Συλλογή

''Άννα-σαν! Φορέστε ρούχα!'' ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσε όταν μπήκε μισοκοιμισμένη στην κουζίνα. Ξύνοντας το αχτένιστο κεφάλι της κοίταξε κάτω με κλεισμένα ακόμα από τον ύπνο μάτια. Φορούσε μια φαρδιά φανέλα μακριά ως το μέσο του μηρού της. Την είχε βρει στο ντουλάπι στου δωματίου τους και μάλλον άνηκε σε κάποιον από το Ίδρυμα και ήταν πολύ πιο άνετο σε σχέση με τα περίεργα υφάσματα που της είχαν δώσει για πιτζάμα... Από κάτω προφανώς και ήταν μόνο με το εσώρουχο.

''Δεν είμαι με την πετσέτα.'' Παραπονέθηκε νυσταγμένα καθώς έφτιαχνε το λάστιχο από το κιλοτάκι της. Ήταν τόσο στενά και μικρά, δεν κάθονταν στην θέση τους!

''Ούτε αυτό κάνει!'' της φώναξε. Ο Κουσακάμπε θα πέθαινε από συγκοπή μια μέρα από αυτές… Ήταν άξιο απορίας πως η κοπέλα δεν είχε συναντήσει κάποιον άλλο από το ίδρυμα. Ο Χίμπαρι θεώρησε προτιμότερο να την αγνοήσει.

''Τι; Είναι και αυτό ένα από τα πράγματα που υποτίθεται ότι πρέπει να δει ο πρώτος μου φίλος;'' Γκρίνιαξε εκνευρισμένη καθώς έφευγε κοπανώντας τα πόδια της.

''Δεν καταλαβαίνω τι σκέφτεται…'' παραπονέθηκε ο Κουσακάμπε ετοιμάζοντας όμως το πρωινό της.

''Δεν σκέφτεται.'' Είπε ο Χίμπαρι πίνοντας το τσάι του και διαβάζοντας την εφημερίδα για τυχόν νέα που να τον ενδιαφέρουν.

Η Άννα επέστρεψε μετά από λίγο φορώντας το χθεσινό φόρεμα ανάποδα ακόμα κοιμισμένη και ατημέλητη. Η πεσμένη της ενέργεια όμως δεν την εμπόδισε να καταβροχθίσει το φαγητό μπροστά της και να γλυκοκοιτάζει το πρωινό του Χίμπαρι. Ο Χίμπαρι σταμάτησε να διαβάζει και την κοίταξε με υψωμένο το ένα του φρύδι. Πόσο μεγάλο στομάχι είχε;

Έσπρωξε αργά το πιάτο του προς την μεριά της και όσο την πλησίαζε τόσο το στόμα της άνοιγε. Όταν είδε το χέρι της να πλησιάζει το τραβούσε. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές και ο Χίμπαρι χαμογελούσε σαδιστικά. Του άρεσε αυτό το παιχνίδι. Η φάτσα δυστυχίας που είχε όταν της έπαιρνε το φαγητό από το στόμα ήταν διασκεδαστική.

Θα συνέχιζε το παιχνίδι για περισσότερη ώρα αν δεν έμπαινε κάποιο από τα κατώτερα μέλη στην κουζίνα. Σοβαρός τώρα άφησε το πιάτο του στο έλεος της. Ο νεοφερμένος κοίταξε την κοπέλα περίεργος. Είχαν μάθει για το καινούργιο μέλος και ότι ήταν γυναίκα οπότε όλοι οι άντρες του Ιδρύματος είχαν πολλές ελπίδες για την ομορφιά της. Η απογοήτευση του ήταν απερίγραπτη όταν είδε ένα άχαρο πλάσμα να τρώει με θόρυβο λερώνοντας τα πάντα γύρο του.

''Ευτυχώς που αυτή ήταν η πρώτη επαφή που είχαν μαζί της.'' Είπε ανακουφισμένος ο Κουσακάμπε ποντάροντας ότι το νέο για την άγρια εμφάνιση θα μαθευόταν σε όλα τα μέλη αποθαρρύνοντας τα να πλησιάσουν.

''Χν.'' Είπε ο Χίμπαρι επιστρέφοντας στην εφημερίδα του.

Τίποτα το σχετικό με τον πόλεμο ή τα κουτιά δεν αναφερόταν. Ο άντρας γύρισε την σελίδα στις προσωπικές αγγελίες ψάχνοντας να δει αν υπήρχε κάποιο κωδικοποιημένο μήνυμα. Η εφημερίδα, όμως, έφυγε από τα χέρια του καθώς η Άννα είχε σκαρφαλώσει στο τραπέζι αρπάζοντας την.

Ο Χίμπαρι τινάχτηκε πίσω πιστεύοντας ότι η κοπέλα ξύπνησε και του επιτιθόταν πάλι. Η Άννα, όμως, τον αγνόησε παντελώς και ήταν επικεντρωμένη σε μια αγγελία.

''Ξέρεις να διαβάζεις;'' Την ρώτησε ειρωνικά.

Ξύπνια τώρα η κοπέλα του έριξε ένα εκνευρισμένο βλέμμα και μετά γύρισε την σελίδα που διάβαζε προς το μέρος του.

