Κεφάλαιο Εικοστό Τρίτο

Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει, ωστόσο ο Πωλ ήταν ήδη έτοιμος να ξεκινήσει τη μέρα του αφού πρώτα έπινε έναν καφέ στη βεράντα του σπιτιού του. Είχε πια συνηθίσει να ξυπνά λίγο πριν χαράξει και του άρεσε η γαλήνη που απολάμβανε αυτές τις τόσο πρωινές ώρες. Ασφαλώς, χάριν στο ήσυχο περιβάλλον που είχε επιλέξει να ζει, αυτή η γαλήνη διαρκούσε όλο το εικοσιτετράωρο. Το σπίτι του βρισκόταν στην άκρη ενός δάσους και ήταν κατασκευασμένο από ξύλο, χτισμένο από τον ίδιο, μικρό αλλά άνετο, με λιτά έπιπλα και ένα πέτρινο τζάκι, για να ζεσταίνει την παγωμένη ατμόσφαιρα του χειμώνα. Αφού ήπιε και την τελευταία γουλιά του καφέ, έπλυνε την κούπα, μπήκε στο φορτηγάκι του και οδήγησε για σχεδόν μία ώρα μέχρι την πόλη, όπου βρισκόταν το σούπερ μάρκετ, στο οποίο εργαζόταν τα τελευταία χρόνια ως αποθηκάριος. Αργά το απόγευμα όταν τελείωσε η βάρδιά του, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ακόμη κι αν ξόδευε δύο ώρες καθημερινά πίσω από το τιμόνι, προτιμούσε να μένει στην εξοχή. Εκείνο το σπιτάκι ήταν το καταφύγιό του. Πόσο όμορφα ένοιωθε μέσα σε αυτό! Απομονωμένος, μακρυά από θορύβους, δρόμους κι αυτοκίνητα, να ακούει μόνο το θρόισμα των φύλλων και το κελάηδισμα των πουλιών. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο τού προξένησε μεγάλη έκπληξη, όταν φτάνοντας είδε να βρίσκεται ένα αμάξι παρκαρισμένο έξω απ' το σπίτι του.

"Είναι κανείς εδώ;", φώναξε προχωρώντας καχύποπτα προς το άγνωστο όχημα.

"Δε σ' αδικώ που δε θέλεις να γυρίσεις πίσω. Κι εγώ, αν ήμουν στη θέση σου, δε θα έφευγα ποτέ."

"Άντυ! Τι ευχάριστη έκπληξη!", είπε ο Πωλ γελώντας κι έτρεξε να τον αγκαλιάσει. "Πόσα χρόνια έχω να σε δω από κοντά!", είπε με φωνή που έτρεμε ελαφρά απ' τη συγκίνηση. "Έλα μέσα να ζεσταθείς". Ύστερα από λίγο τα δύο αδέρφια κάθονταν μπροστά στο αναμμένο τζάκι κρατώντας από ένα φλυτζάνι καυτό τσάι και κουβεντιάζοντας ευδιάθετοι. "Κουκλάκι είναι!", είπε ο Πωλ κοιτώντας μια φωτογραφία της Άννι που ο Άντυ είχε στο πορτοφόλι του.

"Είναι και θαυμάσιο παιδί, επίσης. Όταν τη γνωρίσεις, θα σου κλέψει την καρδιά."

"Ναι… Τώρα που μεγάλωσε λίγο, ελπίζω να έρθει για διακοπές με τη Χέδερ. Έχω χρόνια να τη δω… Από τότε που γέννησε", είπε με ολοφάνερη νοσταλγία.

"Μακάρι να το κάνουν! Αν μάλιστα έρθουν και χωρίς τον Ντιν, ακόμα καλύτερα!"

