8.ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΙΑΣΩΣΗΣ…ΜΕ ΑΙΣΙΟ ΤΕΛΟΣ… ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ…

Μετά από μια εβδομάδα, η Μπέλλα περνούσε σχεδόν όλη της την ημέρα στο Λα Πους. Όλοι αναρωτιόμασταν πότε σκόπευε να μετακομίσει. Την πρώτη φορά που την ρώτησα, μου απάντησε: «Σύντομα. Αλλά πρέπει να ρωτήσω τον Τσάρλι πρώτα!»

«Έχεις σκεφτεί την προοπτική να μετακομίσεις κρυφά; Προσφέρομαι να σε φιλοξενήσω. Το κρεβάτι μου είναι διαθέσιμο.» Με κοίταξε, κοκκινίζοντας.

«Εννοείται ότι εγώ θα κοιμηθώ στον καναπέ!» συμπλήρωσα. Γελάγαμε πολύ ώρα αργότερα για αυτό το συμβάν.

Την ημέρα που άρχιζαν οι ανοιξιάτικες διακοπές, η Μπέλλα είχε έρθει ως συνήθως μετά το σχολείο για να με δει. Όμως, δυστυχώς είχα περιπολία και έπρεπε να την αφήσω μόνη.

«Μπέλλα, πρέπει να περιπολούμε, ώστε η κοκκινομάλλα βδέλλα να μην σε πλησιάσει. Για αυτό μην κάνεις καμιά βλακεία, σε παρακαλώ. Μπορεί να είναι κοντά.» την προειδοποίησα, πριν γυρίσω για να μεταμορφωθώ. Το χέρι της έπιασε αυτόματα το μπράτσο μου- θα μας γινόταν συνήθεια αυτό, σίγουρα. Κοίταξα το βλέμμα της, σκεπτόμενος κάτι καθησυχαστικό να πω για να την ηρεμήσω.

«Το ξέρω ότι σου υποσχέθηκα ότι θα περνάγαμε όλη τη μέρα μαζί, αλλά η μέρα δε χάθηκε! Η περιπολία δε θα κρατήσει πολύ. Θα γυρίσω πίσω πριν το καταλάβεις.» είπα και την φίλησα στο μέτωπο, πριν τρέξω μέσα στο δάσος.

Τζέικομπ! Τέσσερις διαφορετικές φωνές φώναξαν το όνομά μου.

Που άφησες την Μπέλλα; Ρώτησε ο Έμπρι, ανησυχώντας όσο κι εγώ. Κατά κάποιον περίεργο τρόπο, η Μπέλλα και ο Έμπρι ήταν κάπως… δεμένοι. Η Μπέλλα μίλαγε συνέχεια για τον Έμπρι. Ένιωθα σαν… να ζηλεύω; Όχι, όχι… Σε καμία περίπτωση δεν ένιωθα ζήλια. Η Μπέλλα ήταν φίλη μου. Αν και αυτό ήθελε εκείνη. Εγώ αποζητούσα την αγάπη της. Το να νιώθεις ότι εξαρτάσαι από τον άλλον. Όπως ένιωθα εγώ δίπλα της.

Την άφησα στην παραλία. Θα την συναντήσω εκεί αργότερα. Απάντησα στην αγωνιώδη σκέψη του Έμπρι.

Τζέικομπ, άφησες την Μπέλλα μόνη; Όλη η απερισκεψία του Θεού πάνω σου έπεσε;

Συγνώμη; Τι είπες; Άφησα την θυμωμένη σκέψη να γεμίσει το κεφάλι μου.

Η κοκκινομάλλα είναι βρικόλακας, Τζέικ. Βρικόλακας. Οι βρικόλακες μπορούν να κινηθούν άνετα κάτω απ'το νερό. Δεν είναι ανάγκη να αναπνέουν! Μου θύμισε.

Μιας και αναφέρατε την κοκκινομάλλα βδέλλα, είπε ο Σαμ, θυμίζοντας μας την παρουσία του, νομίζω ότι την βλέπω!

Τρέξαμε όλοι εκεί που μας υπέδειξε ο Σαμ, αν και ο κόπος μας πήγε χαμένος. Εκείνη ξέφυγε. Πάλι. Και κατευθυνόταν προς… την παραλία. Την παραλία που βρισκόταν η Μπέλλα!

Έτρεξα με όση δύναμη μου επέτρεπαν τα πόδια μου προς την παραλία, όπου ήλπιζα να με περίμενε εκεί όπου την είχα αφήσει. Δεν ήταν πουθενά. Τα ίχνη του φορτηγού της πήγαιναν προς το ύψωμα, όπου κάναμε κλίφ ντάιβινγκ. Ανέβηκα στο βράχο. Δεν άντεχα να φανταστώ την Μπέλλα να πηδάει από τέτοιο ύψος. Ήλπιζα να υπήρχε ελπίδα. Πήδηξα το βράχο. Καθώς η θερμοκρασία του νερού ξεπερνούσε τους -20, ένιωσα τα κύτταρά μου να ουρλιάζουν. Το μυαλό μου να παγώνει. Η σκέψη της ήταν στο μυαλό μου. Όταν, είδα το σώμα της, αναίσθητο, μέσα στο νερό, να το παρασέρνει το κύμα. Την τράβηξα και την ανέβασα στην επιφάνεια.

«Μπέλλα; Μπέλλα, είσαι καλά;»

Προσπάθησα να την συνεφέρω. Είχε καταπιεί πολύ νερό. Ευτυχώς, μετά από λίγα λεπτά, τα μάτια της άνοιξαν και με κοίταξε ένοχα. Τα παγωμένα από το νερό χέρια της τυλίχτηκαν γύρω μου.

«Συγνώμη, Τζέικ…» πρόφερε.

Την αγκάλιασα, προσπαθώντας να την ζεστάνω.

«Όλα είναι εντάξει, Μπέλλα. Τελείωσε.» την καθησύχασα και την μετέφερα στην αγκαλιά μου ως το σπίτι του Μπίλι.

Ένα ρίγος διαπέρασε το σώμα της, καθώς περπατούσαμε.

«Κρυώνεις, Μπέλλα;» την ρώτησα.

«Χαζή ερώτηση, Τζέικομπ!» γέλασε, ακούγοντάς με. «Αφού τα ρούχα μου είναι βρεγμένα και βρισκόμουν μέσα σε νερό -20 βαθμών Κελσίου, πώς λες να νιώθω;»

«Μην ανησυχείς για αυτό. Θα σε ζεστάνω εγώ. Δεν είμαι το προσωπικό σου καλοριφέρ;» αστειεύτηκα, προσπαθώντας να της φτιάξω τη διάθεση.

Μόλις φτάσαμε στο σπίτι, εκείνη κάθισε στον καναπέ, ενώ εγώ στο πάτωμα. Καθώς συζητούσαμε, με πήρε ο ύπνος…

Μόλις ξύπνησα, η Μπέλλα καθόταν δίπλα μου, περιμένοντας να ξυπνήσω. Κοίταξα γύρω μου, ψάχνοντας τον Μπίλι.

«Μπέλλα, που είναι ο Μπίλι;» τη ρώτησα, καθώς πρόσεξα το πρόσωπό της. Ήταν λυπημένη.

«Πήγε στο δωμάτιό του. Ήταν στο νοσοκομείο πριν. Ο Χάρι… Ο Χάρι…» δυσκολεύτηκε να τελειώσει την πρότασή της. Έγειρε το κεφάλι της στον ώμο μου, καθώς έκλαιγε βουβά.