''Κοσμήματα, φυλαχτά, γούρια χειροποίητα. Διαλέξτε την μαγική πέτρα που σας ταιριάζει.'' Διάβασε ο Κιόγια και την κοίταξε ενοχλημένος. ''Πρώτα φορέματα, τώρα θέλεις κοσμήματα;'' Ρώτησε χωρίς να έχει καμία πρόθεση να ξοδέψει λεφτά για αυτήν σε τέτοιες ανοησίες. Δεν περίμενε το αγρίμι του να φερόταν ποτέ σαν γυναίκα. Ίσως ήταν το χάρισμα της μίμησης. Αν ίσχυε αυτό δεν θα την άφηνε ξανά δίπλα στα δύο θηλυκά φυτοφάγα των Βόνγκολα…

''Όχι, χαζέ Χίμπαρι.'' Του είπε σταυρώνοντας τα χέρια της καθώς κάθισε οκλαδόν χωρίς να νοιάζεται ότι έτσι φαινόταν το εσώρουχο της. Ο Κουσακάμπε βόγκηξε γυρίζοντας την πλάτη του για να πλύνει τα πιάτα, δεν καταλάβαινε πως το αφεντικό του παρέμενε τόσο παγερά αδιάφορο. ''Αυτό που με ενδιαφέρει είναι οι μαγικές πέτρες.'' Του είπε δείχνοντας την τελευταία φράση. Ο Χίμπαρι την κοίταξε περιμένοντας εξηγήσεις. ''Χρειάζομαι ειδικές πέτρες για να φτιάξω δαχτυλίδια.'' Του είπε επιτηδευμένα αργά σαν να ήταν βλάκας. Η φλεβίτσα στο μέτωπο του Χίμπαρι άρχισε να πάλλεται.

''Πήγαινε ντύσου την διέταξε'' ρίχνοντας της μια όχι και τόσο δυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο, ίσα ίσα για να την ρίξει από το τραπέζι. Η Άννα σηκώθηκε γρήγορα τρίβοντας το σημείο.

''Χαζέ Χίμπαρι!'' είπε βγάζοντας την γλώσσα και έτρεξε στο δωμάτιο της πριν την πετύχει η εφημερίδα που της πέταξε.

Όταν βγήκε είχε απλά χτενίσει λίγο τα μαλλιά της. Ο Χίμπαρι την κοίταξε και αναστενάζοντας μπήκε στο δωμάτιο της. Έπιασε ένα στην τύχη από τα φορέματα που είχαν βάλει τα κορίτσια στην ντουλάπα της Άννας και της το πέταξε.

''Φόρα το.'' Είπε ψάχνοντας παπούτσια αγνοώντας επιδεικτικότατα την κοπέλα που ντύθηκε μπροστά του μπροστά του χωρίς πρόβλημα. ''Φόρα και αυτά.'' Της είπε και πέταξε ένα ζευγάρι που βρήκε στον πάτο.

''Δεν μπορώ να περπατήσω σε αυτά.'' Παραπονέθηκε πηγαίνοντας να πέσει αλλά πιάστηκε από τον νεαρό και σηκώθηκε πάλι όρθια προσπαθώντας να ισορροπήσει. ''Για αυτό βγήκα ξυπόλητη! Δεν γίνεται να μην φορέσω παπούτσια;''

''Μην γκρινιάζεις. Με εκνευρίζει.'' Την προειδοποίησε διακριτικά και της πέταξε μια βούρτσα. ''Χτενίσου!''

''Μα χτενίστηκα!''

''Καλύτερα!'' της είπε με φωνή ήρεμη σαν την νηνεμία πριν τον κυκλώνα.

''Όλο απαιτήσεις είσαι…'' μουρμούρισε χτενίζοντας με βία τα μαλλιά της για να φύγουν οι κόμποι. ''Αλλά εγώ όταν ζητάω κάτι είσαι όλο όχι και όχι.'' Συνέχισε προσπαθώντας να ξεκολλήσει την χτένα. Ο Χίμπαρι έκλεισε τα μάτια του αναστενάζοντας, προσπαθούσε να συλλέξει την ψυχραιμία του. Τις τελευταίες ώρες έλεγε στον εαυτό του ότι η Άννα ήταν το καινούργιο του άγριο κατοικίδιο. Θα έπαιρνε καιρό να την εκπαιδεύσει και με την βία θα κατάφερνε τα αντίθετα αποτελέσματα. Αν κατάφερνε να φτιάξει και καλά δαχτυλίδια θα γινόταν σημαντική για το Ίδρυμα. Την κοίταξε να παιδεύεται με κάτι τόσο απλό όσο το βούρτσισμα μαλλιών. Όλα αυτά σε ένα σημείο οδηγούσαν… έπρεπε να την φροντίζει όπως ένα αφεντικό φροντίζει το σκύλο του.

''Είσαι τόσο άχρηστη.'' Είπε αρπάζοντας την βούρτσα και ξεκολλώντας την με δύναμη από το κεφάλι της.

''Με πονάς!'' του φώναξε προσπαθώντας να γλυτώσει αλλά την ακινητοποίησε σπρώχνοντας την κάτω από το σβέρκο.

''Εσύ το έκανες πιο άγρια.'' Της είπε. Τα έκανε τόσο άγρια που κατέστρεφε τα μαλλιά της. Δεν είχε δικαίωμα να μιλάει για την τεχνική του!

''Άλλο εγώ!''

''Μην μιλάς!'' της είπε εκνευρισμένα αλλά φρόντισε να τα κάνει πιο απαλά. Η Άννα τώρα που τα έκανε πιο απαλά είχε χαλαρώσει υπό την περιποίηση του. ''Σήκω.'' Είπε χτυπώντας την στο σβέρκο για να ξυπνήσει. Η Άννα τον αγριοκοίταξε και σηκώθηκε προσπαθώντας να κατευθυνθεί στην πόρτα.

''Μην περπατάς σαν κάβουρας!''

