2.ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ; ΕΓΩ! ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΟΣΟ ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΕΙ…
Η Μπέλλα περνούσε σχεδόν όλα της τα απογεύματα στο Λα Πους. Περνούσαμε υπέροχα και φαινόταν εκείνη να απολαμβάνει την παρέα μου.
Ο Έντουαρντ την είχε παρατήσει μόνη στο δάσος. Την είχε χωρίσει, επίσης. Ο Τσάρλι με παρακάλεσε να την βοηθήσω να επανέλθει. Μπορεί να συνέβαινε κάτι περισσότερο μεταξύ μας…
Σχεδόν είχα τελειώσει τα μηχανάκια. Η Μπέλλα μου είπε ότι είχα κάνει πρόοδο. Και μου πρόσθεσε 10 χρόνια για τις εκπληκτικές, μηχανικές μου γνώσεις. Είχαμε κανονίσει με την Μπέλλα να διαβάσουμε μαζί. Στο σπίτι της. Τουλάχιστον, είχα μια ευκαιρία.
Έφτασα στο Φορκς, στις επτά ακριβώς. Όπως είχαμε κανονίσει. Καθίσαμε στο σαλόνι, εκείνη προσπαθώντας να με συγκεντρώσει στα μαθηματικά, κι εγώ προσπαθώντας να την συγκεντρώσω στην ιστορία.
Μετά από δύο ώρες, και αφού είχαμε τελειώσει τα μαθήματά μας, η Μπέλλα κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα, για να ετοιμάσει το βραδινό. Προσφέρθηκα αμέσως να τη βοηθήσω. Εκείνη είπε ότι ήξερε τι έκανε, έτσι αρκέστηκα στο να δοκιμάσω τα λαζάνια της και να την επαινέσω.
«Σε παρακαλώ, θα έρθεις να μαγειρέψεις και στο δικό μου σπίτι;» την παρακάλεσα. «Ο Μπίλι δεν ξέρει να μαγειρεύει, κι εγώ δεν ξέρω να βράσω το αυγό. Λογικό, δεν νομίζεις;»
«Λογικότατο, Τζέικομπ, αν εξαιρέσεις το ότι με δύο αδελφές μέσα στο σπίτι θα έπρεπε να είχες μάθει τουλάχιστον τα βασικά!» απάντησε.
«Προσφέρεσαι να μου κάνεις μαθήματα;»
«Ναι, γιατί όχι; Άλλωστε, έχω να ξεπληρώσω και τα μαθήματα μηχανής!»
Με κοίταξε καχύποπτα.
«Σοβαρά τώρα, θες να μάθεις να μαγειρεύεις;»
«Όχι, αλλά μπορώ να κάνω μια προσπάθεια, τουλάχιστον!»
Μετά, καθίσαμε να στον καναπέ, διαβάζοντας Σαίξπηρ. Εκείνη διάβαζε, ενώ εγώ άκουγα, με μερικές παρεμβολές που την εκνεύριζαν, κάνοντας σχόλια. Γιατί, πολύ απλά, ποτέ δεν κατάλαβα για το Ρωμαίος & Ιουλιέτα ήταν τόσο δημοφιλές.
Μετά από άλλο ένα κακεντρεχή σχόλιο για τον άστατο χαρακτήρα του Ρωμαίου, η Ιουλιέτα- η Μπέλλα, ήθελα να πω- σηκώθηκε απότομα από τον καναπέ, φανερά νευριασμένη.
Ωχ! σκέφτηκα. Τι κάνουμε τώρα; Ηλίθιε! Τα κατέστρεψες όλα!
«Μπέλλα; Είσαι καλά;»
«Απαιτώ να φύγεις από το σπίτι μου, Τζέικομπ Μπλακ!»
«Γιατί; Σοβαρά τώρα, Μπέλλα, θες να φύγω;»
«Γιατί; Δε κατάλαβες το σφάλμα σου; Αποκαλείς τον αγαπημένο λογοτεχνικό μου ήρωα άστατο και περιμένεις να αντιδράσω ψύχραιμα;»
Τα μάτια μου είχαν γουρλώσει. Εκείνη άρχισε να γελάει. Με πλησίασε και έβαλε το ένα της χέρι στο δεξί μου μάγουλο.
«Αστειευόμουν, Τζέικομπ! Θα μείνεις για φαγητό;»
Μετά από μια στιγμή σιωπής, τα πρόσωπά μας άρχισαν να πλησιάζουν όλο και πιο πολύ.
Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε με πάταγο και μπήκε ο Τσάρλι.
«Μπέλλα;»
«Εδώ είμαστε, μπαμπά.»
Ο Τσάρλι μπήκε στο δωμάτιο.
«Γεια σου, Τζέικ! Τι κάνεις, παιδί μου; Ψήλωσες!»
«Ε… Ναι…»
«Θα μείνεις για φαγητό;»
