Αλχημεία Πετρών
''Πονάω…'' γκρίνιαζε όλο το απόγευμα η Άννα στο Ίδρυμα καθώς στριφογύριζε ξεδιάντροπα στο πάτωμα του δωματίου του Χίμπαρι.
''Ποιος σου είπε να φας τόσο παγωτό;'' Την ρώτησε αναίσθητος.
''Εσύ μου το αγόρασες!'' τον κατηγόρησε με άγρια φωνή πριν επιστρέψει στο κλαψούρισμα.
Η πόρτα σύντομα άνοιξε και μπήκε ο Κουσακάμπε μέσα.
''Τον έφερα!'' είπε λαχανιασμένος και από πίσω του εμφανίστηκε ο γιατρός των Βόνγκολα γνωστός για την αγάπη του στο γυναικείο φύλο. Ξαφνικά ο Χίμπαρι ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του. Αυτός πρέπει να ήταν ο χειρότερος συνδυασμός. Ο διεστραμμένος γυναικάς με την αδιάντροπη γυναίκα.
''Άκουσα ότι μια δεσποινίς με έχει ανάγκη…'' είπε με γλοιώδη φωνή μπαίνοντας στο δωμάτιο. Η Άννα που καθόταν ανάσκελα σήκωσε ελαφρά το κεφάλι για να κοιτάξει πάνω από το στήθος της χωρίς να την νοιάξει να κλείσει τα πόδια της. ''Ω, καημένο μου πλάσμα. Πρέπει να πονάς πολύ!'' είπε με χαρά ο γιατρός Σαμάλ καθώς γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της. Η Άννα ανακάθισε και του έγνεψε δυστυχισμένα ενώ ο Χίμπαρι συγκρατιόταν για να μην παρέμβει.
''Που πονάς;'' Την ρώτησε ευτυχισμένος που βρήκε τόσο υπάκουη πελάτισσα.
''Εδώ.'' Είπε ακουμπώντας την κοιλιά της και ο Σαμάλ μόνο που δεν έκλαψε.
''Στην κοιλίτσα; Άσε με να την πιέσω.'' Της είπε και την χάιδεψε. ''Πονάς εδώ;'' Την ρώτησε.
''Όχι.''
''Εδώ;''
''Όχι.''
''Εδώ;''
''Γιατρέ μου, αν δεν με πιέσεις δεν νομίζω ότι θα πονέσω.'' Είπε η Άννα που δεν καταλάβαινε ότι ο γιατρός της εκμεταλλευόταν.
''Όχι, ξέρω τι κάνω!'' της είπε σαν να θυμόταν ξαφνικά πως συμπεριφέρονται οι γιατροί. ''Είναι σοβαρό.'' Είπε μακάβρια και η Άννα χλόμιασε ανήσυχη. ''Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου στο ιατρείο; Θα σου κάνω κάτι που θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα στο λεπτό. Και δεν πονάει καθόλου…'' της είπε και σαν γητευτής την πήρε από το χέρι και την σήκωσε.
''Ως εδώ.'' Μίλησε επιτέλους ο Χίμπαρι που έβλεπε το αγρίμι του να καταλήγει στο στόμα του λύκου που την είχε προειδοποιήσει το φυτοφάγο, η Χάρου, χθες.
''Τσκ.'' Έκανε δυσαρεστημένος ο γιατρός που του χάλασαν την δουλειά.
''Κουσακάμπε βρες έναν κανονικό γιατρό πριν δαγκώσω αυτόν.'' Είπε και τράβηξε την Άννα προς το μέρος του.
''Θες να με σκοτώσεις; Σου αρέσει να με βλέπεις να υποφέρω;'' Τον ρώτησε καθώς οι κοιλιά της έκανε περίεργους θορύβους και η Άννα άρχισε πάλι να βογκάει.
''Απλά πήγαινε τουαλέτα.'' Της είπε ενοχλημένος που η κοπέλα δεν καταλάβαινε. Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά και η κοπέλα έτρεξε σαν να πήρε φωτιά. Ο Σαμάλ αναστέναξε, δεν μπορούσε να φύγει και να αφήσει την κοπέλα πίσω να πονάει. Αναστενάζοντας έδωσε μια συνταγή.
''Πείτε στην χαριτωμένη δεσποινίς ότι μου χρωστάει ένα ραντεβού.'' Είπε και έφυγε χωρίς να τους χαιρετήσει.
''Συγγνώμη Κιο-σαν.'' Είπε ο Κουσακάμπε που πάνω στο άγχος του δεν σκέφτηκε τις συνέπειες της επιλογής του συγκριμένου γιατρού.
''Μην συμβεί ξανά, Τέτσου.'' Είπε ο Χίμπαρι ήρεμα αλλά ο Κουσακάμπε κατάλαβε. Την επόμενη φορά και αυτός και ο γιατρός δεν θα την γλύτωναν.
Ο Χίμπαρι, όσο και να μην νοιαζόταν για τους άλλους, αισθανόταν ένα μικρό τσίμπημα τύψης για τον πονόκοιλο της Άννας, είχε ένα αρκετά μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Έπρεπε να το ήξερε ότι ακόμα και το αγρίμι θα αρρώσταινε με τόσο παγωτό. Όταν της το αγόρασε σκεφτόταν τον εαυτό του. Πολλές μπάλες παγωτού ισούταν με περισσότερες πληροφορίες. Η Άννα ότι και να της έβαζες μπροστά της θα το καταβρόχθιζε χωρίς να σταματάει. Ο νεαρός αμφέβαλλε αν η κοπέλα είχε το αίσθημα του κορεσμού. Αυτό σήμαινε ότι το να της βάζει κάποια όρια ήταν και αυτό μέρος της δουλειάς του.
''Πόσο ανυπόφορο…'' μουρμούρισε καθώς χτυπούσε την πόρτα της. Ο Κουσακάμπε είχε φέρει το φάρμακο και ο Χίμπαρι αποφάσισε να ξεπληρώσει το λάθος του πηγαίνοντας το. Άνοιξε την πόρτα χωρίς να περιμένει απάντηση.
Το φόρεμα που φορούσε από το πρωί ήταν τώρα πεσμένο στο πάτωμα και καταδικασμένο για τα σκουπίδια. Ο Χίμπαρι πάτησε πάνω του χωρίς να τον νοιάζει καθώς πλησίαζε την κουλουριασμένη μορφή της κοπέλας κάτω από τα σεντόνια.
''Πως αισθάνεσαι;'' Την ρώτησε τραβώντας το σεντόνι για να δει το πρόσωπο της, ήταν χλομό και ιδρωμένο. Το τσίμπημα τύψεων έγινε πιο αισθητό.
''Χάλια…'' βόγκηξε και ξανακρύφτηκε από κάτω. Ο Χίμπαρι αναστέναξε και την ξεσκέπασε πάλι βάζοντας το χέρι του στο μέτωπο της.
''Θα ζήσεις.'' Της είπε ρηχά καθώς η θερμοκρασία της ήταν σχεδόν σε φυσιολογικά επίπεδα. ''Πάρε αυτό και πέσε για ύπνο.'' Την διέταξε ακουμπώντας μια ασπιρίνη και ένα ποτήρι νερό δίπλα της.
''Δεν μπορώ…'' γκρίνιαξε. ''Δεν μπορώ να αναπνεύσω με αυτό το πράγμα!''
''Πράγμα;'' Την ρώτησε περιμένοντας να δει τι την ενοχλούσε πάλι.
''Δεν μπορώ να το βγάλω! Με πνίγει! Τι είδους βασανιστήριο είναι; Και δεν μπορώ να το σκίσω γιατί μου το έδωσαν τα κορίτσια…'' είπε εκνευρισμένη.
''Αν μπορείς να γκρινιάζεις σημαίνει ότι είσαι καλά.'' Της είπε και έκανε να σηκωθεί χωρίς να θέλει να μάθει για τι ασυναρτησία μιλάει πάλι.
''Όχι, περίμενε!'' τον παρακάλεσε πιάνοντας τον καρπό του σφιχτά και κάνοντας τον να κάτσει πάλι. Η κοπέλα για άρρωστη δεν είχε χάσει την δύναμη της, παρατήρησε εκνευρισμένος ο Χίμπαρι. ''Βγάλε το μια σε παρακαλώ…'' είπε κοιτώντας τον παρακλητικά. Ο άντρας αναστέναξε.
''Τι είναι;'' Την ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει τι την ενοχλεί τόσο. Η κοπέλα ανακάθισε και του γύρισε την πλάτη κατεβάζοντας το σεντόνι. Η Χίμπαρι πρόσεξε τρεις μεγάλες ουλές στην πλάτη της που έδειχναν να βρίσκονται εκεί πολλά χρόνια. Αυτό την ενοχλούσε;
''Λέγεται σουτιέν. Η Χάρου με την Κιόκο είπαν ότι τα κορίτσια πρέπει πάντα να το φοράνε… Δεν με βολεύει! Πως θα κάνω μπάνιο με αυτό;'' Γκρίνιαξε απροσδόκητα για την λευκή δαντελένια τιράντα που της έσφιγγε την πλάτη. Ο Χίμπαρι δεν άντεξε άλλο και έκρυψε το πρόσωπο του στην παλάμη του με απελπισία.
''Είσαι απίστευτη.'' Ξεφύσηξε.
''Απλά βγάλε το!'' τον διέταξε και ο Χίμπαρι με ευκολία άνοιξε το κούμπωμα. Η κοπέλα μόλις το ένιωσε να χαλαρώνει το έβγαλε και το πέταξε όσο πιο μακριά μπορούσε πριν ξαπλώσει μπρούμυτα κάτω από τα σεντόνια και τυχαία καταφέρνοντας να μην δείξει το στήθος της. Τώρα αισθανόταν πολύ πιο άνετα.
''Τι ήταν αυτές οι ουλές στην πλάτη σου;'' Την ρώτησε χωρίς να τον ενδιαφέρει η γύμνια της κοπέλα κάτω από τα σεντόνια.