''Θέλω να δω εσύ πως θα περπατάς με αυτά!'' του πέταξε ενοχλημένη. ''Δεν φτάνει που τα φοράω για να είσαι χαρούμενος, γκρινιάζεις και από πάνω!''

Ο Χίμπαρι ενοχλημένος κοίταξε πάλι στην βαλίτσα για ένα απλό παπούτσι. Προς μεγάλη του τύχη βρήκε κάτι αθλητικά και της τα πέταξε.

''Μην γκρινιάξεις πάλι.'' Την προειδοποίησε.

''Πολύ καλύτερα!'' είπε χοροπηδώντας και βγαίνοντας από το δωμάτιο χωρίς να τον περιμένει.

Μπήκαν ήσυχα στον ανελκυστήρα που τους έβγαζε στο εσωτερικό ενός εγκαταλελειμμένου ναού.

''Είναι κοντά το κοσμηματοπωλείο;'' Τον ρώτησε καθώς ο άντρας ξεκλείδωνε μια πόρτα και έμπαινε σε ένα σκοτεινό μεγάλο χώρο.

''Στο κέντρο.'' Της απάντησε. ''Πήγαινε να ανοίξεις την έξοδο.'' Είπε και πέταξε τα κλειδιά.

''Ένας ναός με γκαράζ για αυτοκίνητα;'' Είπε η Άννα σαν να ήταν περίεργο όταν το φως της μέρας αποκάλυψε το περιεχόμενο του δωματίου.

''Λες και ξέρεις τι είναι φυσιολογικό και τι όχι.'' Της πέταξε παρκάροντας την μηχανή κοντά της και περιμένοντας την να κλειδώσει και να ανέβει πίσω του.

''Μπορώ να το μυρίσω. Δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Το παρκινγκ ταιριάζει σε μέρη όπως αυτά της βάσης των Βόνγκολα! Τώρα που το θυμάμαι είχαν και αυτοί ένα δωμάτιο με το ίδιο άρωμα.'' Σχολίασε καταφέρνοντας με δυσκολία να φορέσει το κράνος που της έδωσε.

''Έχεις καλή μύτη.'' Είπε ο άντρας απλά πριν πατήσει γκάζι. Η Άννα άφησε μια κραυγή έκπληξης πριν πιαστεί από πάνω του. Η μηχανή πήγαινε γρήγορα. Ο δρόμος από κάτω τους ήταν θολός. Μπορεί να μύριζε καυσαέριο αλλά ο αέρας που σφύριζε ήταν κάτι μαγευτικό. Ποτέ δεν είχε ακούσει αυτό το σφύριγμα, την έκανε να θέλει να βγάλει το κράνος για να βουλώσουν τα αφτιά της και να ανακατευτούν τα μαλλιά της. Δεν θα το έκανε, όμως, ήταν ο Χίμπαρι που της είχε δώσει να βάλει το κράνος. Αυτό από μόνο του σήμαινε 'μην το βγάλεις μέχρι να σου πω.'. Ωστόσο έβγαλε τα χέρια της από γύρω του και τα άπλωσε προσπαθώντας να πιάσει τον αέρα.

''Αυτό έχει πλάκα!'' του φώναξε για να ακουστεί και γέλασε απολαμβάνοντας το. Ο Χίμπαρι δεν της απάντησε ωστόσο χαμογέλασε αδιόρατα μέσα από τον καθρέφτη και αύξησε την ταχύτητα κάνοντας την κοπέλα να γελάσει περισσότερο. Όσο εύκολο της ήταν να γκρινιάξει άλλο τόσο εύκολο ήταν να γελάσει.

Μετά από λίγο ακούμπησε χαλαρά τα χέρια της στην πλάτη του συνηθίζοντας την ταχύτητα, πια δεν φοβόταν μην πέσει. Ήσυχα κοίταξε την θέα καθώς κατέβαιναν τον λόφο όπου υπήρχε ο ναός και το δάσος που έκρυβαν τους Βόνγκολα. Στους πρόποδες βρισκόταν η πόλη και μακριά στο βάθος διέκρινε την θάλασσα. Δεν έκαναν ώρα να φτάσουν…

''Ήθελα να κρατήσει και άλλο.'' Είπε καθώς κατέβαινε παλεύοντας να ξεκουμπώσει το κράνος.

''Υπάρχει και η επιστροφή.'' Της είπε ουδέτερα και χτύπησε τα χέρια της για να τα μαζέψει ώστε α μπορέσει να της το ξεκουμπώσει εκείνος.

Περπάτησαν σε έναν κεντρικό δρόμο με μαγαζιά και ανθρώπους που έκαναν τα ψώνια τους. Ο Χίμπαρι έστριψε σιωπηλά σε ένα ήσυχο στενό με την Άννα να τρέχει δίπλα του. Ήταν αρκετά ψηλός ώστε το δικό του γρήγορο περπάτημα με τις μεγάλες δρασκελιές να ισοδυναμεί με απαλό τρέξιμο από την κοντή Άννα.

''Αυτό είναι.'' Είπε η Άννα κοιτώντας την ετοιμόρροπη ξύλινη ταμπέλα με τα καλλιγραφικά γράμματα 'LoveStone'. Ήταν ένα μικρό ξύλινο μαγαζάκι με ένα παράθυρο τόσο σκονισμένο που ήταν σχεδόν μαύρο και μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα.

''Είσαι σίγουρη ότι θα έχει αυτό που ψάχνεις;'' Την ρώτησε με αμφιβολία. ''Μπορούμε να κοιτάξουμε και αλλού.''

