Κεφάλαιο Εικοστό Δεύτερο

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών είχαν φέρει στο νου του Άντυ όλα εκείνα που τόσα χρόνια προσπαθούσε να ξεχάσει: Τον Πωλ, την Ντέιρντρε και τώρα την Κάθριν. Η αλήθεια είναι πως τίποτα δεν είχε ξεχαστεί. Απλώς, δεν ήταν συνεχώς στο μυαλό του. Αλλά τώρα πια δε σκεφτόταν τίποτε άλλο εκτός απ' το παρελθόν. Η Κάθριν… Ένα πλάσμα που έμοιαζε να είχε βγει από παραμύθι. Νεράιδα τού θύμισε την πρώτη φορά που την είδε. Μια φιγούρα λεπτεπίλεπτη, εύθραυστη, με το καταγάλανο χρώμα του ουρανού στα μάτια της. Παρότι έμοιαζε να τα έχει όλα όμως ήταν ένα δυστυχισμένο πλάσμα. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχούσε ο φόβος λόγω της βιαιότητας του πατέρα της. Αυτές οι καταστάσεις που αντιμετώπιζε στο σπίτι της, την οδήγησαν να κλειστεί στον εαυτό της και να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με δυσπιστία.

Ο Άντυ πίστεψε πως η αγάπη του θα ήταν αρκετή για να γιατρέψει τις πληγές της ψυχής της όμως έκανε λάθος. Αν και στάθηκε στο πλευρό της κι ήταν διατεθειμένος να τη βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις, εκείνη έμοιαζε να χάνεται μέρα με τη μέρα στην άβυσσο που για χρόνια βυθιζόταν. Τελικά, ύστερα από λίγο καιρό, χάθηκε οριστικά. Η αστυνομία είχε αναφερθεί σε τροχαίο μα ο Άντυ ποτέ δεν πείστηκε. Βαθιά μέσα του κυριαρχούσε η αμφιβολία, μήπως η ίδια η Κάθριν είχε επιλέξει αυτόν τον τρόπο διαφυγής. Για να γλυτώσει από το μαρτύριο, όπως του είχε πει μια φορά. Ο Άντυ όμως δεν πήρε στα σοβαρά τα λόγια της. Θεώρησε πως ήταν μια στιγμή αδυναμίας, πως για λίγο ένοιωσε να μην αντέχει άλλο. Η τραγική κατάληξη τού απέδειξε πόσο είχε σφάλει. Σκεφτόταν την τελευταία τους συνάντηση και μετάνοιωνε που δεν την κράτησε στην αγκαλιά του και να μην την αφήσει να φύγει ποτέ. Κατηγόρησε τον εαυτό του πως δεν είχε κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να τη σώσει. Πίστεψε πως την είχε απογοητεύσει κι αυτή η σκέψη τον στοίχειωσε.


Η Έρρικα κοίταξε την οθόνη του κινητού της. Ακόμα δεν είχε απαντήσει ούτε στα μηνύματα ούτε στις κλήσεις της. Έβαλε το τηλέφωνο στην τσάντα της και σηκώθηκε από τον καναπέ φορώντας τη ζακέτα της.

"Φεύγεις κιόλας;", τη ρώτησε ο Τίμοθυ ερχόμενος από την κουζίνα.

"Θα πάω δίπλα να δω μήπως γύρισε σπίτι. Ανησυχώ… Από το πάρτυ είναι σε κακή κατάσταση", απάντησε η Έρρικα κι αυτός τύλιξε τα χέρια του γύρω της.

"Να έρθω κι εγώ; Ο Άντυ είναι φίλος μου κι έχω αρχίσει να τρομάζω."

"Έλα!", είπε κι ύστερα από ένα λεπτό χτυπούσαν την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος.

"Ω, το νέο ζευγάρι της πολυκατοικίας!", είπε ο Άντυ μόλις άνοιξε.

"Εμένα μια χαρά μού φαίνεται", σχολίασε ο Τίμοθυ ενώ η Έρρικα εισέβαλε στο διαμέρισμα.

"Έχεις ιδέα πόσο ανησυχήσαμε; Εδώ και δύο μέρες δεν ξέραμε πού βρίσκεσαι και αν είσαι καλά!"

"Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον αλλά είμαι μεγάλο παιδί πια."

"Αλήθεια; Αυτό έχεις μόνο να πεις;"

"Όχι. Έχω να πω και ότι θέλω να με αφήσετε στην ησυχία μου και να μη με πρήζετε άλλο!"

"Ώπα, φίλε! Η Έρρικα κόντεψε να τρελαθεί απ' την αγωνία. Δεν είναι σωστό να της μιλάς έτσι". Ο Άντυ έριξε μια σαστισμένη ματιά στον Τίμοθυ κι έπειτα χαμογελώντας πήγε κοντά στην Έρρικα.

"Χαίρομαι πολύ για 'σένα, κορίτσι μου", της είπε με ένα φιλί. "Ο Τίμοθυ είναι καλό παιδί και σε αγαπάει πολύ."

