5.ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΓΙΝΕ… ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΓΟΝΙΔΙΟ!
«Πατέρα, τι συμβαίνει;» ρώτησα έντρομος, πριν πάρω τη μορφή λύκου. Ο Μπίλι με έπιασε σφιχτά από τη μέση, συγκρατώντας με. Ένα τρομαχτικό γρύλισμα βγήκε από το στήθος μου. Ένα ουρλιαχτό ανέβηκε στο λαιμό μου.
«ΤΖΕΙΚΟΜΠ!» φώναξε ο Μπίλι, προσπαθώντας να με συγκρατήσει.
Ένιωσα την παρουσία ενός ακόμα ατόμου. Ο Σαμ Γιούλεϊ εισέβαλλε στο σαλόνι και με κράτησε σφιχτά. Άρχισα να γρυλίζω, όταν ένιωσα ένα δυνατό κόψιμο στα πλευρά μου. Ο Σαμ με είχε κρατήσει πολύ σφιχτά, με αποτέλεσμα τα πλευρά μου να σπάσουν. Όμως, μετά από λίγο, ο πόνος υποχώρησε.
Μετά από λίγη ώρα, η γούνα άρχισε να υποχωρεί, τα δόντια επίσης, και ήμουν πάλι κανονικός. Όλα γύρω μου σκοτείνιασαν και λιποθύμησα.
Μόλις ξύπνησα, πρόσεξα ότι βρισκόμουν στο δωμάτιό μου. Ο Σαμ βρισκόταν από πάνω μου και με παρατηρούσε.
«Γιούλεϊ; Τι γυρεύεις εδώ;» ρώτησα αγενέστατα. Μέγα λάθος.
Ο Σαμ ήθελε να βοηθήσει. Είχε περάσει το ίδιο με μένα.
«Τζέικομπ…» άρχισε «από πού να αρχίσω;»
«Άρχισε από χθες το βράδυ.» τον προέτρεψα.
«Τζέικομπ, είσαι… λυκάνθρωπος.»
Είπε την λέξη βεβιασμένα. Λυκάνθρωπος. Δεν πίστευα σε αυτά. Για αυτό δεν πίστευα ούτε τους θρύλους της φυλής. Νόμιζα ότι ήταν ανοησίες του Μπίλι.
«Πλάκα μου κάνεις» απάντησα.
«Όχι, δεν κάνω πλάκα, Μπλακ. Είμαστε λυκάνθρωποι. Δέχεσαι να μπεις στην αγέλη; Χρειάζεσαι εκπαίδευση, βέβαια…»
«Αγέλη; Εκπαίδευση; Ωραία, πως τελειώνει το ανέκδοτο;»
Ο Σαμ ήταν ανέκφραστος ακόμα. Προσπάθησε να με συνετίσει.
«Τζέικομπ, άκουσε με. Είμαστε λυκάνθρωποι. Οι Κάλεν ξύπνησαν αυτή μας την φύση πριν αιώνες, όταν ήρθαν εδώ.»
Τον πίστεψα. Μου φάνηκε ειλικρινής.
«Ο Πολ, ο Τζάρεντ και ο Έμπρι είχαν την ίδια αντίδραση, Τζέικ. Δεν με πίστευαν. Θα σε βοηθήσουμε. Όλοι μας. Δέχεσαι να γίνεις μέλος της αγέλης;» Το σκέφτηκα λίγο πριν απαντήσω. Και αν δεν ξανάβλεπα την Μπέλλα ποτέ; Αν της έκανα κακό;
«Δέχομαι» απάντησα τελικά.
«Τι θα κάνω με την Μπέλλα;» ρώτησα τον Έμπρι, στη πρώτη μου συνάντηση με την αγέλη.
«Πρέπει να της πεις την αλήθεια.» με συμβούλεψε ο Έμπρι. Κοίταξε τα γουρλωμένα μάτια μου.
«Ανησυχείς μήπως την τρομάξεις;» ρώτησε γελώντας. «Μην ανησυχείς. Η Μπέλλα είναι συνηθισμένη στα τέρατα!»
Τον κοίταξα άγρια.
«Τώρα έχω την δυνατότητα να σε σκοτώσω, Κολ. Και θα το κάνω» το απείλησα.
Τα παιδιά της αγέλης ήταν φοβεροί. Όλοι. Ακόμα και ο Σαμ. Δεν ξέρω καν γιατί φοβόμουν στην αρχή.
Ο Πολ ήταν πολύ αστείος, αλλά θύμωνε συνέχεια και άλλαζε διαρκώς μορφές.
Ο Τζάρεντ είχε γίνει κολλητός του Έμπρι. Ήταν φοβερό δίδυμο. Με έκαναν να ξεκαρδίζομαι με τα στοιχήματά τους και τους ψεύτικους τσακωμούς τους.
Την επόμενη μέρα, συναντηθήκαμε πάλι για να με εκπαιδεύσουν. Αρχικά, έμαθα να αλλάζω μορφή. Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολο, αλλά μετά τη δεύτερη φορά, τα κατάφερα. Και μάλιστα πολύ καλά.
Ο Έμπρι έμεινε με ανοιχτό το στόμα.
«Κοίτα να δεις! Ο Μπλακ τα κατάφερε, και με την δεύτερη φορά, παρακαλώ!» επιδοκίμασε ο Πολ.
«Το γονίδιο, βλέπεις. Ξέρεις ποιος είναι ο παππούς του; Ο Έφρεμ Μπλακ, βεβαίως βεβαίως!» απάντησε ο Έμπρι, χαρούμενος βλέποντας τις αντιδράσεις των υπολοίπων.
Χαρούμενος με τον εαυτό μου, μεταμορφώθηκα ξανά, τρέχοντας μακριά με τα αδέρφια μου…
Την επόμενη μέρα, συναντηθήκαμε στο σπίτι μου για να συζητήσουμε.
«…πρέπει κρατήσεις το μυστικό, Τζέικομπ. Δεν πρέπει να το πεις σε κανέναν. Σε κανέναν.»
«Ούτε στην Μπέλλα;» ρώτησα. Τα φρύδια του Σαμ έσμιξαν.
«Ειδικά στην Μπέλλα. Πρέπει να την προστατεύσεις, Τζέικομπ. Θες να πάθει κάτι κακό;»
Ο βόμβος της μηχανής του Σέβι της Μπέλλα με έκανε να πεταχτώ.
«Βγαίνω για λίγο…» είπα αόριστα, καθώς έβγαινα έξω τρέχοντας.
Έπρεπε να απομακρυνθώ από εκείνη. Για την προστασία της. Πήρα μια βαθιά ανάσα πριν χτυπήσω το παράθυρό της.