''Όχι, αυτό είναι!'' είπε σίγουρη καθώς ανέβαινε τα σκαλιά που έτριξαν από το βάρος της. Ο Χίμπαρι την ακολούθησε χωρίς να αμφιβάλλει άλλο. Δεν θα του φαινόταν περίεργο αν είχε μυρίσει τις πέτρες ή κάτι παρόμοιο.

Η πόρτα άνοιξε με θόρυβο και ένα καμπανάκι αντήχησε στον αραχνιασμένο χώρο. Το μαγαζί φαινόταν εγκαταλελειμμένο. Κοσμήματα αντίκες είχαν χάσει την λάμψη τους, βελούδινες θήκες είχαν γίνει γκρι από την πάροδο του χρόνου και οι γυάλινες προσθήκες ήταν τόσο σκονισμένες που δεν έβλεπες πια το εμπόρευμα μέσα σε αυτές.

''Είναι κανείς εδώ;'' Φώναξε η Άννα και η φωνή της ήχησε στο κενό. Ο Χίμπαρι ήταν έτοιμος να επαναλάβει την πρόταση του όταν ένιωσε την παρουσία κάποιου στο δωμάτιο και ακούμπησε επιφυλακτικά το χέρι του στο τόνφα του.

''Μην μου πείτε ότι είστε πελάτες;'' Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που έσταζε ζάχαρη. Μια πόρτα που δεν είχαν προσέξει γιατί είχε γίνει ένα με τον μουντό τοίχο με την κατεστραμμένη ταπετσαρία, άνοιξε ασυνήθιστα αθόρυβα. Μια κοντή γιαγιά, με μεγάλα γυαλιά και μαλλιά άσπρα και μακριά που σκούπιζαν το βρώμικο πάτωμα, ανέβηκε την σκάλα τρεκλίζοντας και ήρθε με το μπαστούνι της να τους καλωσορίσει.

Ο Χίμπαρι έβγαλε το χέρι του αλλά κράτησε την επιφυλακή του, δεν θα του φαινόταν περίεργο αν η πωλήτρια ήταν γριά μάγισσα.

''Θεία Μαρίζα; Εσύ είσαι έτσι;'' Ρώτησε η Άννα χαρούμενα πλησιάζοντας την γριά γυναίκα και σκύβοντας στο ύψος της. Ο Χίμπαρι ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένος τα μάτια του. Το μικρό αγρίμι που έφερε από το βουνό στον πολιτισμό ήξερε κάποιον από το Ναμίμορι; Και φυσικά αυτός ο κάποιος άνηκε στην ίδια κατηγορία εκκεντρικών φυτοφάγων όπως αυτή.

''Ποια είσαι εσύ;'' Ρώτησε η γυναίκα βγάζοντας τα γυαλιά που έκρυβαν τα μάτια της, σκουπίζοντας τα και φορώντας τα πάλι. ''Τώρα, μάλιστα! Μπορώ να δω καθαρά. Άτιμη σκόνη!'' είπε σαν να είχε άνοια. Το ξεθωριασμένο γαλάζιο του ματιού της επικεντρώθηκε στην κοπέλα. Ανοιγόκλεισε μερικές φορές τα τρομακτικά μεγάλα μάτια της με τις καψαλισμένες βλεφαρίδες.

''Θεία Μαρίζα! Εγώ είμαι η Άννα! Η μαθήτρια του παππού Τάλμποτ!'' είπε η Άννα δυνατά καθώς θυμόταν όταν η γριά έπασχε από μικρή κώφωση.

''Η Άννα; Η μικρή Ανίτα; Το παλιόπαιδο που μάζεψε αυτός ο ξεμωραμένος Τάλμποτ από το απαγορευμένο δάσος;'' Φώναξε η γιαγιά πιάνοντας το πρόσωπο τη κοπέλας στα χέρια της και φέρνοντας το μπροστά στην μύτη της. ''Ασχήμυνες!'' της είπε και την απελευθέρωσε καθώς πήγε να κάτσει στην κουνιστή της πολυθρόνα.

''Κανείς δεν γερνάει τόσο όμορφα όπως εσύ, θεία Μαρίζα.'' Είπε χαμογελώντας η Άννα συνηθισμένη από την συμπεριφορά της γριάς.

''Μην με κοροϊδεύεις… Δεν με ξεγελάς εμένα με τα γλυκά σου χαμόγελα!'' είπε κουνώντας το μπαστούνι της. Η Άννα χαμογέλασε και κοίταξε τον Χίμπαρι κλείνοντας του το μάτι.

''Όλοι οι γνωστοί σου είναι γέροι και παράξενοι;'' Την ρώτησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε.

''Είναι φίλοι του Τάλμποτ. Τι περίμενες;'' Τον ρώτησε.

''Αυτός ο μορφονιός, ποιος είναι;'' Είπε η θεία Μαρίζα και η φωνή της ήταν πάλι μελιστάλαχτη.

''Θεία Μαρίζα έφτιαξε η όραση σου;'' Ρώτησε δήθεν έκπληκτη η Άννα.

''Σκασμός, αναιδεστάτη. Να δείχνεις σεβασμό στους μεγαλύτερους σου.'' Της είπε κοπανώντας την με τη μαγκούρα. ''Έχω μάτι για τα ωραία πράγματα.'' Είπε γελώντας και τρίβοντας τα δαχτυλίδια της που σε αντίθεση με όλο το μαγαζί έλαμπαν με χρώματα που έμοιαζαν ζωντανά, πιο ζωντανά και από την γριά την ίδια. Στα χρώματα του ουράνιου τόξου.

