Κεφάλαιο Εικοστό Πέμπτο

Όταν ξύπνησε η Ντέιρντρε, η Πέννυ είχε ήδη φύγει για τη δουλειά. Ήξερε πως η κόρη της θα χρειαζόταν χρόνο να χωνέψει αυτά που είχε μάθει το προηγούμενο βράδυ. Άξαφνα θυμήθηκε ότι ο Πωλ θα ερχόταν σύντομα για να μιλήσουν. Πετάχτηκε απ' το κρεβάτι της κι ετοιμάστηκε αμέσως. Δεν περίμενε ούτε λίγα λεπτά, όταν χτύπησε το κουδούνι.

"Πωλ… Καλώς ήλθες", είπε αγχωμένη. "Τι να σου προσφέρω;"

"Δε χρειάζεται να μου προσφέρεις τίποτα, Ντέιρντρε. Ήρθα γιατί νομίζω πως πρέπει επιτέλους να κάνουμε μια κουβέντα εμείς οι δύο". Αυτή κάθισε στον καναπέ και του έκανε νόημα να κάτσει κι εκείνος κοντά της. Για λίγη ώρα κοίταζε ο ένας τον άλλο δίχως να βρίσκουν το κουράγιο να ξεκινήσουν μια συζήτηση που ακόμα τους πονούσε αλλά η Ντέιρντρε έκανε την πρώτη κίνηση.

"Ξέρω ότι σε πλήγωσα πολύ και λυπάμαι γι' αυτό. Έκανα το λάθος να υποκύψω στις πιέσεις του πατέρα μου και να δεχτώ να σε εγκαταλείψω. Μακάρι να μην το είχα κάνει! Μακάρι να είχα τη δύναμη να επιμείνω! Όμως φοβήθηκα. Ήμουν τόσο αφελής που νόμιζα ότι θα πέθαινε απ' τη στενοχώρια του", είπε και η συναισθηματική της φόρτιση ήταν εμφανής. "Με ξεγέλασε όμως. Τα έκανε όλα για να με εμποδίσει να πραγματοποιήσω τα σχέδιά μου. Όταν το κατάλαβα... Ήταν, θυμάμαι, λίγο πριν τους αρραβώνας... Δεν άντεξα. Εσύ είχες ήδη φύγει κι εγώ ήμουν εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση από την οποία δεν έβρισκα τρόπο να ξεφύγω. Ώσπου συνειδητοποίησα πως μονάχα μία λύση υπήρχε: Να βρω το θάρρος να φύγω. Δεν ήταν εύκολο. Έπρεπε να τα παρατήσω όλα. Όμως τα κατάφερα. Μάζεψα τα πράγματά μου και τό 'σκασα. Εγκαταστάθηκα εδώ, σπούδασα και απέκτησα την κόρη μου."

"Από τότε δεν έχεις επικοινωνήσει ξανά με τους δικούς σου;"

"Τους είδα μόνο μία φορά. Όταν λίγες εβδομάδες πριν γεννηθεί το μωρό χωρίσαμε με τον πατέρα της, πέρασα μια πολύ δύσκολη φάση. Τρομοκρατήθηκα… Ένοιωσα πως ήμουν μόνη στον κόσμο και σύντομα θα ερχόταν κι ένα παιδί… Δεν είχα τη δύναμη να το αντιμετωπίσω. Τότε αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Δεν περίμενα, βέβαια, να με υποδεχτούν με ανοιχτές αγκάλες αλλά δεν είχα φανταστεί και αυτή την αντιμετώπιση. Μου είπαν ότι από τη στιγμή που επέλεξα να εγκαταλείψω την οικογένειά μου, δεν είχα καμία θέση στο σπίτι τους. Αφού προτίμησα να κάνω πια τη δική μου ζωή, έπρεπε να αντιμετωπίσω και τις συνέπειες. Τα προβλήματά μου αφορούσαν μόνο εμένα, όχι εκείνους. Οπότε, επέστρεψα εδώ και μεγάλωσα την Πέννυ μόνη μου. Ο αδερφός μου είναι ο μοναδικός που στάθηκε δίπλα μου όλα αυτά τα χρόνια."

