12.ΚΑΛΑ,ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΧΤΥΠΗΣΕ Ο ΕΡΩΤΑΣ; ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΠΑΝΤΟΥ. ΜΠΛΙΑΞ!
Κοιμόμουν βαθιά. Ονειρευόμουν. Για πρώτη φορά. Ονειρευόμουν την Μπέλλα- τι θα γινόταν αν δεν πήγαινε να βρει τον αιμοπότη. Θα ήμασταν μαζί, θα ήταν δικιά μου και θα ήμουν δικός της. Οι βρικόλακες θα ήταν μακριά, κι εγώ θα είχα ότι αγαπούσα περισσότερο στον κόσμο: την Μπέλλα.
Πριν λίγες εβδομάδες, η Μπέλλα ταξίδεψε στην Ιταλία με την αδερφή του αιμοπότη, την Άλις. Αυτή, είδε τον Έντουαρντ να αυτοκτονεί. Η Μπέλλα, προσπαθώντας να τον σώσει, πήγε με την Άλις στην Ιταλία, με κίνδυνο της ζωής της. Ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα. Αν πάθαινε κάτι, η βδέλλα θα ήταν νεκρή τώρα…
Ξύπνησα, με την εικόνα τριών παιδιών που μου έμοιαζαν να τρέχουν γύρω μας. Αν κι αυτό μπορούσα μόνο να το φανταστώ. Η Μπέλλα άνηκε σε εκείνον. Στον Έντουαρντ. Εγώ μπορούσα απλώς να παραμένω στο παρασκήνιο, περιμένοντάς τον να την αφήσει. Αυτή η σκέψη με έκανε να χαμογελάσω. Αν το έκανε μια φορά, μπορεί και να το ξαναέκανε. Κι εγώ θα περίμενα, για να την παρηγορήσω, όπως τότε…
Μπήκα στην κουζίνα. Και-ω, τι έκπληξη!- ο Έμπρι ήταν εδώ.
«΄Μέρα…» πρόφερα ανάμεσα σε ένα χασμουρητό.
«Καλημέρα, μικρέ! Δεν είναι υπέροχη μέρα;» μου απάντησε η Ρεμπέκα, με ένα χαζό χαμόγελο απλωμένο στο πρόσωπό της. Βέβαια, ήταν ωραία η μέρα. Για την Ρεμπέκα κάθε μέρα ήταν τέλεια, όταν ήταν ο Έμπρι εδώ.
«Γεια σου, φίλε» χαιρέτησα τον Έμπρι και πήγα να καθίσω δίπλα του. Η Ρεμπέκα βρισκόταν στην κουζίνα.
«Τζέικ, θέλεις καφέ;» με ρώτησε.
«Ένας καφές θα ήταν ότι πρέπει. Ευχαριστώ, Ρέμπ.»
Ο Έμπρι παρατήρησε το πρόσωπό μου και κούνησε το κεφάλι θλιμμένα. «Πότε θα το ξεπεράσεις; Πάλι καλά να λες, που σου μιλάει ακόμα.»
Κοίταξα τον Έμπρι περιπαικτικά. Δεν άντεχα να μαλώνω μαζί του. Και ναι, ένιωθα ωραία που η Ρεμπ θα παντρευόταν τον Έμπρι. Θα είχε πλάκα να λέω τον Έμπρι «γαμπρό».
«Και τώρα αυτό λέγεται παρηγοριά με τον δικό σου τρόπο;» του είπα γελώντας. Σοβάρεψα γρήγορα και άλλαξα θέμα. Ο Έμπρι είχε αποτυπώσει. Αν και ήξερα ποια ήταν «η τυχερή», ήθελα αν μου το πει ο ίδιος. Άνοιξα την κουβέντα με έναν εύθυμο τόνο στη φωνή μου.
«Τι λέγαμε τις προάλλες; Α, ναι! Για την αποτύπωσή σου!» Τα μάτια του Έμπρι γούρλωσαν.
«Αφού το ξέρεις!» απάντησε.
«Ναι, το ξέρω. Μην φοβάσαι, χαζέ, δεν πρόκειται να πω τίποτα.» τον καθησύχασα.
«Λοιπόν… Αποτύπωσα στην Ρεμπέκα.» είπε, ξεφυσώντας.
«Έλαα! Τι λες! Δεν το είχα καταλάβει… αστειεύτηκα. «Είδες τι εύκολο που ήταν;» είπα, χτυπώντας τον καθησυχαστικά στην πλάτη.
Εκείνη τη στιγμή, ήρθε η Ρεμπέκα και κάθισε δίπλα μας. Εγώ, ξαφνικά, ένιωσα άβολα.
Σηκώθηκα από τον καναπέ. «Βγαίνω για λίγο. Ρεμπ, πες στον μπαμπά ότι δεν θα αργήσω.» Τους χαιρέτησα καθώς έβγαινα στην αυλή. Αλλά, δεν ήμουν μόνος…
«Μπέλλα!» είπα και έτρεξα κοντά της. Την αγκάλιασα σφιχτά, σαν επρόκειτο να μου φύγει. Μείναμε κάμποση ώρα έτσι, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι ήμουν ακόμα με τις πυτζάμες.
Απομακρύνθηκα και την έπιασα από το χέρι.
«Μπέλλα, έλα μέσα. Η Ρέμπ θα χαρεί να σε δει. Είναι και ο Έμπρι εδώ. Άσε που πρέπει να αλλάξω κι όλας…»
«Εντάξει…» είπε γελώντας «Πάμε.»
«Μπέλλα!» φώναξε ο Έμπρι, αγκαλιάζοντάς την.
«Γεια σου, Έμπρι!» απάντησε η Μπέλλα, ανταποδίδοντας την αγκαλιά. «Τι κάνετε;»
Ο Έμπρι με κοίταξε πονηρά, κλείνοντάς μου το μάτι. «Εμείς είμαστε μια χαρά. Ο Τζέικ, όμως, είναι χάλια.»
Με κοίταξε με αγωνία. «Τζέικ; Τι έχεις;» είπε και με πλησίασε, αγκαλιάζοντας με.
«Μπελς, δεν έχω τίποτα.» είπα, καθησυχάζοντάς την. «Απλώς, δεν μου αρέσουν τα σαλιαρίσματα της αδερφής μου!» απάντησα, κοιτάζοντας την Ρεμπέκα και τον Έμπρι.
«Ω, έλα τώρα, μικρέ!» είπε γελώντας η Ρεμπέκα. « Δεν θες να δεις την αδελφή σου ευτυχισμένη; Α, και να πριν το ξεχάσω… » είπε και έδωσε στην Μπέλλα έναν άσπρο φάκελο.
Με κοίταξε ερωτηματικά, περιμένοντάς με να την διαφωτίσω. Κούνησα το κεφάλι αρνητικά.
Η Ρεμπέκα κοίταξε τα ερωτηματικά μας βλέμματα και ξεφύσησε απογοητευμένη.
«Λοιπόν… Μπέλλα, παντρεύομαι!» ανακοίνωσε με ενθουσιασμό.
Η Μπέλλα είχε μείνει αποσβολωμένη. «Κοίτα να δεις…» είπε τελικά. «Η Ρεμπ παντρεύεται! Με τον Έμπρι, σωστά;»
Η Ρέμπ και ο Έμπρι με κοίταξαν θυμωμένα. «Τι; Δεν έπρεπε να της το πω; Ήταν μυστικό;»
«Και πότε είναι ο γάμος;»ρώτησε η Μπέλλα.
«19 Φεβρουαρίου.»
