10.ΜΙΑ ΖΩΗ ΧΩΡΙΣ ΑΥΡΙΟ… ΑΣ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΩ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΝΑ ΖΗΣΩ ΤΟ ΤΩΡΑ… ΜΑΖΙ ΣΟΥ…

«Ήρθα να προειδοποιήσω τη βδέλλα για την συνθήκη.»

Με κοίταξε με ένα βλέμμα που θα ράγιζε ακόμα και την καρδιά του Κουίλ- που είναι τελείως αναίσθητος.

«Και να σου ζητήσω συγνώμη για χθες.» συμπλήρωσα. «Δεν έπρεπε να φύγω έτσι. Φέρθηκα σαν ηλίθιος.» Τα φρύδια της έσμιξαν. Κοίταξε έξω από το παράθυρο, κάτι που εγώ δεν μπορούσα να δω.

«Δεν μου λες, Τζέικομπ, τι δουλειά έχουν ο Έμπρι και ο Πολ εδώ πέρα; Υποτίθεται ότι ήθελες να μιλήσουμε. Δεν πιστεύω να φοβάσαι την Άλις;!»

«Απλώς είπα να πάρω ένα προληπτικό μέτρο κάλυψης. Ποιος μου εγγυάται ότι αυτή η Άλις δεν συνεργάζεται με την κοκκινομάλλα και προσπαθεί να σε παγιδεύσει;»

«Η Άλις δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο!»

«Και εσύ που το ξέρεις; Την ήξερες κι από χτες;»

Συνειδητοποίησα ότι είχα πει πολλά. Το πρόσωπό της άρχιζε να κοκκινίζει. Όχι από ντροπή. Από θυμό.

«Αρκετά, Τζέικομπ Μπλάκ!» ξέσπασε. «Βγες απ'το σπίτι μου τώρα!»

Καθώς κατευθύνθηκα στην πόρτα, σκέφτηκα να μείνω και να της ζητήσω συγνώμη. Δεν το άντεχα να είμαστε τσακωμένοι…

Πριν καν μιλήσω, ήρθε κοντά μου και την αγκάλιασα σφιχτά. Δεν είχα καταλάβει ότι την έσφιγγα πολύ, μέχρι που άρχισε να χτυπιέται πάνω μου.

«Τζέικομπ! Θα με πνίξεις!» φώναξε, προσπαθώντας να απελευθερωθεί από την αγκαλιά μου.

«Α, συγνώμη. Δεν είχα καταλάβει ότι σε έσφιγγα πολύ» απολογήθηκα.

Μετά από λίγες στιγμές σιωπής, τα πρόσωπά μας άρχισαν να πλησιάζουν όλο και πιο πολύ. Η στιγμή που περίμενα εδώ και τόσο καιρό είχε έρθει. Σχεδόν. Τη στιγμή που περίμενα να νιώσω στα χείλη μου τα δικά της χείλη, χτύπησε το τηλέφωνο.

Να πάρει! Σκέφτηκα.

Σήκωσα το τηλέφωνο, χωρίς να πάρω τα μάτια μου από πάνω της.

«Εμπρός;» Καθώς προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στην φωνή, που μου ήταν γνωστή, η Μπέλλα χτυπιόταν σχεδόν δίπλα μου και προσπαθούσε να μου πάρει το τηλέφωνο.

«Καλησπέρα. Είναι ο Τσάρλι εκεί;»

«Όχι, δεν είναι εδώ. Είναι στην κηδεία.»

Μετά την απάντησή μου, άκουσα το μπιπ μπιπ, πο δήλωνε το τέλος της κλήσης. Έκλεισα το τηλέφωνο με δύναμη.

«Βρομοβδέλλα!»

«Γιατί δεν μου έδωσες το τηλέφωνο; Ποιος ήταν; Μήπως ήταν ο…»

«Όχι, Μπελς, μη χαίρεσαι άδικα. Ο πατέρας του ήταν.»

«Και γιατί δεν με άφησες να του μιλήσω;»

«Δεν ήθελε εσένα!»

«Αλλά ποιον;»

«Τον Τσάρλι»

«Δεν σου είπε γιατί;»

«Όχι. Αφού του είπα ότι ο Τσάρλι ήταν στη κηδεία, μου το έκλεισε στα μούτρα.»

Καθώς αναστέναξα, μια πολύ συνηθισμένη για τα δικά μου ρουθούνια μπόχα έκαψε τη μύτη μου. Την έκλεισα με τα ΄δαχτυλά μου.

«Μπέλλα, κάτι βρομάει απαίσια εδώ.» την πληροφόρησα.

