Κεφάλαιο Εικοστό Τέταρτο
Η Ντέιρντρε γύρισε στο σπίτι κι άφησε τις γεμάτες τσάντες πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
"Τι είναι όλα αυτά;", ρώτησε η Πέννυ.
"Πήγα στο σούπερ μάρκετ και ψώνισα για το σαββατοκύριακο."
"Ωραία. Ελπίζω να πήρες αρκετά, γιατί αύριο θα έχουμε επισκέψεις", την ενημέρωσε.
"Ποιος θα έρθει;"
"Ο Άντυ. Επέστρεψε το πρωί από το ταξίδι του". 'Ώστε δεν κάνει πίσω τελικά', σκέφτηκε η Ντέιρντρε εκνευρισμένη.
"Δηλαδή, τον κάλεσες για δείπνο και δέχτηκε;"
"Ασφαλώς", αποκρίθηκε η Πέννυ αγνοώντας τις σκέψεις της μητέρας της. Νόμιζε ότι αυτή η ιστορία είχε τελειώσει μετά τη συζήτηση που είχε μαζί του και καθώς δεν είχε νέα του εδώ και μέρες πίστεψε πως είχε γίνει κατανοητή. Προφανώς, ο Άντυ δεν την πήρε στα σοβαρά. Αφού, λοιπόν, δεν έβγαλε άκρη με αυτόν, έπρεπε να μιλήσει στην κόρη της.
"Πέννυ μου, θέλω να σου μιλήσω για κάτι πολύ σημαντικό."
"Τι συμβαίνει, μαμά;", ρώτησε ανήσυχη.
"Η συμπεριφορά σου το τελευταίο διάστημα μού έχει δείξει πως τρέφεις κάποια αισθήματα για αυτόν τον άντρα. Δεν έχω δίκιο;"
"Ναι…"
"Μάλιστα", είπε η Ντέιρντρε αναστενάζοντας.
"Γιατί το λες σαν να είναι κάτι κακό;", απόρησε η Πέννυ.
"Δεν είναι κακό… Όμως φοβάμαι μήπως είναι λάθος. Κορίτσι μου, νοιώθεις έτοιμη για μια σοβαρή σχέση; Γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστείς. Είσαι πολύ νέα ακόμα κι αυτός… Είναι ώριμος, έχει άλλες εμπειρίες από τη ζωή. Εσύ είσαι ακόμα παιδί…"
"Μαμά, δεν είμαι παιδί", δήλωσε η Πέννυ με βαρύτητα.
"Το ξέρω. Εννοώ ότι θα σου ταίριαζε κάποιος πολύ διαφορετικός…"
"Μαμά!", τη διέκοψε κοιτώντας την κατάματα. "Τι είναι αυτά που λες; Έχεις την εντύπωση πως είμαι επιπόλαιη;"
"Όχι βέβαια."
"Τότε γιατί μου μιλάς σαν να είμαι στην ηλικία των μαθητών μου; Δεν είμαι μικρό παιδί για να μην ξέρω τι θέλω. Λυπάμαι που δε σου έχω μιλήσει ξεκάθαρα για αυτό το θέμα μα θα το κάνω τώρα. Αγαπώ τον Άντυ, μαμά. Στ' αλήθεια. Είναι ένας πραγματικά ξεχωριστός άντρας, ένας υπέροχος άνθρωπος. Το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή και δε μ' έχει διαψεύσει. Αν του δώσεις μια ευκαιρία, θα το δεις κι εσύ. Πρέπει όμως να είσαι ανοιχτόμυαλη. Λοιπόν, θα το κάνεις; Για χάρη μου;". Η Ντέιρντρε κοίταξε τα μάτια της που έλαμπαν από ελπίδα κι έκλεισε σφιχτά τα δικά της. Θυμήθηκε πως έτσι ακριβώς ένοιωθε και η ίδια για τον Πωλ. Τον αγαπούσε τόσο κι ευχόταν μέσα απ' τα βάθη της καρδιάς της να είχε καταφέρει να αλλάξει γνώμη στους γονείς της. Αλλά ο σκληρός χαρακτήρας τους δεν άλλαξε ούτε με κλάματα ούτε με παρακάλια ούτε με τελεσίγραφα. Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να φερθεί με τον ίδιο τρόπο που της φέρθηκαν οι δικοί της; Πώς θα μπορούσε να αφήσει την ιστορία να επαναληφθεί; Τη μέρα που γεννήθηκε η Πέννυ, έδωσε έναν όρκο στον εαυτό της: Να μην κάνει ποτέ τα λάθη των γονιών της και να μη στερήσει από το παιδί της αυτό που θα επιθυμούσε.
"Εντάξει. Ας έρθει."
