Ανακαλύψεις
Το τζετ προσγειώθηκε μετά από πολλές ώρες σε ένα ξέφωτο του δάσους του Ναμίμορι. Ο μοναδικός που δεν ήταν κουρασμένος από το ταξίδι ήταν η Άννα που είχε την ενέργεια μικρού παιδιού που το πάνε στο πάρκο.
''Αυτό είναι το Ναμίμορι, ε; Μυρίζει σαν εσάς!'' είπε μυρίζοντας τον αέρα. Ο Τσούνα σκέφτηκε ότι ή δεν καταλάβαινε πόσο περίεργα ήταν αυτά που έλεγε ή δεν την ένοιαζε. ''Από εδώ πάμε έτσι;'' Τους ρώτησε χοροπηδώντας δείχνοντας προς την κατεύθυνση που ήταν κρυμμένη η είσοδος.
''Πως το ξέρεις;'' Ρώτησε ανήσυχος ο Τσούνα. Είχε κάποιο κενό η ασφάλεια τους;
''Το νιώθω.'' Του είπε με μάτια που έλαμπαν σαν να το διασκέδαζε. Ο Τσούνα κατέληξε ότι η κοπέλα επίτηδες έδειχνε τις ικανότητες της. Πρέπει να απολάμβανε την έκπληξη στα πρόσωπα τους.
''Ξέρει πώς να είναι μετριόφρων…'' είπε ξερά ο Τσούνα.
''Αν δεν φανεί χρήσιμη σε τίποτα άλλο μπορώ να την προσλάβω για κυνηγόσκυλο.'' Είπε χαμογελώντας σαρκαστικά ο Χίμπαρι καθώς χάθηκε και αυτός μέσα στο δάσος. Το νεαρό αφεντικό των Βόνγκολα αναστέναξε, τουλάχιστον τα πήγαιναν καλά…
Μέσα σε ένα βαθύ τμήμα του δάσους που τα κλαδιά των δέντρων δημιουργούσαν αδιαπέραστα τοίχοι βρισκόταν καλυμμένη από φύλλα και χώματα η υπόγεια είσοδος. Η Άννα περίμενε υπομονετικά τους άντρες να φτάσουν καθώς πείραζε τα φύλλα ενός δέντρου.
Ο Χίμπαρι φτάνοντας σχεδόν αμέσως μετά από αυτήν την κοίταξε.
''Νόμιζα ότι θα την είχες ήδη ανοίξει…'' η Άννα άφησε το κλαδί και τον πλησίασε κοιτάζοντας το έδαφος όπου κρυβόταν η πύλη.
''Τι είναι αυτό; Κάποιο είδος τεστ;'' Τον ρώτησε υψώνοντας το φρύδι της. Και οι δύο ήξεραν ότι δεν ήταν τόσο απλό. ''Οι φλόγες που κρατάνε την είσοδο σφραγισμένη είναι φτιαγμένες για να αναγνωρίζουν και να ανοίγουν μόνο στους ενοίκους.'' Αν προσπαθούσε να την ανοίξει με την βία θα σήμανε συναγερμός…
''Απλά ελέγχω για να βεβαιωθώ ότι δεν δουλεύω με ένα ανόητο αγρίμι που λειτουργεί μόνο με το ένστικτο.'' Της είπε και ακούμπησε το χέρι του στο χώμα. Οι φλόγες ομίχλης διαλύθηκαν και το κρύο μέταλλο της πύλης εμφανίστηκε αταίριαστο σε σχέση με το περιβάλλον που βρισκόταν.
''Πόσο αγενές…'' μουρμούρισε σταυρώνοντας τα χέρια της και μπαίνοντας μαζί με τον Τσούνα που μόλις τους είχε φτάσει.
''Αυτή είναι η βάση σας;'' σφύριξε με δέος η Άννα κοιτώντας τον χώρο. ''Γιατί τόσο μεγάλη;'' Ρώτησε αν και φαινόταν άνετη σαν να μην φοβόταν μην χαθεί.
Ο Τσούνα γέλασε χωρίς να ξέρει τι να της απαντήσει. Σε σχέση με την καλύβα της πρέπει να φαινόταν τεράστια. ''Είναι το σπίτι μας…'' της είπε τελικά. Το σπίτι τους, τα γραφεία τους, το γυμναστήριο τους. Είχε δημιουργήσει ένα κατάλυμα που θα τους παρείχε τα πάντα σε περίπτωση ανάγκης. Υπήρχε για την ασφάλεια τους, να μπορούν να ζήσουν κρυμμένοι κάτω από την γη.
''Σαν τυφλοπόντικες…'' χαχάνισε η Άννα χωρίς να θεωρεί την κατάσταση τόσο τραγική. Τον Χίμπαρι δεν τον ενδιέφερε το θέμα. Δεν θα ζούσε ποτέ εγκλωβισμένος, ακόμα και τώρα θεωρούσε τον εαυτό του ελεύθερο. Ο μόνος λόγος που συμμετείχε σε αυτή την μάχη πέρα από την αναζήτηση των κουτιών ήταν γιατί τον συνέπαιρνε η δύναμη τους. ''Κάποιος έρχεται!'' τους είπε αν και οι δύο άντρες το είχαν αντιληφθεί ήδη.
Η πόρτα στο βάθος του διαδρόμου αποκαλύπτοντας δύο νέους. Η Άννα ένιωσε την φλόγα τους… Αν θυμόταν καλά τα ονόματα τους πρέπει να ήταν ο Κογκουντέρα και ο Γιαμαμότο.
''Δέκατε! Γύρισες! Πήγαν όλα καλά;'' Τον ρώτησε αγχωμένα το δεξί του χέρι.
''Ναι.'' Είπε ο Τσούνα με αβέβαιη φωνή και ο Κογκουντέρα κοίταξε το τρίτο πρόσωπο.
''Τι είναι αυτό;'' Ρώτησε κοιτώντας την με στραβό μάτι. Δεν ήταν περίεργο που ο Δέκατος αισθανόταν αβέβαιος…
''Ποια είναι αυτή;'' Ρώτησε ταυτόχρονα ο Γιαμαμότο χωρίς να φαίνεται ότι πρόσεχε την περίεργη εμφάνιση της.
''Είμαι άνθρωπος.'' Απάντησε στον Κογκουντέρα σαν να μην ενοχλήθηκε από την ερώτηση του ''Και με λένε Άννα'' συνέχισε δίνοντας το χέρι της στον πιο φιλόξενο Γιαμαμότο.
''Καλωσόρισες.'' Της είπε φιλικά. Η Άννα τον κοίταξε χωρίς να αφήνει το χέρι του. Ο Γιαμαμότο την κοίταξε παραξενεμένος.
''Είσαι πολύ δυνατός.'' Του είπε στο τέλος ελευθερώνοντας τον από την λαβή της. Ένιωσε ότι ήταν νεαρός που πάντα κρατούσε τα συναισθήματα μέσα του και χαμογελούσε. Είχε αναλάβει να κρατάει το ηθικό της ομάδας ψηλά με το να είναι χαρούμενος ότι και να συμβαίνει. Ήθελε πολύ δύναμη να το πετύχεις αυτό χωρίς να εκραγείς ή να τρελαθείς…
''Ευχαριστώ, υποθέτω!'' είπε γελώντας φυσικά.
''Μην το παίρνεις πάνω σου.'' Είπε ο Κογκουντέρα κοιτώντας την για να βεβαιωθεί ότι δεν αποτελούσε απειλή. Φύλακας της ανεμοθύελλας με όλα τα χαρακτηριστικά της φλόγας. Ισχυρογνώμον, ευερέθιστος και μανιώδης… αλλά καλό παιδί…
''Ειρήνη.'' Του είπε κάνοντας το σύμβολο της ειρήνης.
''Είναι η μαθητευόμενη του Τάλμποτ. Ίσως καταφέρει να μας φτιάξει όπλα.'' Είπε ένα μέρος της αλήθειας ο Τσούνα για να καθησυχάσει τον επιφυλακτικό φίλο του. Κοίταξε προειδοποιητικά την κοπέλα ξέροντας όμως ότι δεν θα αποκάλυπτε τίποτα από όσα ειπώθηκαν στην καλύβα.
'Όπλα... και δαχτυλίδια…'' είπε με ένα μικρό κενό ανάμεσα στις λέξεις. Το είχε παρατηρήσει από πριν αλλά δεν είπε τίποτα.
