7.ΕΙΜΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ… ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΛΗΓΩΝΑ ΠΟΤΕ ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ…

«Τζέικομπ!» αναφώνησε πνιχτά, προσπαθώντας να μη ξυπνήσει τον Τσάρλι. « Τι γυρεύεις στο δωμάτιό μου;» Με κοίταξε θυμωμένα. «Ποιος είναι τώρα αυτός που δεν κράτησε το λόγο του;»

«Μπέλλα… Άσε με να σου εξηγήσω…» απολογήθηκα, προσπαθώντας να την πλησιάσω.

«Ούτε βήμα, Τζέικομπ Μπλακ! Περιμένω μια λογική εξήγηση…» είπε.

Και είχε δίκιο. Δεν έπρεπε να την αφήσω χωρίς μια εξήγηση, τουλάχιστον. Πλησίασα ακόμα πιο κοντά. Άγγιξα το χέρι της, το οποίο έμεινε εκεί. Καλό σημάδι. Γέλασα αυτάρεσκα.

«Συγνώμη, Μπέλλα. Ειλικρινά…» προσπάθησα να πω. Η φωνή μου ράγισε. Πρόσεξα ότι το βλέμμα της μαλάκωσε.

Αυτή τη φορά, πλησίασε εκείνη. Έβαλε τοπ παγωμένο της χέρι στο μάγουλό μου. Καθώς με κοίταξε, δεν είχα άλλη επιλογή. Προσπάθησα να της πω την αλήθεια. Δηλαδή, την αλήθεια στα πλαίσια του λογικού. Δεν ήταν ανάγκη να μάθει την ιδιαιτερότητα της φυλής μου, τον λόγο για τον οποίο δημιουργηθήκαμε. Έτσι, προσπάθησα να μείνω όσο ποιο κοντά στην αλήθεια μπορούσα.

«Λοιπόν;»

«Μπέλλα, μετά από αυτό, ίσως δεν θα θέλεις να με ξαναδείς…»

«Έλα, Τζέικομπ, μίλα καθαρά!» με προέτρεψε.

Πήρα μια βαθιά ανάσα πριν ξεκινήσω.

«Λοιπόν…» άρχισα «θυμάσαι εκείνες τις ιστορίες που σου είχα πει στην παραλία;» τη ρώτησα, με την ελπίδα να τις θυμόταν ακόμα. Αν και, κατά πάσα πιθανότητα, θυμόταν μόνο τη δεύτερη ιστορία.

Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

«Μπέλλα, το ξέρω ότι θα το βρεις. Και μετά, θα με σιχαίνεσαι, το ξέρω. Τα είδα στα μάτια σου, όταν σου είπα ότι δεν θέλω να σε ξαναδώ.» Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, καθώς θυμήθηκε τι της είχα πει.

«Όταν το βρεις, έλα στον καταυλισμό. Αν δεν θες να με ξαναδείς, απλώς πάρε με τηλέφωνο. Θα καταλάβω.»

Στράφηκα προς το παράθυρο. Εκείνη έπιασε το μπράτσο μου, σταματώντας με.

«Υπάρχει και η πόρτα, ξέρεις.» είπε, δείχνοντάς μου την πόρτα. «Δεν είναι ανάγκη να σκοτωθείς, κάνοντας τη μαϊμού, Τζέικομπ!»

«Ο Τσάρλι;» ρώτησα, προσπαθώντας να την πείσω ότι το παράθυρο ήταν η καλύτερη λύση. «Θα τον ξυπνήσω.»

Με κοίταξε περιπαικτικά.

«Με δουλεύεις; Ούτε εγώ δεν περπατάω τόσο αθόρυβα!»

Την αγκάλιασα κι εκείνη με φίλησε στο μάγουλο πριν χωριστούμε και κατευθυνθώ προς την πόρτα.

Το επόμενο πρωί, καθώς ήμουν κουρασμένος από «την αποστολή συγχώρεσης» στο σπίτι της Μπέλλα, κοιμόμουν πολλές ώρες. Ήταν νωρίς και η Μπέλλα ερχόταν τέτοια ώρα εδώ. Σηκώθηκα γρήγορα, μήπως είχε ήδη έρθει.

Πήγα στην κουζίνα, καλημερίζοντας τον Μπίλι.

«Καλημέρα, μπαμπά.»

«Καλημέρα, Τζέικομπ.» Με κοίταξε κάπως θυμωμένα, σαν να ήξερε ότι εχθές το βράδυ είχα βγει.

«Τι έγινε με την Μπέλλα; Τα βρήκατε;»

«Μπαμπά!» ξεφώνισα, δήθεν θυμωμένος. «Ποιος σου το είπε;» τον ρώτησα θυμωμένα, έτοιμος να σκοτώσω τον προδότη αυτή τη στιγμή.

«Αλήθεια, Τζέικ, νομίζεις ότι είμαι χαζός; Η μητέρα του Έμπρι, φυσικά» είπε, καθώς ανασήκωσε τα φρύδια του. Ο Έμπρι ήταν ο προδότης, βέβαια. Έλεγε τα πάντα στην μητέρα του. Όχι ότι είχε και άλλη επιλογή. Κάθε βράδυ περνούσε από την Ιερά Εξέταση για να πάει για ύπνο.

