12.ΠΟΣΟ ΧΑΖΟΣ ΕΙΜΑΙ… ΑΦΟΥ ΞΕΡΩ ΟΤΙ Μ'ΑΓΑΠΑΣ…

Μόλις η Μπέλλα έφυγε, εγώ γύρισα σπίτι. Ακόμα σκεφτόμουν το φιλί που μου έδωσε. Άρα, δεν με έβλεπε μόνο σαν φίλο. Υπέβοσκε και κάτι άλλο. Κάτι που έπρεπε να μάθω πάση θυσία.

Σε όλη τη διαδρομή, η εικόνα της βρισκόταν στο μυαλό μου. Προσπάθησα να την διώξω. Έκανε την επιλογή της, σκεφτόμουν, θέλει αυτόν.

Μόλις μπήκα στο σπίτι, ο Μπίλι- φυσικά- πρόσεξε την έκφρασή μου, όσο κι αν προσπάθησα να περάσω απαρατήρητος.

«Τζέικομπ;» φώναξε, πριν προλάβω να μπω στο δωμάτιό μου και να ξεσπάσω, σπάζοντας ότι γυάλινο υπήρχε μέσα.

«Να πάρει!»μουρμούρισα.

«Τι συμβαίνει, Τζέικομπ; » Είδα την αγωνία μέσα στα μάτια του, καθώς με ρωτούσε. Την αγωνία που θα είχε κάθε πατέρας για τον έφηβο λυκάνθρωπο γιό του, ο οποίος έπεσε θύμα ερωτικής απογοήτευσης. «Τι σου συμβαίνει; Φέρεσαι περίεργα αυτό τον καιρό.»

«Δεν θέλω να το συζητήσουμε, μπαμπά. Σε παρακαλώ. Μπορώ να πάω για ύπνο τώρα;» Κούνησε το κεφάλι καταφατικά.

Πήγα στο δωμάτιο, σέρνοντας τα πόδια μου. Ήμουν τόσο θυμωμένος με τον εαυτό μου που την άφησα να φύγει. Ήθελα να σπάσω οπωσδήποτε κάτι. Το βλέμμα μου πήρε ένα γυάλινο βάζο. Καθώς ετοιμαζόμουν να το σπάσω, θυμήθηκα την έκφραση την Ρέιτσελ την τελευταία φορά που έσπασα κατά λάθος τα βάζα της.

Άστο καλύτερα. Σκέφτηκα.

Πήγα προς το ανοιχτό παράθυρο. Πριν το σκεφτώ δεύτερη φορά, πήδηξα στο κενό. Μεταμορφώθηκα και άρχισα να τρέχω.

Τζέικομπ; Ο Έμπρι ήταν και αυτός δυστυχισμένος.

Έμπρι; Τι έχεις; σκέφτηκα γεμάτος αγωνία.

Τι να πάθω; Ερωτική απογοήτευση. Και είμαι χάλια.

Ωχ! Κι εσύ;

Γιατί ποιος άλλος συμπάσχει;

Εγώ.

Ένα αστείο γρύλισμα βγήκε από το στήθος του Έμπρι.

Έλα τώρα! Αυτό δεν είναι νέο! Αυτό το ξέρω!

Ο Έμπρι συνέχισε να γελάει. Του γύρισα την πλάτη και συνέχισα να τρέχω.

Ει,Τζέικ, που πας;

Να μη σε νοιάζει! Κάτσε εδώ πέρα να γελάς μαζί μου!

Ο Έμπρι κούνησε το κεφάλι του απηυδισμένος.

Γιατί πρέπει να τα παίρνεις όλα τόσο σοβαρά…

Γύρισα το κεφάλι μου, για να τον κοιτάξω θυμωμένα.

Σε ευχαριστώ για την κατανόηση, φίλε μου. γέλασα.

Και δεν μου λες; Εσύ τι έπαθες, μιας και εγώ τα μαθαίνω όλα τελευταίος;

Ο Έμπρι δίστασε για λίγο.