"Μανούλα, σ' ευχαριστώ!", είπε η Πέννυ πέφτοντας στην αγκαλιά της. Η Ντέιρντρε την κράτησε σφιχτά και χάιδεψε τα απαλά μαλλιά της κόρης της, όπως έκανε κάθε φορά από τότε που ήταν μικρό κοριτσάκι.
Το δείπνο ήταν σχεδόν έτοιμο και η Πέννυ τοποθετούσε τα πιάτα στην τραπεζαρία. Την είχε στρώσει με λευκό τραπεζομάντηλο ενώ στο κέντρο έβαλε ένα βάζο με λουλούδια φροντίζοντας τα πάντα να είναι στην εντέλεια, ακόμα και η παραμικρή λεπτομέρεια.
"Πέννυ, γιατί έβγαλες τέσσερα πιάτα; Ποιος άλλος θα έρθει;", ρώτησε η Ντέιρντρε βλέποντας το τέταρτο σερβίτσιο πάνω στο τραπέζι.
"Θα έρθει ο Άντυ μαζί με τον αδερφό του. Γι' αυτό έλειπε πρόσφατα. Είχε πάει να τον επισκεφθεί στο εξωτερικό όπου είναι εγκατεστημένος". Η Ντέιρντρε ίσα που πρόλαβε να κρατηθεί για να μη σωριαστεί. Γέμισε ένα ποτήρι με νερό και το έφερε στα χείλη της με τρεμάμενα χέρια. Όσο κι αν προσπάθησε να κρύψει την ταραχή της, η Πέννυ την παρατήρησε. "Τι έπαθες;"
"Τίποτα…", απάντησε εκείνη. "Απλώς, έπρεπε να με προειδοποιήσεις. Είμαι η οικοδέσποινα και δεν ξέρω πόσους καλεσμένους έχουμε."
"Μην αγχώνεσαι. Δε θα σε παρεξηγήσει κανείς", γέλασε η Πέννυ μα η Ντέιρντρε μετά βίας στεκόταν όρθια. Ακούγοντας το κουδούνι, παραλίγο να της πέσει το ποτήρι. "Θα ανοίξω εγώ", είπε η Πέννυ προχωρώντας βιαστικά προς την εξώπορτα. Η Ντέιρντρε ένοιωσε τα γόνατά της να λύνονται κι έσφιξε την πλάτη μιας καρέκλας προσπαθώντας μάταια να σταθεροποιήσει τα χέρια της που δε σταματούσαν με τίποτα να τρέμουν. Τη στιγμή που κοίταξε προς την είσοδο μπήκε ο Άντυ συνοδευόμενος από την κόρη της και πίσω τους… Πίσω τους ακολουθούσε εκείνος. Ήταν όντως αυτός, τον αναγνώρισε αμέσως. Τα μάτια του, το ζεστό χαμόγελο, όλα ήταν ακριβώς όπως τότε. Και όπως τότε, της ήταν αδύνατον να πάρει το βλέμμα της από πάνω του.
"Σας ευχαριστούμε που μας δεχτήκατε στο σπίτι σας", της είπε με μια απλή χειραψία κι εκείνη χαμογέλασε δίχως να μιλήσει. Καθ' όλη τη διάρκεια του δείπνου, η Ντέιρντρε αισθανόταν μια μεθυστική ζάλη και στο τέλος της βραδιάς καθώς η Πέννυ αποχαιρετούσε τον αγαπημένο της, ο Πωλ την πλησίασε διακριτικά.
"Πωλ… Θέλω να σου πω…"
"Δεν είναι ώρα τώρα. Θα μιλήσουμε αύριο". Η Ντέιρντρε γύρισε από την άλλη σκουπίζοντας ένα δάκρυ, την ώρα που η Πέννυ έκλεινε την πόρτα με ένα χαμόγελο ευτυχίας.
"Αχ, μαμά, σ' ευχαριστώ πολύ για αυτό το όμορφο βράδυ", είπε ακουμπώντας στον ώμο της μητέρας της.
"Πέννυ μου, έλα να καθίσουμε."
"Α, θέλεις να κουτσομπολέψουμε τον Άντυ;", είπε ανεβαίνοντας στον καναπέ.
"Όχι ακριβώς. Για 'μένα θέλω να μιλήσουμε… Βασικά, εγώ θα σου μιλήσω. Εσύ δε χρειάζεται να πεις τίποτα. Μόνο να μ' ακούσεις… Και να με καταλάβεις."
Εκείνη τη νύχτα, η Πέννυ έμαθε τα πάντα για τη μητέρα της. Έμαθε για τον Πωλ, για τον Άντυ, για τη ζωή της Ντέιρντρε πριν φέρει εκείνη στον κόσμο και για όλα όσα τής κρατούσε πάντα μυστικά.