"Ακόμη δεν τον χωνεύεις, ε;"

"Φυσικά", απάντησε αμέσως. "Δεν έχει κάνει και τίποτα για να μου αλλάξει την άποψη που έχω για εκείνον. Αντιθέτως, όσο περνάει ο καιρός, τόσο την ενισχύει", είπε ακουμπώντας με ένα στεναγμό το κεφάλι του στην πλάτη της πολυθρόνας. "Ποτέ δεν ήταν σωστός σύζυγος για την αδερφή μας. Ποτέ δεν της άξιζε. Εγώ το διέκρινα απ' την πρώτη στιγμή αλλά εκείνη δεν το βλέπει ούτε τώρα. Όσο κι αν έχω προσπαθήσει όλα αυτά τα χρόνια να της μιλήσω, δεν ακούει τίποτα. Λες και την έχει μαγέψει και δεν μπορεί να ξεκολλήσει από δίπλα του."

"Καταλαβαίνω πώς νοιώθεις. Η Χέδερ είναι αδερφή μας, τη νοιαζόμαστε και θέλουμε το καλύτερο για αυτήν. Δυστυχώς όμως δεν μπορούμε να την πιέσουμε να κάνει κάτι που δε θέλει. Όσο κι αν δε συμφωνούμε, έχει κάνει την επιλογή της κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να την αποδεχτούμε."

"Το ξέρω. Απλώς… Κάποιες φορές που βλέπω τη θλίψη στα μάτια της… Είναι δύσκολο", ομολόγησε ο Άντυ κοιτώντας τις φλόγες και για πολλή ώρα παρέμειναν και οι δύο σιωπηλοί.

"Σκέψου…", είπε άξαφνα ο Πωλ, "αν ο Ντιν είχε παντρευτεί την Ντέιρντρε, δε θα είχε γίνει ποτέ γαμπρός μας και η Χέδερ θα είχε γλυτώσει από αυτό το γάμο". Ο Άντυ τον κοίταξε με απορία. Τόσα χρόνια, όποτε μιλούσαν, ο Πωλ δεν είχε προφέρει ούτε μία φορά το όνομά της.

"Μια που αναφέρθηκες στην Ντέιρντρε…", ξεκίνησε να λέει μα ο αδερφός του ύψωσε το χέρι και δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει.

"Άντυ, δε χρειάζεται πια να μου ζητάς συγγνώμη. Αυτό το θέμα ανήκει οριστικά στο παρελθόν."

"Την έχεις ξεπεράσει;", τον ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει τι έκρυβε στην καρδιά του.

"Δεν έχει σημασία", απάντησε μετά από σκέψη. "Η ιστορία με την Ντέιρντρε τελείωσε εκείνο το βράδυ… Όταν επέλεξε να ακολουθήσει την επιθυμία των γονιών της διαλύοντας τη σχέση μας."

"Πωλ, μην την κρίνεις άδικα. Βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση τότε."

"Δεν υπάρχει λόγος να τη δικαιολογείς. Κρίνω μόνο αυτά που ξέρω. Στην πρώτη δυσκολία, η Ντέιρντρε εγκατέλειψε την αγάπη μας χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτό δεν είναι αληθινή αγάπη, Άντυ. Τότε πίστευα σ' εμάς αλλά έκανα λάθος. Νόμιζα ότι θα ήταν αδύνατον να ζήσουμε μακρυά ο ένας απ' τον άλλον. Τελικά όμως ζω χωρίς αυτήν εδώ και πολλά χρόνια."

"Ευτυχισμένος;", ρώτησε ο Άντυ πίνοντας την τελευταία γουλιά από το τσάι του.

"Εσύ;", αποκρίθηκε εξίσου ειρωνικά. "Είσαι ευτυχισμένος στη ζωή σου;"

"Εδώ και λίγο καιρό…", απάντησε αφήνοντας το άδειο φλυτζάνι στο τραπεζάκι ανάμεσά τους, "νομίζω πως ναι, μετά από πολλά χρόνια μπορώ να πω ότι είμαι ευτυχισμένος."