Θυμάσαι που σου είπα ότι μου άρεσε η Ρεμπέκα;

Ξαφνικά, κατάλαβα. Ο Έμπρι ήταν ερωτευμένος με την μεγαλύτερη αδελφή μου, την Ρεμπέκα, όμως εκείνη- προφανώς- δεν ήταν. Η Ρεμπέκα βρισκόταν στη Χαβάη για σπουδές και επέστρεφε την επόμενη εβδομάδα. Το είχα ξεχάσει τελείως ότι θα επέστρεφε.

Δεν το πιστεύω! Έμπρι, τι έκανες;

Τίποτα! Απλώς της είπα ότι την αγαπάω!

Μισό λεπτό. Η Ρεμπέκα βρίσκεται στη Χαβάη τώρα! Πως επικοινώνησες μαζί της;

Περίπου…

Τον κοίταξα έντονα, προκαλώντας τον να συνεχίσει.

Κοίτα, Τζέικ, δεν πρέπει να σου πω τίποτα. Η Ρεμπέκα με όρκισε να μην σου πω τίποτα για την επιστροφή της.

Μετά από ένα λεπτό τρεξίματος και σιωπής, φτάσαμε στο σπίτι μου. Μεταμορφωθήκαμε και πριν μπούμε μέσα, ο Έμπρι με σταμάτησε.

«Τζέικομπ, ότι και να συμβεί, μην αντιδράσεις, σε παρακαλώ.»

Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. «Εντάξει»

Χτύπησα την πόρτα, με την ελπίδα ο Μπίλι να ήταν ακόμα ξύπνιος. Όμως, δεν ήταν ο Μπίλι που άνοιξε την πόρτα…

«Ρεμπέκα!» φώναξα γεμάτος έκπληξη, καθώς η αδελφή μου άνοιξε την πόρτα. Την αγκάλιασα, γεμάτος έκπληξη. «Πότε ήρθες;» Η Ρεμπέκα κοίταξε ένοχα τον Έμπρι. Παρατήρησαν ότι κατάλαβα.

«Υπάρχει κάτι που πρέπει αν μάθω;»

«Τζέικομπ, θα σου εξηγήσω.» μίλησε η Ρεμπέκα. «Φέρσου όμως λογικά, σε παρακαλώ.»

Μετά από ένα λεπτό σιωπής, η Ρεμπέκα άρχισε να μου εξηγεί ότι ήταν ερωτευμένη με τον Έμπρι. Μόλις τελείωσε, ξέσπασα. Είχα αρχίσει να τρελαίνομαι εντελώς.

«Γιατί δεν μου είπες τίποτα, Έμπρι; Υποτίθεται ότι έπρεπε να το μάθω, σωστά;»

Ο Έμπρι έκανε ένα βήμα πίσω. Πριν μου μιλήσει, κοίταξε την Ρεμπέκα.

«Δηλαδή, αυτά που μου είπες ενώ τρέχαμε ήταν ψέματα, σωστά;»

Το βλέμμα του Έμπρι κοίταξε το πάτωμα.

«Σωστά. Αλλά, Τζέικομπ, δεν είχαμε επιλογή! Θυμάσαι τι έγινε όταν σου το είχα πει τότε;»

Το μυαλό μου πήγε πίσω, στο παρελθόν. Τότε που ο Έμπρι κι εγώ ήμασταν δεκατεσσάρων και η Ρεμπέκα δεκαεπτά. Ο Έμπρι μου είχε εξομολογηθεί ότι ήταν ερωτευμένος με την αδελφή μου. Θυμήθηκα ότι ήμουν πολύ θυμωμένος, χωρίς κανένα λόγο. Η σκέψη αυτή με έκανε να γελάσω. Είπα να λογικευτώ και να τους αφήσω ήσυχους.

«Συγνώμη, παιδιά. Συγνώμη και για τότε και για τώρα.»

Πήγα δίπλα τους και τους αγκάλιασα.

«Καλά στέφανα, λοιπόν!» τους είπα γελώντας.

