6. ΛΑΘΗ… ΔΙΚΑ ΜΟΥ… ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΟΡΘΩΣΩ ΚΑΠΟΤΕ…

«Μπέλλα; Τι κάνεις εσύ εδώ;» τη ρώτησα, με όσο πιο θυμωμένο τόνο μπορούσα. Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Παρατηρούσε τα κομμένα μου μαλλιά, το ανεπτυγμένο μου σώμα. Τα μάτια της έγιναν σκληρά.

«Τζέικομπ, γιατί δεν απαντάς στα τηλεφωνήματά μου; Σου τηλεφώνησα τόσες φορές, σου άφησα εκατομμύρια μηνύματα και δεν πήρα ποτέ απάντηση.» Τα φρύδια της έσμιξαν.

«Μπέλλα, σε παρακαλώ, μην με ξαναπάρεις τηλέφωνο. Μην ξαναέρθεις καν εδώ.» είπα, προσπαθώντας να την πείσω να μην ξανασχοληθεί μαζί μου.

«Γιατί; Πες μου τουλάχιστον μια αξιοπρεπή δικαιολογία, για να σε δικαιολογήσω, Τζέικομπ. Σε παρακαλώ.» είπε, με ένα ειρωνικό ύφος, που δεν είχα συνηθίσει στην Μπέλλα. Μετά από μια στιγμή σιωπής, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος.

«Περιμένω…»

«Μπέλλα, απλώς κάνε ότι σου λέω, εντάξει;» Κοίταξε πίσω μου, κάτι που εγώ δεν μπορούσα να δω.

«Αυτός φταίει, έτσι;» φώναξε, δείχνοντας πίσω μου. Είδα τον Σαμ και την υπόλοιπη αγέλη να μας παρακολουθούν. «Ο Σαμ. Αυτός σου είπε να με αφήσεις!» είπε, και τα μάτια της βούρκωσαν.

Η ακατανίκητη επιθυμία μου να την αγκαλιάσω και να την παρηγορήσω πνίγηκε μέσα μου. Δεν έπρεπε να μάθει ποτέ τι ήμουν. Τότε θα ήταν χειρότερα.

«Τελειώσαμε, Μπέλλα.» είπα ανέκφραστος, καθώς δεν ήθελα να δείξω τον πόνο που ένιωθα. Καθώς γύρισα, άκουσα τον λυγμό που βγήκε από μέσα της.

«Πολύ καλά. Δεν πρόκειται να σε ξαναενοχλήσω, Τζέικομπ. Αντίο…» είπε, καθώς πήγαινε στο αμάξι της, για να γυρίσει σπίτι…

«Τζέικ; Κολλητέ, είσαι καλά;»

Ο Έμπρι χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου. Είδα το πρόσωπό του να προβάλει από την χαραμάδα της πόρτας.

«Δεν νομίζω ότι η λέξη 'καλά', περιγράφει την κατάστασή μου αυτή τη στιγμή…» είπα και η φωνή μου ράγισε.

Η Μπέλλα αποφάσισε να κάνει αυτό που της υπέδειξα. Δεν με ξαναενόχλησε. Εδώ και τρείς μέρες δεν μου είχε τηλεφωνήσει. Ήμουν χάλια. Σαν μια βαριάς μορφής κατάθλιψη. Ο Μπίλι είχε αρχίσει να ανησυχεί. Ξαφνικά, τα λόγια του Έμπρι στη πρώτη συνάντηση της αγέλης με διαπέρασαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα.

«Πρέπει να της πεις την αλήθεια.» με συμβούλεψε ο Έμπρι. Κοίταξε τα γουρλωμένα μάτια μου.

«Ανησυχείς μήπως την τρομάξεις;» ρώτησε γελώντας. «Μην ανησυχείς. Η Μπέλλα είναι συνηθισμένη στα τέρατα!»

«Αυτό θα κάνω!» είπα, καθώς σηκώθηκα με ένα σάλτο από το κρεβάτι. «Ευχαριστώ, Έμπρι!»