"Λυπάμαι… Δεν ήξερα ότι πέρασες τόσες δυσκολίες στη ζωή σου", της είπε αγγίζοντας τρυφερά το χέρι της.

"Δεν έχει νόημα να τα σκέφτομαι τώρα", είπε ξεφυσώντας. ''Αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν. Μίλα μου για 'σένα. Πώς είναι η δική σου ζωή;"

"Εγώ από τότε ζω στη Νέα Ζηλανδία. Έχω ένα όμορφο σπίτι κοντά σε δάσος και είμαι πραγματικά ικανοποιημένος. Νομίζω πως έτσι ήθελα πάντα να ζήσω. Ελεύθερος μέσα στη φύση... Εκεί ήθελα να ζήσουμε και μαζί". Η Ντέιρντρε έσκυψε το κεφάλι κρύβοντας τη θλίψη που την πλημμύρισε σκεπτόμενη τα χρόνια που θα μπορούσε να είχε περάσει στο πλευρό του.

"Μακάρι να γυρνούσα πίσω το χρόνο και να μη σε άφηνα να φύγεις! Να ζούσαμε μαζί, να είχαμε κάνει οικογένεια, να ήταν δικό σου παιδί η Πέννυ! Αλλά έκανα το ένα λάθος μετά το άλλο."

"Μη στενοχωριέσαι τώρα, Ντέιρντρε. Ό,τι έγινε, έγινε. Δεν αλλάζει το παρελθόν. Μονάχα το μέλλον μπορεί να αλλάξει με τις επιλογές που κάνουμε στο παρόν", της είπε βγάζοντας ένα φάκελο από την τσέπη του πουκαμίσου του.

"Τι είναι αυτό;", τον ρώτησε.

"Όταν δέχτηκα να ακολουθήσω τον Άντυ πίσω στην πατρίδα, δεν ήμουν βέβαιος για τις προθέσεις μου. Δεν είχα ιδέα τι θα αισθανόμουν μόλις σε ξανάβλεπα. Δεν ήξερα αν ήθελα να επιστρέψω σε μια κατάσταση που με είχε πληγώσει τόσο. Νόμιζα ότι δε θα μπορούσα να σε αντικρύσω ξανά με τον ίδιο τρόπο. Πίστευα ότι σε είχα ξεπεράσει εδώ και καιρό. Όμως χθες… Όλα άλλαξαν. Δηλαδή, τίποτα δεν άλλαξε. Αυτό είναι το θέμα. Μόλις σε είδα, ένοιωσα ακριβώς όπως τότε."

"Αχ Πωλ…"

"Ήθελα να σου δώσω ένα εισιτήριο τότε μα εσύ δεν το δέχτηκες ποτέ", της είπε και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. "Αν το θέλεις, αυτό το εισιτήριο τώρα είναι δικό σου. Λοιπόν, τι λες; Θέλεις να έρθεις μαζί μου; Θέλεις να κάνουμε τώρα αυτό που θα έπρεπε να είχαμε κάνει τότε;"

"Αχ Πωλ… Θά 'θελα τόσο πολύ να σε ακολουθήσω μα δε γίνεται. Εδώ ζει το παιδί μου. Δεν μπορώ να αφήσω την Πέννυ", ομολόγησε κι εκείνος χάιδεψε στοργικά το πλαϊνό του προσώπου της.

"Μα δε σου ζητώ να εγκαταλείψεις την κόρη σου. Απλώς, να μείνουμε για ένα χρονικό διάστημα μόνοι μας, όπως σχεδιάζαμε τότε."

