεί για άλλη μια φορά σε εμένα, όπως έκανε κάθε φορά άλλωστε. Οι γλώσσες μας πάλευαν η μια με την άλλη και μαζί με αυτή τη μάχη ένιωθα να δίνω μια μάχη με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Ο αυτοέλεγχος μου δεν θα είχε μεγάλη διάρκεια άμα συνεχίζαμε έτσι και πίστευα πως ήδη όλα αυτά είχαν φέρει την Μπελλα στα όρια της –άμα αυτό το κορίτσι είχε όρια. Εκείνη όμως το έκανε πολύ δύσκολο να αντισταθώ, αδύνατο.

Αναστέναξε τυλίγοντας με κατευθείαν με το άρωμα της. Ήμουν τόσο αδύναμος, τόσο μεθυσμένος από την παρουσία της που τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Ο Τσάρλι βεβαία ήταν κάτι αρκετά σημαντικό για να αγνοηθεί αλλά και πάλι… Δεν νοιαζόμουν και παρά πολύ.

Και η Μπελλα και εγώ βρισκόμασταν εκεί που φανήκαμε. Ο Ένας μέσα στην αγκαλιά του αλλού. Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Κάθε θέληση που είχα για να φύγω είχε καταρρεύσει. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα κατά κάποιον τρόπο.

Τα δάχτυλα της Μπελλα βρεθήκαν πάνω στον θώρακα μου και σιγά, σιγά άρχισαν να κατεβαίνουν μέχρι που βρεθήκαν στο στομάχι μου. Ξεφύσηξα πιο ανυπόμονος από ποτέ, όταν και οι δυο τιναχτήκαμε μακριά ο ένας από τον άλλον.

Ο ήχος από το περιπολικό του Τσαρλυ είχε κάνει και τους δυο μας να αντιδράσουμε έτσι.

Oλα είχαν παγώσει, μαζί και το πρόσωπο της Μπέλλα. Τα ματιά της ήταν ορθάνοιχτα, σαν να είχε μόλις έρθει αντιμέτωπη με ένα φάντασμα, και το πρόσωπο της ήταν πιο χλομό από ότι συνήθως. Εγώ αντιμετώπισα το όλο θέμα πιο ψύχραιμα από εκείνη.

Καθώς άκουγα τον απειλητικό ήχο των βημάτων ενός ανθρώπου πάνω στο πεζοδρόμιο και έπειτα τον ήχο των κλειδιών τρομαχτικά κοντά στην πόρτα έπιασα το κορίτσι απέναντι μου από τους ωμούς. Αυτή η συμπεριφορά δεν έβγαζε πουθενά και έπρεπε και εκείνη να το καταλάβει.

«Μπελλα, σε παρακαλώ σύνελθε, πρέπει να ντυθείς» παρακάλεσα γλυκά κοιτώντας την βαθιά μέσα στα ματιά, που είχαν εστιάσει εκείνη τη στιγμή στα δικά μου.

Μπορούσα να νιώσω τον τρόμο της να με διαπερνάει, όπως και την ανακούφιση στο πρόσωπο της όταν κατάλαβε πως θα ήμασταν μαζί σε όλο αυτό. Βεβαία αυτό ήταν και το πρόβλημα. Πως ήμασταν γυμνοί, στο δωμάτιο της, κάτω από τα στρωματά και χωρίς να κάνουμε καμιά κίνηση ώστε να διαφύγουμε από αυτήν την παγίδα.

Η πόρτα κάτω άνοιξε και προς στιγμή σκέφτηκα πως τα συναισθήματα και των δυο μας ταυτιζόταν με εκείνα που είχαν τα θύματα στις ταινίες τρόμου.

Ευτυχώς η αποφασιστικότητα της Μπελλα είχε επιστρέψει και χωρίς να χάνει χρόνο σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι σέρνοντας και εμένα από πίσω της. Με τράβηξε μπροστά από μια ντουλάπα και άνοιξε την πόρτα της. Δεν με κοίταξε ούτε για μια στιγμή. Απλά έριξε τα ρούχα μου μέσα, πηρέ ένα ζευγάρι ξεθωριασμένες φόρμες και τις φόρεσε μηχανικά αλλά με νευρικές κινήσεις.

