13.ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ ΠΟΛΛΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ
Είχα μεταμορφωθεί και έτρεχα με τα αδέρφια μου. Ο Σαμ μας είχε ειδοποιήσει ότι είχε βρει τα ίχνη της κοκκινομάλλας. Ειδοποίησε και τους Κάλεν, για να μας βοηθήσουν. Η κοκκινομάλλα βδέλλα που ήθελε την Μπέλλα βρισκόταν στο έδαφος των Κάλεν τώρα. Αν τους ξέφευγε, θα την πιάναμε εμείς.
Καθώς τρέχαμε μέσα στο δάσος, πέρασε τα σύνορα και μπήκε στη δική μας γη. Ο ξανθός βρικόλακας, ο Κάρλαϊλ, σταμάτησε τους δικούς του για να μας διευκολύνει στο κυνήγι. Κάθε φορά που την στριμώχναμε, κατάφερνε να δραπετεύει. Κάτι σαν ένστικτο διαφυγής. Τότε, θυμήθηκα την πληροφορία που μου είχε δώσει κάποτε η Μπέλλα για την Βικτόρια, την κοκκινομάλλα:
Η Βικτόρια, έχει κάτι σαν ένστικτο διαφυγής. Ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις πότε θα εξαφανιστεί. Το ταίρι της, ο Τζέιμς, ήταν ανιχνευτής. Ο Έντουαρντ τον πρόλαβε πριν με σκοτώσει και τον κατέστρεψε. Τώρα αυτή κυνηγάει εμένα, για εκδίκηση.
Έτρεξα γρηγορότερα, προσπερνώντας τον Πολ που ήταν μπροστά μου και λίγα μέτρα μακριά από την βδέλλα. Προσπάθησα να δαγκώσω την πλάτη της, αλλά δεν τα κατάφερα. Ήταν πολύ γρήγορη.
Βρεθήκαμε σε μια χαράδρα. Έτρεχαν και οι Κάλεν μαζί μας. Η κοκκινομάλλα πήδηξε απέναντι, πριν προλάβω να την πιάσω. Σταματήσαμε και σταμάτησαν και οι Κάλεν μαζί μας. Όμως, ο μεγαλόσωμος αδερφός του Έντουαρντ πέρασε τα σύνορα. Ο Πολ ξέφυγε από τον κλοιό και του όρμησε.
Πολ,μη!Σκεφτήκαμε όλοι, προσπαθώντας να τον κατευνάσουμε. Πολύ αργά…
Χωριστήκαμε με την αγέλη στο δάσος. Ο Έμπρι κι εγώ τρέχαμε προς το σπίτι. Πριν μπούμε μέσα, μεταμορφωθήκαμε. Ξαφνικά, ακούσαμε ουρλιαχτά και γρυλίσματα. Μπήκαμε μέσα γρήγορα και είδαμε τον Κουίλ, πεσμένο στο πάτωμα να σφαδάζει από τον πόνο της μεταμόρφωσης. Ο Σαμ ήταν εκεί, όπως κι στην δική μου μεταμόρφωση. Τρέξαμε δίπλα στον Σαμ, συγκρατώντας τον Κουίλ. Μετά από λίγα λεπτά, η μεταμόρφωση ολοκληρώθηκε. Μετέφερα τον Κουίλ στο δωμάτιό μου και τον άφησα να ξεκουραστεί.
Βγήκαμε με τον Έμπρι έξω και καθίσαμε μπροστά στην πόρτα, περιμένοντας τον Μπίλι. Ο Σαμ ήταν δίπλα στον Κουίλ.
Μετά από μια ατέλειωτη ώρα, ο Μπίλι ήρθε επιτέλους. Κοίταξα το πρόσωπό του. Ήταν ανήσυχο.
«Πατέρα, τι συμβαίνει; Έπαθε τίποτα η Σου; Ή τα παιδιά;»
«Τζέικομπ, ο Σεθ και η Λία μεταμορφώθηκαν.»
«Το ίδιο και ο Κουίλ. Τον άφησα στο δωμάτιό μου να ξεκουραστεί. Ο Σαμ είναι δίπλα του.»
Κοίταξα τον Έμπρι. «Πήγαινε να φωνάξεις τον Σαμ. Οι Κλιαργουότερ τον χρειάζονται.»
«Και ποιος θα μείνει δίπλα στον Κουίλ;» ρώτησε ο Έμπρι.
«Θα μείνω εγώ.» Ο Έμπρι έφυγε και γύρισε λίγα λεπτά αργότερα με τον Σαμ. Ο Σαμ με χτύπησε χαϊδευτικά στον ώμο.
«Πήγαινε, Τζέικομπ.» Κι έτρεξε προς το σπίτι των Κλιαργουότερ.