''Μπορείς να φτιάξεις δαχτυλίδια;'' Ρώτησε χαρούμενα ο Γιαμαμότο και η κοπέλα του χαμογέλασε.
''Δεν μπορώ να φτιάξω κάτι σαν τα δαχτυλίδια Βόνγκολα. Αυτά είχαν πνοή…'' είπε για να προλάβει τυχόν παρεξηγήσεις. Ο Γιαμαμότο με τον Κογκουντέρα φάνηκαν αποκαρδιωμένοι. Ο Χίμπαρι από την άλλη είχε μείνει στην τελευταία της φράση, είχαν πνοή. ''Μπορώ να δημιουργήσω όμως δαχτυλίδια πιο ανθεκτικά. Θα είναι προορισμένα να σπάσουν αλλά θα μπορούν να αντέξουν μεγαλύτερη ποσότητα φλόγας.''
''Ότι έχεις να μας προσφέρεις θα μας φανεί χρήσιμο.'' Είπε ευγενικά ο Τσούνα. ''προς το παρόν είμαι σίγουρος ότι θα θέλεις να ξεκουραστείς.''
''Και να κάνεις μπάνιο.'' Σχολίασε ο Κογκουντέρα αδίστακτα. ''Τι σόι γυναίκα είσαι με ανακατεμένα μαλλιά μέσα στα χώματα, ντυμένη έτσι;'' Η Άννα έξυσε το κεφάλι της.
''Ποτέ δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθώ με αυτά…''
''Δεν θα σε αφήσω να δουλέψεις δίπλα στον Δέκατο έτσι! Θα τον κάνεις ρεζίλι!'' της φώναξε.
''Τώρα υπερβάλεις!'' του είπε με τα χέρια στην μέση.
''Μην τσακώνεστε…'' είπε ταραγμένα ο Τσούνα. ''Κογκουντέρα-καν μην ανησυχείς, άλλωστε η Άννα-σαν θα δουλεύει στο Ίδρυμα!'' τους ενημέρωσε ξαφνιάζοντας τους δύο φύλακες του.
''Χν.'' Παρενέβη ο Χίμπαρι που έκρινε ότι ήταν ώρα να φύγουν. ''Ακολούθησε με.'' Την διέταξε και η κοπέλα γνέφοντας αντίο στους άλλους τρεις τον ακολούθησε κοιτώντας τριγύρω.
''Θα περάσω αργότερα από την βάση σου Χίμπαρι-σαν!'' του φώναξε ο Τσούνα. ''Με ρούχα…'' συμπλήρωσε. Ο Χίμπαρι ύψωσε το χέρι του χωρίς να τον κοιτάξει. Άλλο ένα πρόβλημα λύθηκε…
Ο ψυχρός διάδρομος με τις μεταλλικές πόρτες και τα διάφορα φορτία κατέληγε σε αδιέξοδο. Μια μεγάλη σφραγισμένη και βαριά πόρτα που φαινόταν σαν να μην είχε ανοίξει ποτέ τους περίμενε.
''Δεν σου αρέσει καθόλου να κάνει παρέα με ανθρώπους…'' παρατήρησε. Οι φλόγες με τις οποίες είχε καλύψει την μηχανική πύλη επέτρεπαν την πρόσβαση μόνο σε όσους ενέκρινε ο δημιουργός τους. Προφανώς πολύ λίγους για να μπει στον κόπο να την μπλοκάρει.
''Είναι σκοτούρα.'' Είπε απλά και άνοιξε την πόρτα. Η Άννα δεν είπε τίποτα, ήταν πολύ απασχολημένη με το να θαυμάζει τον νέο χώρο. Σε αντίθεση με την βάση των Βόνγκολα, το Ίδρυμα έβγαζε κάτι πιο οικείο και φιλόξενο. Ήταν σαν ο Χίμπαρι να ήθελε να πει ότι έκανε ότι ήθελε. Ακόμα και κάτω από την γη ζούσε ελεύθερος. Όπου και αν πήγαινε κουβαλούσε μαζί του τις αρχές του.
''Τατάμι! Σότζι! Κοτάτσου!'' αναφωνούσε κάθε φορά που έβλεπε κάτι καινούργιο. Ο παλιότερος Χίμπαρι θα είχε εκνευριστεί μέχρι τώρα. Ο ενήλικος Χίμπαρι, όμως, δεν άφηνε τέτοια μικροπράγματα να τον επηρεάζουν. ''Εγκληματίας!''
''Κιο-σαν;'' Είπε ο εγκληματίας που είχε έρθει να υποδεχτεί το αφεντικό του και κοιτούσε έκπληκτος την κοντή κοπέλα που χοροπηδούσε για να πιάσει την φράντζα του.
''Τρομερά μαλλιά!'' είπε και προσπάθησε πάλι να τα μοιάσει.
''Τι είσαι μαϊμού;'' Την ρώτησε ο Χίμπαρι πιάνοντας την από το κεφάλι για να την σταματήσει να κουνιέται.
''Πρώτη φορά μου κάνουν κομπλιμέντο!'' του είπε χαρούμενη και ο Χίμπαρι αναστέναξε. Δεν άφηνε τίποτα να της ρίξει την διάθεση. ''Μυρίζω φαί!'' είπε ξαφνικά και έφυγε από την λαβή του.
''Ε, ποια είναι αυτή, Κιο-σαν;'' Ρώτησε ο υπαρχηγός του Ιδρύματος κοιτώντας εντυπωσιασμένος την κοπέλα που βρήκε με άνεση την κουζίνα.
''Τη μάζεψα καθώς γυρίζαμε.'' Είπε και μπήκε στο δωμάτιο του.
''Αδέσποτο;'' Ρώτησε έκπληκτος ο Κουσακάμπε. Το αφεντικό του είχε την τάση να μαζεύει γύρω του μικρά ζωάκια… ποτέ όμως κάτι τόσο… ανθρώπινο…
''Όχι ακριβώς. Μην την βλέπεις έτσι σαν αγρίμι. Υπάρχουν προοπτικές να μπορεί να συνδράμει στην έρευνα.'' Του είπε βγάζοντας τα ρούχα του και φορώντας το γιουκάτα του. Από την κουζίνα ακούστηκαν μαγειρικά σκεύη να πέφτουν.
''Γεμάτο ψυγείο!'' αντήχησε η φωνή της.
''Μπορείς να της συμπεριφέρεσαι όπως σε μια μαϊμού.'' Ολοκλήρωσε, αν και ο Κουσακάμπε το θεωρούσε πολύ σκληρό να της φερθεί έτσι, ήταν απλά μια κοπέλα.
''Τι είναι αυτό;'' Τους ρώτησε από την είσοδο του δωματίου δείχνοντας τους ένα πιάτο φαγητού.
''Τακογιάκι…'' είπε ο Κουσακάμπε κοιτώντας καλύτερα την κοπέλα. Καταλάβαινε γιατί ο Κιο-σαν την αποκαλούσε αγρίμι και μαϊμού… Δεν είχε τρόπους και αίσθηση ντροπής, ήταν υπερκινητική, περίεργη, ανεξέλεγκτη και με απίστευτη όρεξη. ''Κιο-σαν είστε σίγουρος για αυτό;'' Ρώτησε τον αρχηγό του Ιδρύματος ανησυχώντας για την ζωή της κοπέλας. Δεν μπορούσε να δει πως ο Χίμπαρι δεν θα έχανε την υπομονή του μαζί της.
''Με λίγη εκπαίδευση θα στρώσει…'' είπε χαμογελώντας σαδιστικά. Είχε εμπειρία από ζώα άλλωστε… η Άννα για δικό της καλό δεν άκουσε τι της επιφύλασσε το μέλλον, ήταν απασχολημένη να τρώει… Δεν είχε βάλει τίποτα στο στόμα της από το πρωί!
''Δεσποινίς Άννα, ελάτε μαζί μου θα σας δείξω το δωμάτιο σας…'' είπε ευγενικά ο Κουσακάμπε πλησιάζοντας την κοπέλα. Δεν ήθελε να την αφήσει να καταλήξει σε κάποιο σπιτάκι για σκύλους. Για κάποιο λόγο πίστευε ότι η κοπέλα δεν θα είχε πρόβλημα…
''Προς τι τόση ευγένεια;'' Τον ρώτησε ασυνήθιστη σε τέτοια συμπεριφορά. ''Απλά λέγε με Άννα!''
