Κεφάλαιο Δέκατο Τέταρτο
Δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα της σε αυτήν την κατάσταση. Ο Κρεγκ ήταν πάντοτε ισχυρός κι έμοιαζε πως τίποτα δεν μπορούσε να τον λυγίσει. Να όμως που βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, τόσο ευάλωτος, τόσο διαφορετικός από την εικόνα που είχε όλα αυτά τα χρόνια για εκείνον.
"Μπαμπά μου…", ψέλλισε δακρυσμένη μέσα στα γκρίζα του μαλλιά. "Μπαμπά, ξύπνα, σε παρακαλώ". Τον κοίταξε ψάχνοντας να βρει ένα σημάδι ότι ένοιωθε την παρουσία της αλλά αυτός παρέμενε ακίνητος. "Συγχώρεσέ με. Δεν ήθελα ποτέ να πάθεις κακό. Δεν ήξερα ότι…". Οι λυγμοί δεν την άφησαν να συνεχίσει. Έκλαιγε για αρκετά λεπτά, ώσπου να συνέλθει και να καταφέρει να ξαναμιλήσει. "Δε φαντάστηκα ούτε στιγμή ότι θα συνέβαινε αυτό. Εγώ φταίω. Μη με τιμωρείς όμως έτσι. Σε παρακαλώ, γύρνα κοντά μας και θα κάνω ό,τι μου ζητήσεις. Μα πρώτα θέλω να γίνεις καλά, μ' ακούς; Όταν συνέλθεις, θα δεις… Όλα θα φτιάξουν". Με ένα φιλί, σηκώθηκε και βγήκε κλαίγοντας απ' το δωμάτιο. Στο διάδρομο στεκόταν η Ρενέ, που μόλις την είδε την πλησίασε και άνοιξε την αγκαλιά της.
"Πήρες τη σωστή απόφαση, κορίτσι μου. Ο πατέρας σου θα είναι πολύ περήφανος για 'σένα. Κάποτε θα δεις ότι αυτό είναι το καλύτερο για όλους". Η Ντέιρντρε δίχως να πει λέξη την άφησε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Ήθελε να μείνει μόνη μακρυά από όσους δεν την καταλάβαιναν. Θα τους έκανε το χατήρι αλλά δεν άντεχε κιόλας να ακούει τις ψεύτικες παρηγοριές της μητέρας της. Περπάτησε για αρκετή ώρα κι ώσπου να φτάσει στον προορισμό της είχε σχεδόν σουρουπώσει. Χτύπησε το κουδούνι και βαθιά μέσα της ευχόταν να μην άνοιγε κανείς κι έτσι να μην αναγκαζόταν ακόμα να έρθει αντιμέτωπη με τον Πωλ. Η ευχή της, βέβαια, δεν πραγματοποιήθηκε. Η πόρτα άνοιξε κι εμφανίστηκε ο αγαπημένος της.
"Ντέιρντρε!", είπε με ένα γλυκό φιλί, που την έκανε να αισθανθεί ακόμα χειρότερα.
"Πωλ, πρέπει να μιλήσουμε", του είπε σοβαρά.
"Αγάπη μου, τι συμβαίνει;", τη ρώτησε παρατηρώντας άξαφνα πόσο διαφορετική φαινόταν απόψε. Στενοχωρημένη, απογοητευμένη, έμοιαζε να έχει παραιτηθεί. Υπήρχε μια σκιά στο βλέμμα της που το έκανε σκοτεινό κι απόμακρο.
"Πωλ… Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί πια…"
"Ποιο; Δεν καταλαβαίνω τι λες. Έλα μέσα", είπε κάνοντας στην άκρη.
"Δε χρειάζεται. Μπορώ να σου πω και εδώ αυτό που θέλω."
"Μα τι θέλεις να μου πεις, δηλαδή;"
"Ότι δε γίνεται να είμαστε μαζί". Για μισό λεπτό την κοίταζε θεωρώντας ότι αστειεύεται.
"Ντέιρντρε, δε μιλάς σοβαρά, έτσι δεν είναι;"
"Πίστεψέ με, Πωλ. Μιλάω πολύ σοβαρά. Ίσως πιο σοβαρά από ποτέ."
"Δεν είναι δυνατόν να μου λες ότι θέλεις να χωρίσουμε. Τι συνέβη έτσι ξαφνικά;", της είπε προσπαθώντας να συνέλθει.