Ο Χίμπαρι ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται ωστόσο το αγρίμι του με το ζωώδες ένστικτο του ήταν ήρεμο σαν να ήταν σπίτι.

Η γριά είδε ότι κοιτούσαν τα δαχτυλίδια της. ''Τι; Θέλετε ένα από αυτά;'' Ρώτησε σαν κακομαθημένο που τους τα δείχνει για να ζηλέψουν. ''Δεν σας τα δίνω! Είναι δικά μου!'' είπε κακαρίζοντας και κρύβοντας το χέρι της στην τσέπη της.

''Δεν ήρθαμε να σου τα πάρουμε θεία Μαρίζα.'' Είπε η Άννα εντελώς ψύχραιμη.

''Τότε γιατί ήρθες, τρελοκόριτσο;'' Είπε η γριά χαμογελώντας. Μέχρι και τα δόντια της είχαν χρωματιστές πέτρες.

''Χρειάζομαι ακατέργαστους κρυστάλλους.'' Είπε η κοπέλα και κάθισε στο βρώμικο πάτωμα βάζοντας τα χέρια της στα αδύναμα γόνατα της γριάς.

''Τι τους θέλεις τους κρυστάλλους; Να φτιάξεις δαχτυλίδια;'' Ρώτησε η θεία Μαρίζα και γέλασε σαν η ιδέα να ήταν γελοία. ''Έμαθε να φτιάχνεις; Είσαι μια από εμάς;'' Ρώτησε και η φωνή της χαμήλωσε συνωμοτικά.

''Σε παρακαλώ, θεία Μαρίζα… Σε παρακαλώ πολύ;'' Είπε η Άννα και ακουγόταν σαν κοριτσάκι που παρακαλούσε την γιαγιά της για ένα ακόμα παραμύθι.

''Όχι, όχι, όχι. Δεν με πείθεις με τα γλυκά σου παρακάλια!'' είπε σπρώχνοντας την με την μαγκούρα και μπαίνοντας στο δωμάτιο από όπου είχε εμφανιστεί αφήνοντας, όμως, ανοιχτή την πόρτα σαν να τους προσκαλούσε. Η Άννα χοροπήδησε χαρούμενα και έκανε να την ακολουθήσει αλλά το χέρι του Χίμπαρι την έπιασε σφιχτά από τον αγκώνα.

''Άννα…'' είπε και η φωνή του, το γεγονός ότι χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το όνομα της έκανε την κοπέλα να καταλάβει ότι ο άντρας αισθανόταν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

''Μην ανησυχείς η θεία Μαρίζα είναι ανατριχιαστική αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά μια τρελή γριά που ζει με τις πέτρες της και διψάει για την προσοχή μας.'' Του είπε πιάνοντας το χέρι του απαλά και βγάζοντας το από πάνω της. ''Αν φοβάσαι μπορείς να περιμένεις έξω!'' του πέταξε πιο παιχνιδιάρικα καθώς εξαφανίστηκε χοροπηδώντας στην σκάλα.

''Ποιος φοβάται, μικρό αγρίμι.'' Γρύλισε και την ακολούθησε στο υπόγειο καθώς η πόρτα πίσω τους έκλεισε από μόνη της.

Ο Χίμπαρι σταμάτησε στην άκρη της σκάλας κοιτώντας το σκοτεινό. Ήταν ένα εργαστήριο με μοναδική πηγή φωτός τις πέτρες και την σκόνη τους που είχε κολλήσει παντού και έλαμπε με ένταση σε διάφορους χρωματισμούς. Η Άννα πήρε το χέρι του και τον τράβηξε στο κέντρο, με το βλέμμα της τον κορόιδευε 'έλα, μικρό αγόρι, πιάσε το χέρι μου αν φοβάσαι.' Εκνευρισμένος τινάχτηκε μακριά από την λαβή της.

''Η γκρίζα σκόνη που έβλεπες ήταν η σκόνη πετραδιών που δεν είχαν ευλογηθεί ακόμα.'' Του ψιθύρισε. Ευλογηθεί… ο Χίμπαρι θυμήθηκε τα λόγια της γριάς. 'Έγινες μια από εμάς;' Είχε ρωτήσει την Άννα. Η κοπέλα είχε εγκαταλείψει το πλευρό του και είχε πλησιάσει την γριά που καθόταν στο πάτωμα με ένα βρώμικο πανί με πέτρες μπροστά της.

''Θεία Μαρίζα; Τι φτιάχνεις;'' Ρώτησε όλο παιδική περιέργεια η Άννα σαν να ρωτούσε την μαμά της τι μαγείρευε.

''Πέτρες φτιάχνω, ανόητο κατσίκι!'' είπε η γριά και έβαλε τα χέρια της από πάνω σαν να ήθελε να κρύψει κάτι.

''Θα δείχνουν τόσο θαυμάσιες όσο αυτές που φοράς;'' Ρώτησε η Άννα και κάθισε απέναντί της.

''Φυσικά γιατί είμαι μαέστρος!'' είπε γελώντας αλαζονικά. ''Αλλά ψάξε την δική σου τεχνική! Μην κλέβεις την δική μου! Πανούργα κλέφτρα!'' της τσίριξε και κάλυψε τις πέτρες της με το πανί.

''Θεία, το ξέρουμε ότι η τεχνική σου με την εμπειρία αιώνων δεν μπορεί να κλαπεί από μια αρχάρια όπως εγώ…'' είπε η Άννα με μετριοφροσύνη που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε δείξει.

''Γιατί είσαι η μικρή και ανόητη μαθήτρια αυτού του Τάλμποτ!'' είπε η Μαρίζα ικανοποιημένη.