''Μάλιστα Άννα. Εγώ είμαι ο Κουσακάμπε Τέτσουγια.'' Της είπε χωρίς να μπορεί να αντισταθεί στην μεταδοτική της ενέργεια. Η κοπέλα χαμογέλασε και κοίταξε το δωμάτιο που της αποκαλύφτηκε όταν άνοιξε η πόρτα. Δεν ήταν τόσο μεγάλο ή κομψό όπως του Χίμπαρι Κιόγια αλλά…
''Αυτό είναι το δωμάτιο μου; Όλο δικό μου;'' Ρώτησε έκπληκτη. Τι θα έκανε με τόσο χώρο.
''Μιας και είσαι κοπέλα, έκρινα ότι θα ήθελες τον ιδιωτικό σου χώρο.'' Είπε υπερήφανος με την επιλογή του. ''Έχει και το δικό του μπάνιο.'' Είπε και άνοιξε μια άλλη πόρτα που αποκάλυπτε ένα πλήρες εξοπλισμένο μικρό μπάνιο.
''Δεν έχει ψυγείο.'' Είπε η κοπέλα απογοητευμένη χωρίς να δίνει σημασία στον υπόλοιπο χώρο.
''Η κουζίνα είναι δίπλα…'' σχολίασε ο Κουσακάμπε καθώς αναρωτιόταν αν θα τους έφτανε η ποσότητα φαγητού που είχαν.
''Δεν πειράζει… ευχαριστώ!'' είπε με ειλικρίνεια. ''Θα πάρει λίγο καιρό να το συνηθίσω…'' είπε και στάθηκε στην μέση του δωματίου. Ήταν τόσο εύκολο να έχει πλήρη συναίσθηση του περιορισμένου χώρου της καλύβας. Τώρα αισθανόταν ότι υπήρχαν τρύπες.
''Μόλις συνηθίσεις στο νέο περιβάλλον, θα το προτιμάς από αυτήν την τρύπα που έμενες.'' Είπε ξερά ο Χίμπαρι που είχε έρθει να δει πως προσαρμόζεται το νέο του κατοικίδιο.
''Το αποκαλείς τρύπα αλλά για μένα ήταν το σπίτι μου. Το θεωρώ πολύ πιο πλούσιο από αυτό το κενό πράγμα…'' του είπε πεισμωμένα.
''Τρίψου στους τοίχους και άσε την μυρωδιά σου… ή ότι κάνουν τα ζώα σε αυτές τις περιπτώσεις…'' της είπε ξερά. Μικρό αχάριστο φυτοφάγο.
''Βασικά κατουράν το χώρο τους.'' Του είπε με νόημα. ''Θες να κάνω το ίδιο; Δεν έχω πρόβλημα.'' Είπε και έκανε να βγάλει το σορτσάκι της ενώ ο Χίμπαρι παρακολουθούσε παγωμένος από τον τρόμο.
''Άννα-σαν! Μην κάνετε τέτοια αστεία!'' της είπε ο Κουσακάμπε αγχωμένος. Αστειευόταν, έτσι; Η Άννα γέλασε με τις φάτσες τους.
''Απλά σας πειράζω… έχετε τόσο πλάκα. Τι νομίζετε ότι είμαι; Ζώο;'' Τους ρώτησε και οι δύο άντρες δεν μπήκαν στον κόπο να την διαψεύσουν. Όχι, ότι την πείραζε. Τύχαινε να έχει περισσότερο σε εκτίμηση τα ζώα από τους ανθρώπους…
''Άννα-σαν θα σε αφήσουμε να συνηθίσεις τον χώρο σου…'' είπε ο Κουσακάμπε κάνοντας μια υπόκλιση και κλείνοντας πίσω του την πόρτα.
Να συνηθίσει τον χώρο της; Νόμιζαν ότι θα έμενε εδώ μέχρι να έρθουν να την πάρουν; Μόνη της; Αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να εξερευνήσει! Το Ίδρυμα ήταν πολύ ωραίο αλλά εννοούσε αυτό που είχε πει. Ήταν κενό. Ίσως όχι κενό αλλά σίγουρα πολύ απλό και ήσυχο. Από την άλλη η βάση των Βόνγκολα αν και δεν ήταν όμορφη ήταν ζωντανή. Όταν περπάτησε στον διάδρομο τους ένιωσε τους πολλούς διαφορετικούς παλμούς!
Έβγαλε το κεφάλι της στο διάδρομο, το πρόσωπο της είχε μια κατεργάρικη έκφραση. Ήσυχα σαν γάτα βγήκε στο διάδρομο κλείνοντας πίσω της την πόρτα. Όλοι ήταν απασχολημένη. Αν ήταν ήσυχη κανείς δεν θα την αντιλαμβανόταν. Το θέμα της ήταν η πόρτα…
Κοίταξε ξανά πίσω της καθώς έβγαζε από την τσάντα της μια λευκή πέτρα.
Η φεγγαρόπετρα είχε την ιδιότητα να ανατρέπει τις ιδιότητες των φλογών για λίγη ώρα. Η σφραγισμένη με τις φλόγες του Χίμπαρι πόρτα είχε γίνει μια κοινή πόρτα… Δεν έφτανε, όμως, μόνο αυτό. Ακόμα και σαν κοινή πόρτα ήταν δύσκολο να ανοιχτεί με τέτοια βαριά φύλλα.
Η Άννα με ήρεμες κινήσεις και ένα χαλαρό χαμόγελο έβγαλε μια πράσινη πέτρα που την ακούμπησε εκεί που ενώνονταν τα δύο μεταλλικά φύλλα. Το μαγνητικό πεδίο που φαινόταν να έχει η πέτρα απώθησε τα μέταλλα αναγκάζοντας την πόρτα να ανοίξει.
Η Άννα πέρασε στην άλλη βάση και άρπαξε γρήγορα τις πέτρες πριν κλείσει η πόρτα πάλι. Δεν έπρεπε να την είχαν υποτιμήσει!
Στην άλλη μεριά, όμως, ο διάδρομος δεν ήταν τόσο ήσυχος! Ακριβώς όπως το είχε φανταστεί. Δεν είχε προλάβει να περπατήσει λίγο και άκουσε τον κρότο ενός δίσκου που έπεσε στο πάτωμα σκορπίζοντας το περιεχόμενο του.
''Χάχι! Ταρζάν;'' Ρώτησε μια χαριτωμένη κοπέλα με καρέ καστανά μαλλιά.
''Τι κέικ είναι αυτό;'' Ρώτησε η Άννα έχοντας εντελώς διαφορετικό πράγμα στο κεφάλι της. Έσκυψε για να μελετήσει το κέικ και χωρίς πρόβλημα πήρε λίγο στα χέρια της και το έβαλε στο στόμα της.
''Ταρζάν δεν κάνει να τρως από κάτω!'' την μάλωσε η άλλη κοπέλα που φάνηκε να ξεχνάει την αρχική της έκπληξη και να την αποδέχεται πλήρως. ''Έχει και άλλο τσιζκέικ στην κουζίνα!'' αυτό τράβηξε την προσοχή της Άννας.
''Είπες κουζίνα; Έχει και ψυγείο;''
''Φυσικά έχει ψυγείο! Έλα θα σου βάλω λίγο να φας!'' της είπε χαμογελώντας και η Άννα την ακολούθησε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Η κουζίνα ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Ιδρύματος. Προς μεγάλη της χαρά είδε επίσης ότι είχε πολύ περισσότερα φαγητά από αυτά του Ιδρύματος. Η γυναικεία παρουσία ήταν αισθητή στην βάση των Βόνγκολα όπου είχαν τις δύο κοπέλες να μαγειρεύουν με αγάπη και ταλέντο για τους φίλους τους στηρίζοντας τους με τον τρόπο τους.
''Χάρου; Ποια είναι η φίλη σου;'' Ρώτησε μια άλλη κοπέλα που ήταν ήδη εκεί κοιτώντας την Άννα με ευγενική περιέργεια.
''Είναι ο Ταρζάν. Την βρήκα στην είσοδο του Ιδρύματος καθώς πήγαινα λίγο τσιζκέικ στο Τσούνα-σαν!'' είπε σαν να μην έβρισκε περίεργη την παρουσία της κοπέλας.
''Με λένε Άννα, όχι Ταρζάν.'' Διόρθωσε χαμογελώντας στην Χάρου.
''Γεια σου Άννα. Εγώ είμαι η Κιόκο. Είσαι φίλη με τον Χίμπαρι-σαν;'' Την ρώτησε με παιδική αφέλεια η κοπέλα με τα μακριά μαλλιά.
