3.ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ ΔΥΟ; ΔΕ ΝΟΜΙΖΩ…

Μετά από εκείνη τη νύχτα, ήμουν αισιόδοξος. Πολύ αισιόδοξος. Είχα αρχίσει να αλλάζω. Συναισθηματικά. Εκείνη δεν ήξερε τίποτα. Καλύτερα. Ήμουν πολύ μικρός για εκείνη. Μόλις είχα κλείσει τα 16, εκείνη ήταν 18. Καμιά μεγάλη διαφορά, θα πεις. Αλλά, ένιωθα ότι ήμουν ακόμα ανώριμος για να κάνω εκείνο το βήμα, που με βασάνιζε. Να της πω τι νιώθω. Αλλά, χίλιες φορές καλύτερα που δεν ήξερε τίποτα.

Όταν την έβλεπα, ένιωθα ένα δυνατό συναίσθημα, το πώς είναι να είσαι ερωτευμένος. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, που νόμιζα ότι θα ξεπεταγόταν από το στήθος μου. Προσπαθούσα να μην της δείξω πως ένιωθα. Και μέχρι τώρα τα κατάφερνα καλά…

Όμως, εκτός από την Μπέλλα, είχα και άλλα που απασχολούσαν το μυαλό μου. Ο Έμπρι είχε εξαφανιστεί. Τα αγόρια στον καταυλισμό ήταν τρομοκρατημένα, από μια συμμορία. Την συμμορία του Σαμ Γιούλεϊ.

Το συζήτησα με την Μπέλλα. Η Μπέλλα είχε εκνευριστεί με τον Σαμ Γιούλεϊ. Με συμβούλευσε να μην φοβάμαι, γιατί πιθανόν δεν ήταν σοβαρή υπόθεση. Ξαφνικά, άλλαξε θέμα.

«Τζέικ, αναρωτιόμουν… Αν θα ήθελες να πάμε σινεμά…» άρχισε αόριστα η Μπέλλα.

«Μόνοι μας;» είπα, χωρίς να προσπαθώ να κρύψω την χαρά μου.

«Βασικά… όχι ακριβώς…» απάντησε αμήχανα. «Θα πάμε με την παρέα μου. Μπορείς επίσης να καλέσεις τον Κουίλ και τον Έμπρι…»

Σταμάτησε, μόλις είδε την έκφρασή μου.

«Για τον Έμπρι δεν είμαι σίγουρος…» απάντησα. «Έχει εξαφανιστεί. Ο Κουίλ μου είπε ότι τον είδε μαζί με την συμμορία του Σαμ.»

«Καταλαβαίνω… Τουλάχιστον, φέρε τον Κουίλ.» είπε, κλείνοντας μου το μάτι. Αυτό μου έφτιαξε το κέφι.

«Μισό. Η έξοδος είναι αφορμή για να ξαναδείς τον Κουίλ;» είπα, σαρκαστικά.

«Εμμ… Ναι! Θα είμαστε μεγάλη παρέα. Πολλά κορίτσια!»

«Τελειόφοιτες. Ο Κουίλ θα τρελαθεί!»

«Υπόσχομαι να φέρω ποικιλία για να διαλέξει.»

Εκείνο το βράδυ, οδηγούσα περιχαρής το Ράμπιτ. Μόλις το είχα ολοκληρώσει. Είχαμε συμφωνήσει με την Μπέλλα να οδηγήσω εγώ σήμερα.

Όταν έφτασα στο σπίτι της, διέκρινα ένα μπλε, μεγάλο φορτηγό. Ο οδηγός του, που προφανώς ήταν συμμαθητής της, μόλις με είδε, ξίνισε τα μούτρα του. Τον αγνόησα επιδεικτικά.

Μόλις βγήκα από το αυτοκίνητο, η Μπέλλα έτρεξε προς το μέρος μου για να με χαιρετήσει.

«Γεια σου, Τζέικ!» Κοίταξε γύρω μου.

«Που είναι ο Κουίλ;»

«Είναι τιμωρημένος επειδή έμπλεξε σε έναν καυγά στο σχολείο. Πάλι.»

«Κρίμα. Ούτε η παρέα μου μπορεί να έρθει. Μόνο ο Μάικ ήρθε.»

Ξαφνικά, χτύπησε το κούτελό της, σαν να θυμήθηκε κάτι.

«Πρέπει να πάω μέσα για λίγο. Θα γράψω ένα σημείωμα στον Τσάρλι. Περίμενε εδώ.» είπε, καθώς έκανα ένα βήμα.

Κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο μου και τότε πρόσεξα ότι ο άλλος οδηγός είχε βγει από το αμάξι του. Με κοίταξε έντονα.

«Τρέχει κάτι με την Μπέλλα;» ρώτησε, κάπως θυμωμένα, μου φάνηκε.

«Και να τρέχει, εσένα τι σε νοιάζει;» του απάντησα στον ίδιο τόνο.

«Και, συνέχισα, προς πληροφόρησή σου, η Μπέλλα είναι απλώς φίλη μου»

Καθώς βγήκε η Μπέλλα, εμείς ταυτοχρόνως γυρίσαμε το βλέμμα μας αλλού.

«Είμαι έτοιμη. Πάμε;» ρώτησε η Μπέλλα.

Ξαφνικά, τα φρύδια της έσμιξαν. Ο Μάικ προσπαθούσε να την πείσει να πάμε με το δικό του αμάξι.

«Μάικ, θα πάμε με του Τζέικομπ. Του το έχω υποσχεθεί.» απάντησε η Μπέλλα στα επικριτικά του βλέμματα.

Μπήκα στο αυτοκίνητο, με τη σκέψη μου στη φρικιαστική διαδρομή ως το Πόρτ Άτζελες, με τον Μάικ μέσα στο αυτοκίνητο…