''Για τις γρατζουνιές μιλάς;'' Τον ρώτησε παίρνοντας το φάρμακό της. Γρατζουνιές δεν τις έλεγε όταν ήταν τόσο χοντρές και μεγάλες.
''Τι σε γρατσούνισε; Τίγρης;'' Την ρώτησε ειρωνικά.
''Όχι, λύκος.'' Απάντησε η κοπέλα σαν να ήταν φυσιολογικό. ''Σοβαρολογώ!'' υπερασπίστηκε την δήλωση της όταν ο Χίμπαρι την κοίταξε δύσπιστα. ''Μέχρι τα δέκα μου ζούσα κυριολεκτικά μόνη μου στο δάσος! Ήταν αναπόφευκτο ότι κάτι θα πάθαινα!''
''Κάτι είπε και η γριά μάγισσα για αυτό…'' είπε τώρα ο Χίμπαρι καθώς θυμήθηκε την Θεία Μαρίζα να λέει για τον Τάλμποτ ότι μάζεψε την Άννα από το δάσος.
''Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες αλλά οι γονείς μου με εγκατέλειψαν στο δάσος όταν ήμουν πέντε. Για τα επόμενα πέντε χρόνια προσπαθούσα να επιβιώσω. Δεν ήταν τόσο τραγικά. Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις τι πρέπει και τι δεν πρέπει να φας. Τα δέντρα πρόσφεραν στέγη. Πολλά ζώα ήταν φιλικά. Τα σαρκοβόρα… προσπαθούσα να τα αποφεύγω. Οι ικανότητες μου στο σκαρφάλωμα δέντρων με έσωσαν!'' είπε υπερήφανα καθώς ο νεαρός την κοιτούσε με μυστήριο ύφος.
''Γιατί με κοιτάς έτσι;'' Μούτρωσε και κάθισε διπλωμένη στα δύο σαν να ήθελε να κερδίσει εγκυρότητα. ''Αλήθεια λέω. Ρώτα τον Τάλμποτ! Μου έχει πει ότι όταν με βρήκε δεν ξεχώριζα από ζώο. Με πήρε και ανέλαβε να με μεγαλώσει. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι να μου λέει είναι ότι οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα. Πρέπει να είσαι θεός ή θηρίο για να ζήσεις μόνο σου. Του το χρωστάω. Με πήρε θηρίο και με έκανε άνθρωπο.'' Είπε χαμογελώντας λυπημένα, της έλειπε ο τρελός γέρος.
Ο Χίμπαρι έβαλε την παλάμη του στο πρόσωπο της που το κάλυπτε άνετα. Με ασυνήθιστη τρυφερότητα για τον χαρακτήρα του την έσπρωξε προς τα πίσω. ''Κοιμήσου, Άννα.'' Την διέταξε και η κοπέλα δεν αντιστάθηκε. Το φάρμακο είχε αρχίσει να πιάνει φέρνοντας της το παράπλευρο σύμπτωμα της υπνηλίας.
Ο Χίμπαρι βγήκε και έκλεισε αθόρυβα την πόρτα πίσω του. Όσο απροσάρμοστη, αγενής και γκρινιάρα και να ήταν η Άννα, το παραδεχόταν ότι είχε κερδίσει με τον τρόπο της τον σεβασμό του. Ήταν δυνατή. Στο ακυβέρνητο βασίλειο των ζώων που μόνο οι δυνατοί επιβιώνουν έζησε για πέντε χρόνια ως παιδί. Με κάποιο θαύμα προσαρμόστηκε και κατάφερε να επιβιώσει. Με τον Τάλμποτ έγινε το δεύτερο θαύμα και το ανθρώπινο θηρίο επέστρεψε στους ομοίους του.
Ο Χίμπαρι γέλασε ελαφρώς τώρα που ήταν μόνος του καθώς σκέφτηκε ότι ίσως αυτός να ήταν το τρίτο στάδιο της εξέλιξης της…
Ο μεσημεριανός του ύπνος διακόπηκε από πολλές ανδρικές φωνές, τσιρίδες και ποδοβολητά.
''Άννα-σαν φορέστε τα ρούχα σας! Δεν μπορείτε να τριγυρνάτε με το σεντόνι!'' φώναζε ο Κουσακάμπε και ακουγόταν σαν να την κυνηγούσε.
''Δεν θέλω! Με σφίγγουν!'' τσίριζε η Άννα και ο Χίμπαρι σχεδόν την άκουγε να χοροπηδάει σε όλο το διάδρομο.
''Σας κοιτάζουν όλοι!'' προσπάθησε να την εκλογικεύσει ο άλλος άντρας καθώς είχε συμβεί το αναπόφευκτο και μέλη του Ιδρύματος είχαν παρευρεθεί σε μια από τις σκηνές που είχαν γίνει ρουτίνα.
''Όχι! Όχι!'' ούρλιαξε στον Κουσακάμπε και μόλις ο Χίμπαρι αναδύθηκε σαν τον Χάρο από το δωμάτιο του, η Άννα κρύφτηκε πίσω του. ''Πες του να σταματήσει να με πιέζει να φορέσω αυτά τα σύνεργα βασανιστηρίων που έχουν οι γυναίκες για ρούχα! Δώστε μου τα δικά σας! Φαίνονται πολύ πιο άνετα!'' τον διέταξε.
''Άννα-σαν αυτά είναι ανδρικά!'' παραπονέθηκε ο άντρας αν και ήταν χαμένος κόπος. Η Άννα δεν καταλάβαινε διαχωρισμούς σε αντρικά και γυναικεία. ''Είναι πολύ μεγάλα για να σας κάνουν!'' προσπάθησε να της εξηγήσει αλλιώς.
''Θα τα φτιάξω στο μέγεθος για να γίνουν γυναικεία!'' του είπε σαν να πίστευε ότι μεταξύ γυναικείου και αντρικού ρούχου η διαφορά ήταν στο μέγεθος.
''Τι κοιτάτε; Όλοι στις δουλειές σας πριν σας δαγκώσω του θανατά…'' γρύλισε ο Χίμπαρι στο πλήθος που είχε αρχίσει να μαζεύεται. Το κοπάδι σκόρπισε αμέσως αφήνοντας στο διάδρομο τους τρεις τους. ''Τέτσου, πήγαινε την για ψώνια.'' Διέταξε τον βοηθό του για να σταματήσει την φασαρία.
''Κιο-σαν;'' Είπε έκπληκτος ο άντρας.
''Αγόρασε της ότι την βολεύει…'' είπε τραβώντας την Άννα που είχε κολλήσει πίσω του.
''Γιατί εγώ;'' Ο Τέτσου ακουγόταν απελπισμένος.
''Έχεις κόρη.'' Και αυτό για τον Χίμπαρι σήμαινε ότι ο βοηθός του ήταν κατάλληλος για την δουλειά.
''Είναι βρέφος!'' παραπονέθηκε ο Κουσακάμπε που δεν ήταν ακόμα ψυχολογικά έτοιμος να βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση.
''Άννα, πήγαινε να ντυθείς.'' Τον αγνόησε και μίλησε στην κοπέλα που ήταν έτοιμη να φέρει αντιρρήσεις. ''Θα τα φορέσεις για τελευταία φορά.'' Της είπε πριν προλάβει να πει τίποτα και η κοπέλα πήγε γρυλίζοντας στο δωμάτιο της.
Η έφοδος για ψώνια στην πόλη ήταν σωστό μαρτύριο για τον Κουσακάμπε. Ότι και να της έδινε αυτός και οι πωλήτριες δεν της άρεσε. Όταν δεν της άρεσε το πετούσε μέσα σε ένα χείμαρρο γκρίνιας. Οι πωλήτριες τους κοιτούσαν με μισό μάτι και δεν ήταν λίγες οι φορές που πλήρωσε για κάποιο ρούχο που η άγρια κοπέλα έσκισε.
''Νομίζω βρήκα κάτι!'' αναφώνησε ενθουσιασμένη όταν ο άντρας την πήγε σε ένα από αυτά τα μεγάλα μαζικής παραγωγής μαγαζιά. Η Άννα κρατούσε μια στοίβα ρούχων από σορτσάκια και φανελένιες άνετες μπλούζες. Ο Κουσακάμπε αναστέναξε ανακουφισμένος. Έπρεπε να την είχε φέρει εδώ από την αρχή…
''Πλήρωσε αυτά! Πάω να πάρω και εσώρουχα!'' του φώναξε χωρίς να νοιάζεται για τους ανθρώπους που τους άκουγαν.
''Είναι…'' ήθελε να δικαιολογηθεί κοκκινισμένος αλλά δεν ήξερε τι να πει. Τελικά το έβαλε στα πόδια για το ταμείο.
Δεν της πήρε πολύ ώρα και γύρισε πίσω με σουτιέν που έδεναν μπροστά και πιο αθλητικά εσώρουχα που δεν χώνονταν σε σημεία που δεν έπρεπε με την παραμικρή της κίνηση. Στο δρόμο το μάτι της πήρε κάποια χειμωνιάτικα αξεσουάρ σε εκπτώσεις που είχαν ξεμείνει από τον χειμώνα. Κατέληξε να αγοράζει χοντρά καλσόν και άχρηστα μάλλινα σκουφιά και κασκόλ που της θύμιζαν τα πρόβατα του Τάλμποτ.
''Αυτά!'' είπε παίρνοντας και μερικά παπούτσια. Ο Τέτσου κουρασμένος πλήρωσε καθώς αισθανόταν το πορτοφόλι του αισθητά πιο ελαφρύ.
Στο δρόμο για το γυρισμό η Άννα ένιωσε κάτι περίεργο σταματώντας απότομα και κάνοντας τον Τέτσου να πέσει σχεδόν πάνω της.
''Άννα-σαν;'' Την ρώτησε αλλά τον αγνόησε καθώς άρχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή του αυτοκινήτου. ''Τι έγινε;'' Ρώτησε ο άντρας λαχανιασμένος όταν την έφτασε. Η κοπέλα στεκόταν μπροστά σε μια υπόγεια είσοδο που ήταν κλειστή και με πανό έγραφε ότι άνοιγε σύντομα.
