1.ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΧΤΥΠΑΕΙ…

Ήμουν στο γκαράζ από το πρωί, προσπαθώντας να συναρμολογήσω το Ράμπιτ. Καθώς δούλευα, σκεφτόμουν εκείνη. Η τελευταία φορά που ειδωθήκαμε ήταν στον ανοιξιάτικο χορό του σχολείου της, κάτω από την επιτήρηση του. Ένιωθα ότι δεν με ήθελε εδώ. Αλλά, δεν έδωσα σημασία.

Καθώς δούλευα, απορροφημένος στις σκέψεις μου, άκουσα τον βόμβο μιας πολύ γνωστής μηχανής. Βγήκα έξω, περίεργος. Και ξαφνικά, η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπάει. Ήταν εκείνη. Πήγα κοντά της, μη μπορώντας να κρύψω τη χαρά μου.

Ξαφνικά, διέκρινα δύο σκουριασμένα μηχανάκια στην καρότσα του φορτηγού. Η Μπέλλα χαμογελούσε πλατιά.

«Μπορείς να τα κάνεις να δουλέψουν; Θα σε πληρώσω, βέβαια.»

Κούνησα το κεφάλι αρνητικά.

«Όχι, δεν το δέχομαι αυτό» είπα.

«Ωραία, τότε θα κάνουμε μια συμφωνία. Θα τα κάνεις να δουλέψουν και θα κρατήσεις όποιο από τα δύο θέλεις. Συν το ότι χρειάζομαι μερικά μαθήματα…»

Πήραμε τα μηχανάκια στο γκαράζ γρήγορα, από φόβο μην μας δει ο Μπίλι. Μόλις φτάσαμε στο γκαράζ, άρχισα να τα αποσυναρμολογώ. Εκείνη, κάθισε στο κάθισμα του Ράμπιτ και με παρακολουθούσε όση ώρα δούλευα. Μετά από κάμποση ώρα δουλειάς, άκουσα τα βήματα τεσσάρων πολύ γνωστών ποδιών να κατευθύνονται προς εδώ. Ο Κουίλ και ο Έμπρι.

Να πάρει! Σκέφτηκα.

«Γεια σου, Τζέικ» με χαιρέτησε χαρούμενα ο Κουίλ.

«Μπέλλα, οι φίλοι μου. Κουίλ Ατεάρα και Έμπρι Κόλ.»

«Χάρηκα.» είπε εκείνη, δίνοντας το χέρι της.

«Κι εμείς!» είπαν ταυτόχρονα κι οι δυο σαν χορωδία.

Μετά από μισή ώρα, η Μπέλλα έπρεπε να φύγει. Έτσι, βρήκα την ευκαιρία να τους τα ψάλλω.

«Υπάρχουν και τα κινητά, ξέρετε…» είπα ξινισμένα.

«Σου κάναμε χαλάστρα; Συγνώμη, κύριε Μπλακ, δεν θα ξαναγίνει.» είπε ο Κουίλ. Σχεδόν ταυτόχρονα, σκάσαμε και οι τρείς στα γέλια.

«Έλα! Πέεεες μας! Τι παίζει με την μικρή Σουάν;» άρχισε ο Έμπρι.

«Τίποτα!» είπα. Είχα αρχίσει να εκνευρίζομαι.

«Σίγουρα;»

«Ναι!»

«Χα! Είπες ναι!»

«Δεν κατάλαβα! Θα σου δώσω λογαριασμό, κύριε Κόλ;»

Είχα κοκκινίσει. Τα χέρια μου έτρεμαν.

«Πλάκα κάνω, κολλητέ. Αλλά για να αρπάζεσαι, πάει να πει ότι σε ενδιαφέρει…» είπε ο Έμπρι, με πονηρό ύφος.

«Ε, καλά… Μπορεί…» παραδέχτηκα.

Κανείς δεν ήξερε το μυστικό μου, ότι ήμουν ερωτευμένος με την Μπέλλα. Δεν μπορούσα να το παραδεχτώ ούτε στον Έμπρι. Σε κανέναν. Φοβόμουν. Ναι, φοβόμουν την απόρριψη. Αν και ήμουν ακόμα μικρός, ήξερα ότι μπορεί κι εκείνη να με αγαπούσε. Έστω και λίγο. Και αυτό το λίγο μου έφτανε. Για την ώρα…