Δεν μου άρεσε να την βλέπω να ντύνεται, αλλά κατάλαβα πως αυτό ήταν έτσι και αλλιώς αναπόφευκτο. Βλαστήμησα από μέσα μου κατηγορώντας την κακία μου τύχη. Άμα είχα αντισταθεί, άμα είχα φύγει νωρίτερα τίποτα δεν θα συνεβαινε. Όλα θα κυλούσαν φυσιολογικά, εγώ θα έφευγα με μια γλυκιά γεύση της Μπελλα στο στόμα μου και εκείνη θα με ονειρευόταν στον ύπνο της -η τουλάχιστον θα σκεφτόταν ότι είχαμε κάνει. Την φανταζόμουν να δαγκώνει τα χείλη της καθώς θα το έκανε… Θεέ μου… Την ήθελα τόσο πολύ…

«Αχ… Ποτέ δεν περίμενα να βρεθώ σε μια τέτοια κατάσταση…» κλαψούρισε θλιμμένα και αγχωμένα ταυτόχρονα. Το μέτωπο της γυάλιζε από τον ιδρώτα που είχε δημιουργηθεί από το άγχος της. Ούτε και εκείνη ήθελε να καταλήξουν έτσι τα πράγματα.

«Μπελλα;» Η βροντερή φωνή του Τσαρλυ ακούστηκε από τον κάτω όροφο. Εκείνη κούμπωσε με βιασύνη το φερμουάρ του φούτερ της χωρίς να κάνει τον κόπο να φορέσει τίποτα από μέσα.

Συνηδιτοποιησα πως τόση ώρα απλά καθόμουν εκεί και την έβλεπα. Δεν έκανα τίποτα και αυτό με έκανε να νιώθω και ένοχος και άχρηστος ταυτόχρονα.

«Έρχομαι» φώναξε η Μπελλα προσπαθώντας χωρίς αποτέλεσμα να κρύψει την αγωνιά της. Γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε παρακλητικά σαν να ήταν ο φταίχτης για αυτή την κατάντια. «Συγνώμη, Εντουαρντ αλλά πρέπει να μπεις μέσα στην ντουλάπα»

«Σοβαρολογείς; Δεν νομίζω πως κινδυνεύω λιγότερο άμα μπω πίσω από τις κουρτίνες. Άσε που δεν χωράω καν εδώ μέσα. Ο Τσαρλυ δεν είναι ηλίθιος. Άμα καταλάβει κάτι η ντουλάπα θα είναι το πρώτο πράγμα που θα ψάξει» είπα απεγνωσμένα, με αγωνια και απογνωση, ρίχνοντας φευγαλέες, γεμάτες νευρικότητα ματιές προς τον μικροσκοπικό χώρο που μου πρόσφερε η Μπελλα. Άμα ο Τσαρλυ άνοιγε έστω και λίγο την πορτούλα αυτή εγώ θα έκανα μια εντυπωσιακή είσοδο μαζί με όλα τα γυναικεία ρούχα.

«Σε παρακαλώ, Εντουαρντ. Σοβαρέψου, είναι σοβαρό αυτό και δεν νομίζω πως ο Τσαρλυ θα καταλάβει τίποτα άμα μπεις εδώ μέσα. Δεν θα σκεφτόταν ποτέ έτσι για μένα» είπε σοβαρά δαγκώνοντας το κάτω χείλος της σε τέτοιο βαθμό που ήταν έτοιμο να ματώσει.

Εγκατέλειψα τον εγωισμό μου, ξεχνώντας για μια στιγμή πως θα κρυβόμουν μέσα σε έναν στενό χώρο σαν να έπαιζα κρυφτό με τον πατερά της Μπελλα. Ήταν στην φύση μου να αντιμετωπίζω κατάματα ότι με ενοχλούσε η με φόβιζε –ναι, ένας οπλισμένος πατέρας με φόβιζε- και ποτέ δεν θα μπορούσα έτσι απλά να το βάλω στα ποδιά. Ήταν σαν το στοίχημα. Μια πρόκληση. Μια πρόκληση που έπρεπε να νικήσω.

Δεν ξερώ τι με έκανε να αλλάξω γνώμη. Δεν μπορούσα να το καθορίσω. Η αγάπη μου για την Μπελλα ήταν ένας πολύ καλός λόγος για να δικαιολογήσω το πώς δέχτηκα να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα.

Έσκυψα προς το μέρος της και άφησα ένα απαλό φιλί στο μέτωπο της παραμερίζοντας τα μαλλιά της από εκεί, πριν μπω μέσα στην ντουλάπα. Η πόρτα έκλεισε από μπροστά μου φυλακίζοντας με μέσα.