''Τι είναι αυτό το μέρος;'' Τον ρώτησε προσπαθώντας να δει μέσα από την καγκελόπορτα.
''Φτιάχνουν ένα υπόγειο πολυκατάστημα αν θυμάμαι καλά… Γιατί;''
''Τίποτα… απλά αισθάνομαι περίεργα… Ένα βουητό…'' είπε χαμηλόφωνα προσπαθώντας να καταλάβει τι ήταν. Μάλλον κάποια τεχνολογία της πόλης που δεν ήξερε… ''Ας γυρίσουμε.'' Είπε χαρούμενη πάλι και πήρε τον δρόμο του γυρισμού. Για δεύτερη φορά κάτι την έκανε να σταματήσει. Γύρισε να δει σε ποιον άνηκε αυτή η αύρα… ήταν μυστήρια, ούτε αρνητική ούτε θετική.
Σε ένα παλιό μεσιτικό γραφείο στεκόταν ένας άντρας με άσπρα μαλλιά που είχε καρφώσει απροκάλυπτα το βλέμμα του πάνω της. Η Άννα δεν τον αναγνώρισε αλλά ήταν σίγουρη ότι για κάποιο λόγο πρέπει να τον γνώριζε.
''Θείε Καγάχιρα! Αυτή την φορά έφερα στην ώρα του το φαί!'' φώναξε μια κοπέλα καθώς την προσπέρασε και πήγε στον άντρα που τράβηξε για λίγο το βλέμμα από πάνω της για να γνέψει στην ξένη κοπέλα. Όταν την κοίταξε ξανά η Άννα του έγνεψε και έφυγε. Ίσως να συνδεόταν με την περίεργη παρουσία στο υπόγειο μέτρο μολ.
Ο γυρισμός δεν είχε άλλες απρόοπτες στάσεις. Ο φορτωμένος με σακούλες Τέτσου όταν έφτασαν ήταν ένα πτώμα από την άλλη το αφεντικό του ήταν ανανεωμένο. Μερικές ώρες μακριά από την Άννα σίγουρα σου γέμιζαν τις μπαταρίες.
''Τέτσου μπορείς να φύγεις νωρίτερα.'' Είπε ο Χίμπαρι πιο επιεικής αφού ήξερε τι σήμαινε να βρίσκεσαι έξω με το αγρίμι. Η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη όταν η έξοδος αφορούσε ψώνια. Από την άλλη μεριά η Άννα, παρά την γεμάτη της μέρα, δεν φαινόταν κουρασμένη. Το στομάχι της, όμως, γουργούριζε τόσο δυνατά που ήταν σαν να μιλούσε.
Η Άννα καταβρόχθιζε το ψυγείο καθώς ο Χίμπαρι ήρθε προς το μέρος της με ένα μεταλλικό χαρτοφύλακα.
''Τι είναι αυτό;'' Ρώτησε μπουκωμένη. Ο Χίμπαρι έκανε μια γκριμάτσα αηδίας και τον άνοιξε για να της δείξει το περιεχόμενο. ''Έφερα τις ράβδους.'' Είπε και αποκάλυψε το πολύτιμο φορτίο.
''Ωραία! Τώρα μπορούμε να κάνουμε την ανταλλαγή!'' είπε γλύφοντας τα δάχτυλα της και σηκώθηκε. Ο Χίμπαρι την ακολούθησε στο δωμάτιο της που ήταν ακόμα πιο ακατάστατο από πριν με τα χυμένα ψώνια. Η κοπέλα άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε από μέσα τον σάκο που είχε πάρει από το βουνό. Πιάνοντας ένα βρώμικο σακούλι πήγε στην μέση του δωματίου και έριξε στο πάτωμα το περιεχόμενο του.
Χώμα;
Η κοπέλα σχημάτισε με αυτό ένα κύκλο με διάφορους ρούνους και στο κέντρο έβαλε το χρυσό και πάνω του σχημάτισε άλλον ένα ρούνο. Έπειτα πήρε δύο πέτρες και της χτύπησε μεταξύ τους δημιουργώντας σπίθες. Το χώμα πήρε φωτιά σαν να ήταν μπαρούτι. Αυτή η φωτιά όμως δεν ήταν κανονική. Ήταν πράσινα και έφεγγε πολύ αχνά χωρίς να καίει.
''Foxfire.'' Του εξήγησε βλέποντας το περίεργο βλέμμα του. Ο χαρτοφύλακας ήταν ο τελευταίος που καλύφτηκε από τις άκακες φλόγες. Οι φλόγες άρχισαν να τον τρώνε και να θεριεύουν σε εκείνο το σημείο μέχρι που τον εξαφάνισαν και όταν έσβησαν αντί για στάχτη βρήκαν εφτά μεγάλα τσουβάλια.
Η Άννα σηκώθηκε και τα άνοιξε για να δει αν είχαν μέσα αυτό που ήθελε. Με μια θριαμβευτική κραυγή έβγαλε μια κοτρώνα κιτρίνη. ''Κύριε Χίμπαρι από αύριο θα έχετε τα δαχτυλίδια σας!'' του ανακοίνωσε και μετά άρχισε να μαζεύει το χώμα για να το επιστρέψει στο σακουλάκι της.
''Δεν θα ήταν καλύτερο να μαζέψεις καινούργιο;'' Ρώτησε θέλοντας να γνωρίσει καλύτερα τους αλχημιστές και τις τεχνικές τους.
''Κάθε φορά που το χρησιμοποιώ μαζεύει και άλλη ενέργεια. Είναι σαν το κρασί, όσο πιο παλιό τόσο καλύτερο. Είναι χώμα από το χωράφι που είχαμε πίσω. Γεμάτο με ιχνοστοιχεία, θρεπτικό για τα φυτά και με λίγο λίπασμα.'' Είπε ξέροντας ότι η τελευταία πληροφορία δεν θα ενθουσίαζε τον άντρα.
''Είναι απαραίτητο για όλες τις αλχημείες;''
''Όχι, ο καθένας αλχημιστής διαλέγει τον τρόπο του. Ο Τάλμποτ που έχει καταγωγή από τους Μάγια έκαιγε βότανα και έψελνε στα αρχαία πνεύματα του λαού του. Η θεία Μαρίζα χρησιμοποιεί την σκόνη από τις πέτρες. Το μόνο κοινό για όλους είναι οι ρούνοι εξηγούν τον λόγο που θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την ενέργεια. Το πώς θα προσελκύσουμε την ενέργεια είναι δικής μας επιλογή.''
''Και εσύ το κάνεις με λίπασμα και ψεύτικη φωτιά;'' Την ρώτησε. Σε σχέση με τους άλλους δύο δεν ακουγόταν τόσο θεαματικό. Η Άννα τον αγριοκοίταξε.
''Πόσο αγενές. Αν θες να ξέρεις ο δικός μου είναι ο πιο φυσικός τρόπος! Προτιμώ να χρησιμοποιώ τα γνήσια ολοκληρωμένα προϊόντα της φύσης αντί να καταφεύγω σε απομεινάρια της. Δεν θέλω να πειραματιστώ μαζί της, να την παραποιήσω για να πετύχω κάτι αφύσικο. Ούτε θέλω να βασιστώ σε θεούς, για μένα η φύση είναι από μόνη της κάτι θεϊκό. Υπάρχουν νόμοι και όρια. Τα σέβομαι και δεν έχω σκοπό να εξετάσω πόσο ευέλικτοι είναι οι κανόνες της όπως κάνουν οι άλλοι αλχημιστές.'' Είπε και ήταν μια από τις σπάνιες φορές που ο Χίμπαρι την έβλεπε σοβαρή. Προφανώς αυτή ήταν η ιδεολογία της πίσω από την δουλειά της.
''Ακούγεται περίεργο να σε ακούω να μιλάς για όρια και κανόνες…'' είπε χαμογελώντας ειρωνικά αλλά η κοπέλα δεν χαλάρωσε το βλέμμα της.
''Υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν πρέπει να αμφισβητείς. Αν κάνεις την φύση και θυμώσει, αν την γυρίσεις εναντίον σου δεν έχεις καμία ελπίδα επιβίωσης όσο δυνατός και να είσαι. Δεν παίζω με αυτήν… όχι με την φύση. Ξέρω την θέση μου.'' Του είπε.
''Χν, αν χρειαστεί θα την δαγκώσω και αυτή.'' Είπε υπερήφανα ο διαφωνώντας και αποσύρθηκε στο δωμάτιο του.
Η Άννα κουρασμένη αν και δεν τον έδειχνε ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ήθελε να φτιάξει τα δαχτυλίδια αλλά ήξερε ότι αν το έκανε τώρα χωρίς ενέργεια το αποτέλεσμα δεν θα ήταν επιτυχές. Ο ύπνος δεν άργησε να την πάρει αλλά δεν ήταν ευχάριστος. Είδε μαύρα μάτια να την κοιτάζουν σαν να περιμένουν κάτι από αυτήν. Αυτό που την τρόμαζε ήταν η δόνηση… έβλεπε δονούμενες λευκές γραμμές να σχηματίζουν ένα μεγάλο κύκλο και να λάμπουν εκτυφλωτικά και μια μαύρη φιγούρα από κάτω να μέσα σε μια τεράστια λίμνη αίματος να της λέει κάτι…
''ΝΑ… ΝΑ…'' η κοπέλα προσπάθησε να τον πλησιάσει για να ακούσει μέσα από τα παράσιτα. ''ΆΝΝΑ!'' η κοπέλα τινάχτηκε.
''Δεν σε ακούω!'' είπε και ξαφνικά είδε ότι η σκοτεινή φιγούρα μπροστά της δεν ήταν η ίδια. Όνειρο;
''Ακόμα και όταν κοιμάσαι δημιουργείς φασαρία.'' Γκρίνιαξε η σκιά.