''Μπορείς να το πεις και έτσι…'' είπε η Άννα. Δεν ήταν ότι τον αντιπαθούσε τον άντρα, άλλωστε. Σίγουρα δεν τον θεωρούσε αφεντικό της. Αφού ήταν, όμως, να την πάρει μαζί του στα ταξίδια του το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να γίνει φίλη μαζί του. Ο Τάλμποτ πάντα της έλεγε ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι τους. Πρέπει να είσαι είτε θηρίο ή θεός για να ζήσεις χωρίς να έχεις ανάγκη κανέναν. Με αυτήν την φράση την είχε καλωσορίσει σπίτι του…
''Χαίρομαι που ο Χίμπαρι-σαν απέκτησε καινούργια φίλη!'' είπε ενώ η Χάρου της σέρβιρε ένα πιάτο γλυκό με ένα φλιτζάνι τσάι.
''Σ' αρέσει;'' Την ρώτησε η Χάρου βλέποντας την έκφραση ευτυχίας στο πρόσωπο της Άννας. Η κοπέλα δεν μπήκε στον κόπο να απαντήσει με λόγια. Οι δύο μαγείρισσες γέλασαν ικανοποιημένες.
''Είσαι ντυμένη έτσι για κάποια παράσταση;'' Την ρώτησε ξανά η Χάρου θαυμάζοντας τα ρούχα της. Είχε καιρό να φτιάξει και η ίδια στολές…
''Όχι, αυτά είναι τα ρούχα μου!'' είπε ''Έμενα στο βουνό, δεν χρειαζόμουν ρούχα σαν τα δικά σας εκεί.'' Εξήγησε όταν είδε την απορία στα πρόσωπα τους.
''Για αυτό ο Τσου-καν με ρώτησε αν είχα λίγα ρούχα να του δώσω…'' αναφώνησε η Κιόκο.
''Και εσώρουχα!'' είπε η Χάρου καθώς θυμόταν το κόκκινο πρόσωπο του νεαρού.
''Μπορώ να έχω λίγο γλυκό ακόμα;'' Ρώτησε η Άννα γλύφοντας το κουτάλι της. Είχε άλλες ανησυχίες όπως να προλάβει να φάει το γλυκό πριν έρθει άλλος και της το φάει…
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και μέσα μπήκε ένας μοδάτος νεαρός με επιμελώς ατημέλητα μαλλιά και χαλαρός ύφος. Η Άννα τον κοίταξε προειδοποιητικά. Αυτός ήταν που είχε νιώσει. Ήταν σίγουρη ότι είχε έρθει για το γλυκό…
''Γιατί με κοιτάει έτσι αυτή;'' Ρώτησε τρομοκρατημένος ο έφηβος. ''Δεν δαγκώνει έτσι;'' Ρώτησε καθώς κρύφτηκε πίσω από την Χάρου.
''Είναι η Άννα-τσαν! Από το Ίδρυμα!'' την σύστησε. ''Άννα αυτός είναι ο Λάμπο, φύλακας…''
''Του κεραυνού.'' Την πρόλαβε η Άννα και του έδειξε τα δόντια της καθώς πήρε στην αγκαλιά της την πιατέλα με το τσιζκέικ. Ο νεαρός φοβισμένος πήγε και κάθισε στην άλλη άκρη του τραπεζιού κοιτώντας την σε περίπτωση που του επιτιθόταν.
Η Χάρου και η Κιόκο που δεν φάνηκαν να καταλαβαίνουν τι γίνεται σέρβιραν και σε αυτόν από μια άλλη πιατέλα.
''Η Ι-πιν πήγε στην δουλειά της;'' Ρώτησε η Κιόκο.
''Ναι συνεχίζει και μαζεύει χρήματα για τις σπουδές της.'' Είπε ο Λάμπο χωρίς να αφήσει την προσοχή του.
''Δουλεύει τόσο σκληρά!'' θαύμασε η Χάρου την προσπάθεια της μαθήτριας. Ήθελε κότσια να συνεχίζεις να παλεύεις για τέτοια απλά όνειρα σε τέτοιες επικίνδυνες εποχές. Το τρίο συνέχισε να μιλάει. Οι κοπέλες μάλωναν τον Λάμπο και του έλεγαν να διαβάζει πιο πολύ. Η Άννα εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να αποδράσει με το τσιζκέικ.
Έχοντας κλέψει την πιατέλα με επιτυχία βρέθηκε πάλι στο διάδρομο. Ο Τσούνα με τους δύο φύλακες του ήταν δύο δωμάτια πιο κάτω. Αυτό που τις τράβηξε την προσοχή, ωστόσο, ήταν το άρωμα πίσσας και λαδιού από την άλλη άκρη του διαδρόμου.
Ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο εξαρτήματα, ανολοκλήρωτες μηχανές, οθόνες και καλώδια. Η Άννα έφαγε λίγο ακόμα από το τσιζκέικ καθώς μπήκε μέσα για να ψαχουλέψει. Αναρωτιόταν αν θα έβρισκε εδώ αυτά που χρειαζόταν.
''Ποια είσαι εσύ; Αν είσαι εχθρός μην κουνηθείς, κρατάω όπλο!'' άκουσε μια ανδρική φωνή να της τραυλίζει. Γύρισε με το κουτάλι στο στόμα χωρίς ίχνος φόβου και κοίταξε έναν κοντόχοντρο άντρα που τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας.
''Αυτό είναι το εργαστήριο των Βόνγκολα;'' Τον ρώτησε και ακούμπησε το κουτάλι στην σχεδόν άδεια πια πιατέλα.
''Σωστά και εγώ είμαι ο πασίγνωστος για την δύναμη μηχανικός τους, Τζιανίνι!'' της είπε με όση περισσότερη αυτοπεποίθηση μπορούσε για να την φοβίσει.
''Χάρηκα είμαι η Άννα.'' Είπε σχεδόν αδιάφορα και γύρισε στο ψάξιμο της. ''Δεν μου λες, έχεις σίδερο λαξευμένο σε φλόγα ηλεκτρισμού;'' Τον ρώτησε μετά από λίγο.
''Όχι…'' της είπε αρκετά έκπληκτος για να παραμείνει φοβισμένος.
''Δεν πειράζει…'' μουρμούρισε η Άννα. Αυτό μπορούσε να το φτιάξει και μόνη της. ''Τότε από κρύσταλλα τι έχεις;'' Τον ρώτησε πάλι.
''Τι είδους κρύσταλλα;'' Την ρώτησε πλησιάζοντας την σκουπίζοντας τα λερωμένα με λάδια χέρια του.
''Θέλω να φτιάξω δαχτυλίδια φλογών.'' Του είπε και ο Τζιανίνι έβγαλε ένα δοχείο από κάτι ντουλάπια και της το έδωσε.
''Ξέρεις να φτιάχνεις; Βρήκα τον τρόπο αλλά ποτέ δεν βγαίνουν καλά. Σπάνε αμέσως.'' Της είπε απογοητευμένος. ''προς το παρόν τα παραγγέλνουμε. Αν ξέρεις όμως να φτιάχνεις μάθε και σε μένα!'' της είπε τρίβοντας με ανυπομονησία τα χέρια του.
''Δεν νομίζω. Αυτή είναι η δική μου δουλειά!'' του είπε με πείσμα. Δεν θα τις έπαιρνε την θέση! Έπρεπε να αποδείξει τον εαυτό της χρήσιμο. Ο καθένας για να γίνει μέλος σε μια κοινωνία πρέπει να προσφέρει κάτι σε αυτήν. Αν δεν έκανε τίποτα, αργά ή γρήγορα θα την πετούσαν έξω!
''Τι είναι αυτά;'' Τον ρώτησε ξαφνικά βλέποντας το περιεχόμενο της βαλίτσας. ''Αυτά είναι απλά κρύσταλλα!''
''Ναι για να τα γεμίσουν με την φλόγα τους.'' Είπε ο Τζιανίνι μπερδεμένος.
''Για αυτό σπάνε σαν γυαλί. Το κρύσταλλο στα δαχτυλίδια δεν υπάρχει για να λειτουργεί σαν δοχείο. Είναι αγωγοί ενέργειας. Μαγνητίζουν την εσωτερική ενέργεια του σώματος και την βοηθούν να εξωτερικεύεται με την μορφή φλόγας.'' Εξήγησε στον άντρα που κρατούσε με μανία σημειώσεις.
''Τότε τι κρύσταλλα χρειάζεσαι;'' Την ρώτησε.