"Συγχαρητήρια, αδερφέ μου. Χαίρομαι πραγματικά για 'σένα", του είπε με ειλικρινές χαμόγελο. "Αλλά γιατί θεωρείς ότι εγώ είμαι δυστυχισμένος εδώ;"

"Δεν είπα αυτό", υπογράμμισε ο Άντυ. "Απλώς… Δεν ξέρω. Έφυγες μακρυά μας, Πωλ. Έφυγες για να φτιάξεις τη ζωή σου κάπου αλλού όμως…"

"Όμως τι;"

"Όμως εγώ δεν το έχω δει ακόμα αυτό. Με συγχωρείς που σου μιλάω έτσι… Αλλά υπάρχει στο βλέμμα σου μια σκιά που δε μ' αφήνει να πιστέψω πως εδώ η ζωή σου είναι τελικά καλύτερη από ό,τι αν έμενες κοντά μας. Δεν έφυγες μακρυά απ' τα προβλήματα, Πωλ. Έφυγες μακρυά από την οικογένειά σου. Αυτό το βάρος που προσπάθησες να αφήσεις πίσω, το μετέφερες εδώ και όλα αυτά τα χρόνια το κουβαλάς μόνος. Το ίδιο βάρος που κουβαλά και η Ντέιρντρε."

"Τι θες να πεις;", απόρησε ο Πωλ.

"Την ξανασυνάντησα… Πρόσφατα… Μου κρατά ακόμη κακία. Θεωρεί πως είμαι ο υπεύθυνος για το χωρισμό σας."

"Ώστε έτσι, ε;", είπε ο Πωλ με απλανές βλέμμα. "Έπρεπε να της πεις ότι κάνει λάθος. Για το χωρισμό μας ευθύνεται η ίδια", κατέληξε και σηκώθηκε αμέσως απ' την πολυθρόνα του. Πήγε κοντά στο παράθυρο, από όπου κατά τη διάρκεια της ημέρας η θέα ήταν μαγευτική μα καθώς είχε πια νυχτώσει, έξω υπήρχε μόνο σκοτάδι.

"Να σε ρωτήσω κάτι;". Το γεγονός ότι δεν απάντησε, του έδειξε πως δεν ήταν διατεθειμένος να συνεχίσει τη συζήτηση. Παρ' όλα αυτά, ο Άντυ πήγε κοντά του και τον κοίταξε με διεισδυτική ματιά. "Θεωρείς ότι είναι αργά για εσάς πλέον;"

"Γιατί μου κάνεις αυτή την ερώτηση;"

"Επειδή είμαι βέβαιος ότι η Ντέιρντρε έχει ακόμα αισθήματα για 'σένα". Σε αυτή την εξήγηση, ο Πωλ μόρφασε ειρωνικά όμως ο Άντυ δεν έδωσε σημασία. "Πίστεψέ με, σε αγάπησε στ' αλήθεια, όπως την αγάπησες κι εσύ. Αλλά η ανωριμότητά μου απ' τη μια πλευρά και τα εμπόδια που έφεραν οι γονείς της απ' την άλλη, σας απομάκρυναν. Αφού όμως την αγαπάς ακόμα, δε νομίζεις πως είναι κρίμα να χάσετε κι άλλο χρόνο; Δεν είναι καιρός να κάνεις επιτέλους αυτό που λαχταρά η ψυχή σου από τότε;". Ο Πωλ έμεινε για λίγο αμίλητος κοιτώντας το πηχτό σκοτάδι που απλωνόταν έξω. Ο αδερφός του είχε έρθει να ταράξει την πολυπόθητη γαλήνη του. Για χρόνια η ζωή του κυλούσε ήρεμη σαν ποτάμι κι ο Άντυ προσπαθούσε να τον ρίξει πάλι στην τρικυμία της θάλασσας.

"Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω το κουράγιο να προσπαθήσω, Άντυ. Δεν ξέρω αν το θέλω". Εκείνος τον κοίταξε με κατανόηση. Έβλεπε ότι δεν ήταν έτοιμος ακόμα να πάρει μια τόσο σοβαρή απόφαση και προτίμησε να τον αφήσει μόνο του. Όσα συζήτησαν, ήταν αρκετά για απόψε. Τώρα έπρεπε να τα επεξεργαστεί μέσα του δίχως εξωτερικές παρεμβάσεις. Όχι όμως προτού έλεγε την τελευταία κουβέντα.

"Μετά από τόσα χρόνια ίσως σας δίνεται ξανά μια ευκαιρία. Σκέψου το καλά πριν την απορρίψεις."