"Λυπάμαι για ό,τι σου έκανα, Πωλ.", του είπε σφίγγοντας το εισιτήριο στο χέρι της. "Ράγισε η καρδιά μου όταν ξεστόμισα εκείνα τα απαίσια λόγια. Ντρεπόμουν για τον εαυτό μου εκείνη την ώρα. Πώς μπόρεσα να σε πληγώσω έτσι; Ποτέ δε με συγχώρησα για τον τρόπο που σου φέρθηκα."

"Δεν πειράζει. Το έχω κάνει εγώ."

"Αγάπη μου…", είπε η Ντέιρντρε ξεσπώντας σε αναφιλητά κι έπεσε στην αγκαλιά του. Αυτός την έκλεισε μέσα και με το χάδι του προσπάθησε να την ηρεμήσει. Έμειναν έτσι για αρκετή ώρα αναπολώντας τις όμορφες στιγμές που είχαν περάσει μαζί και που ο χρόνος δεν κατάφερε ποτέ να ξεθωριάσει.

"Ακόμα σ' αγαπώ", της ψιθύρισε κι η Ντέιρντρε σήκωσε το κεφάλι προς το πρόσωπό του, έκλεισε τα μάτια και τον φίλησε. Παρά το γεγονός ότι την τελευταία φορά που είχε συμβεί αυτό, ήταν σχεδόν παιδιά, εκείνη τη στιγμή ένοιωθαν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Μόλις τον κοίταξε, συνειδητοποίησε ότι δε θα τον άφηνε να φύγει μακρυά της. Δεν άντεχε να τον χάσει για δεύτερη φορά.

"Πωλ, θέλω να είμαστε μαζί. Δε θέλω να χωρίσουμε ποτέ ξανά. Πάμε όπου θες. Εγώ θα σε ακολουθήσω και στην άκρη του κόσμου."

"Πράγματι, καρδιά μου. Στην άκρη του κόσμου θα πάμε μαζί", της είπε χαμογελώντας.


Λίγες ημέρες αργότερα στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, ο Πωλ και η Ντέιρντρε αποχαιρετούσαν ευτυχισμένοι τις οικογένειές τους. Αυτός αγκάλιασε τα αδέρφια του όμως αυτή τη φορά ο αποχαιρετισμός ήταν πολύ διαφορετικός από εκείνο το φθινοπωρινό πρωινό που τους άφησε στο σπίτι των θείων τους κι έφυγε ολομόναχος. Γιατί αυτή τη φορά είχε στο πλευρό του την Ντέιρντρε. Εκείνη, βέβαια, ήταν ακόμα πιο συγκινημένη αποχαιρετώντας την κόρη και τον αδερφό της, ο οποίος χαιρόταν βλέποντας τη μικρή του αδερφή να χαμογελά ευτυχισμένη επιτέλους. Σε λίγο ακούστηκε από το μεγάφωνο η ειδοποίηση για επιβίβαση και βιαστικά προχώρησαν προς την πύλη. Καθώς απομακρυνόταν η Ντέιρντρε γύρισε να κοιτάξει άλλη μια φορά την Πέννυ. Ήταν η πρώτη φορά που θα έλειπε μακρυά της για τόσο καιρό και είχε ανάμεικτα συναισθήματα. Ομως κοιτώντας τη γελαστή στο πλευρό του αγαπημένου της, ένοιωσε ήρεμη. Η ματιά της έπεσε πάνω στον Άντυ και αθόρυβα τού ψιθύρισε 'ευχαριστώ'. Και για τον Πωλ και για την Πέννυ. Εκείνος έκανε ένα νεύμα σαν να της έλεγε 'μην ανησυχείς για την Πέννυ, είμαι εγώ εδώ'. Όντως, δεν ανησυχούσε πια. Ένοιωσε ήρεμη. Ένοιωσε πως το παιδί της βρισκόταν σε καλά χέρια.

ΤΕΛΟΣ