''Ακατέργαστο αμέθυστο, λολίτη, ακουαμαρίνη, πέριδοτ, κιτρίνη, καρνέλιαν και γρανάτη.'' Απαρίθμησε τις πέτρες.
''Εφτά πέτρες για τις εφτά φλόγες!'' είπε ενθουσιασμένος ο εφευρέτης αναγνωρίζοντας τις πέτρες με τα αντίστοιχα χρώματα. ''Γιατί αυτές, όμως;''
''Αυτές τις εφτά πέτρες βάζουν στα κομποσκοίνια των βουδιστών. Όλες μαζί δουλεύουν αρμονικά.
Ο αμέθυστος βοηθάει στην διατήρηση της ψυχραιμίας, στην χαλάρωση και στην τόνωση ενέργειας κάνοντας τον κατάλληλο για τις φλόγες του σύννεφου που έχουν την ιδιότητα να πολλαπλασιάζονται.
Ο λολίτης πιστεύεται ότι βοηθάει στην αναγνώριση του πραγματικού και στην βελτίωση της οπτικής ικανότητας. Ιδιαίτερα χρήσιμο για τους χρήστες της ομίχλης…
Η ακουαμαρίνη είναι συνδυασμένη με την ικανότητα της να διαισθάνεται ποιος είναι φίλος και ποιος εχθρός και να σε κάνει ανίκητο και φιλικό. Άρα βοηθάει στον καταυγασμό της φλόγας της βροχής.
Ο πέριδοτ φημίζεται ότι σε προστατεύει και διώχνει τα κακά πνεύματα ενώ είναι καλός αγωγός του κεραυνού. Η κιτρίνη έχει την ενέργεια του ήλιου. Η πέτρα καρνέλιαν συμβολίζει την αρμονία μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού εαυτό που ταιριάζει στην φλόγα ισορροπίας του ουρανού. Τέλος ο γρανάτης που οι ιδιότητες του φαίνονται σε καταστάσεις κρίσης που δίνοντας δύναμη, προστασία και ενότητα στους φίλους και καταστρέφοντας τους εχθρούς όπως κάνει η φλόγα της θύελλας που αποσυνθέσει τον αντίπαλο.'' Είπε η Άννα τελειώνοντας την διάλεξη της.
Ο Τζιανίνι συνεπαρμένος την χειροκρότησε και ικανοποιημένη η Άννα άρχισε να υποκλίνεται.
''Δεν έχουμε τέτοιες!'' είπε ο Τζιανίνι όταν ηρέμησαν και η Άννα φάνηκε βαθιά απογοητευμένη. ''Συγγνώμη!'' της είπε στεναχωρημένος.
''Θα δω τι θα κάνω… Αν τυχόν βρεις όμως έλα να με ενημερώσεις στο Ίδρυμα!'' του είπε φεύγοντας και αφήνοντας πίσω το άδειο πιάτο της. Ο Τζιανίνι γούρλωσε τα μάτια του. Ήταν καινούργιο μέλος του Ιδρύματος; Αυτό ήταν μεγάλη απώλεια για τους Βόνγκολα…
Η Άννα τριγύριζε στην βάση των Βόνγκολα μην ξέροντας τι να κάνει. Έπεσε πάλι στον Λάμπο με τον οποίο ήθελε να γνωριστεί τώρα που δεν είχε να προστατέψει το φαγητό της αλλά για κάποιο λόγο το έβαλε στα πόδια… Είχε αρχίσει να βαριέται… Αν ήταν στο βουνό θα πήγαινε για κυνήγι ή θα συνέλεγε βότανα και πέτρες ή θα εξερευνούσε το δάσος και θα παρατηρούσε τα ζώα.
Μέσα στον μουντό διάδρομο κάτι κίτρινο της τράβηξε την προσοχή. Ήταν μικρό, πουπουλένιο και στρογγυλό. Η Άννα κάρφωσε όλη την προσοχή της πάνω του. Ένα καναρίνι. Μια μικρή ένδειξη της γλυκύτητας της φύσης μέσα στην ανυπόφορα βιοτεχνική βάση.
''Έλα εδώ μικρό πουλάκι!'' είπε σφυρίζοντας και πλησιάζοντας αργά για να μην το τρομάξει. Ωστόσο το καναρίνι πέταξε και η Άννα το ακολούθησε στα τυφλά με τα χέρια στον αέρα. ''Δεν θα σου κάνω κακό να σε χαϊδέψω θέλω μόνο!'' του φώναξε χωρίς να βλέπει μπροστά της και σκοντάφτοντας πάνω σε κάποιον.
Αποπροσανατολισμένη ένιωσε κάποιον να την σηκώνει ψηλά.
''Το ήξερα ότι σαν χαζό θα ακολουθούσες πίσω στο Ίδρυμα το Χάιμπερντ.'' Είπε ο άντρας που την κρατούσε. Ο Χίμπαρι όταν είχε πάει στο δωμάτιο της να την ελέγξει ήξερε ήδη ότι δεν θα ήταν εκεί, ήταν πολύ ήσυχα… Επίσης, φαντάστηκε ότι σαν αγρίμι που ήταν θα ήθελε να εξερευνήσει το νέο μέρος για να αισθανθεί ασφάλεια. Ωστόσο δεν περίμενε ότι θα κατάφερνε όντως να το κάνει. Ήταν εντυπωσιασμένος που παραβίασε την πόρτα ασφαλείας του χωρίς να την καταλάβει κανένας.
''Χίμπαρι!'' είπε χαλαρή η Άννα. ''Δικός σου είναι;'' Τον ρώτησε χωρίς να φαίνεται ότι την ενοχλούσε που την κρατούσε από τον γιακά της. Το καναρίνι είχε κάτσει πάνω στο κεφάλι του άντρα και για κάποιο λόγο φαινόταν σαν να άνηκε εκεί.
''Χν.''
''Δεν σε είχα για άντρα που έχει τόσο καλή σχέση με τα ζώα.'' Είπε αλλά τώρα τον συμπαθούσε περισσότερο.
''Δεν είναι άνθρωποι.'' Της είπε και την άφησε κάτω αδιαφορώντας για το μεγάλο χαμόγελο που του έδειχνε.
''Όχι δεν είναι.'' συμφώνησε και άπλωσε το χέρι της όσο πιο ψηλά μπορούσε για να φτάσει το κεφάλι του. Ο Χάιμπερντ το κοίταξε περίεργος και χοροπήδησε δύο φορές πάνω στο κεφάλι του Χίμπαρι χωρίς όμως να πάει προς την μεριά της κοπέλας. Ο Χίμπαρι αναστέναξε και άπλωσε το χέρι του πιάνοντας το μικρό πουλάκι και τοποθετώντας το στο χέρι της κοντής κοπέλας.
''Μην το φας.'' Της είπε και εξαφανίστηκε στο δωμάτιο του.
''Πόσο αγενές… δεν θα το φάω!'' είπε και μετά γύρισε πάλι την προσοχή της στο καναρίνι. ''Ωστόσο τώρα που μου το έδωσες δεν θα το επιστρέψω…'' γέλασε σατανικά και κλειδώθηκε στο δωμάτιο της απαγάγοντας τον ανυποψίαστο Χάιμπερντ.
Το δωμάτιο της τώρα μύριζε περισσότερο σπίτι…
Μύριζε…
''Ώρα για μπάνιο υποθέτω…'' μουρμούρισε πηγαίνοντας με το καναρίνι στο μικρό δωματιάκι. Το μπάνιο δεν ήταν από τις αγαπημένες της δραστηριότητες. Δεν ήταν, όμως, ότι της άρεσε να είναι βρώμικη. Στο βουνό ήταν κάπως δύσκολο να κάνει μπάνιο. Είχαν μια μεγάλη ξύλινη λεκάνη έξω πίσω από ένα ψηλό φράχτη και ζέσταιναν νερό όποτε ήθελαν να λουστούν. Ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρο. Προτιμούσε να τρέχει και να βουτάει στην λίμνη μέσα στο δάσος.
Το μπάνιο του δωματίου της ίσως να βελτίωνε τις σχέσεις που είχε με την σωματική υγιεινή… και να της έφτανε στο άλλο άκρο…
''Αυτό είναι βολικό…'' είπε ανοίγοντας τον διακόπτη του ζεστού και μπαίνοντας από κάτω. Η βρωμιά και η κούραση ξεπλύθηκαν και άφησε ένα αναστεναγμό ικανοποίησης καθώς αισθάνθηκε να ανατριχιάζει από το ζεστό νερό που κυλούσε στην πλάτη της. Αφού πλατσούρισε και πιτσίλισε τον Χάιμπερντ άρχισε να ψάχνει για σαμπουάν.