Τελεία… Εγώ και τα εσώρουχα…

Δεν υπήρχε επιστροφή η μάλλον έτσι πίστευα. Κοίταξα το ρολόι, τα ματιά μου είχαν συνηθίσει το σκοτάδι τώρα πια, που είχα πάντα περασμένο στον καρπό μου και αντιμετώπισα πάλι τον υπερβολικό αριθμό. Είπα στην Αλις να με δικαιολογήσει στους γονείς μου για κανένα τετράωρο, όχι για έξι ολόκληρες ώρες. Θα έβρισκα τον μπελά μου. Και εγώ και η αδερφή μου…

Η Εσμε έπαιρνε πολύ σοβαρά τις καθυστερήσεις μου σαν να ήμουν μικρό παιδί αντί για δεκαεπτά χρονών και ο Καρλαιλ έλεγε πως έπρεπε να τους αφήνουμε να ξερόυν ποσό θα λείψουμε και που θα είμαστε σε περίπτωση που γίνει κάτι. Γονείς ήταν... Δεν τους αδικώ αλλά κάτι στιγμές σαν και αυτές είναι παρά πολύ δύσκολο να σκεφτείς λογικά.

Γυναικεία ρούχα με περιτριγύριζαν μαζί με αξεσουαρ, παπούτσια και εσώρουχα. Το τελευταίο αν και στην αρχή μου τράβηξε την προσοχή αποφάσισα να κάτσω ήσυχος. Όσο και να ήθελα να δω το γούστο της Μπελλα σε αυτόν τον τομέα δεν ήθελα όταν επιτελούς ερχόταν η στιγμή που θα ανήγε αυτή η αναθεματισμένη πόρτα να με έβρισκε με αυτά στα χεριά. Θα την έκανα να νιώσει απίστευτα άβολα!

Προσπάθησα να στρέψω την προσοχή μου κάπου αλλού και αμέσως τα ματιά μου έπεσαν σε ένα τετράδιο στην γωνιά την ντουλάπας. Ήταν αρκετά κοντά για να το φτάσω, άμα είχα την δυνατότητα να κουνήσω τα χεριά μου, βεβαία. Ήμουν τόσο άτυχος και τόσο περίεργος ταυτόχρονα.

Ήθελα να ξερώ κάθε λεπτομέρεια για την ζωή της Μπελλα και κάτι μου έλεγε πως αυτό το τετράδιο έγραφε κάτι σημαντικό. Δειλά, δειλά έσκυψα προς το μέρος του. Το τρίξιμο της πόρτας με έκανε να κοκαλώσω στην θέση μου.

Όταν κατάλαβα πως το πεδίο ήταν ελεύθερο έκανα άλλη μια προσπάθεια και αυτή τη φορά είχε επιτυχία. Έφερα το τετράδιο μέσα στην αγκαλιά μου και αργά ίσιωσα την πλάτη μου, νιώθοντας σαν ηλικιωμένος άνθρωπος.

Μέσα στο σκοτάδι τα μεγάλα, κεφαλαία γράμματα στο εξώφυλλο έγραφαν ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ και από διπλά μια ημερομηνία. Το διπλανό κουτάκι ήταν κενό.

Πάγωσα στην θέση μου όταν συνηδιτοποιησα πως κρατούσα στα χεριά μου το ημερολόγιο της Μπελλα. Δεν μπορούσα να πω πως χάρηκα ιδιαιτέρα με την ανακάλυψη μου. Το στοίχημα ήταν κάτι που είχε αποκλείσει τελείως από το μυαλό μου εκείνο το απόγευμα και κάτι που δεν ήθελα ούτε καν να σκέφτομαι. Ο Μαικ Νιουτον, οι απειλές του και η ομάδα κατείχε ένα κομμάτι μέσα μου αλλά η Μπελλα ήταν πολύ πιο σημαντική και από όλες τις ζωες της ομάδας μαζί. Την αγαπούσα όσο οτιδήποτε άλλο στον κόσμο και ήθελα να είμαι μαζί της συνεχεία.

Η ομάδα; Η ομάδα ήταν απλώς μια απασχόληση, κάτι με το οποίο μου άρεσε να περνάω τον χρόνο μου παίζοντας μπάλα η κυκλοφορώντας σε νυχτερινά κλαμπ μαζί τους τις Παρασκευές και τα Σαββατοκύριακα. Στα κορίτσια άρεσαν αυτοί που φανήκαν σε αυτήν την 'συμμορία' και αυτό ήταν κάτι που με κρατούσε εδώ και χρονιά από το να τους παρατήσω όλους. Τώρα η Μπελλα ήταν αρκετή για να μου κρατάει συντροφιά. Μάλιστα ένα άλλο είδος συντροφιάς. Δεν χρειαζόταν να περιοριζόμαστε σε κάποια δραστηριότητα που περιλάμβανε απαραίτητα αγκαλιές και φιλιά. Μπορούσα να μιλήσω μαζί της γνωρίζοντας πως με καταλάβαινε απόλυτα και με άκουγε. Δεν μπορούσα να πω πως οι φίλοι μου το έκαναν αυτό.