Ο Έμπρι με έπιασε από το μπράτσο.

«Περίμενε, Τζέικ!» μου φώναξε, καθώς με έπιασε από το μπράτσο.

« Με ευχαριστείς για ποιο πράγμα;»

«Για αυτό που μου είπες τις προάλλες…» του θύμισα. «Θα της πω την αλήθεια. Κι έχω μια ιδέα για αυτό. Θα με βοηθήσεις;» Ο Έμπρι κοίταξε το βλέμμα μου. Με κοίταξε σκεπτικός.

«Αυτό που θες να κάνεις δεν είναι νόμιμο, σωστά;» ρώτησε.

«Βασικά, αν με πιάσει ο Τσάρλι, θα με συλλάβει, στα σίγουρα!» είπα, καθώς βγαίναμε από το δωμάτιο.

«Πατέρα, βγαίνω!» είπα, καθώς έβγαινα.

«Μην αργήσεις, Τζέικομπ!» φώναξε ο Μπίλι, πριν βγω από την πόρτα, μαζί με τον Έμπρι…

«Πολ, θα μας βοηθήσεις;» τον ρώτησα, αφού του εξήγησα το σχέδιο μου.

«Μέσα είμαι! Όμως, θα χρειαστείς το αυτοκίνητό μου, έτσι;» ρώτησε ο Πολ.

«Ναι. Πολ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Ραντεβού έξω από το σπίτι μου, απόψε. Τα λέμε!» τον χαιρέτησα, καθώς φεύγαμε.

Βγήκα από το παράθυρο του δωματίου μου, ήσυχα, αφού περίμενα πρώτα να ακούσω το ροχαλητό του Μπίλι από την άλλη άκρη του διαδρόμου. Τα παιδιά με περίμεναν απ'έξω.

«Γεια σου, Τζέικ!» με χαιρέτησαν.

«Τζάρεντ; Τι κάνεις εδώ;» ρώτησα, ρίχνοντας μια θυμωμένη ματιά στον Πολ. Ο Πολ με κοίταξε ένοχα.

«Μόνο στον Τζάρεντ είπα το σχέδιο, Τζέικ. Και ήθελε να βοηθήσει. Έτσι, τον πήραμε μαζί μας.»

Ξεφύσησα με ανακούφιση. Ο Έμπρι γύρισε προς εμένα.

«Σε κατάλαβε ο Μπίλι;» ρώτησε.

«Δεν νομίζω…» απάντησα «τον άκουσα να ροχαλίζει. Αλλά και σε περίπτωση που με κατάλαβε, άφησα ένα σημείωμα στο δωμάτιό μου.» απάντησα, κλείνοντάς τους το μάτι.

Μετά από λίγα λεπτά, φτάσαμε επιτέλους στο σπίτι της Μπέλλα. Κατέβηκα από το αμάξι, ενώ το στομάχι μου το κατέτρωγαν εκατομμύρια πεταλούδες.

«Καλή τύχη, Τζέικ!» ψιθύρισε ο Τζάρεντ.

Πως θα σκαρφαλώσω στο παράθυρό της; Αναρωτήθηκα.

Ξαφνικά, κοίταξα το δέντρο δίπλα στο παράθυρό της. Σκαρφάλωσα πάνω του και μετατόπισα το βάρος μου προς τα μπρος. Το δέντρο άρχισε να παίρνει μια κλίση προς τα μπρος. Γαντζώθηκα στο περβάζι του παραθύρου της, όταν είδα ότι η Μπέλλα κρατούσε λίγη απόσταση από το παράθυρο, τρομαγμένη. Όταν συνειδητοποίησε ότι ήμουν εγώ, άνοιξε το παράθυρο. Πήρα φόρα και εισέβαλλα από το παράθυρο στο δωμάτιό της.

Της χαμογέλασα, καθώς με κοίταζε θυμωμένη.

«Καλησπέρα, Μπελς» της είπα με ένα πλατύ χαμόγελο, καθώς προετοιμαζόμουν να της πω την αλήθεια…