«Ωχ, όχι… Η Άλις!» αναφώνησε εκείνη. Καθώς μπήκε μέσα η βδέλλα, δεν μπορούσα να αντισταθώ στα λυκίσεια μου ένστικτα.

Τα μάτια της Μπέλλα γούρλωσαν, ένα ανατριχιαστικό γρύλισμα βγήκε από το στήθος μου. Η Μπέλλα έτρεξε κοντά της, καθώς τα μάτια του μέντιουμ έγιναν απλανή.

«Άλις!» φώναζε, καθώς την ταρακουνούσε. «Άλις; Τι βλέπεις;»

Καθώς επανήλθε στη πραγματικότητα, η αιμορουφήχτρα που έβλεπε το μέλλον σούφρωσε τη μύτη της. Με κοίταξε, με ένα βλέμμα που έδειχνε αηδία. Γύρισε το βλέμμα στην Μπέλλα.

«Μπέλλα» είπε, με ακόμα σουφρωμένη τη μύτη της «μπορείς να διώξεις το σκυλί, για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;»

Η Μπέλλα, με κοίταξε, με ικετευτικό βλέμμα.

«Τζέικ…»

«Όχι.» είπα αποφασιστικά. « Θα μείνω εδώ.»Χωρίς να μου ρίξει μια ματιά, η βδέλλα γύρισε στην Μπέλλα πάλι.

«Ο Έντουαρντ. Θέλει να αυτοκτονήσει. Πηγαίνει στους Βολτούρι αυτή τη στιγμή.»

«Αυτό είναι καλό!» είπα ασυναίσθητα.

Τα μάτια της Μπέλλα πέταγαν σπίθες. Η γροθιά της θα βρισκόταν στον λαιμό μου αν δεν προλάβαινα να πιάσω τους καρπούς της. «Εγωπαθέστατο, αλαζονικό, εγωιστικό γουρούνι! Πως τολμάς;» φώναζε, καθώς προσπαθούσε να απελευθερωθεί από τα ατσάλινα χέρια μου.

«Μπέλλα, ηρέμησε!» φώναξε η Άλις, καθώς βρέθηκε δίπλα της.

«Τι θα κάνουμε;»

«Το προφανές, Άλις. Θα πάμε στην Ιταλία.»

«Μπέλλα, πρέπει να βιαστούμε. Δεν ξέρεις πότε θα κάνει κάτι ακραίο ο Έντουαρντ για να τον πιάσουν.»

«Για μισό λεπτό» είπα, διακόπτοντάς την «εμένα δεν μου πέφτει λόγος;»

«Συγνώμη, Τζέικομπ, αλλά λογαριασμό θα δώσω στον πατέρα μου, όχι σε σένα.» Στράφηκε στην Άλις. «Πάω να μαζέψω τα πράγματά μου.» Την ακολούθησα στο πάνω πάτωμα. Όταν μπήκα στο δωμάτιό της, ένα σακίδιο γεμάτο ρούχα δέσποζε πάνω στο κρεβάτι. Δεν με κοίταξε καθώς μπήκα. Έτσι, διεκδίκησα την προσοχή της.

«Μπέλλα, καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται να σε αφήσω να ακολουθήσεις τον αιμοπότη, έτσι δεν είναι;»

«Εγώ νομίζω ότι θα με αφήσεις, Τζέικομπ.»

Την κοίταξα παραξενεμένα.

«Και πως κατέληξες σε αυτό το συμπέρασμα;»

Μου έκλεισε πονηρά το μάτι. «Θα σε δωροδοκήσω.»

Και πριν το καταλάβω, τα δροσερά της χείλη ήταν πάνω στο μάγουλό μου. Έκλεισα τα μάτια. ΑΝ και ήταν σύντομο, έμεινα κοκαλωμένος για λίγο. Καθώς βγήκε από το δωμάτιο, την ακολούθησα στις σκάλες.

«Μα, Μπέλλα…»

«Δεν αλλάζω γνώμη, Τζέικομπ. Πάρ'το απόφαση.»

«Τι θα πω στο Τσάρλι;»

«Κάτι θα βρεις.»

«Μα,Μπέλλα…» Γύρισε και έπιασε το πρόσωπό μου με το ένα της χέρι.

«Αν δεν σε ξαναδώ, να ξέρεις ότι είσαι ο καλύτερός μου φίλος κι ότι σε λατρεύω. Αντίο.»

Είχαμε φτάσει στο αμάξι της. Πριν μπει μέσα, την έπιασα από το μπράτσο. Τα έπαιξα όλα για όλα, μέχρι και το τελευταίο μου χαρτί, για να την πείσω να μείνει.

«Μπέλλα, μείνε. Για μένα»

«Αντίο, Τζέικομπ.» είπε, πριν κλείσει την πόρτα.