Άκουσα το τρίξιμο των σκαλιών, τα βήματα ενός ανθρώπου και τέλος τον ήχο της πόρτας του δωματίου της Μπελλα. Η αναπνοή μου κόπηκε και αντανακλαστικά έκρυψα το ημερολόγιο μέσα στα ρούχα που η Μπελλα είχε πετάξει κάτω. Βλαστήμησα όταν θυμήθηκα πως το μονό που είχα προλάβει να φορέσω ήταν το εσώρουχο μου.

Αναρωτήθηκα πως θα ήταν το πρόσωπο του Τσαρλυ όταν θα με αντίκριζε έτσι. Πιθανότατα το πρόσωπο του θα άλλαζε αποχρώσεις και μετά… Δεν ήθελα να ξερώ. Το μονό που μπορούσα να φανταστώ ήταν τι θα του έλεγα σε εκείνη την περίπτωση.

«Γεια σας, είμαι το αγόρι της Μπελλα, ο Εντουαρντ Καλεν. Ξερώ πως κάναμε μια κακή αρχή και ξερώ πως έπρεπε να σας συστηθώ νωρίτερα αλλά με την Μπελλα γνωριζόμαστε εμ- είμαστε ζευγάρι για περίπου ένα μηνά και προσπαθούσαμε να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον καλυτέρα, ξέρετε τώρα. Οπότε… Πάμε κάτω στο σαλόνι να το συζητήσουμε; Εμ… Περιμένετε να βάλω κάτι πάνω μου πρώτα»

Μια πολύ καλή αρχή! Ο Τσαρλυ σίγουρα θα με σκότωνε που παραπλάνησα την κόρη του με αυτόν τον τρόπο…

«Εντουαρντ;» ψιθύρισε η Μπελλα κλείνοντας με θόρυβο την πόρτα από πίσω της.

«Μπελλα; Μπορώ να βγω;» ρώτησα χωρίς να ξερώ πια θα ήταν η επόμενη κίνηση μου.

«Ναι. Ο Τσαρλυ είναι απασχολημένος κάτω με την τηλεόραση» δήλωσε με σταθερή φωνή.

Έσπρωξα την πόρτα της ντουλάπας μπροστά και το ελάχιστο φως από το πορτατιφ του δωματίου ενόχλησε αμέσως τα ματιά μου, τα ανοιγόκλεισα. Θα μου έπαιρνε λίγα λεπτά για να το συνηθίσω… Η Μπελλα καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, τα χεριά της κρατούσαν το πρόσωπο της, τα δάχτυλα πίεζαν μανιασμένα το μέτωπο της και τα ματιά της ήταν στραμμένα στο πάτωμα. Δεν χρειάστηκε και πολύ σκέψη για να αποφασίσω να πάω, να καθησω διπλά της και να την τραβηξω μέσα στην αγκαλιά μου. Χάιδεψα τα μαλλιά της, το πρόσωπο της και φίλησα την κορυφή του κεφαλιού της για να την καθησυχάσω. Είχα ξεμείνει από λέξεις.

«Πως θα φύγεις; Δεν γίνετε να καθίσεις όλη την νύχτα εδώ» έσπασε την σιωπή.

Αναλογίστηκα για μια στιγμή τις πιθανότητες που είχα για να καταφέρω να απόδραση. Το να πάω ατάραχος κάτω στο σαλόνι, να ανοίξω την πόρτα και να φύγω αποκλειόταν κατευθείαν. Η μονή μου επιλογή ήταν να πηδηξώ από το παράθυρο… Κάτι που έπρεπε να ομολογήσω πως ήταν καλή ιδέα. Υπήρχε δέντρο από διπλά και σε περίπτωση που έχανα την ισορροπία μου και έπεφτα υπήρχε γρασίδι από κάτω. Δεν θα πάθαινα και καμιά σοβαρή ζημιά.

Κατευθύνθηκα προς το παράθυρο με μεγάλα, βιαστικά βήματα, το άνοιξα και έριξα μια ματιά κάτω. Δυο όροφοι… Το δέντρο θα με βοηθούσε αρκετά από διπλά.

