9.ΘΑ ΕΔΙΝΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΣ…ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΗΣΟΥΝ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΠΟΥ ΤΡΑΒΑΕΙ ΤΟΥΣ ΜΠΕΛΑΔΕΣ…

Γυρίσαμε πίσω στο Φορκς. Ήταν αργά και ο Τσάρλι θα γυρνούσε πίσω σύντομα. Η Μπέλλα έπρεπε να ετοιμάσει το βραδινό.

Στη διαδρομή, η Μπέλλα ήταν πολύ σκεπτική.

«Μπέλλα;» την ρώτησα, καθώς την παρατηρούσα. « Τι σκέφτεσαι;»

Τα μάτια της βούρκωσαν ξανά. «Σκέφτομαι τον Σεθ, την Λία, τη Σου… Και αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν πάθαινε κάτι ο Τσάρλι…»

Γύρισε το πρόσωπό της για να με κοιτάξει. «Εσύ τι σκέφτεσαι;»

«Τίποτα» απάντησα. Ήμουν συγκλονισμένος από ότι είχε συμβεί το απόγευμα. Τον θάνατο του Χάρι, την πτώση της Μπέλλα…

Είχαμε φτάσει έξω από το σπίτι της. Σταμάτησα την μηχανή και την κοίταξα.

«Μπέλλα» είπα, καθώς προσπαθούσα να φανώ λογικός. «Μπορείς να μου εξηγήσεις σε παρακαλώ, γιατί πήδηξες το βράχο;»

Έμεινε σιωπηλή για λίγα δευτερόλεπτα. Τα μάτια της κοίταξαν το πάτωμα.

«Μπέλλα, δεν θέλω να σε μαλώσω, απλώς…» δίστασα.

Αλλά έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Αυτήν ήθελε η κοκκινομάλλα, έτσι κι αλλιώς.

Πριν αρχίσω, μια απαίσια μυρωδιά άρχισε να καίει τα ρουθούνια μου.

«Τι στο…» φώναξα, καθώς δεν μπορούσα να ανασάνω από την μυρωδιά.

«Τι συμβαίνει, Τζέικ;» με ρώτησε, αν και από την αντίδρασή μου, νομίζω ότι κατάλαβε. Άναψα γρήγορα τη μηχανή.

«Τζέικ; Που με πάς;» ρώτησε η Μπέλλα, με μια κάπως υστερική φωνή.

«Ένας βρικόλακας είναι εδώ!» φώναξα, καθώς πατούσα το γκάζι. Εκείνη κοίταξε έξω από το παράθυρο.

«Ο Κάρλαϊλ είναι! Αναγνωρίζω το αυτοκίνητό του! Σταμάτα τώρα!»

«Όχι, Μπέλλα. Φεύγουμε αμέσως! Δεν θα ρισκάρω τη ζωή σου! Μπορεί να είναι παγίδα!» της φώναξα, προσπαθώντας να κουμαντάρω το αμάξι.

«Τζέικομπ, σταμάτα τώρα!»

Σταμάτησα απότομα. Οι ρόδες σκλήρισαν πάνω στο έδαφος. Βγήκα έξω. Η μυρωδιά ήταν πιο έντονη, τώρα.

«Μπέλλα, πήγαινε. Εγώ θα φύγω» είπα και έτρεξα μέσα στο δάσος, καθώς μεταμορφωνόμουν.

Μετά από λίγα λεπτά, έφτασα σπίτι- είχα ξεχάσει πόσο γρήγορος είχα γίνει. Η Μπέλλα έμεινε μόνη της με μια από τις βδέλλες, που μπορεί να ήταν η κοκκινομάλλα που την κυνηγούσε. Φοβόμουν πάρα πολύ για εκείνη.

Μόλις μπήκα στο σπίτι, ο Μπίλι με κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν ανήσυχο.

«Τζέικομπ;» ρώτησε. Η φωνή του πρόδιδε την αγωνία του. « Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα…» είπα καθώς πήγαινα στο δωμάτιό μου. Κλείδωσα την πόρτα και προσπάθησα να μην σκέφτομαι…

Το επόμενο πρωί, ήμουν κλεισμένος στο δωμάτιό μου και άκουγα μουσική. Τέρμα. Η μουσική πάντα με έκανε να νιώθω καλύτερα.

Με τέτοιο θόρυβο, οι σκέψεις έκαναν φτερά. Όμως, αν έσπαγαν τη συνθήκη; Αν δάγκωναν την Μπέλλα; Έπρεπε να ξέρω…

«Και τώρα, υποτίθεται ότι ενδιαφέρεσαι για την συνθήκη;» ρώτησε ο Έμπρι ,καθώς οδηγούσε.

Ξεφύσησα. «Εντάξει, παραδίνομαι. Θέλω να προστατεύσω την Μπέλλα, εντάξει; Εσύ τι θα έκανες αν το κορίτσι που αγαπούσες περισσότερο από οτιδήποτε στο κόσμο κινδύνευε;»

«Δεν έχω βρεθεί ακόμα σε αυτή τη θέση, ξέρεις…» Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα.

«Πάνω τους, τίγρη!» είπε ο Έμπρι χαρούμενα, καθώς κατέβαινα από το αμάξι.

Χτύπησα την πόρτα, περιμένοντας την να μου ανοίξει. Μόλις άνοιξε, τα μάτια της γούρλωσαν από την έκπληξη. Μετά, αφού σύνελθε από το σοκ, έσμιξε τα φρύδια της.

«Τι συμβαίνει, Τζέικομπ; Ήρθες να με μαλώσεις επειδή προσκάλεσα την Άλις για να μείνει μαζί μου;»

Η μυρωδιά ήταν ακόμα πιο έντονη μέσα στο σπίτι.

«Μπέλλα, ήρθα για να μιλήσουμε.» Κοίταξε έξω από την πόρτα.

«Εντάξει, ας μιλήσουμε. ΜΟΝΟΙ ΟΜΩΣ!» είπε, πριν κλείσει την πόρτα με πάταγο.

«Σε ακούω, λοιπόν…»