Άλλο ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό του μπάνιου αυτού. Τα σαπούνια τους μύριζαν απίστευτα ωραία και έκαναν πολύ αφρό σε σχέση με αυτά που έφτιαχνε. Μετά από δύο ώρες αφού είχε μαλακώσει ολόκληρη και είχε χρησιμοποιήσει όλο το σαμπουάν βγήκε απελευθερώνοντας όλους τους εγκλωβισμένους ατμούς.
Ανυπόμονη τυλίχτηκε με την πετσέτα της και έτρεξε να βρει τον Χίμπαρι να μοιραστεί την εμπειρία της.
''Άννα-σαν!'' φώναξε κατάπληκτος ο Κουσακάμπε και το πρόσωπο του κοκκίνισε στην θέα της. Ο Χίμπαρι κοίταξε για να δει τι συνέβαινε. Φυσικά το μικρό αγρίμι δεν θα είχε πρόβλημα να κυκλοφορεί με πετσέτα… έχοντας μεγαλώσει με έναν τυφλό γέρο και χωρίς κάποια άλλη επαφή με το ανδρικό φύλο δεν ήξερε να προφυλάσσεται… ''Μην κυκλοφορείς έτσι σε ένα χώρο γεμάτο άντρες!'' είπε ο Κουσακάμπε που έβγαλε το σακάκι του και έκανε να της το δώσει. Η Άννα αποφεύγοντας τον επιδέξια πλησίασε τον Χίμπαρι ενθουσιασμένα.
''Αυτό το μπάνιο είναι τόσο διασκεδαστικό!'' φώναξε και ο Χίμπαρι την κοίταξε ατάραχος. Το μπάνιο μπορεί να είναι πολλά πράγματα, το πρώτο που σκέφτεσαι, όμως, δεν είναι το επίθετο διασκεδαστικό.
''Τι είσαι; Μικρό παιδί;'' Την ρώτησε χωρίς να επηρεάζεται από την βρεγμένη της εκτεθειμένη εμφάνιση.
''Η μπανιέρα ήταν τόσο μεγάλη, βούλιαζες! Το νερό ήταν συνέχεια ζεστό! Είχε και μπουρμπουλήθρες!'' συνέχισε ακάθεκτη. ''Μύρισε τα μαλλιά μου!'' είπε και έπιασε μια τούφα και την έβαλε στο πρόσωπο του. Ο Χίμπαρι ακόμα ψύχραιμος έσπρωξε το χέρι της μακριά.
''Σου είπα ότι μόλις συνηθίσεις θα σου αρέσει περισσότερο.'' Της είπε και τα μάτια του έλαμπαν πονηρά. Η Άννα γύρισε μουτρωμένη το κεφάλι της.
''Μόνο το μπάνιο…'' είπε με πείσμα.
''Και το ψυγείο…'' πρόσθεσε ο άντρας ειρωνικά.
''Σε σπηλιά την βρήκες Κιο-σαν;'' Είπε ο Κουσακάμπε που μόλις τώρα συνειδητοποίησε πόσο απροσάρμοστη ήταν.
Πριν προλάβει να φέρει αντιρρήσεις η Άννα, μπήκε στο δωμάτιο η Χάρου με την Κιόκο κρατώντας μια μικρή βαλίτσα.
''Χάχι! Τι κάνεις εδώ ντυμένη μόνο με μια πετσέτα;'' Φώναξε έντρομη η Χάρου.
''Δεν είχα ρούχα.'' Είπε απλά η Άννα χωρίς να καταλαβαίνει το πρόβλημα.
''Η Άννα-τσαν σίγουρα είναι σαν τον Ταρζάν.'' Είπε πεπεισμένη η Χάρου. ''Άννα-τσαν, οι γυναίκες είναι πρόβατα και οι άντρες είναι λύκοι. Αν εμφανίζεσαι έτσι θα σε φάνε!'' της είπε και την πλησίασε πιάνοντας την από το χέρι και τραβώντας την προς την έξοδο. ''Χίμπαρι-σαν δεν πρέπει να εκμεταλλεύεσαι την αθωότητα της!'' φώναξε στον τώρα εκνευρισμένο Χίμπαρι. Αυτό το φυτοφάγο ήταν πολύ θορυβώδες… ''Και συ Κουσακάμπε-σαν, περίμενα περισσότερα από εσένα!'' πέταξε στον άλλο άντρα απογοητευμένη και έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
''Χάρου, μισό λεπτό!'' φώναξε η Άννα καθώς θυμήθηκε κάτι και απελευθερώθηκε από την κοπέλα ανοίγοντας πάλι της πόρτα.
''Τι;'' Μούγκρισε εκνευρισμένος ο Χίμπαρι που δεν είχε όρεξη να ακούσει και άλλες ανούσιες φωνές.
''Μου τέλειωσε το αφρόλουτρο.'' Είπε με γλυκιά φωνή κοιτώντας τον με προσδοκία.
''Μα ήταν γεμάτο!'' είπε ο Κουσακάμπε και η Άννα τον κοίταξε ανοιγοκλείνοντας αθώα τα μάτια της. Ο Χίμπαρι αναστέναξε κουρασμένος. Το Ίδρυμα θύμιζε την βάση των Βόνγκολα… και ήταν εδώ μόνο μια μέρα…
''Εντάξει. Φύγε τώρα.'' Της είπε για να γλυτώσει και η Άννα του χάρισε ένα τρομακτικά μεγάλο χαμόγελο και έκλεισε την πόρτα φωνάζοντας ευχαριστώ.
''Πάω να ψωνίσω…'' βρήκε δικαιολογία ο Κουσακάμπε για να αφήσει τον νεαρό άντρα να κοιμηθεί. Αν και αμφέβαλλε ότι θα μπορούσε, από το δωμάτιο της Άννας ακούγονταν φωνές και γέλια ως εδώ.
''Άννα πρέπει να φοράς ρούχα όταν είσαι μπροστά σε άλλους.'' Είπε πιο ήρεμα η Κιόκο σαν να μιλούσε σε μικρό κορίτσι ξεμπλέκοντας τα βρεγμένα της μαλλιά. Αποδεικνυόταν δύσκολο εγχείρημα. Ήταν μακριά, χρόνια απεριποίητα και ξηρά από την ταλαιπωρία… ''Δεν σε πειράζει να τα κουρέψουμε λιγάκι, έτσι;'' Την ρώτησε η Κιόκο.
''Δεν με νοιάζει.'' Είπε η Άννα και σφύριξε στο Χάιμπερντ να έρθει. ''εσείς δεν έχετε πρόβλημα;'' Παρατήρησε η Άννα μετά από λίγο.
''Εμείς είμαστε γυναίκες, δεν πιανόμαστε!'' είπε παθιασμένα η πιο ενεργητική κοπέλα ''Έτσι μπορείς να εμφανίζεσαι μόνο στο αγόρι σου! Όλοι οι άλλοι άντρες απαγορεύονται!''
''Κατάλαβα…'' είπε αν και δεν της φαινόταν τόσο σημαντικό.
''Εκτός και αν…'' αναφώνησε η Χάρου κοιτώντας τον Χάιμπερντ στα χέρια της. ''Είναι ο Χίμπαρι το boyfriend σου;'' Την ρώτησε δύσπιστα.
''Έτσι τον θεωρώ.'' Είπε η Άννα που δεν καταλάβαινε προς τι τόση έκπληξη (Male friend).
''Ε; έχετε σχέση;' Ρώτησε εξίσου εντυπωσιασμένη από το νέο, η Κιόκο.
''Σχέση;'' Ρώτησε καθώς το σκεφτόταν. Η φιλία ήταν σχέση. ''Ναι.''
Η Κιόκο και η Χάρου κοκκίνισαν.
''Ε τότε μπορείς να εμφανίζεσαι έτσι στον Χίμπαρι-σαν…'' είπε η Χάρου ψύχραιμα να και η φωνή της ήταν ελαφρώς τσιριχτή. ''Αλλά όχι και στον Κουσακάμπε-σαν!''
Η Άννα έγνεψε. Και αν τον θεωρούσε και αυτόν φίλο της; Εκτός και αν πήγαινε με σειρά προτεραιότητας… Μόνο το πρώτο αγόρι φίλος που κάνεις μπορεί να σε δει με πετσέτα… Δεν καταλάβαινε γιατί υπήρχαν τόσοι πολλοί γελοίοι κανόνες.