«Τι κανείς;» ρώτησε η Μπελλα με τρεμαμενη φωνή.

«Δραπετεύω. Θα κατεβώ από το παράθυρο, είναι η μονή λύση»

«Είσαι τρελός; Είναι δυο όροφοι! Μπορεί να τραυματιστείς σοβαρά!»

Πέρασα την μπλούζα μέσα στα χεριά μου και έπειτα πάνω από το κεφάλι μου. Στην συνεχεία την τράβηξα από το τελείωμα της ώστε να ισιώσει. Είχα ήδη βάλει το παντελόνι και εκείνη τη στιγμή έψαχνα το δεύτερο παπούτσι, το οποίο και βρήκα μετά από λίγα λεπτά κάτω από το κρεβάτι. Το μπουφάν ήταν κάτι που θα δυσκόλευε κατά κάποιον τρόπο το να κατεβώ οπότε αποκλειόταν οπωσδήποτε.

«Δεν νομίζω, το δέντρο θα με βοηθήσει να κατεβώ με ασφάλεια»

«Είναι ψηλά!»

«Είναι ο μονός τρόπος! Θα εμένα άμα μπορούσα, Μπελλα. Το θέλω αλλά δεν γίνεται» Αυτό ήταν αλήθεια. Άμα κανείς δεν με περίμενε θα εμένα όλη την νύχτα εκεί, βλέποντας την Μπελλα να κοιμάται και περιμένοντας την ώρα και την στιγμή που θα άνοιγε τα βλέφαρα της με το πρώτο φως του ηλίου.

«Έχεις δίκαιο, αλλά δεν θέλω να σε δω με σπασμένο πόδι εξαιτίας μου»

«Μπελλα, δεν φταις εσύ. Εγώ έπρεπε να είχα φύγει νωρίτερα… Όσο για το δέντρο το έχω ξανακάνει. Μην ανησυχείς όλα θα πάνε καλά»

«Αλήθεια;» ρώτησε καχύποπτα. Είχε σταυρώσει τα χεριά της μπροστά από το στήθος της και η στάση που είχε πάρει όπως και το βλέμμα της μου θύμιζαν ανάκριση.

«Φυσικά"

«Καλά, καλά… Μονό υποσχέσου μου πως θα προσεχείς» είπε καθώς είχε αιχμαλωτίσει το κάτω χείλος της ανάμεσα στα δόντια της. Ήταν τόσο σέξι όταν το έκανε αυτό και δεν μπορούσα να συγκροτήσω το μυαλό μου από το να πάρει επικινδύνους δρόμους.

«Θα προσέχω»

«Ααα… Και αύριο ο Τσαρλυ θα λείπει οπότε άμα θέλεις πέρασε για να…» Κοκκίνισε. «…διαβάσουμε»

Η αποπλάνηση του Εντουαρντ Καλεν ξεκίνησε…

Της χαμογέλασα. «Λαμπρά»

«Σε αγαπώ» ομολογησε, δαγκωνοντας τα χειλη της.

«Και εγώ σε αγαπώ» ανταποκριθηκα ξεροντας πως ηταν η απολυτη αληθεια.

Με κάθε βήμα που έκανα ένιωθα λες και το κενό μεγάλωνε μέσα μου, σαν να είχα μόλις αποχωριστεί ένα μέρος του ιδίου μου του εαυτού πίσω. Στο δωμάτιο που πριν λίγο ήμουν με την Μπελλα. Καθώς περπατούσα έφερα στο μυαλό μου κάθε στιγμή που είχαμε ζήσει εκεί μέσα και δεν μπόρεσα να εμποδίσω το πελώριο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπο μου.

Οι σκέψεις αυτές με συνόδευαν έως την άφιξη μου στο σπίτι μου, οπού και με περίμενε όλη η οικογένεια μου στο καθιστικό. Η Αλις ήταν η μονή που χαμογελούσε. Η Εσμε και ο Καρλαιλ δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να δείξουν πιο κεφάτοι, κάτι που οπωσδήποτε δεν ήταν.