Μπήκα στο δωμάτιο και άνοιξα απαλά την πόρτα. Ο Κουίλ κοιμόταν βαθιά. Κάθισα δίπλα του κι έσφιξα το χέρι του. Ήταν ξύπνιος.
«Τζέικ;» ρώτησε, γεμάτος αγωνία « τι μου συμβαίνει;»
«Αυτό που συμβαίνει σε όλους μας, Κουίλ. Είσαι λυκάνθρωπος.» εξήγησα. Με κοίταξε για μια στιγμή και μετά γέλασε.
«Ο Έμπρι σε έστειλε για να μου κάνεις πλάκα, έτσι;»
Κούνησα το κεφάλι αρνητικά.
«Τότε λοιπόν… Αφού έχουν έτσι τα πράγματα…»
«Μην ανησυχείς. Θα σε βοηθήσουμε. Όλοι μας.»
Έτσι, ο Κουίλ, ο Σεθ και η Λία μπήκαν στην αγέλη. Δέθηκα αμέσως με τον Σεθ. Ένιωθα ότι με καταλάβαινε. Ο Σεθ ήταν ο πιο λογικός από όλους μας. Έπαιρνε πολύ σοβαρά την κατάσταση-εκτός από ειδικές περιπτώσεις. Την Λία δεν την καταλάβαινα καθόλου. Αν και ήταν αδερφή του Σεθ, ήταν εντελώς αντίθετος χαρακτήρας από τον αδερφό της. Ενώ ο Σεθ ήταν χαρούμενος και γλυκομίλητος, η Λία ήταν μονίμως γκρινιάρα και φαρμακόγλωσσα. Γι'αυτό προσπαθούσα συνέχεια να μην μπαίνω στις σκέψεις τις. Στην αρχή ήταν εκνευριστικό, αλλά μετά το συνήθισα. Απλώς την αγνοούσα.
Ο Κουίλ, πάλι, είχε πάρει το θέμα πάρα πολύ ζεστά. Το έβρισκε υπέροχο που ήμασταν λυκάνθρωποι και ανυπομονούσε να συναντήσει την Μπέλλα για να της ανακοινώσει τα νέα. Που να ήξερε ότι η Μπέλλα ήταν με τον βρικόλακά της ταξίδι στο Τζάκσονσβιλ. Προσπάθησα να της τηλεφωνήσω, αλλά την πρώτη και τελευταία φορά που τόλμησα, το σήκωσε εκείνος. Ζήτησα την Μπέλλα και μου το έκλεισε στα μούτρα.
Μετά από τρείς μέρες αναμονής, αποφάσισα να πάρω τηλέφωνο την Μπέλλα στο σπίτι της. Θα είχε γυρίσει μέχρι τώρα. Κάλεσα τον αριθμό, με τα δάχτυλά μου να τρέμουν. Η φωνή της απάντησε στο τηλέφωνο.
«Εμπρός;»
«Μπέλλα! Γύρισες»
«Ναι, Τζέικ! Γύρισα.»
«Ανυπομονώ να σε δω. Μπορείς να κατέβεις μέχρι εδώ ή να έρθω να σε πάρω;» την ρώτησα.
«Όχι, Τζέικ, δεν…» μάσησε τα λόγια της. Ξεφύσησε.
«Εντάξει. Θα έρθω.»
Μετά από μια στιγμή σιωπής, μίλησε εκείνος. «Μπέλλα;» ρώτησα.
«Γεια σου, Τζέικομπ.» μίλησε ο Έντουαρντ.
«Γεια.» απάντησα ψυχρά. « Γιατί δεν αφήνεις την Μπέλλα να έρθει στο Λα Πους;»
«Είστε επικίνδυνοι, Τζέικομπ. Σκέφτεσαι την περίπτωση να θυμώσεις μαζί της και να την τραυματίσεις;»
«Δεν πρόκειται να συμβεί αυτό! Ποτέ δεν θα πλήγωνα την Μπέλλα!»
«Πρέπει να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλής.» απάντησε ο Έντουαρντ.
«Στο Λα Πους είναι ασφαλής.» απάντησα. «Θα την προστατεύσουμε.»
Μετά από μια στιγμή που μου φάνηκε αιώνας, μίλησε η Μπέλλα.
«Τζέικ, θα τα πούμε αύριο. Θα με φέρει ο Έντουαρντ στη-»
«Περίμενε, Μπέλλα» την διέκοψα. « Θα πας σχολείο αύριο;»
«Δευτέρα είναι, Τζέικ. Βέβαια και θα πάω» απάντησε παραξενεμένη.
«Ωραία, τότε. Θα τα πούμε αύριο» απάντησα και έκλεισα το τηλέφωνο.