''Χίμπαρι;'' Ρώτησε και προσπάθησε να βρει την αναπνοή της. Η αίσθηση στο σώμα της επέστρεφε. Δεν ήταν φοβισμένη, το όνειρο δεν ήταν ακριβώς τρομακτικό. Τότε γιατί έτρεμε αναστατωμένη.
''Πόσο χρονών είσαι για να βλέπεις εφιάλτες;'' Την ρώτησε ειρωνικά αν και ήξερε ότι δεν υπάρχει όριο ηλικίας σε αυτό. Όχι όταν ζεις καθημερινά στον φόβο.
''Δεν ξέρω…'' είπε και η νύστα άρχισε να επιστρέφει καθώς έπεσε πάλι πίσω. ''Ελπίζω πως όχι…'' μουρμούρισε ακατάληπτα και έχασε την επαφή με την πραγματικότητα.
''Χν. Απλά μην τσιρίξεις πάλι.'' Είπε αν και ήξερε ότι δεν τον άκουσε. Όταν είχε ακούσει την στριγκλιά της πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στο δωμάτιο της μην ξέροντας τι να περιμένει. Έφοδος; Μα δεν ένιωθε τίποτα. Και αν ναι τι εχθρός ήταν αυτός που κατάφερε να κάνει το αγρίμι να ουρλιάζει σαν πληγωμένο.
Όταν έφτασε είδε ότι όντως δεν υπήρχε κανένας. Στο κρεβάτι η Άννα παρά την υστερική φωνή της ήταν ακίνητη και το πρόσωπο ανέκφραστο κάνοντας το ουρλιαχτό να ακούγεται πιο τρομακτικό. Του πήρε λίγη ώρα να την ξυπνήσει, να φέρει ζωή στο σώμα της. Όταν τα κατάφερε η Άννα ήταν πιο ψύχραιμη από ότι περίμενε. Τι είχε δει που την έκανε να τσιρίξει έτσι και παράλληλα δεν ήταν εφιάλτης; Στο τέλος δεν κατάφερε να κοιμηθεί πάλι. Δεν είχε σημασία… ήταν σχεδόν ξημερώματα.
''Καλημέρα!'' είπε χαρούμενη η Άννα όταν ξύπνησε με την ηρεμία της καθυστερημένα.
''Σε εσένα που κοιμήθηκες.'' Της πέταξε ξερά ο Χίμπαρι και η Άννα τον κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε;
''Γιατί, δεν κοιμήθηκες; Είδες εφιάλτη;'' Τον ρώτησε και ο Χίμπαρι την κοίταξε έκπληκτος.
''Όχι, εσύ είδες εφιάλτη και θέλησες να το πεις σε όλους… Δεν θυμάσαι;''
''Όχι… τι είδα χθες…'' μουρμούρισε και προσπάθησε να θυμηθεί. Ο Χίμπαρι αναρωτήθηκε αν το είχε ξεχάσει από το σοκ. ''Δεν μου έρχεται.. Καλά δεν έχει σημασία! Πρωινό! Πρωινό!'' είπε χαρούμενα.
''Επιτέλους είστε ντυμένη!'' είπε εξίσου χαρούμενα ο Τέτσου όταν την είδε και η Άννα του ύψωσε τους αντίχειρες της. Μόνο τώρα που το σχολίασαν ο Χίμπαρι πρόσεξε ότι η κοπέλα φορούσε ένα απλό τιραντέ μπλουζάκι και σορτς με ορειβατικά παπούτσια.
''Προσπαθείς να αναμειχθείς με το περιβάλλον;'' Την ρώτησε ειρωνικά όταν πρόσεξε ότι τα ρούχα της έδεναν χρωματικά με το περίγυρο της σαν να ήθελε να περάσει απαρατήρητη.
''Αν δεν σε δουν, δεν θα σε πιάσουν…'' είπε συνωμοτικά η κοπέλα. Ο Χίμπαρι διαφωνούσε, δεν χρειαζόταν να δεις την Άννα για να καταλάβεις την παρουσία της… Ποιοι να την δουν και ποιοι να τη πιάσουν, δεν ήξερε. Θα ήταν άλλη μια από τις ανοησίες της. ''Δεν έχει σημασία. Έχω δουλειές να κάνω σήμερα το πρωί…'' είπε τρίβοντας τα χέρια της με ανυπομονησία. 'Χρειάζομαι ένα δωμάτιο με ανοιχτή οροφή…'' είπε ελπίζοντας να υπάρχει.
''Ο ναός από πάνω ταιριάζει σε αυτές τις προδιαγραφές.'' Είπε το αφεντικό της και σηκώθηκε για να την συνοδεύσει. Η κοπέλα τον ακολούθησε χοροπηδώντας. Ο Χίμπαρι δεν προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει στην μεταφορά του φορτίου της, έβλεπε ότι κουβαλούσε τους βαριούς σάκους με άνεση.
''Λοιπόν;'' Την ρώτησε περίεργος όταν έφτασαν στο άδειο δωμάτιο. Η Άννα μελετούσε τον χώρο. Ήταν σαν να ήταν φτιαγμένος για την δουλειά της.
''Εδώ γινόταν ο διαλογισμός;'' Τον ρώτησε παρατηρώντας το μεγάλο ήρεμο δωμάτιο. Το ψηλό ταβάνι σε ένα σημείο ήταν ανοιχτό δημιουργώντας ένα σημείο φωτός στον χώρο.
''Δεν γνωρίζω, αν σου κάνει χρησιμοποίησε το όπως εσύ κρίνεις.'' Της είπε. ''Μπορώ να παρακολουθήσω;''
''Είσαι πραγματικά περίεργος ε;'' τον ρώτησε γελώντας κάπως αμήχανα. Δεν καταλάβαινε τον λόγο που ήθελε να μείνει.
''Χν…'' ήταν η μοναδική απάντηση που αξιώθηκε να της δώσει.
''Είσαι καλοδεχούμενος.'' Είπε σταματώντας το πείραγμα. Ο άντρας ήταν πολύ υπερήφανος για να ανεχτεί για πολύ ώρα τα αστεία της. ''Δεν είναι κάτι τρομερό, όμως.'' Τον προειδοποίησε για να μην απογοητευτεί αργότερα.
''Χν.''
''Θα πάρει λίγη ώρα…'' μουρμούρισε σαν να ντρεπόταν. Η αλήθεια ήταν ότι πρώτη φορά είχε κοινό. Ο μοναδικός που είχε παρακολουθήσει την τεχνική της ήταν ο Τάλμποτ που την συμβούλευε. Δεν ήταν συνηθισμένη στο ενδιαφέρον που εκδήλωνε ο Χίμπαρι. Η Άννα αναστέναξε παίρνοντας το απόφαση ότι ο άντρας δεν θα έφευγε. ''Βοήθησε με να μεταφέρω το τραπέζι προς τα εδώ…'' είπε δείχνοντας ένα μεγάλο τραπέζι που φαινόταν από το διπλανό δωμάτιο.
Μόλις επέστρεψαν έβγαλε από την τσάντα της ένα κεραμικό μπολ και το γέμισε με νερό. Προσπαθώντας να τον αγνοήσει πήγε στην φωτεινή περιοχή του δωματίου και σχημάτισε έναν διαφορετικό κύκλο με ρούνους με το ίδιο χώμα και μέσα σε αυτόν ένα επτάγωνο. Μέσα από έναν από τους πολλούς σάκους της έβγαλε μια θήκη. Η θήκη περιείχε μια άσπρη κρυστάλλινη ουσία.
Αλάτι.
''Είναι για να εξαγνίζει τις πέτρες…'' εξήγησε η κοπέλα νιώθοντας την ανείπωτη ερώτηση του Χίμπαρι. ''Οι φλόγες, τα χρώματά τους και οι αντίστοιχες πέτρες ταυτίζονται με τις εφτά ενέργειες του τσάκρα το οποίο με την σειρά του συσχετίζεται με την ενέργεια μέσα στον εαυτό μας και με την φύση αλλά και με τον τροχό της αναγέννησης. Θα δημιουργήσω ένα πεδίο ισορροπίας για την δημιουργία καλών δαχτυλιδιών.'' Είπε και άρχισε να τοποθετεί τις πέτρες σε κάθε γωνία.
Η αλχημεία χωρίζεται σε δύο κλάδους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό. Ο εξωτερικό κλάδος ασχολείται με την τελειοποίηση της ύλης και την μεταμόρφωση των μετάλλων σε καθαρό χρυσό και ασήμι. Η εσωτερική αλχημεία σχετίζεται με την τελειοποίηση του πνεύματος.
''Κάθε χρωματιστή πέτρα λειτουργεί σαν μπαταρία. Τις έχω φορτώσει με την αντίστοιχη ενέργεια φλόγας και συμβολίζουν τις εφτά πνευματικές ακτίνες. Στο κέντρο του κύκλου μπαίνει ένα διαμάντι που συμβολίζει το λευκό φυσικό φως που εμπεριέχει όλα τα χρώματα αρμονικά δεμένα μεταξύ τους.'' Το διαμάντι μόλις άγγιξε το κέντρο και χτυπήθηκε από το φως του ήλιου έλαμψε σε όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Κάθε ακτίνα του συνδεόταν με τις υπόλοιπες πέτρες και σύντομα όλος ο κύκλος είχε αρπάξει φωτιά. Οι φλόγες έφταναν ως την ψηλή οροφή και τα χρώματα χόρευαν και μπλέκονταν μεταξύ τους σαν κορδέλες.
''Ουαο!'' είπε ο Χίμπαρι και δεν μπήκε στον κόπο να κρύψει το δέος του. Είχε άδικο όταν του είπε ότι δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο. Η Άννα δεν τον άκουσε. Τώρα που άρχιζε η δουλειά της ήταν πλήρως απορροφημένη.
Από μια άλλη θήκη έβγαλε έξι σβόλους.