''Για αυτό δεν θα ήθελες απλά να μου δώσεις μερικούς ακατέργαστους λίθους; Μια μαέστρος της δική σου κλάσης σίγουρα έχει λίγους άψυχους ακόμα λίθους να μου δώσει… Πρέπει να είναι ψίχουλα για σένα.'' Είπε η Άννα καλοπιάνοντας την γριά που πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο ψελλίζοντας σαν τρελή τις σκέψεις της.

''όπως ο δάσκαλος, έτσι και η μαθήτρια. Θέλουν να μου κλέψουν τα μυστικά. Να με ξεπεράσουν. Ζηλεύουν τις πέτρες μου… Όχι, όχι…''

Η Άννα αναστέναξε, δεν ήταν τόσο καλή να την φέρνει στα νερά της όπως ο Τάλμποτ. Μάλλον ήταν η εμπειρία που της έλειπε. Γνώριζε όμως κάτι που θα έκανε την γριά σίγουρα να της δώσει αυτό που ήθελε. Άλλωστε παλιομοδίτες μαέστροι όπως αυτή λάτρευαν ένα πράγμα στον κόσμο… Κοίταξε τον Χίμπαρι, σίγουρα το Ίδρυμα ή οι Βόνγκολα είχαν από αυτό στις θυρίδες τους… ήταν σύμβολο δύναμης.

''Πόσα είσαι πρόθυμος να δώσεις για τα δαχτυλίδια;'' Τον ρώτησε ήσυχα. Ο Χίμπαρι την κοίταξε προσπαθώντας να διαβάσει τις προθέσεις της.

''Φρόντισε τα μηδενικά να αξίζουν…'' της είπε απειλητικά και η Άννα χαμογέλασε επιστρέφοντας στην μισοτρελαμένη γριά.

''Θεία Μαρίζα τι λες για μια ανταλλαγή;'' Ρώτησε καθώς σηκωνόταν τινάζοντας το πλέον κατεστραμμένο από την κρυστάλλινη σκόνη φόρεμα της. Τα μάτια της γριάς έλαμψαν σαν να καταλάβαινε κάτι που ο Χίμπαρι όσο και να προσπαθούσε δεν μπορούσε.

''Τι; Τι; Τι θα μου δώσεις; Είναι κίτρινο; Είναι ψυχρό και βαρύ; Λάμπει;'' Είπε και κάθε φορά ερχόταν όλο και πιο κοντά παίρνοντας τα χέρια της κοπέλας στα δικά της.

''Ναι λάμπει πιο φωτεινά και από αυτές τις άψυχες πέτρες που χρειάζομαι…'' είπε η Άννα αφήνοντας την γριά να την παρασύρει σε ένα τρελό στριφογυριστό χορό. Η γριά που πριν δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια της τώρα σβούριζε σαν δαίμονας.

''Χρυσός! Χρυσός! Γλυκός χρυσός! Είναι ράβδοι ή κέρματα; Δεν έχει σημασία! Ο χρυσός είναι χρυσός!'' φώναζε και παραληρούσε. Σαν να θυμήθηκε ότι χρειαζόταν να δώσει κάτι για να τον πάρει άφησε τα χέρια της Άννας που μέσα στην ζάλη εκσφενδονίστηκε. Ο Χίμπαρι γρήγορος βρέθηκε για να την πιάσει.

''Χρυσός;'' Ψιθύρισε στο αφτί της καθώς την βοηθούσε να σταθεί στα πόδια της.

''Δεν έχεις;'' Ρώτησε η Άννα.

''Δεν είναι ότι δεν έχω. Απλά είναι περίεργο συνάλλαγμα.''

''Είναι το μόνο συνάλλαγμα που δέχεται ο κόσμος μας. Δεν χάνει ποτέ την αξία του.''

''Τι μουρμουράτε, εσείς οι δύο; Είστε κατεργάρηδες; Κλέφτες; Θα μου πάρετε το χρυσαφί χρυσό μου;'' Τους φώναξε παρανοϊκά η γριά.

''Θεία Μαρίζα κάναμε μια συμφωνία!'' είπε η Άννα χαμογελώντας και έκανε να φύγει αλλά ο άντρας την κράτησε στην θέση της.

''Θα μου πεις μετά για αυτόν τον κόσμο.'' Της είπε χωρίς να σηκώνει αντιρρήσεις και την άφησε, η κοπέλα σε αυτή την συναλλαγή δεν έχασε ποτέ το χαμόγελο της.

''Θεία Μαρίζα! Τι λες για δύο ράβδους για εφτά επτάδες;'' Ρώτησε η Άννα παζαρεύοντας.

''Είσαι κλέφτρα! Είσαι άτιμη!'' φώναξε η θεία Μαρίζα σαν να διασκέδαζε την διαδικασία. ''Εφτά για εφτά επτάδες!''

''Θεία Μαρίζα είσαι υπερβολική. Δεν ζήτησα έτοιμα κρύσταλλα! Θέλω ακατέργαστη πέτρα. Αμέθυστο, υαλίτη, ακουαμαρίνη, πέριδοτ, κιτρίνη, καρνέλιαν και γρανάτη.''

Η θεία Μαρίζα άρχισε να δαγκώνει τα νύχια της σαν παιδί που πιάστηκε για σκανταλιά. Στριφογύρισε μουρμουρίζοντας.

''Με έπιασε, με έπιασε. Ξύπνιο ζιζάνιο.'' Σταμάτησε και την κοίταξε πονηρά βάζοντας την ροζιασμένη ανοιχτή παλάμη της στο πρόσωπο της κοπέλας. ''Πέντε!'' φώναξε ''Πέντε, πέντε, πέντε!''