''Έτοιμη.'' Είπε η Κιόκο τελειώνοντας με το κούρεμα και δείχνοντας το αποτέλεσμα στον καθρέφτη. ''Πως σου φαίνεται;'' Ρώτησε εννοώντας από εμφάνιση.
''Πιο ελαφρύ.'' Είπε κουνώντας τα μαλλιά της και εκτιμώντας τα από άποψη άνεσης. Η Κιόκο παρόλα αυτά ήταν ικανοποιημένη. Τα μαλλιά της είχαν καθαρίσει και ήταν όλα στο ίδιο ύψος λίγο πιο κάτω από τους ώμους της.
''Θα μπορείς να τα περιποιείσαι ευκολότερα!'' της είπε.
''Σου φέραμε και ρούχα.'' Είπε η Χάρου. ''Αν και θα σου φέρναμε καλύτερα εσώρουχα αν ξέραμε για τον Χίμπαρι…'' μουρμούρισε πιο ντροπαλά. Η Άννα έγειρε το κεφάλι της και την κοίταξε περίεργα. Υπήρχε συγκεκριμένος τύπος εσωρούχων που πρέπει να φοράς όταν έχεις φίλο; Ποιο το νόημα; Δεν είναι κάτι που φαίνεται εύκολα.
''Αυτό τι είναι;'' Ρώτησε σηκώνοντας ένα περίεργο, σκληρό ύφασμα.
''Χάχι! Δεν έχει δει ξανά σουτιέν;'' Την ρώτησε η μελαχρινή κοπέλα. ''Το φοράς στο στήθος!'' της είπε και την βοήθησε να το βάλει.
''Γιατί βασανίζεστε τόσο;'' Ρώτησε προσπαθώντας να συνηθίσει την πίεση. Προτιμούσε τα δερμάτινα στενά μπουστάκια που έφτιαχνε για το καλοκαίρι.
''Τι είναι αυτό;'' Ρώτησε πάλι τραχιά όταν η Χάρου της παρουσίασε ένα φόρεμα σαν αυτό που φορούσαν.
''Φόρεμα. Θα δείχνεις τόσο χαριτωμένη!'' είπε η Χάρου στριφογυρίζοντας.
''Δεν θα μπορώ να κουνιέμαι εύκολα με όλα αυτά.'' Έφερε αντιρρήσεις η κοπέλα. Ιδίως τα ρούχα! Ήταν όλα μιας χρήσης! Οι άλλες δύο κοπέλες φάνηκαν στεναχωρημένες.
''Δεν της αρέσει…'' είπε η Κιόκο και η Χάρου έβγαλε ένα άλλο φόρεμα με ελπίδα. Σύντομα ανακάλυψαν ότι κανένα από τα ρούχα που της έδωσαν ήταν κατάλληλα. Γιατί ήταν τόσο απογοητευμένες όμως;
Η Άννα θυμήθηκε ένα ακόμα από τα μαθήματα ζωής του Τάλμποτ. Όταν σου προσφέρουν κάτι με αγάπη το δέχεσαι ακόμα και αν δεν σου αρέσει. Αυτό που μετράει είναι η σκέψη. Η κοπέλα κατάλαβε τώρα γιατί ήταν τόσο στεναχωρημένες.
''Υποθέτω ότι θα με βολέψουν για λίγο καιρό… εννοώ ότι δεν υπάρχει πια κίνδυνος να τα χαλάσω…'' μουρμούρισε και πήρε ένα φορώντας. Τα μάτια των δύο κοριτσιών έλαμψαν από χαρά και το κατσούφιασμα της Άννας εξαφανίστηκε. Φαίνεται στις πόλεις το θέμα των ρούχων ήταν υψίστης σημασίας και παράγοντας δημιουργίας σχέσεων.
''Είμαι σίγουρη ότι ο Χίμπαρι-σαν θα είναι πολύ χαρούμενος όταν σε δει!'' είπε η Κιόκο με την Χάρου καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν.
''Αν το λέτε…'' είπε η Άννα που στο κάτω κάτω δεν την ενδιέφερε.
''Καληνύχτα!'' φώναξαν και έφυγαν. ''Κουσακάμπε-σαν! Καληνύχτα!'' φώναξαν και στον άντρα που έφτασε με σακούλες στα χέρια.
''Καληνύχτα.'' Είπε και γύρισε μπροστά. Όταν είδε την Άννα οι σακούλες του έπεσαν και οι Χάρου με την Κιόκο χαχάνισαν με την αντίδραση καθώς έκλεινε πίσω τους η πόρτα. ''Άννα-σαν;'' Ρώτησε δύσπιστος με την διαφορά.
''Κουσακάμπε!'' είπε και γονάτισε μπροστά του ερευνώντας το περιεχόμενο των σακουλών. ''Πήρες αφρόλουτρα και σαμπουάν! Τόσα διαφορετικά αρώματα!'' είπε ανοίγοντας και μυρίζοντας όλες τις συσκευασίες.
''Βλέπω προσαρμόστηκες.'' Είπε ευγενικά ο Κουσακάμπε για να μην την θίξει καθώς έπαιρνε πάλι τα πράγματα.
''Τι είναι αυτό;'' Ρώτησε η Άννα χωρίς να τον προσέχει.
''Το ψυγείο ήταν άδειο οπότε πήρα χάμπουργκερ απέξω.'' Είπε ο Κουσακάμπε που ψώνισε για όλο το Ίδρυμα το αγαπημένο φαγητό του αφεντικού τους.
''Χάμπουργκερ;'' Ρώτησε η Άννα αρπάζοντας τρεις σακούλες.
''Άννα-σαν μην το φας όλο.'' Της είπε αγχωμένα. Ο Χίμπαρι θα την σκότωνε αν του έτρωγε το μερίδιο του. ''Η μια σακούλα είναι για τον Κιο-σαν.'' Της είπε και η κοπέλα τον κοίταξε καθώς σκεφτόταν.
''Είναι και αυτό μέρος του 'κάνω- τον- Χίμπαρι- χαρούμενο ';'' ρώτησε μουτρωμένη. Ο Κουσακάμπε δεν κατάλαβε τι εννοούσε με αυτό.
''Καλό είναι να μοιράζεσαι τα πράγματα σου με τους άλλους.'' Της είπε ελπίζοντας αυτό να απαντούσε την ερώτηση της.
''Κατάλαβα.'' Είπε και έφυγε με τις τρεις σακούλες για το δωμάτιο του Χίμπαρι. Ο Κουσακάμπε μπερδεμένος πήγε να μοιράσει τις υπόλοιπες σακούλες στα παιδιά.
Το δωμάτιο του Χίμπαρι ήταν αρκετά σκοτεινό καθώς ο ήλιος είχε πέσει αρκετά δημιουργώντας βαθιές σκιές. Η Άννα μπήκε αθόρυβα μέσα και πλησίασε τον άντρα που κοιμόταν κοιτώντας τον περίεργη. Βρισκόταν ξαπλωμένος ήρεμα στην άκρη του δωματίου μπροστά στα ανοιχτά παραθυρόφυλλα με το απαλό αεράκι του καλοκαιριού να το δροσίζει, ανυποψίαστος για την παρουσία της. Το γιουκάτα του ατημέλητο μετά από τον ύπνο φανέρωνε ένα τμήμα του στήθους του. Δεν φορούσε σουτιέν… μάλλον ήταν κάτι μόνο για γυναίκες.
Για κάποιο περίεργο λόγο αισθάνθηκε ένα κόμπο στο λαιμό της και τα μάτια της ήταν προσκολλημένα σε εκείνο το σημείο που είχε ανοίξει το ρούχο του. Το νεαρό ανδρικό σώμα ήταν πολύ ενδιαφέρον… παρατήρησε.
Μια από τις αγαπημένες της ασχολίες ήταν να χαϊδεύει ζώα. Η γούνα τους ή τα πούπουλά τους ήταν μαλακά και ζεστά. Ο άντρας που κοιμόταν της δημιουργούσε την ίδια παρόρμηση. Ήταν το ίδιο σε όλους τους άντρες; Ή μόνο ο Χίμπαρι είχε τόσο λευκή και λεία πορσελάνινη επιδερμίδα. Σε σχέση με την δική του η δική της ήταν ξεφλουδισμένη και ηλιοκαμένη, γεμάτη μώλωπες και γρατζουνιές.