Χρυσό, χαλκό, άργυρο, μόλυβδο, κασσίτερο και σίδερο. Με ήρεμες κινήσεις τους πέταξε στην φωτιά. Οι σβόλοι σαν να μην υπήρχε βαρύτητα αιωρήθηκαν και μαγνητίστηκαν ο ένας στον άλλο. Η Άννα έβγαλε ένα γυάλινο μπουκάλι με ένα ασημί υγρό μέσα. Υδράργυρος. Πιο προσεχτικά περιέχυσε τους σβόλους. Η πολύχρωμη φλόγα έβγαλε σπίθες και οι σβόλοι άρχισαν να λιώνουν. Το σκούρο γκρι υγρό των μετάλλων είχε σχηματίσει ένα μεγάλο κύκλο μέσα στην φλόγα.
Η Άννα δεν έκανε τίποτα άλλο. Γύρισε την πλάτη της και έβγαλε εφτά μικρούς βράχους από τα πετρώματα που αγόρασαν χθες. Την θέση της μαγείας, γιατί για τον Χίμπαρι μαγεία και αλχημεία ήταν σχεδόν το ίδιο πράγμα, την πήρε η κατασκευαστική τεχνική. Με απλά εργαλεία η Άννα έκοψε και καθάρισε τους βράχους βγάζοντας από αυτούς καθαρούς κρυστάλλους και δίνοντας τους μορφή.
Όταν τα πετράδια ήταν έτοιμα η κοπέλα επέστρεψε στην φλόγα και με την χρήση άλλων εργαλείων απέσπασε ένα μικρό κομμάτι υγρού μετάλλου. Κάθισε στο πάτωμα και άρχισε να το επεξεργάζεται.
Ο Χίμπαρι την παρακολουθούσε αθόρυβα. Η φασαριόζα Άννα, το γκρινιάρικο αγρίμι όταν δούλευε γινόταν άλλος άνθρωπος. Ήρεμη, αφοσιωμένη με σίγουρες και γρήγορες κινήσεις γεμάτες χάρη έδιναν μορφή στο μέταλλο. Ο μόνος θόρυβος που παρήγαγε ήταν με το σφυρί της. Για κάποιο λόγο, όμως, δεν ακουγόταν σαν το συνηθισμένο χτύπο μετάλλου, ήταν πιο μελωδικός.
Το υγρό είχε αρχίσει να ψύχεται και να σταθεροποιείται. Η κοπέλα πήρε έναν από τους κρυστάλλους και τον έδεσε πάνω στο δαχτυλίδι και στην συνέχεια το τοποθέτησε στην λεκάνη με το νερό. Μωβ ατμοί αναδύθηκαν. Η Άννα το έβγαλε και σκούπισε το μέτωπο της καθώς έλεγχε την δουλειά της.
''Έτοιμο το πρώτο δαχτυλίδι του σύννεφου.'' Είπε και σηκώθηκε για να τον πλησιάσει στην γωνία του προσφέροντας την δημιουργία της. Ο Χίμπαρι το πήρε στα δάχτυλα του να το μελετήσει και αυτός. ''Το ξέρω δεν φαίνεται τόσο ωραίο όσο της θείας Μαρίζας. Οι ικανότητες μου δεν είναι ακόμα τόσο καλές ώστε να μπορώ να χαράζω σχέδια στο μέταλλο. Αλλά…'' άρχισε να λέει σε μια σπάνια στιγμή μετριοφροσύνης, σταμάτησε, όμως, καθώς παρακολουθούσε το τεστ του αφεντικού της.
Ο Χίμπαρι δοκίμασε το χοντροκομμένο δαχτυλίδι ενεργοποιώντας την φλόγα του. Δεν ήταν σαν το δαχτυλίδι των Βόνγκολα αλλά ήταν πολύ καλύτερο από τα προηγούμενα που μέχρι τώρα θα είχαν σπάσει. Ήξερε βέβαια ότι σε μια μάχη θα ήταν μιας χρήσης. Αλλά σε αυτή την μια χρήση θα μπορούσε να εξαπολύσει πολύ πιο δυνατή επίθεση.
''Είναι ικανοποιητικό.'' Της είπε την άποψη του κοιτώντας το ζωντανό χρώμα της πέτρας που φαινόταν να λάμπει περισσότερο με την βοήθεια της φλόγας του. Το μέταλλο στο δάχτυλο του ήταν σαν να παλλόταν δημιουργώντας ένα ευχάριστο μούδιασμα.
Η Άννα χαμογέλασε ντροπαλά τρίβοντας τα αφτιά της που είχαν κοκκινίσει από αυτό που αντιλαμβανόταν ως κομπλιμέντο. Ο Χίμπαρι ανασήκωσε τα φρύδια του ελαφρώς έκπληκτος. Ακόμα και το αγρίμι είχε τις στιγμές του. Χαμογελώντας πονηρά έβαλε το χέρι του με το δαχτυλίδι στο σκονισμένο κεφάλι της. ''Καλή δουλειά, Άννα!''
''Ω σταμάτα… έχω να φτιάξω και άλλα.'' Είπε προσπαθώντας να ακουστεί ενοχλημένη και απομακρύνθηκε γρήγορα πριν χάσει την συγκέντρωση της περισσότερο.
Όταν τέλειωσε με την κατασκευή όλων των δαχτυλιδιών και ξεμένοντας από πρώτη ύλη, ο ήλιος είχε δύσει. Στο φως του φεγγαριού η φλόγα είχε γίνει αδύναμη. Το δυνατό της χρώμα είχε πάρει απαλές αποχρώσεις. Η Άννα χαλώντας τις γραμμές του χώματος ανάγκασε την φωτιά να σβήσει.
Ο Χίμπαρι είχε φύγει πολύ ώρα μέχρι τώρα. Μόλις η Άννα κατασκεύασε τα πρώτα δαχτυλίδια κάθε φλόγας του τα έδωσε για να τα μοιράσει στους ιδιοκτήτες τους. Κουρασμένη μάζεψε τα σύνεργά της, έβαλε τα υπόλοιπα δαχτυλίδια σε ένα πουγκί και καθάρισε το δωμάτιο.
''Άννα-σαν! Επιτέλους τελειώσατε! Ήμουν έτοιμος να έρθω να δω αν είστε καλά!'' είπε ελαφρώς ανήσυχα ο Κουσακάμπε. Η Άννα ήταν ιδρωμένη και κατάμαυρη. Τα μαλλιά της είχαν ανακατευθεί και κολλήσει πάνω της. Τα ρούχα ήταν πια για πέταμα.
Του χαμογέλασε αδύναμα. Η κατασκευή δαχτυλιδιών απαιτούσε πλήρη συγκέντρωση, δύναμη και ψυχική ενέργεια. Ήταν δουλειά που ήθελε ώρες και παράλληλα προσοχή στην διαχείριση χρόνου για να μην υπερβείς τις ικανότητες σου. Αν ήταν ο Τάλμποτ εδώ θα την είχε κατσαδιάσει…
''Θα ετοιμάσω φαγητό…'' είπε ο Κουσακάμπε παρατηρώντας την κόπωση της. Αν η Άννα δεν μπορούσε να αντιδράσει στην λέξη φαγητό σήμαινε ότι ήταν ετοιμόρροπη.
Η Άννα κάθισε στην καρέκλα περιμένοντας, τα βλέφαρα της βαριά…
''Άννα-σαν, έτοιμο…'' είπε ο Κουσακάμπε αλλά σταμάτησε όταν είδε την κοπέλα να έχει πέσει με το κεφάλι πίσω, ριγμένη στην καρέκλα και να κοιμάται με ανοιχτό το στόμα.
''Δούλεψε σκληρά.'' Είπε ο Χίμπαρι μπαίνοντας αθόρυβα στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι η Άννα είχε ακουμπήσει τρία πουγκιά. Το καθένα με ένα κακογραμμένο γράμμα.
Στο πρώτο κουτί υπήρχαν δαχτυλίδια παρόμοια με αυτό που φορούσε τώρα. Πέτρες με καθαρότητα και σκληρότητα δεύτερης κατηγορίας. Πολύ καλύτερα από αυτά τα εμπορικά που έβρισκαν αλλά καμία σχέση με τα δαχτυλίδια Βόνγκολα. Τα άλλα πουγκιά είχαν χαμηλότερης ποιότητας δαχτυλίδια φτιαγμένα με τα περισσεύματα. Στο σύνολο τους τριάντα για κάθε φλόγα… Είχε κάνει παραπάνω από αρκετά.
Σε μια ένδειξη εκτίμησης για τον κόπο της ο Χίμπαρι αποφάσισε να βάλει το βρώμικο αγρίμι στο κρεβάτι του, αν και το στρώμα θα ήθελε κάψιμο μετά… Την έπιασε και την πέταξε σαν σακί στον ώμο του χωρίς όμως η κοπέλα να ξυπνήσει.
Η Άννα ξύπνησε ωστόσο μερικές ώρες αργότερα από ένα δυνατό ήχο. Ένα δυνατό ήχο που ερχόταν από το στομάχι της. Στα τυφλά και χωρίς να έχει πλήρη επίγνωση του τι κάνει πήγε στην κουζίνα σχεδόν σαν να υπνοβατούσε.
Όταν έφτασε το πρωί ο Κουσακάμπε βρήκε το αφεντικό του στην κουζίνα να πίνει ήρεμα το τσάι του και την Άννα να κοιμάται δίπλα από το ανοιχτό άδειο ψυγείο.
''Τι έγινε εδώ;'' Ρώτησε σχεδόν έντρομος.
''Έτσι την βρήκα.'' Είπε χωρίς να τον νοιάζει ο Χίμπαρι. Δεν ήταν δύσκολο για τους δύο άντρες να μαντέψουν την αλήθεια. Η περίπτωση η Άννα να υπνοβάτησε μέχρι το ψυγείο δεν ακουγόταν παράξενη για την ήδη παράξενη κοπέλα.
''Πάω να ψωνίσω προμήθειες…'' είπε ο Κουσακάμπε ενώ ο Χίμπαρι σκεφτόταν να αρχίζει να κόβει από τον μισθό της κοπέλας τα έξοδα της διατροφής της.