Η Άννα γέλασε και έπιασε το χέρι της κατεβάζοντας το ένα δάχτυλο.

''Θες να πεις τέσσερα.'' Της είπε χαμογελώντας γλυκά και η γριά κοίταξε το χέρι της σαν να μην καταλάβαινε τι έγινε.

''Τέσσερα. Τέσσερα! Ούτε πάνω, ούτε κάτω! Πάρε το ή φύγε! Αλλά ότι και αν αποφασίσεις άσε το χρυσό πίσω!'' είπε χοροπηδώντας.

''Σύμφωνοι, θεία Μαρίζα!'' είπε η Άννα και έπιασε ένα σκονισμένο χαρτί από τον πάγκο και μια φτερωτή πένα σημειώνοντας τους όρους και τα ποσά ανταλλαγής.

Η γριά έπιασε το χέρι της και έβγαλε ένα στιλέτο από την ποδιά της. Ο Χίμπαρι μόλις το είδε έβγαλε το τόνφα του έτοιμος να επιτεθεί όταν είδε την Άννα να υψώνει το άλλο της χέρι χωρίς να τον κοιτάζει σταματώντας τον. Ο άντρας δεν κουνήθηκε, είδε την γριά να τσιμπάει τον δείκτη της Άννας και να αφήνει το αίμα να στάξει στο χαρτί. Η Άννα μετά επανέλαβε το ίδιο πράγμα σαν να ήταν φυσιολογικό.

''Σφράγισε. Σφράγισε. Περιμένω το χρυσό! Αν δεν το βρω, θα έρθω να σε βρω…'' της είπε απειλητικά.

''Φυσικά θεία Μαρίζα. Θα περιμένω τα τσουβάλια. Θέλω μεγάλες πέτρες… όχι χαλίκια… είναι στο συμβόλαιο…'' της είπε πλησιάζοντας τον Χίμπαρι.

''Έλα, πάμε.'' Του είπε τραβώντας τον από το μανίκι και φεύγοντας προς τα πάνω. Η γριά έμεινε πίσω να κοιτάζει το συμβόλαιο σιγοτραγουδώντας για τον πολύτιμο χρυσό.

Το μαγαζί ήταν όπως ακριβώς το άφησαν. Όταν βγήκαν έξω στον κεντρικό δρόμο, όμως, ήταν ελαφρώς αποπροσανατολιστικό. Έκαναν ώρα να συνηθίσουν το φως του ηλίου. Η βαβούρα και η κίνηση της καθημερινής ζωής έμοιαζε σαν εντελώς διαφορετικός κόσμος.

Η Άννα τεντώθηκε και σπασμοί ακούστηκαν από τα κόκκαλα της. ''Επιτέλους τέλειωσε. Έπρεπε να το είχα κάνει από την αρχή… Δεν πρέπει να έχει παράπονο, πέτυχα καλή τιμή! Τέσσερις ράβδοι για εφτά επτάδες… Αν της πει κανένας ότι την ξεγέλασαν θα θυμώσει…'' είπε η Άννα αλλά μετά γέλασε ''Πάλι καλά που δεν θα το θυμάται!''

''Δεν θα μπορεί να σε βρει με αυτό το συμβόλαιο;'' Ρώτησε ψύχραιμα ο Χίμπαρι.

''Μόλις τελειώσει η συμφωνία καίγεται.'' Είπε η κοπέλα κοιτώντας την βιτρίνα ενός ζαχαροπλαστείου.

''Είστε σατανιστές ή κάτι τέτοιο; Ποιος χύνει αίμα για ένα συμβόλαιο.'' Σχολίασε χωρίς συναίσθημα ο άντρας και η Άννα τον κοίταξε σαν να το έβρισκε αστείο.

''Και εσύ ανήκεις στην μαφία. Μην μου πεις ότι δεν έχεις υπογράψει ποτέ με αίμα…'' του είπε και την κοίταξε σαν να ήταν τρελή.

''Ποτέ.'' Είπε και η κοπέλα γούρλωσε τα μάτια της. ''Μα ο Τάλμποτ μου είχε πει ιστορίες!'' παραπονέθηκε. Και ποτέ δεν της έλεγε ψέματα.

''Τότε ήταν από αιώνες που οι άνθρωποι ήταν βάρβαροι…'' είπε κοιτώντας την με νόημα.

''Δεν είμαστε βάρβαροι!'' του πέταξε.

''Τότε τι είστε; Τι είναι αυτά τα δύο αιωνόβια γερόντια; Για πόσο καιρό θα ζήσεις;'' Την ρώτησε ειλικρινά περίεργος. Η Άννα χαμογέλασε πονηρά.

''Ας κάνουμε μια ανταλλαγή.'' Άρχισε να λέει.

''Δεν σου δίνω ράβδους χρυσού.'' Την πρόλαβε.

''Είπα ότι ο χρυσός είναι για τους παραδοσιακούς. Ο Τάλμποτ και οι Μαρίζα είναι από τους πρώτους, τον έχουν σε εκτίμηση. Εγώ ικανοποιούμαι και με άλλα πράγματα…'' είπε δείχνοντας διακριτικά το ψυγείο με τα παγωτά.

''Είσαι τόσο παιδική…'' ξεφύσηξε ο Χίμπαρι και την πήγε να κάτσουν σε ένα παγωτατζίδικο και παραγγέλνοντας της ότι πιο σπέσιαλ και μεγάλο είχε ο κατάλογος. ''Μίλα!'' την διέταξε όταν σέρβιραν σε αυτή έναν πύργο με όλες τις γεύσεις παγωτού, σιρόπια, σαντιγί και μπισκότα και σε αυτόν ένα φλιτζάνι τσάι.