Ήθελε να τον ακουμπήσει με τα γεμάτα κάλους χέρια της…
Άφησε το φαγητό δίπλα ξεχνώντας εντελώς την πείνα της. Αργά γονάτισε από πάνω του και άπλωσε το χέρι της. Τα δάχτυλα της απείχαν χιλιοστά από την επιδερμίδα του και θα είχε καταφέρει να τον ακουμπήσει αν τα μαλλιά της δεν τον γαργαλούσαν ξυπνώντας τον αμέσως.
Ο άντρας ξαφνιασμένος με την απροειδοποίητη εισβολή αντέδρασε αστραπιαία. Δεν είχε προλάβει να ξυπνήσει έγκαιρα, ο εχθρός είχε καταφέρει να πλησιάσει πολύ κοντά χωρίς να τον αντιληφθεί. Θα τον έκανε να μετανιώσει…
''Ήρεμα!'' άκουσε το σώμα κάτω από το δικό του να λέει ξαφνιασμένο. Ο Χίμπαρι επιτέλους εντελώς ξύπνιος την κοίταξε μαζεύοντας της έκπληκτη έκφραση του.
''Τι κάνεις εδώ;'' Την ρώτησε καθώς σηκωνόταν από πάνω της.
''Έφερα φαγητό;'' Είπε εκείνη ακόμα ξαπλωμένη χωρίς να τον κοιτά στα μάτια αλλά σε ένα σημείο πιο κάτω από το λαιμό του.
''Και γιατί ένα τόσο θορυβώδες αγρίμι ήρθε τόσο αθόρυβα;'' Την ρώτησε τώρα χαλαρώνοντας και κάθισε άνετα αφήνοντας ένα μεγάλο χασμουρητό. Το βλέμμα της Άννας είχε ταξιδέψει στα εκτεθειμένα πόδια του καθώς το γιουκάτα είχε λυθεί περισσότερο και μαζευτεί προς τα πάνω.
''Κοιμόσουν.'' Είπε σαν υπνωτισμένη. Ο Χίμπαρι σταμάτησε να τρίβει τα μάτια του και την κοίταξε περίεργος. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
''Βλέπω έγινες άνθρωπος.'' Της είπε παρατηρώντας το πρώτο περίεργο πράγμα πάνω της.
''Μου είπαν ότι θα σε έκανε χαρούμενο.'' Είπε η Άννα και τον κοίταξε στα μάτια. Τώρα αισθανόταν ότι ίσως τελικά να την ένοιαζε να τον κάνει χαρούμενο…
''Δεν σου πάει.'' Της είπε με πλήρη αναισθησία ο νεαρός κλείνοντας το γιουκάτα του.
''Τι κάνεις;'' Τον ρώτησε απλώνοντας τα χέρια της για να τον σταματήσει. Ο Χίμπαρι την κοίταξε σαν να ήταν τρελή. ''Γιατί καλύπτεσαι;'' Τον ρώτησε εκνευρισμένη.
''Τι σόι ερώτηση είναι αυτή;'' Είπε και τίναξε τα χέρια της από πάνω του δένοντας το ρούχο στην θέση του. Τι την είχε τσιμπήσει.
''Εσύ με είδες με την πετσέτα!'' παραπονέθηκε. ''Αυτό είναι άδικο!''
''Γιατί πράγμα μιλάς φυτοφάγο;''
''Είμαστε φίλοι! Έχουμε σχέση! Είσαι ο πρώτος φίλος μου!'' συνέχισε τις ασυναρτησίες της. Και ξαφνικά της κόπηκε η αναπνοή. ''Εκτός και αν πρέπει να είμαι και εγώ η πρώτη φίλη σου για να μου δείξεις!'' είπε αναστατωμένη και τον κοίταξε. ''Έχεις άλλη φίλη;'' Τον ρώτησε και ο Χίμπαρι εκνευρίστηκε. Τι της είχαν πει τα άλλα δύο φυτοφάγα;
''Δεν έχω φίλους.'' Της είπε για να βγάλει τέτοιες ανόητες ιδέες από το κεφάλι της. Η κοπέλα αντί να αποθαρρυνθεί φάνηκε να την ανακουφίζει η πληροφορία.
''Ωραία τότε. Κάνε εμένα πρώτη φίλη σου!'' είπε παθιασμένα και όρμισε πάνω του. Ο άντρας έβαλε το χέρι του στο μέτωπο της κρατώντας την σε απόσταση ασφαλείας καθώς η κοπέλα πάλευε να τον αγγίξει. ''Μην κάνεις έτσι!'' του φώναξε.
''Αν δεν σταματήσεις θα σε δαγκώσω του θανατά.'' Την προειδοποίησε γρυλίζοντας.
''Αν με αφήσεις να σε αγγίξω μπορείς να με αγγίξεις και εσύ!'' είπε η Άννα δοκιμάζοντας την τακτική της ανταλλαγής.
''Δεν ενδιαφέρομαι.'' Της είπε πεζά ο Χίμπαρι και η Άννα σταμάτησε να παλεύει και κάθισε πίσω.
''Είναι επειδή η επιδερμίδα μου είναι άγρια;'' Τον ρώτησε μουτρωμένη καθώς ο Χίμπαρι άφηνε μια ανάσα αλλά αυτή την φορά δεν χαλάρωσε. Ποιος ήξερε πότε θα επιτιθόταν πάλι;
''Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς.'' Της είπε. Ούτε είχε πρόθεση να μάθει. Πήρε μια από τις σακούλες και άρχισε να τρώει.
''Χαζέ Χίμπαρι.'' Μουρμούρισε και πήρε τις άλλες δύο σακούλες ακολουθώντας το παράδειγμα του και αγνοώντας το δολοφονικό του βλέμμα.
''Φάε και φύγε.'' Της είπε όταν τέλειωσε και της γύρισε ξαπλώνοντας την πλάτη.
Η Άννα ήταν στο τρίτο χάμπουργκερ της δεύτερης σακούλας καθώς είχε καρφώσει το βλέμμα της στην πλάτη του. Αναρωτιόταν πως έμοιαζε κάτω από τα ρούχα.
''Μην δοκιμάζεις την τύχη σου.'' Της γρύλισε όταν την ένιωσε να πλησιάζει. Η Άννα προσπαθώντας να τον καλοπιάσει έκοψε στα δύο το τελευταίο χάμπουργκερ. Μεγαλύτερη θυσία δεν μπορούσε να κάνει. Έσπρωξε το μισό κομμάτι στο στόμα του.
Ο Χίμπαρι άνοιξε τα μάτια του απειλητικά. Η Άννα αν και ένιωσε ότι βρισκόταν σε κίνδυνο ήταν πολύ περίεργη. Αισθανόταν σαν από αυτές τις φορές που ανακάλυπτε ένα καινούργιο ζώο του δάσους και ήθελε να το πλησιάσει. Το φαγητό πάντα ήταν ένας τρόπος προσέγγισης.
''Είναι το τελευταίο. Αν το φας θα φύγω.'' Του είπε. Από εμπειρία ήξερε ότι τα άγρια ζώα τα πλησίαζες αργά για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους. Ένα βήμα την φορά. Βέβαια το να προσπαθείς να το ταΐσεις στο στόμα είναι πολλά βήματα μπροστά. Ωστόσο ευελπιστούσε ότι η ανθρώπινη ευφυΐα θα έκανε τα πράγματα πιο εύκολα…
Ο Χίμπαρι χωρίς να χάσει το κοφτερό του βλέμμα με το οποίο την κατακεραυνοβολούσε, άνοιξε απειλητικά το στόμα του και έφαγε το κομμάτι αποφεύγοντας για ελάχιστο τα δάχτυλα της.
''Τώρα φύγε. Μου χαλάς τον ύπνο μου.'' Της είπε με σκοτεινό ύφος. Η Άννα ήταν πολύ χαρούμενη για να το προσέξει. Σηκώθηκε και πήγε να φύγει χοροπηδώντας. Σε αντίθεση με όταν μπήκε που ήταν αθόρυβη τώρα ξεσήκωνε τον κόσμο. ''Πάρε και τα σκουπίδια μαζί, αγρίμι!'' της φώναξε. Η Άννα κάνοντας γρήγορα στροφή έτρεξε τα μάζεψε και έφυγε φωνάζοντας καληνύχτα. Άκουγε τα βήματα της μέχρι να φτάσει στο δωμάτιο της.
Επιτέλους η πρώτη μέρα τέλειωσε. Του φάνηκε αιώνια…