Μετά από τρείς μέρες, δεν είχα κανένα τηλέφωνο ή νέο από την Μπέλλα. Έτσι, αποφάσισα να τηλεφωνήσω εγώ.

«Εμπρός;» άκουσα την φωνή της Μπέλλα στο ακουστικό.

«Μπέλλα, γύρισες!»

«Γεια σου Τζέικ! Ναι, γύρισα!»

«Θα έρθεις από εδώ να σε δω; Μόλις επέστρεψε η Ρεμπέκα από την Χαβάη και ανυπομονεί να σε δει!»

«Βέβαια! Έρχομαι!»

Μετά από ένα λεπτό σιωπής, μίλησε πάλι.

«Τζέικομπ, γιατί δεν έρχεσαι εσύ από εδώ;» Στην ιδέα αυτή με έπιασε κρίση υστερίας.

«Δεν μπορώ, Μπέλλα, εφόσον είναι αυτός εκεί.» εξήγησα.

«Ναι, Τζέικ, καταλαβαίνω. Έρχομαι αμέσως.»

«Ωραία, θα σε περιμένω.»

Μετά από αυτό, καταχαρούμενος, έκλεισα το τηλέφωνο.

«Μπέλλα!»

Μόλις η Μπέλλα μπήκε στο σπίτι, η Ρεμπέκα έτρεξε να την αγκαλιάσει. Μετά από λίγα λεπτά συζητήσεων και ανταλλαγής νέων, εγώ και ο Έμπρι τις αφήσαμε μόνες για να μιλήσουν με την ησυχία τους.

Ο Έμπρι ήταν καταχαρούμενος που είχα δώσει τη συγκατάθεσή μου για την σχέση τους. Εγώ, όμως, ένιωθα πολύ περίεργα. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι ο Έμπρι θα ήταν ακόμα ερωτευμένος με την Ρεμπέκα. Το μόνο που έλειπε ήταν να μου πει ότι είχε αποτυπώσει στην Ρεμπέκα. Αλλά ήταν πολύ νωρίς, σωστά;

Μετά από πολλές ώρες, ο Έμπρι μας αποχαιρέτησε και πήγε για ύπνο. Η Ρεμπέκα πήγε στο δωμάτιό της, κι εκείνη για ύπνο. Έτσι, μιας και ήμασταν μόνοι μας επιτέλους, πήγαμε στο γκαράζ, να καθίσουμε μέσα στο Ράμπιτ και να συζητήσουμε.

«Συγνώμη» άρχισε η Μπέλλα. Παραξενεύτηκα.

«Συγνώμη για ποιο πράγμα- από όλα;» αστειεύτηκα.

Με κοίταξε, συνοφρυωμένη.

«Πολύ αστείο, Τζέικομπ. » είπε.

«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγνώμη. Έκανες την επιλογή σου, κι εγώ τη δική μου.»

Τα μάτια της γούρλωσαν.

«Δεν πιστεύω να θες να αυτοκτονήσεις!»

Γέλασα με την έκφρασή της.

«Μην είσαι χαζή, Μπέλλα.» της είπα. «Απλώς αποδέχομαι το ότι διάλεξες αυτόν αντί για εμένα. Το ότι είμαστε φίλοι μου αρκεί.»

Μπλέξαμε τα δάχτυλά μας, καθώς μιλούσαμε.

«Τζέικομπ, δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ο βρικόλακας ή ο λυκάνθρωπος. Δεν θέλω να μαλώνετε για μένα. Το μισώ όταν το κάνετε αυτό!»

Κοίταξα τα μάτια της, καθώς βούρκωναν ξανά.

«Μπέλλα, θα μου κάνεις μια χάρη;»

Με κοίταξε για μια στιγμή, ερωτιματικά.

«Ναι, Τζέικ, ότι θες.»

«Μην ξαναφύγεις. Αυτό θέλω μόνο.»

Το σκέφτηκε για μια στιγμή πριν μου απαντήσει.

«Δεν θα ξαναφύγω. Το υπόσχομαι.»

«Σ'ευχαριστώ.» είπα και αγκαλιαστήκαμε…