Η κοπέλα που βρισκόταν στον έβδομο ουρανό καθώς γευόταν για πρώτη φορά αυτό το εξαίσιο παγωμένο έδεσμα που έκαναν το καλοκαίρι να αξίζει τον καύσωνα, σταμάτησε και τον κοίταξε βγάζοντας το κουταλάκι από το στόμα.

''Θα στα πω γρήγορα για να μην λιώσει.'' Τον προειδοποίησε. ''Λοιπόν μια φορά και ένα καιρό πριν πολλούς αιώνες υπήρχε μια μικρή ομάδα ανθρώπων που πειραματίζονταν με την επιστήμη της χημείας, της φυσικής και της, ας πούμε απλουστοποιημένα, μαγείας. Αυτοί ήταν οι αλχημιστές. Ο Τάλμποτ και η Μαρίζα άνηκαν σε αυτόν τον κύκλο. Το ότι ζουν ακόμα είναι αποτέλεσμα διαφόρων αλχημειών και ατελή πειραμάτων για την δημιουργία της φιλοσοφικής λίθου. Το αν θα ζήσω τόσα χρόνια εξαρτάται από το ταλέντο μου και την επιθυμία μου να θέλω να γίνω αθάνατη. Αλλά όπως δεν με ενδιαφέρει ο χρυσός έτσι δεν με ενδιαφέρει και η αιωνιότητα.'' Είπε στον Χίμπαρι που την άκουγε με ενδιαφέρον.

''Τι σχέση έχουν οι αλχημιστές με τις πέτρες και τα κουτιά;'' Την ρώτησε.

''Τα πάντα έχουν σχέση με αυτά. Οι αλχημιστές ασχολούνται με την μεταβίβαση και την μετατροπή ενέργειας. Μελετάμε ότι έχει, αποθηκεύει, μεταφέρει ή αλλάζει την ενέργεια. Ότι μας δίνει η φύση, ότι υπάρχει και γεννιέται από την φύση έχει πνοή. Οι ιδιότητες των πετρών και των μεταλλευμάτων αν χρησιμοποιηθούν σωστά μπορεί να κάνουν θαύματα ή να ρίξουν κατάρες. Φαντάσου αν τα ενώσεις, αν τα σμιλεύσεις καλά ίσως να καταφέρεις με ένα τους άγγιγμα να μεταμορφώσεις τα πάντα σε χρυσάφι.'' Είπε με πάθος. ''Το Τρι νι σετ, πριν χωριστεί στα δαχτυλίδια των Βόνγκολα, των Μαρέ και των ακρομπαλένο τι νομίζεις ότι ήταν;''

''Ήταν πέτρινες πλάκες;'' Ρώτησε έκπληκτος ο Χίμπαρι.

''Τοποθετημένες σε ένα φυσικό σιντριβάνι που ο μύθος λέει ότι έχει αναζωογονητικές ιδιότητες.'' Οι δύο νέοι κοιτάχτηκαν με νόημα. ''Δεν ξέρω που είναι αλλά θα με βοηθήσεις να το βρω, έτσι;'' Τον ρώτησε και ο Χίμπαρι της χαμογέλασε κροκοδειλίσια.

''Μόνο επειδή ενδιαφέρομαι να το βρω και εγώ.''

''Φυσικά.'' Είπε και γύρισε στο παγωτό της.

''Γιατί έγινες αλχημίστρια; Τι ψάχνεις αν δεν ενδιαφέρεσαι για την αθανασία ή για τον πλούτο;'' Την ρώτησε περίεργος. Συνήθως δεν τον ενδιέφεραν οι άλλοι αλλά η Άννα, οι αλχημιστές που δεν ήξερε τι ύπαρξη τους, τον ιντρίγκαραν. Η Άννα αποδεικνυόταν ιδιαιτερότητα ακόμα και ανάμεσα τους.

''Δεν ήταν ακριβώς επιλογή μου. Ο Τάλμποτ με μεγάλωσε και μου έμαθε την τέχνη του. Επειδή αγαπώ τον Τάλμποτ σαν παππού μου αγάπησα την αλχημεία. Τώρα αν ψάχνω κάτι…'' είπε κοιτάζοντας τον ουρανό σαν να περίμενε να της πει την απάντηση. ''Υποθέτω ότι μου αρέσει η αναζήτηση. Ο κόσμος είναι γεμάτος με αναπάντητα ερωτήματα για τα οποία είμαι περίεργη. Έζησα αποκλεισμένη ακούγοντας ιστορίες και διαβάζοντας πράγματα που δεν είχα δει. Απλά είμαι περίεργη.'' Είπε και τον κοίταξε χαμογελώντας.

''Χν. Είμαι και εγώ περίεργος. Και ο κόσμος είναι ένα μεγάλο μέρος που μπορεί να κρατάει την βαρεμάρα μου σε απόσταση.'' Της είπε και άπλωσε το χέρι του για να σκουπίσει λίγη σαντιγί από την μύτη της γλύφοντας την μετά από τα δάχτυλα του.

''Υποθέτω ότι ταιριάζουμε τότε…'' είπε η Άννα σαν να μην έγινε τίποτα τρώγοντας την επόμενη μπάλα παγωτού.

''Χν.'' Συμφώνησε ήσυχα και έκρυψε το ικανοποιημένου του χαμόγελο πίσω από το φλιτζάνι.