"Άντυ…"

"Μην το χάσετε ποτέ αυτό", συνέχισε κοιτώντας και τους δύο. "Είναι σπουδαίο να αγαπάς και να αγαπιέσαι. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν το βρίσκουν. Μάλιστα, ακόμα κι αν έρθει στο δρόμο τους η αληθινή αγάπη, κάτι συμβαίνει και τη χάνουν. Ξέρω μερικές τέτοιες περιπτώσεις", είπε και πλησιάζοντας το παράθυρο έπαψε πια να μιλάει.

"Μάλιστα. Από την αλλόκοτη συμπεριφορά σου συμπεραίνω ότι επικοινώνησες με την Ντέιρντρε. Τι σου είπε;". Ο Άντυ έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι ακούμπησε την πλάτη του στο τζάμι καθώς ένα σαρκαστικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.

"Τι μου είπε, ε; Κάτσε να θυμηθώ… Μου υπενθύμισε ότι της κατέστρεψα τη ζωή, ότι έδιωξα τον αδερφό μου μακρυά, ότι άφησα το κορίτσι που αγαπούσα κάποτε να πεθάνει κι ότι γενικά καταστρέφω οτιδήποτε αγγίζω. Α, ναι… Μου ζήτησε, επίσης, να μείνω μακρυά από την Πέννυ, επειδή θα της κάνω κακό, όπως άλλωστε έχω κάνει σε όλους τους ανθρώπους που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο μου", ομολόγησε πικραμένος κι έστρεψε το πρόσωπό του προς το παράθυρο για να μην τον βλέπει κανείς. Ο Τίμοθυ στεκόταν κοντά στην πόρτα δίχως να ξέρει τι θα έπρεπε να πει ή να κάνει μα η Έρρικα πλησίασε τον Άντυ, τον έπιασε απ' τον ώμο στρέφοντάς τον προς το μέρος της και τον αγκάλιασε με στοργή.

"Σ' το έχω πει χίλιες φορές και θα σ' το ξαναπώ: Πάψε πια να κατηγορείς τον εαυτό σου για όλα! Δεν ευθύνεσαι εσύ για όσα άσχημα σού έχουν τύχει. Έτσι είναι η ζωή. Όλα μπορούν να συμβούν, Άντυ. Να σου πω κάτι; Για κάποια πράγματα, όπως το θάνατο, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, γιατί είμαστε άνθρωποι. Για όλα τα υπόλοιπα όμως έχουν σημασία οι αποφάσεις που παίρνουμε. Μπορεί να έκανες ένα σφάλμα… Αλλά η Ντέιρντρε επέλεξε να αφήσει τον Πωλ κι εκείνος επέλεξε να τα παρατήσει όλα και να φύγει. Τη ζωή μας την ορίζουμε εμείς οι ίδιοι. Σταμάτα να κατηγορείς τον εαυτό σου για τις δικές τους αποφάσεις. Μην αφήσεις τα λάθη του παρελθόντος να καταστρέψουν το μέλλον σου. Αν μπορείς να διορθώσεις κάποιο, κάν' το. Αν δεν μπορείς, ξέχνα το και προχώρα μπροστά. Μην αφήσεις την πικρία της Ντέιρντρε να δηλητηριάσει όλη σου τη ζωή. Η μοίρα έφερε στο δρόμο σου την Πέννυ. Αφού την αγαπάς, κράτα την κοντά σου με όλες σου τις δυνάμεις! Εξάλλου, είναι σπάνιο αυτό το συναίσθημα, έτσι δεν είναι;". Δεν ήταν η πρώτη φορά που άκουγε αυτά τα λόγια απ' την Έρρικα. Ήταν όμως η πρώτη φορά που τα άφησε να μπουν μες στην καρδιά του και να τη γιατρέψουν σαν βάλσαμο.

"Σ' ευχαριστώ για τη φιλία σου", της ψιθύρισε με ευγνωμοσύνη χαϊδεύοντας τα μαύρα μαλλιά της ενώ τους πλησίασε και ο Τίμοθυ.

"Επιπλέον, μην ξεχνάς ότι εσύ έφερες κοντά εμένα και την Έρρικα. Ό,τι κακό κι αν έχεις κάνει σε άλλους άθελά σου, απέναντί σου αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο άνθρωποι που σε ευγνωμονούν, γιατί μόνο καλό τούς έχεις προσφέρει."

"Έχει απόλυτο δίκιο", συμφώνησε η Έρρικα.

"Σας ευχαριστώ και τους δύο, παιδιά", είπε ο Άντυ επιτρέποντας στον εαυτό του να χαμογελάσει. "Να σας αφήσω για λίγο; Θέλω να κάνω ένα τηλεφώνημα."

"Σίγουρα είσαι καλά;", τον ρώτησε η Έρρικα.

"Εντελώς", απάντησε εκείνος και πηγαίνοντας στην κάμαρά του πληκτρολόγησε ένα νούμερο στο τηλέφωνό του.