Κεφάλαιο Δέκατο Πέμπτο
Ο Πωλ έβγαλε τα αεροπορικά εισιτήρια απ' το συρτάρι κι αφού τους έριξε μια ματιά, έσκισε το εισιτήριο που προοριζόταν για την Ντέιρντρε. Το δικό του το έβαλε σε μια τσάντα και με ένα βαθύ αναστεναγμό, άρχισε να βάζει τα ρούχα του σε μια μικρή βαλίτσα. Δεν είχε το κουράγιο να μείνει. Αυτό που είχε πραγματικά ανάγκη ήταν να μείνει μόνος, μακρυά από όσα του θύμιζαν την Ντέιρντρε. Λυπόταν μόνο που θα εγκατέλειπε τα αδέρφια του με αυτόν τον τρόπο. Αν και πονούσε βαθιά που θα τους άφηνε, δεν μπορούσε να συνεχίσει να ζει εκεί. Άκουσε ένα τρίξιμο και κοίταξε προς την πόρτα, όπου είδε το κεφάλι του Άντυ να ξεπροβάλλει από το άνοιγμα.
"Έλα μέσα", του είπε αφήνοντας τη βαλίτσα στην άκρη κι ο Άντυ προχώρησε δειλά και κάθισε στο κρεβάτι κοντά του. Βλέποντας τον αδερφό του αποκαρδιωμένο κατάλαβε ότι τα σχέδιά του να φύγει με την Ντέιρντρε είχαν ναυαγήσει.
"Τι έχεις;", τον ρώτησε για να βεβαιωθεί.
"Δεν υπάρχει λόγος να σου μιλήσω τώρα. Άλλωστε, αυτό το θέμα έχει λήξει οριστικά πια."
"Για την Ντέιρντρε μιλάς;"
"Πώς το ξέρεις;", απόρησε ο Πωλ.
"Σας άκουσα να μιλάτε στο τηλέφωνο. Άκουσα ότι σκοπεύετε να φύγετε."
"Δεν ισχύει αυτό τώρα", είπε στενάζοντας. "Δεν υπάρχει τίποτα πια ανάμεσά μας. Η Ντέιρντρε ήρθε πριν από λίγο και μου ζήτησε να χωρίσουμε". Ο Άντυ είχε καρφώσει τα μάτια του στο πάτωμα και δεν τολμούσε να τα σηκώσει στο πρόσωπο του αδερφού του. Ένοιωθε ένοχος, αφού ήξερε πως αυτός ήταν η αιτία της θλίψης του.
"Συγγνώμη. Εγώ φταίω."
"Τι είναι αυτά που λες; Από πού κι ως πού φταις εσύ για το χωρισμό μας;"
"Πήγα στον πατέρα της και του είπα για το σχέδιό σου", ψέλλισε ο μικρός κι έπειτα τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια. "Δεν ήθελα να φύγεις, Πωλ. Εσύ και η Χέδερ είστε η μόνη μου οικογένεια. Αν σε χάσουμε…". Ο μεγάλος του αδερφός τον κοίταξε με κατανόηση που εξέπληξε τον Άντυ. Πίστευε ότι θα εξοργιζόταν με την προδοσία του αλλά εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω απ' τους ώμους του και με το άλλο χάιδεψε το κεφάλι του.
"Δε φταις εσύ, Άντυ", του είπε παρηγορώντας τον. "Η Ντέιρντρε έκανε την επιλογή της. Η αληθινή αγάπη νικά όλα τα εμπόδια. Αφού όμως δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε το εμπόδιο του πατέρα της, τότε μάλλον σημαίνει πως είχε δίκιο… Ήταν ένας νεανικός ενθουσιασμός που μπροστά στα προβλήματα έσβησε."
"Και τώρα;", τον ρώτησε ο Άντυ σκουπίζοντας τα μάτια του.
"Τώρα… Θα χρειαστώ λίγο χρόνο. Θέλω να μείνω λίγο μόνος, να ηρεμήσω και να απομακρυνθώ από όλα αυτά."
"Τι εννοείς;"
"Θέλω να φύγω για ένα διάστημα. Δεν ξέρω για πόσο καιρό όμως το χρειάζομαι", είπε ο Πωλ προσπαθώντας να του εξηγήσει. "Μακάρι να μη σας άφηνα εδώ όμως δεν έχω ιδέα πώς θα πάνε τα πράγματα. Δεν ξέρω ούτε για πόσο θα λείψω ούτε τι θα κάνω. Αυτό που ξέρω ότι δε γίνεται να μείνω άλλο εδώ. Ίσως επιστρέψω σύντομα... Ίσως εγκατασταθώ εκεί. Ό,τι και να γίνει, εσείς δε θέλω να ανησυχείτε."
"Κατάλαβα", είπε ο Άντυ μελαγχολικός. "Τελικά, σε χάνουμε όπως και νά 'χει". Ο Πωλ παρέμεινε σιωπηλός κρατώντας στην αγκαλιά τον αδερφό του μέχρι να αποκοιμηθεί.
Αν και φθινόπωρο, η μέρα ήταν ηλιόλουστη κι ο ουρανός καταγάλανος. Τα πουλιά κελαηδούσαν πετώντας ανάμεσα στα δέντρα, που με τα κίτρινα και κόκκινα φύλλα τους έντυναν τη φύση με τα πιο λαμπερά χρώματα. Ωστόσο, στις καρδιές των τριών αδερφών υπήρχαν μόνο γκρίζα σύννεφα.
"Να προσέχεις τη μικρή μας", είπε στον Άντυ δίνοντας ένα φιλί στη Χέδερ που έκλαιγε με το κεφάλι κατεβασμένο. Τους αγκάλιασε σφιχτά και τους φιλούσε με στοργή. "Ελάτε τώρα! Μην κάνετε έτσι… Ακόμη κι αν δεν ξαναγυρίσω, θα έρθετε να με επισκεφτείτε εσείς. Είμαστε αδέρφια κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει ακόμη κι αν μας χωρίζουν ωκεανοί", έλεγε προσπαθώντας να παρηγορήσει αυτούς και τον εαυτό του μα χωρίς επιτυχία. Τα δάκρυα δε σταματούσαν να κυλούν από τα μάτια τους. "Θα τα ξαναπούμε, εντάξει;", τους υποσχέθηκε κι ύστερα τους αποχαιρέτησε με άνα ακόμα ένα φιλί και μπήκε στο ταξί, που άρχισε σιγά-σιγά να ξεμακραίνει. Ο Άντυ κοιτούσε για αρκετή ώρα τον άδειο πια δρόμο κρατώντας στην αγκαλιά του τη Χέδερ, που δεν είχε σταματήσει να κλαίει με το πρόσωπο κρυμμένο στο στέρνο του.
"Άντυ… Έφυγε… Τι θα κάνουμε τώρα;", τον ρώτησε ανάμεσα σε λυγμούς κι εκείνος ακούμπησε το κεφάλι του στα μαλλιά της αναστενάζοντας.
"Θα μάθουμε να ζούμε μακρυά του."