Ξαφνικά, η φωνή της Μπέλλα και ένα γρύλισμα ήρθαν από το δωμάτιο μου.

«Τα λέμε αργότερα.» είπα, τρέχοντας για να μάθω τι συνέβαινε.

Η Μπέλλα ήταν εδώ, όπως είχα μαντέψει. Αλλά, ο Πολ είχε προφανώς θυμώσει ξανά. Πριν της κάνει κακό, πήδηξα από το παράθυρο και μεταμορφώθηκα το ίδιο δευτερόλεπτο. Του γρύλισα, αναγκάζοντάς τον να μείνει μακριά της.

Πολ, άσε τις ανοησίες σε παρακαλώ. Μεταμορφώσου ξανά. Δεν υπάρχει λόγος πανικού, σκέφτηκα για να καθησυχάσω τον Πολ.

Δεν φταίω εγώ! Η φίλη σου επιτέθηκε στον Σαμ.

Κοίταξα την Μπέλλα.

Ο Σαμ μπορεί να προστατέψει τον εαυτό του. Εσύ τι είσαι; Προστάτης του ή σωματοφύλακάς του, τέλος πάντων;;! Φέρσου λογικά, σε παρακαλώ.

Ο Πολ κοίταξε τον Σαμ, πριν μου απαντήσει μέσα στο κεφάλι του.

Όχι! Τζέικομπ, δεν καταλαβαίνεις ότι η Μπέλλα είναι απειλή; Πρέπει να μείνει μακριά από την αγέλη!

Χωρίς να το καταλάβω, του όρμησα. Τον παρέσυρα μέσα στο δάσος και άρχισα να τον δαγκώνω. Μετά από λίγα λεπτά, ο Σαμ κατέφτασα πίσω μας.

Σταματήστε αμέσως!

Ο Σαμ προσπάθησε να μας χωρίσει.

Μεταμορφωθείτε αμέσως! Μας διέταξε με την μορφή του Άλφα. Δεν είχαμε παρά να εκτελέσουμε την διαταγή.

Κοίταξα τον Πολ θυμωμένα.

«Ηλίθιε!» του φώναξα «Πώς μπόρεσες; Κι αν της έκανες κακό;»

«Δεν πρόκειται να της έκανα κακό, Μπλακ! Δεν ήμουν τόσο θυμωμένος!»

Βγήκαμε από το δάσος. Εγώ συνέχισα να λογομαχώ με τον Πολ. Και αν η Μπέλλα πάθαινε κακό; Ποια η θέση μου απέναντι στον Τσάρλι, που μου την εμπιστεύτηκε;

Η Μπέλλα βρισκόταν στο σπίτι του Σαμ και της Έμιλι. Η Έμιλι ήταν η αρραβωνιαστικιά του Σαμ. Καθώς μπήκαμε μέσα, ο Έμπρι γύρισε προς τον Τζάρεντ.

«Δέκα δολάρια, παρακαλώ!»

Τους κοίταξα έξω φρενών τώρα.

«Δεν το πιστεύω πόσο αναίσθητοι είστε! Παραλίγο να σκοτωθούμε!»

Η Μπέλλα ήρθε κοντά μου, προσπαθώντας να με ηρεμήσει.

«Ηρέμησε, Τζέικ. Όλα είναι καλά. Είμαι μια χαρά.» είπε, καταλήγοντας στην απάντηση της ερώτησης που έκαιγε την άκρη της γλώσσας μου.

«Ανησύχησα πάρα πολύ» της είπα, καθώς την έπιανα από την μέση.

«Αυτό το κατάλαβα…» μου είπε γελώντας, καθώς με αγκάλιαζε από τους ώμους. Ξαφνικά, άκουσα γέλια να τραντάζουν την κουζίνα. Ο Έμπρι, ο Πολ κι ο Τζάρεντ είχαν πέσει κάτω από τα γέλια.

Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος μου.

«Πολύ αστείο. Αν ήσασταν εσείς στη θέση μου, τι θα κάνατε» τους ρώτησα. Στη φωνή μου, ο σαρκασμός έρρεε άφθονος.

«Μα εμείς δεν έχουμε κοπέλα!» είπαν ταυτόχρονα και οι τρεις και ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια.

«Η Μπέλλα είναι απλώς φίλη.»

Ευτυχώς το φαγητό ετοιμάστηκε και ξεχάσαμε τους ανόητους τσακωμούς μας. Καθώς εμείς τρώγαμε, η Μπέλλα καθόταν με την Έμιλυ και μας παρατηρούσαν.

Στην Μπέλλα σίγουρα άρεσε το Λα Πους. Αλλά, νομίζω ότι περισσότερο ήθελε την παρέα μου. Η Μπέλλα ήταν πολύ μοναχική από τότε που την παράτησε εκείνη η βδέλλα, ο Έντουαρντ. Προσπαθώ να την κάνω να νιώσει καλύτερα και τα έχω καταφέρει θαυμάσια. Συνέχεια με παρομοιάζει με ήλιο που τρυπάει τα σύννεφα, αν και δεν ξέρω από πού βγάζει αυτό το συμπέρασμα…