Αυτή είναι η πρώτη φορά που γράφω fanfic στα ελληνικά και το ανεβάζω εδώ. Ελπίζω να βρω ανταπόκριση.
Η φίλη μου, μου έλεγε για το πώς το να χωρίζεσαι από αυτόν που αγαπάς πονάει. Έτσι γεννήθηκε αυτή η ιδέα.
Το one-shot αυτό βασίζεται στο άλλο fic μου με το όνομα TheCrystalCompass.
Pairing: LawxOC
Περίληψη: Για εκείνη, το να ζει την στιγμή ήταν αδύνατο. Μα εκείνη την στιγμή θα έδινε τα πάντα για να σταματήσει ο χρόνος.
Ή στιγμή
Η νύχτα είχε απλώσει το μαύρο της πέπλο εδώ και πολλές ώρες. Το κίτρινο υποβρύχιο, σαν να μην είχε την αίσθηση του χρόνου, συνέχιζε ακάθεκτο την πορεία του χωρίς δισταγμούς ή παράπονα. Το πλήρωμα είχε πέσει για ύπνο ακριβώς μετά το δείπνο του, αφήνοντας τους διαδρόμους άδειους. Ο πλοηγός ήταν ο μόνος που ήταν ξύπνιος, οδηγώντας απολύτως συγκεντρωμένος στην δουλειά του. Από πίσω του, μια άσπρη αρκούδα μουρμούριζε που και που αλλά αυτό δεν φαίνονταν να τον πειράζει.
Μέσα στο σκοτάδι, κανένας δεν είδε η άκουσε τις δυο σιλουέτες που έσπρωξαν την πόρτα του διαδρόμου που έτριξε μαλακά με προορισμό το δωμάτιο του καπετάνιου. Κανένας δεν άκουσε τις λαχανιασμένες ανάσες που έσπαγαν την σιωπή λίγο αργότερα.
Οι δύο εραστές είχαν κινηθεί κάτω από άκρα μυστικότητα, ελεύθεροι να μοιραστούν τον ερώτα τους στα μαύρα δροσερά σεντόνια χωρίς να κρύβονται.
Κάθε ίντσα, κάθε κύτταρο του κορμιού της αναζητούσε τα χάδια του, τη ζεστασιά του κορμιού του πάνω στο δικό της, τα χέρια που την καθοδηγούσαν. Μόνο τότε, στις μικρές ώρες της νύχτας μπορούσε να αφήσει τον ρόλο της παγωμένης πριγκίπισσας που είχε μάθει να παίζει τέλεια, μόνο τότε μπορούσε να νιώσει ελεύθερη, να ζήσει για μια φορά τη στιγμή.
Πάντα άκουγε πολλούς να λένε πως μόνο όταν ζούσαν τη στιγμή ένιωθαν ζωντανοί, πως δεν ήθελαν να τελειώσει με τίποτα. Εκείνη δεν είχε αισθανθεί κάτι τέτοιο μέχρι τώρα. Από μικρή ένα τεράστιο βάρος είχε αφεθεί στους ώμους της. Όποτε κάποιο παράπονο πέρναγε από τα χείλη της, της συμπεριφέρονταν σαν τέρας. Είχαν πάντοτε απαιτήσεις από εκείνη, να εκτελεί τις διαταγές της χωρίς παράπονο, σαν μηχανή, ώστε να μπορέσει να μεγαλώσει την μικρή της αδελφή.
Για εκείνη, το να ζει την στιγμή ήταν αδύνατο. Μα τώρα, θα έδινε τα πάντα για να παγώσει τον χρόνο όπως έκανε και με τους αντιπάλους της. Θα αντάλλαζε την ψυχή της, τις αναμνήσεις της, τις μαγικές ικανότητες που της είχαν δοθεί για να σταματήσουν τα πάντα γύρω της, για να είναι στην αγκαλιά του για πάντα.
Τα μπλε μάτια της άνοιξαν όταν ένιωσε το χέρι του στο μάγουλο της. Τα ξανάκλεισε, απολαμβάνοντας τη επαφή.
«Σταμάτα να σκέφτεσαι τόσο πολύ». Μουρμούρισε και κάλυψε τα χείλη του με τα δικά της ξανά. Το μόνο που έκανε εκείνη ήταν να τον σφίξει στην αγκαλιά της, προσπαθώντας να σταματήσει τα δάκρυα που μαζεύονταν στα μάτια της.
Το πρωί θα ερχόταν σύντομα και τίποτα δεν μπορούσε να το σταματήσει.
Ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε.
Για την ώρα όμως, θα σταματούσε να σκέφτεται όπως της είπε και θα ζούσε μονό την στιγμή…