Η Άννα δεν ξύπνησε μέχρι το μεσημέρι και μέχρι το μεσημέρι κανείς δεν προθυμοποιήθηκε να την μετακινήσει. Ήταν κάτι σαν τιμωρία που δεν του άφησε φαγητό… Η πραγματική τιμωρία ήταν, όμως, το λουκέτο…
''Τι είναι αυτό;'' Ρώτησε όταν ξύπνησε ταρακουνώντας τις αλυσίδες. Η κουζίνα ήταν άδεια αλλά όλο το Ίδρυμα μπορούσε να την ακούσει. ''Ποιος το έβαλε; Πως βγαίνει;'' Όταν η απάντηση στο πρόβλημα της δεν βρέθηκε πήγε να ζητήσει εξηγήσεις από τον Χίμπαρι που καθόταν ήρεμα στο δωμάτιο του.
''Το κλειδί!'' απαίτησε με ανοιχτή την παλάμη της.
Ο Χίμπαρι χωρίς να κρύβει την αηδία του κοίταξε το βρώμικο χέρι της.
''Πήγαινε για μπάνιο. Βρωμάς.''
Η Άννα τον κοίταξε με νόημα. Τα μάτια της έλεγαν ότι ήταν σύμφωνοι. Αν της δώσει το κλειδί θα κάνει μπάνιο. Χωρίς κλειδί δεν έχει μπάνιο.
Μπαίνοντας στην μπανιέρα, όμως, ξέχασε προσωρινά το πρόβλημα της και βγήκε μετά από δύο ώρες.
''Τώρα είμαι καθαρή! Δώσε μου να φάω!'' ο Χίμπαρι την κοίταξε χωρίς να κουνηθεί. ''Δεν τιμάς την συμφωνία μας!'' του φώναξε εκνευρισμένη.
''Δεν συμφώνησα σε καμία συμφωνία.'' Της είπε. Μόνη της το αποφάσισε αυτός δεν είχε μιλήσει. Η σιωπή δεν σημαίνει πάντα αποδοχή. Μουγκρίζοντας εκνευρισμένη αλλά κυρίως πεινασμένη η Άννα, του όρμησε. Ο Χίμπαρι για κάποιο λόγο το περίμενε.
''Που είναι;'' Ρώτησε προσπαθώντας να ψάξει πάνω του. Το είχε σε κάποια κρυφή τσέπη σε αυτό το περίεργο ρούχο που φορούσε όταν λούφαρε στο Ίδρυμα. ''Σταμάτα να αντιστέκεσαι!'' φώναξε αν και ο Χίμπαρι ήταν ακόμα καθισμένος. Δεν υπήρχε λόγος να σηκωθεί ή να κάνει πολλές κινήσεις, η μάχη ήταν ήδη βαρετά μονόπλευρη. Ήταν τόσο εύκολο για αυτόν που δεν ήταν καν θυμωμένος με την ενοχλητική της συμπεριφορά. Του φαινόταν σαν να έπαιζε με το ατίθασο κατοικίδιο του.
Απελπισμένη η Άννα του τράβηξε το μανίκι σε μια μάταιη προσπάθεια να κερδίσει. Οι ατσούμπαλες κινήσεις της έκαναν το γιουκάτα να σκιστεί αποκαλύπτοντας όλο το ημίγυμνο μεγαλείο του άντρα. Ο Χίμπαρι για μερικά κλάσματα του δευτερολέπτου πάγωσε από την έκπληξη. Το αγρίμι μπορεί να μην είχε τεχνική αλλά είχε δύναμη.
Η Άννα από την άλλη κατάφερε να εκμεταλλευτεί το απειροελάχιστο πάγωμα και χρησιμοποιώντας το βάρος του σώματος της να τον ξαπλώσει κάτω με γδούπο.
''Νίκησα!'' φώναξε χωρίς να θυμάται τον αρχικό σκοπό της μάχης τους. Οι προτεραιότητες της είχαν αλλάξει. Αυτό που ήθελε τώρα ήταν αυτό που ήθελε πριν δύο βράδια… Σήκωσε τα χέρια της με ένα θριαμβευτικό χαμόγελο και με δύναμη τα έβαλε στο στέρνο του.
''Τι κάνεις, μικρό αγρίμι;'' Την ρώτησε τώρα ενοχλημένος με την επαφή. Τα χέρια της ήταν τραχιά πάνω του. Ένιωθε τους κάλους και τα κοψίματα αν και οι άκρες των δαχτύλων της είχαν γίνει λείες από την συχνή έκθεση τους στην φωτιά.
''Εντυπωσιακό!'' είπε χωρίς να τον ακούει κοιτώντας το σώμα από κάτω της. ''Δεν έχω δει ποτέ την ανατομία ενός άντρα. Έχετε πολύ καλή επιδερμίδα…'' είπε και το χέρι της κουνήθηκε χαϊδεύοντας την περιοχή. Γνώριζε την ανατομία τους από βιβλία αλλά πρώτη φορά άγγιζε… Ο Χίμπαρι τσιτώθηκε καθώς μια ανατριχίλα διέτρεξε την σπονδυλική του στήλη.
''Σήκω από πάνω μου!'' την διέταξε.
''Μισό…'' είπε εκείνη αφηρημένη μελετώντας τις γραμμές του. Λόγω της καθημερινότητας της η Άννα είχε αρκετά σκληρό και γυμνασμένο σώμα αλλά όχι σαν το δικό του, ήταν καλλογραμμωμένος. Αργά πέρασε τον δείκτη της από τις γραμμές των κοιλιακών του. Αναρωτιόταν πως ήταν πιο χαμηλά…
Ο Χίμπαρι δεν είχε την υπομονή ούτε την θέληση να την αφήσει να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι. Πρώτον γιατί τον ενοχλούσε αυτή η εγγύτητα. Δεύτερον γιατί παράλληλα και εντελώς αντίθετα με το πρώτο, του άρεσε το άγγιγμα της.
Μπερδεμένος και χωρίς να σπαταλήσει χρόνο όπως εκείνη του ζήτησε, έβαλε τα χέρια του στους ώμους της και την αναποδογύρισε. Η Άννα ξαφνιασμένη έβγαλε μια κραυγή και σηκώθηκε σχεδόν αμέσως.
''Δεν είναι αποδεκτό να έχεις τέτοιου είδους επαφή με άλλους.'' Της είπε. Κατέληξε ότι το αίσθημα που ένιωθε πήγαζε από το γεγονός ότι ήταν άντρας και όσο περίεργο ήταν το αγρίμι δεν έπαυε να είναι και αυτό γυναίκα. Μάλιστα ήταν γυναίκα που αποτελούσε μέρος της επαγγελματικής του ζωής και ως γνωστόν, η δουλειά του ήταν όλη του η ζωή. Ίσως να μην υπήρχε πρόβλημα αν η Άννα δεν εισέβαλλε με το έτσι θέλω στον προσωπικό χώρο των άλλων…
''Ναι αλλά εσύ είσαι ο πρώτος φίλος μου!'' διαμαρτυρήθηκε καθώς κάθισε οκλαδόν. Της το είχαν πει τα κορίτσια ότι επιτρέπετε, γιατί δεν ακολουθούσε τους κανόνες;
Ο Χίμπαρι δεν μίλησε. Σίγουρα δεν ήταν φίλοι. Ήταν, όμως, συνδεδεμένοι και αυτός ήταν από τους λόγους που δεν μπορούσε να την διώξει τόσο εύκολα. Όσο ενοχλητική και να ήταν είχε φανεί χρήσιμη και οι ικανότητες της ήταν αδιαμφισβήτητες. Την σεβόταν.
''Πες το όπως θες.'' Κατέληξε ότι δεν είχε νόημα να της εξηγεί. ''Αυτό σημαίνει ότι τέτοιου είδους επαφή απαγορεύεται ακόμα περισσότερο.''
Η Άννα γούρλωσε τα μάτια της.
''Αυτό είναι εντελώς αντίθετο από αυτό που μου είπε η Χάρου με την Κιόκο!'' διαμαρτυρήθηκε και ο Χίμπαρι ένιωσε να βράζει. Τι της είχαν πει τα δύο χαζά φυτοφάγα; ''Αφού είσαι το boyfriend (male friend) μου μπορούμε να έχουμε τέτοια σχέση!''
Ο Χίμπαρι έμεινε κατάπληκτος. Τι ανοησία είχε πάλι σκεφτεί και πως στο διάολο έφτασε σε αυτό το συμπέρασμα…
end boyfriendς κάθη μοε μσ ''Δεν είμαι το boyfriend (romantic relationship) σου, ανόητο άγριο φυτοφάγο. Βγάλε από το ακατοίκητο μυαλό σου τέτοιες ηλίθιες σκέψεις.'' Της γρύλισε εκνευρισμένος. Δεν μπορούσε να φανταστεί πως η παντελώς άσχετη Άννα γνώριζε τέτοιες φυτοφαγικές συνήθειες…
Η Άννα από την άλλη τον κοιτούσε έντρομη. Αρνιόταν να το δεχτεί…
''Μα τι λες! Είσαι! Εννοώ, είσαι ο πρώτος αρσενικός φίλος που έκανα! Τα κορίτσια είπαν ότι με το πρώτο αγόρι φίλο μου μπορώ να τα κάνω αυτά ενώ με τα άλλα αγόρια φίλους μου όχι! Η δική μας σχέση φιλίας είναι διαφορετική με αυτήν που έχω με τον Κουσακάμπε που είναι ο δεύτερος αγόρι φίλος μου! Είναι κανόνας των πολιτισμένων!'' του φώναζε ενώ κοπανιόταν.
Ο Χίμπαρι έβαζε σε σειρά αυτά που άκουγε…
Πρώτος αγόρι φίλος; Σχέση φιλίας;
Αυτό σήμαινε για αυτήν η λέξη boyfriend;
Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να τις εξηγήσει τι ακριβώς σήμαινε η λέξη και πόσες παρεξηγήσεις δημιουργούταν… Ίσως θα έπρεπε να το αναθέσει στον Τέτσου. Απέρριψε σχεδόν αμέσως αυτήν την ιδέα.