"Πωλ… Δεν έπρεπε να φτάσουμε ως εδώ. Ήταν λάθος μου να νομίζω ότι θα μπορούσε να πετύχει αυτή η σχέση. Θέλω να ξέρεις ότι δε σε κατηγορώ για τίποτα. Εγώ φταίω για όλα. Παρασύρθηκα απ' τον ενθουσιασμό μου και σ' έκανα να πιστέψεις πως σ' αγαπώ αλλά…"
"Αλλά τι, Ντέιρντρε; Δε μ' αγαπάς; Αυτό προσπαθείς να μου πεις τόση ώρα;"
"Με συγχωρείς", του είπε με τα δάκρυα να βρέχουν τα μάγουλά της. "Νοιάζομαι για 'σένα ειλικρινά όμως όλα αυτά τα σχέδια που κάνεις για το μέλλον δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Ανήκουμε σε διαφορετικούς κόσμους, Πωλ."
"Αυτό ίσχυε απ' την αρχή!", είπε χτυπώντας το χέρι του στην πόρτα. "Γιατί το θυμήθηκες τώρα;"
"Πωλ, δεν μπορώ να εγκαταλείψω την οικογένειά μου. Δεν το καταλαβαίνεις; Δε γίνεται να τα αφήσω όλα πίσω μου και να σ' ακολουθήσω στο άγνωστο. Λυπάμαι που σε απογοητεύω αλλά πρέπει να τελειώσουμε οριστικά."
"Δεν τα πιστεύεις αυτά που λες, έτσι; Δεν μπορεί όλα εκείνα που ένοιωθες για 'μένα να χάθηκαν έτσι απλά!", είπε προσπαθώντας να της αλλάξει γνώμη μα εκείνη τον πλησίασε για να χαϊδέψει τα μαλλιά του για τελευταία φορά.
"Αυτά τα συναισθήματα για τα οποία μιλάς, ήταν συναισθήματα ενός ανώριμου κοριτσιού. Τώρα όλα έχουν αλλάξει. Τώρα πλέον καταλαβαίνω ότι αυτό που μετρά πάνω απ' όλα είναι η οικογένεια. Πρέπει να κάνω το σωστό για τους δικούς μου, Πωλ. Ξέρω ότι σε πληγώνω και πίστεψέ με, δεν το θέλω. Όμως… Αυτό είναι το τέλος. Δεν υπάρχει τίποτα πια ανάμεσά μας. Πρέπει να μάθεις ότι… Σε λίγες μέρες αρραβωνιάζομαι", τον ενημέρωσε κι εκείνος την κοίταξε με παγωμένο βλέμμα. Μέσα σε δύο λεπτά, είχε αλλάξει η ζωή του.
"Έχω αγοράσει εισιτήρια για να φύγουμε μαζί. Τα έχω κανονίσει όλα κι έρχεσαι τώρα και μου λες ότι αρραβωνιάζεσαι; Εσύ, που δεν άντεχες στη σκέψη να είσαι με κάποιον άλλον!"
"Με συγχωρείς. Δεν έπρεπε να σε αφήσω να μπεις σε έξοδα."
"Μόνο αυτό έχεις να πεις;", τη ρώτησε καταρρακωμένος κι αυτή άνοιξε την τσάντα της, έβγαλε από το πορτοφόλι της μερικά χαρτονομίσματα και του τα έδωσε στα χέρια.
"Πάρ' τα, σε παρακαλώ. Εξαιτίας μου έχασες τη δουλειά σου και ξόδεψες τόσα χρήματα για το ταξίδι μας."
"Σοβαρά τώρα;", είπε γελώντας και κλαίγοντας συγχρόνως. Τα κράτησε στο χέρι του για λίγο κι ύστερα τα έβαλε στο δικό της. "Δεν τα θέλω τα λεφτά σου, Ντέιρντρε. Ούτε τα δικά σου ούτε του πατέρα σου."
"Στ' αλήθεια λυπάμαι", του είπε μην τολμώντας να τον αντικρύσει.
"Λυπάσαι; Εσύ λυπάσαι; Εγώ λυπάμαι, Ντέιρντρε. Εσύ παντρεύεσαι". Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που της είπε. Μετά έκλεισε την πόρτα και την άφησε έξω μόνη. Μόνη. Διαλυμένη. Όπως απέμεινε κι αυτός. Χωρίς να φταίει. Χωρίς να το επιλέξει. Η Ντέιρντρε ήταν αυτή που πήρε την απόφαση και για τους δύο. Η ίδια σφράγισε τη μοίρα τους και ο Πωλ ήταν αναγκασμένος πλέον να βαδίσει στο μοναδικό δρόμο που του είχε αφήσει ανοιχτό.