«Συγνώμη που άργησα» είπα αμέσως. «Δεν θα ξαναγίνει»

Προσπάθησα να ξεφύγω από τις σκάλες αλλά η φωνή της Εσμε με εμπόδισε. «Δεν θέλουμε να σε κατακρίνουμε για τίποτα, Εντουαρντ. Είσαι δεκαεπτά χρονών πια και κατά την γνώμη μου είναι φυσιολογικό να λείπεις κάποιες φορές μέχρι αργά από το σπίτι. Αλλά το θέμα είναι…»

«Ανησυχείτε όπως κάνατε όταν ήμουν δεκαττεσαρων» Δεν ήταν ερώτηση, αλλά δεν ήμουν και απόλυτα σίγουρος για το συμπέρασμα που είχα βγάλει. Ο τόνος μου ήταν σταθερός, λογικός και αυτό ήταν κάτι που κανένας τους δεν περίμενε. Ούτε καν η Αλις. Φαινόταν σαν να περίμεναν μια έκρηξη θυμού από μέρος μου, κάτι που ήταν αδύνατο μετά από το υπέροχο απόγευμα που είχα περάσει.

«Απλώς θέλουμε να ξέρουμε που να σε βρούμε η τουλάχιστον να ξέρουμε τι ώρα θα γυρίσεις» επισήμανε ο Καρλαιλ χαμογελαστά, τα ματιά του όμως σε αντίθεση με το πρόσωπο του ήταν σταθερά. «Αυτό είναι το μονό που ζητάμε»

«Θα συμβιβαστώ με την ώρα» ομολόγησα γελώντας. «Δεν θέλω να έρχεστε να με μαζεύετε από τα παρτυ»

Δεν χρειάστηκε να πούμε τίποτα άλλο, απλά ανέβηκα στον πάνω όροφο ανέμελα νιώθοντας πως πετούσα σε κάθε μου βήμα. Μέσα στην παραζάλη των συναισθημάτων δεν άκουσα την Αλις. Την ένιωσα μονό να στηρίζεται από τον ωμό μου, από οπού και την έδιωξα αμέσως ενοχλημένος.

«Ήσουν με την Μπελλα;» ρώτησε για άλλη μια φορά πετώντας στα σύγνεφα. Στον χαρωπό κόσμο της Αλις Καλεν. Χιαχ...

«Ναι» απάντησα απλά, αλλά υπήρχε κάτι τρυφερό στην φωνή μου που της τράβηξε το ενδιαφέρον. Αφού μου έριξε ένα σταθερό, γεμάτο περιέργεια βλέμμα στα ματιά φάνηκε να καταλαβαίνει κάποια πράγματα.

«Λάμπεις ολόκληρος» παρατήρησε.

«Και η Μπελλα έτσι ήταν όταν την άφησες;» απόρησε με κάτι πονηρό, πειραχτικό στον τόνο της. Με σκούντησε απαλά με τον αγκώνα της παρακινώντας με για λεπτομέρειες.

«Πάψε, Αλις. Άφησε με ήσυχο» διαμαρτυρήθηκα. Δεν ήθελα να αρχίσουμε μια κουβέντα που θα με έκανε να νιώσω άβολα.

«Έτσι και αλλιώς θα τα μάθω από την Μπελλα. Αυτό είναι το καλό με τις φίλες. Ποτέ δεν κρατάνε μυστικά η μια από την άλλη. Δεν μπορώ να πω και το ίδιο για τα αδέρφια» Στο τέλος της πρότασης της κατσούφιασε ελαφρά, σαν να διαμαρτυρόταν που δεν της μιλούσα ανοιχτά για τα θέματα των σχέσεων μου.

«Μιας και μιλάμε για εμπιστοσύνη τι γίνεται με τον Τζασπερ;» προσπάθησα να ξεφύγω από την συζήτηση.

«Άμα μου πεις εσύ τι έγινε με την Μπελλα θα σου πω και εγώ για εμένα» απάντησε εκείνη χαμογελαστά.

«Δεν με ενδιαφέρει ιδιαιτέρα εδώ που τα λεμέ. Συνεχίζω να θέλω να μείνω μονός» είπα αδιάφορα, με λόγια γεμάτα ειλικρίνεια. Είχε σημασία; Και να έβγαινε με τον Τζασπερ πως θα με επηρέαζε αυτό;

«Όλοι μετά από τέτοιες… δραστηριότητες θέλουν να μείνουν μονοί» χαχάνισε και πριν προλάβω καν να απαντήσω είχε βρεθεί στο δωμάτιο της, στο τέλος του διαδρόμου. Η πορτα είχε ήδη κλείσει.

Αναστέναξα ευχαριστημένος που είχα καταφέρει να την ξεφορτωθώ και κλειδώθηκα στο δωμάτιο μου. Ειχα μια ανεκπληρωτη αναγκη να τιθασεψω.