Δεύτερο αγόρι φίλος…
''Άκου προσεχτικά γιατί θα το πω μόνο μια φορά.'' Της είπε εκνευρισμένος και η Άννα που δεν είχε σταματήσει να γκρινιάζει τον κοίταξε σοβαρά. ''Αυτό που θεωρείς εσύ αγόρι φίλος δεν είναι το ίδιο με αυτό που θεωρούν τα άλλα θηλυκά και αρσενικά φυτοφάγα.''
''Ε;''
''Με άλλα λόγια ξέχνα όσα σου είπαν.''
''Δεν είσαι αγόρι φίλος μου;'' Τον ρώτησε λυπημένη.
''Όχι.'' Είπε καταπίνοντας ένα απελπισμένο αναστεναγμό.
''Τότε είναι ο Κουσακάμπε ο πρώτος αγόρι φίλος μου;'' Ρώτησε και για κάποιο λόγο δεν την ενθουσίαζε το ίδιο. Σίγουρα αγαπούσε και τον Κουσακάμπε! Την τάιζε! Δεν ήθελε, όμως, να τον ακουμπήσει… Τον φανταζόταν σαν τον πατέρα που δεν είχε ποτέ.
Η ίδια ιδέα βασάνιζε και τον Χίμπαρι. Ήδη την είχαν δει πολλές φορές σχεδόν ξεβράκωτη, δεν θα ήταν καλό να είναι τόσο διαχυτική με τον Τέτσου. Δεν ήταν ότι ζήλευε ή αμφέβαλλε για τον βοηθό του. Δεν ήταν πρέπον, είχε παντρευτεί και πρόσφατα γίνει μπαμπάς…
Φυσικά ούτε με αυτόν ήταν πρέπον αλλά μέχρι τώρα ποτέ δεν τον ένοιαξε να της κάνει παρατήρηση…
''Όχι ούτε αυτός είναι και ούτε κανένας άλλος.'' Της είπε αποτελειωτικά.
''Μα θέλω να έχω και αγόρια φίλους!'' η Άννα φαινόταν συγχυσμένη.
''Μπορείς να είσαι φίλη με αγόρια χωρίς να συμπεριφέρεσαι έτσι. Δεν πρέπει να συμπεριφέρεσαι έτσι…'' είπε απειλητικά. Αυτή η κουβέντα είχε αρχίσει να τον κουράζει. Τι τον πέρασε; Για σύμβουλο;
''Μα έτσι είμαι! Με ποιον μπορώ να συμπεριφέρομαι έτσι τότε;'' Ρώτησε ακόμα προβληματισμένη. Δεν της άρεσαν τα λόγια του Χίμπαρι.
''Με κανέναν.'' Είπε αυστηρά και σηκώθηκε. Έπρεπε να αλλάξει ρούχα και να αποφύγει αυτήν την ανούσια συζήτηση.
Η Άννα ζαβλακωμένη πήγε στο δωμάτιο της. Τότε τι ήταν αυτό το αγόρι φίλος με τον οποίο θα μπορούσε να είναι ο εαυτός της χωρίς να νοιάζεται για άλλους κανόνες εκτός ότι έπρεπε να είναι έτσι μόνο με αυτόν;
''Χαζέ Χίμπαρι… δεν μου έδωσες ούτε το κλειδί του ψυγείου…'' μουρμούρισε καθώς προσγειώθηκε στα δάχτυλα της ο Χάιμπερντ. Η Άννα τον χάιδεψε αφηρημένα καθώς κοιτούσε τα πουγκιά με τα δαχτυλίδια στο γραφείο της. Ένα πανούργο χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπο της. Έβαλε το καναρίνι στον ώμο της και πήρε τα πουγκιά. Είχε κάτι δαχτυλίδια να ανταλλάξει…
Η βάση των Βόνγκολα δεν είχε αλλάξει από την τελευταία φορά που την είχε επισκεφτεί.
Περπάτησε και προσπάθησε να μην πάει κατευθείαν στην κουζίνα. Έπρεπε πρώτα να τους δώσει τα δαχτυλίδια για να φάει το φαί τους! Πήγε, λοιπόν, όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δωμάτιο που αισθανόταν την παρουσία τους.
Δεν ήταν τόσο δύσκολο να τους εντοπίσει. Ένιωθε ένα μεγάλο κύμα ενέργειας από το δωμάτιο όπου αντηχούσαν κρότοι από όπλα που χτυπούσαν μεταξύ τους. Η Άννα μπήκε μέσα χωρίς να χτυπήσει.
Ο Τσούνα καθόταν σε μια γωνία με ένα χρονόμετρο καθώς οι δύο φίλοι του αγωνίζονταν μεταξύ τους.
Η Άννα άφησε ένα σφύριγμα όταν είδε το δωμάτιο. Το δωμάτιο προπόνησης είχε διάφορα σύνεργα γυμναστικής και εμπόδια. Για την Άννα ήταν κάτι σαν παιδική χαρά.
Μόλις την αντιλήφθηκαν Γιαμαμότο και ο Κογκουντέρα σταμάτησαν και την πλησίασαν μαζί με τον Δέκατο.
''Άννα-σαν!'' είπε χαμογελώντας ο Τσούνα. ''Τι κάνεις;'' Την ρώτησε ευγενικά καθώς είχε μέρες να την δει.
''Καλά! Σας έφερα τα υπόλοιπα δαχτυλίδια…'' είπε αφηρημένα θαυμάζοντας ακόμα το δωμάτιο. Από το ταβάνι κρέμονταν αλυσίδες, τις θύμισαν τις κληματσίδες στο δάσος…
''Ευχαριστούμε! Έκανες πολύ καλή δουλειά με τα πρώτα!'' της είπε παίρνοντας το πουγκί. Μέρος της δύναμης των Βόνγκολα είχε επιστρέψει και μαζί με αυτό απέκτησαν λίγο αυτοπεποίθηση.
''Μοιάζεις με άνθρωπο, γυναίκα.'' Είπε ο Κογκουντέρα λίγο πιο φιλικός από την τελευταία φορά. Ο Γιαμαμότο γέλασε και σκούπισε τον ιδρώτα του με μια πετσέτα. Η Άννα έμεινε να τον κοιτάζει. Όταν ο Χίμπαρι το έκανε θέμα να μην τον αγγίζει και να μην τον βλέπει γυμνό, ο Γιαμαμότο στεκόταν άνετος μπροστά της χωρίς να φοράει μπλούζα.
''Προσαρμόστηκες!'' της είπε ευδιάθετα αλλά η κοπέλα έδειχνε απορημένη.
''Συμβαίνει κάτι Άννα-σαν;'' Την ρώτησε ο Τσούνα που διαισθάνθηκε το μπέρδεμα της.
''Δεν μπορώ να καταλάβω κάτι…'' είπε κοιτώντας τον Τσούνα και άρχισε πάλι να βράζει μέσα της.
''Τι δεν μπορείς να καταλάβεις Άννα-σαν;'' Την ρώτησε με προθυμία να την βοηθήσει ο καλοπροαίρετος νεαρός.
''Γιατί κυκλοφορεί έτσι;'' Ρώτησε εκείνη και έδειξε κατηγορηματικά τον Γιαμαμότο που προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε κάνει λάθος.
''Ε;'' είπε έκπληκτος ο Τσούνα. Του φαινόταν απίστευτο πως μια κοπέλα όπως η Άννα που δεν είχε τρόπους φάνηκε να ενοχλείται από την εμφάνιση του Γιαμαμότο. Είχε κρυφακούσει τα κορίτσια να λένε γελώντας πως είχε το θάρρος να εμφανιστεί μόνο με μια πετσέτα μπροστά στους αρχηγούς του Ιδρύματος.
''Καλά σου λέει χαζέ μανιακέ του μπέιζμπολ. Βάλε καμία μπλούζα!'' του φώναξε ο Κογκουντέρα που βρήκε αφορμή για να κατσαδιάσει τον ανταγωνιστή του.
Ο Γιαμαμότο ελαφρώς κοκκινισμένος φόρεσε την μπλούζα. ''Συγγνώμη Άννα-σαν…'' είπε ελαφρώς αμήχανα.
''Όχι, όχι! Δεν με πείραξε αυτό!'' βιάστηκε η κοπέλα να τον καθησυχάσει. ''Αν θες μπορείς να την βγάλεις πάλι!'' του είπε καθώς ευχόταν να την άκουγε και να έβγαζε την μπλούζα του. Τελικά δεν ήταν μόνο ο Χίμπαρι με ενδιαφέρον σωματότυπο.
Οι τρεις νεαροί την κοίταξαν μαζεμένα. Δεν ήταν συνηθισμένο να βλέπεις κοπέλα να λέει δημόσια σε κάποιον να γδυθεί με τόσο φυσικό τρόπο.
''Δέκατε, απομακρύνσου από αυτό την ανώμαλη χαζή γυναίκα!'' είπε προστατευτικά ο Κογκουντέρα.
''Είμαι σίγουρος ότι την παρεξήγησες Κογκουντέρα!'' είπε ο Γιαμαμότο γελώντας. Σίγουρα έκανε πλάκα. ''Είσαι αστεία Άννα-σαν!'' η Άννα χαμογέλασε ικανοποιημένη. Πρώτη φορά την αποκαλούσαν αστεία!
''Δεν μου απαντήσατε όμως!'' τους θύμισε και για λίγη ώρα έμειναν να κοιτάζονται. Η κοπέλα περίμενε φρόνιμα την απάντηση της και τα αγόρια προσπαθούσαν να καταλάβουν τι ρωτούσε.
''Συγγνώμη δεν καταλαβαίνω…'' είπε τελικά απελπισμένος ο Τσούνα. Η Άννα αναστέναξε αλλά δεν το έβαλε κάτω.
''Θα τα πάρω με την σειρά.'' Είπε και κάθισε κάτω κάνοντας νόημα να κάτσουν και εκείνη. Ήταν φανερό πως θα ήταν μεγάλη ιστορία.
''Καταρχάς είναι αλήθεια πως με το αγόρι σου μπορείς να κάνεις ότι θέλεις;'' Ρώτησε και τα αγόρια για πολλοστή φορά βρέθηκαν σε δύσκολη θέση.
''Δεν θα πρήξεις τον Δέκατο με τις ανοησίες σου!'' φώναξε ο Κογκουντέρα αμήχανος και έκανε να σηκωθεί αλλά η Άννα τον έπιασε από το χέρι και τον τράβηξε κάτω.
''Ναι, υποθέτω…'' είπε ο Γιαμαμότο που μπορεί να αισθανόταν και αυτός περίεργα με αυτήν την συζήτηση αλλά ήθελε να δει που θα καταλήξει.
''Άρα επιτρέπεται να κυκλοφορώ για παράδειγμα με πετσέτα ή να θέλω να τον δω με πετσέτα…'' συνέχισε και οι τρεις νεαροί ξεροκατάπιαν και της έγνεψαν. ''Αλλά αυτό μπορώ να το κάνω μόνο με το πρώτο αγόρι μου.''
''Τι εννοείς;'' Ρώτησε μπερδεμένος ο Τσούνα ξεχνώντας την ντροπή του.
''Η Κιόκο και η Χάρου μου είπαν ότι δεν μπορώ να το κάνω με όλα τα αγόρια φίλους μου!'' είπε χωρίς να βελτιώνει την κατάσταση.
''Πόσα αγόρια φίλους έχεις;'' Ρώτησε δυνατά ο Τσούνα αναπολώντας τις αντίστοιχες τρελές συζητήσεις που είχε με τον Ριμπόρν.
''Τώρα τελευταία πολλά!'' είπε υπερήφανη. ''Αλλά ο Χίμπαρι είναι ο πρώτος μου για αυτό τον διάλεξα.''
''Νομίζω κατάλαβα τι τρέχει…'' είπε ο Κογκουντέρα γνέφοντας στον εαυτό του και ο Τσούνα τον κοίταξε με θαυμασμό.
''Ευτυχώς είσαι έξυπνος!'' είπε γελώντας ο Γιαμαμότο καθώς ο άλλος τον αγριοκοίταζε.
''Φυσικά δεν είμαι σαν εσένα.'' Του πέταξε. ''Δέκατε νομίζω ότι αυτή η γυναίκα είναι χαζή.''
''Βλέπω ότι δεν χρειάζεστε τα δαχτυλίδια…'' είπε και πήγε να πάρει από τον Τσούνα το πακέτο.
''Μη Άννα-σαν! Είμαι σίγουρος ότι ο Κογκουντέρα δεν εννοούσε αυτό!'' είπε ο Τσούνα έντρομος και κοίταξε με νόημα το δεξί του χέρι που συμμορφώθηκε αμέσως.
''Εννοώ ότι λόγω της βάρβαρης ανατροφής σου και της άγνοιας που έχεις για τις σχέσεις των ανθρώπων δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τις έννοιες μεταξύ αγοριού φίλου και αγοριού σχέσης.'' Είπε υπεροπτικά.
''Σχέσης; Φιλίας;''
''Ρομαντικής, χαζή γυναίκα! Ρομαντικής!'' της φώναξε ο Κογκουντέρα.
''Με τα αγόρια φίλους σου δεν είναι φυσιολογικό να έχεις αναπτύξει τέτοια άνεση που να κυκλοφορείς μόνο με μια πετσέτα.'' Της είπε προσπαθώντας να αναδείξει τον εαυτό του στον Δέκατο.
''Εξαρτάται υπάρχουν φορές που…'' πήγε να τον διορθώσει ο Γιαμαμότο χαλώντας την εικόνα του αλλά ο Κογκουντέρα τον σταμάτησε νευριασμένα.
''Είναι χαζή, είσαι σίγουρος ότι πρέπει να μπούμε σε τέτοιες μπερδεμένες καταστάσεις;'' Ο Γιαμαμότο γέλασε ταρακουνώντας τα μαλλιά του.
''Η ρομαντική σχέση τι είναι;'' Ρώτησε. Ο όρος δεν της ήταν άγνωστος ωστόσο της ήταν δυσνόητος, ποια η διαφορά του από την φιλία.
''Θα μάθεις.. θα μάθεις όταν αποκτήσεις αγόρι!'' της είπε τραυλίζοντας ο ασπρομάλλης νεαρός.
''Πως αποκτώ αγόρι;'' Ρώτησε. Μετά από όλα αυτά ήθελε να αποκτήσει!
''Μην μας ρωτάς για όλα χαζή γυναίκα!'' της φώναξε και η Άννα κατσούφιασε.
''Καλά αλλά και πάλι γιατί ο Γιαμαμότο μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς μπλούζα και εγώ όχι;'' Επέμεινε στην αρχική της ερώτηση και ο Κογκουντέρα είχε κοκκινίσει αλλά πλέον ήταν από θυμό.
''Είσαι γυναίκα! Έχεις στήθος! Γαμώτο!'' της φώναξε.
''Θα ήταν επικίνδυνο.'' Πρόσθεσε ανήσυχα ο Τσούνα. ''Κυκλοφορούν και κακοί άντρες.''
Η Άννα θα ρωτούσε και άλλα αν το στομάχι της δεν γουργούριζε.
''Μπορώ να φάω εδώ ως αντάλλαγμα για τα δαχτυλίδια;'' Ρώτησε χαριτωμένα. ''Ο Χίμπαρι έχει κλειδώσει το ψυγείο…'' μούγκρισε.
''Ναι Άννα-σαν…'' είπε ο Τσούνα χωρίς να σχολιάσει. ''Μετά αν μπορείς δώσε αυτό το γράμμα στον Χίμπαρι-σαν.'' Είπε και της έδωσε ένα φάκελο κλεισμένο με βουλοκέρι με το σήμα της οικογένειας. Η Άννα το κοίταξε χωρίς να πει τίποτα και το έβαλε στην τσέπη της. Μαφιόζικα μυστικά προφανώς…
Το βραδινό τραπέζι των Βόνγκολα ήταν ένα πανηγύρι. Τα κορίτσια είχα ετοιμάσει ολόκληρο μπουφέ. Ο Λάμπο για κάποιο λόγο της έδινε το φαγητό του τρέμοντας. Γνώρισε και την Ι-πιν που για κάποιο λόγο ήταν σίγουρη ότι την είχε ξαναδεί κάπου.
Μετά από ώρες γέλιου, κεφιού και φαγητοπόλεμου αποφάσισε πως ήταν ώρα να φύγει. Οι Βόνγκολα την καληνύχτισαν και τα κορίτσια την προσκάλεσαν να έρθει ξανά όποτε ήθελε. Φυσικά και θα ερχόταν με την πρώτη ευκαιρία!
''Που ήσουν;'' Ήταν η πρώτη κουβέντα που της είπε ο Χίμπαρι όταν την είδε να μπαίνει στο Ίδρυμα με ρούχα γεμάτα σάλτσες και λάδια.
''Με είδες να μπαίνω από την είσοδο έτσι;'' Τον ρώτησε ειρωνικά. Που αλλού μπορεί να ήταν; Ο άντρας την κοίταξε εξίσου ειρωνικά.
''Εννοώ τι έκανες εκεί;''
''Γιατί δεν το είπες έτσι από την αρχή! Πήγα να φάω… και να τους δώσω τα δαχτυλίδια τους!'' είπε αποφεύγοντας να τον κοιτάξει.
''Μην πηγαίνεις στους Βόνγκολα χωρίς λόγο. Δεν έχουμε σχέση με αυτούς.'' Της είπε ενοχλημένος. Το αγρίμι του άφηνε το Ίδρυμα για να πάει όπου έχει φαγητό…
''Εσύ φταις…'' του πέταξε.
''Χν.
''Μην κάνεις αυτό, μην κάνεις το άλλο. Μην φας, μην κοιμηθείς, μην με ακουμπάς. Μη. Μη. Μη…'' άρχισε να γκρινιάζει. ''Οι Βόνγκολα είναι πιο καλοί!''
''Αν σου αρέσουν τόσο πήγαινε σε αυτούς.'' Της είπε εκνευρισμένος και πήγε να γυρίσει στο δωμάτιο του.
''Και ο Γιαμαμότο δεν έχει πρόβλημα να κυκλοφορεί χωρίς μπλούζα για να βλέπω!''
Ο Χίμπαρι επί τόπου σταμάτησε. Τι άλλο έκανε το αγρίμι εκτός από το να φάει;
''Είπες ψέματα όταν είπες ότι δεν μπορώ να τα κάνω αυτά με κανέναν!'' τον κατηγόρησε.
Ο Χίμπαρι γύρισε να την κοιτάξει. Τι έκανε το αγρίμι με τον Γιαμαμότο Τακέσι;
''Δεν είσαι το πρώτο αγόρι φίλος μου πια!'' ολοκλήρωσε και κλειδώθηκε στο δωμάτιο της αφήνοντας τον Χίμπαρι στήλη άλατος στον διάδρομο.
Ίσως έπρεπε να πάει και αυτός μια βόλτα από τους Βόνγκολα και να τους κάνει να καταλάβουν ότι δεν πρέπει να αγγίζουν τα μέλη του Ιδρύματος…
Η πόρτα ξεκλείδωσε χαλώντας την ηρωική έξοδο της Άννας.
''Ξέχασα να σου δώσω αυτό!'' είπε και κοπάνισε το γράμμα στο στήθος του πριν επιστρέψει στο δωμάτιο της κοπανώντας τα πόδια της σε κάθε της βήμα.
Ο Χίμπαρι αγριοκοίταξε την κλειστή πόρτα και έσκισε με μίσος τον φάκελο προχωρώντας στην ανάγνωση του γράμματος με εκνευρισμό. Καθώς το διάβαζε η έκφραση του γινόταν πιο ουδέτερη και στο τέλος σοβαρή. Όταν το τέλειωσε το τσαλάκωσε και του έβαλε φωτιά.
Ήταν καιρός να φύγουν…
