13.ΠΟΣΗ ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ ΝΑ ΑΝΤΕΧΕΙ ΕΝΑΣ ΛΥΚΟΣ, ΑΡΑΓΕ;

Το επόμενο πρωί ξύπνησα νωρίς. Το ρολόι μου έλεγε ότι ήταν επτά το πρωί. Σηκώθηκα, ακόμα νυσταγμένος, για να ντυθώ, πριν ξυπνήσει ο Μπίλι και με τσακώσει, εμποδίζοντάς με να ανακατευτώ. Και να με εμπόδιζε, πάλι θα ανακατευόμουν. Η προστασία της Μπέλλα ήταν προσωπικό μου θέμα, πια.

Βγήκα από το παράθυρο και άναψα την μηχανή, που ήταν παρκαρισμένη από χθες το βράδυ εκεί.

Καθώς έτρεχα με –υπερβολική, θα έλεγα για τα δεδομένα μου- ταχύτητα, σκεφτόμουν πως θα της εξηγούσα ότι κινδύνευε. Έπρεπε να της το φέρω με το μαλακό, για να αποφύγουμε τον πανικό της. Αν και, η Μπέλλα είχε εξαντλήσει όλο το απόθεμα πανικού που της είχε απομείνει για τον βρικόλακά της.

Βρισκόμουν στο δρόμο για το σχολείο της τώρα. Εκείνοι δεν είχαν έρθει ακόμα. Ωραία. Είχα λίγα λεπτά να σκεφτώ τον «λόγο» μου.

Σταμάτησα την μηχανή σε αρκετά εμφανές σημείο, ώστε να με δουν όταν έρθουν.

Καθώς περνούσαν τα λεπτά, αναπόλησα όλα όσα είχαν συμβεί τον τελευταίο χρόνο. Η Ρεμπέκα παντρευόταν τον καλύτερό μου φίλο, ο Σεθ και η Λία είχαν μεταμορφωθεί. Και ο Κουίλ, επίσης. Εγώ ήμουν άλλο ένα μέλος των προστατών της φυλής κι ένιωθα το ασήκωτο βάρος της ευθύνης μέσα μου. Πώς να μην πιστέψεις τους θρύλους, ενώ ήσουν μέρος τους; Παλιά, έλεγα ότι οι θρύλοι μας δεν ήταν τίποτα άλλο εκτός από παραμύθια και ανοησίες.

Αλλά, πέρσι, τις πίστεψα πέρα για πέρα. Όταν μεταμορφώθηκα.

Ο βόμβος του ασημένιου του Βόλβο διέκοψε την ονειροπόλησή μου. Κοίταξα μέσα από τα ελαφρώς φιμέ τζάμια και αναγνώρισα το πρόσωπό του. Καθώς με κοίταξε, διέκρινα το μίσος στο βλέμμα του. Του ανταπόδωσα το βλέμμα και γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη. Βγήκε, μαζί με την Μπέλλα από το αυτοκίνητο και πλησίασε προς το μέρος μου. Πριν μιλήσω, έριξα ένα τελευταίο βλέμμα σε εκείνη.

«Ο Τσάρλι είπε στον Μπίλι ότι έφυγες από την πόλη» άρχισα.

«Ναι» απάντησε «Πήγα στο Τσάκσονσβιλ για να επισκεφτώ την μητέρα μου.» Με κοίταξε ύποπτα. «Συμβαίνει κάτι;»

Ο Έντουαρντ γέλασε, με ένα ειρωνικό, αλλά αρκετά έντονο γέλιο.

«Ήρθε να ελέγξει αν είσαι ακόμα άνθρωπος.» εξήγησε.

Τον κοίταξα άγρια. «Κόφ'το αυτό!» Κοίταξα την Μπέλλα περιπαικτικά. «Αναρωτιέμαι… Κάνει το ίδιο και σε σένα;» ρώτησα, εννοώντας την εισβολή στο μυαλό μου.

«Συγνώμη, Τζέικομπ» απάντησε, γελώντας «Εγώ έχω ανοσία.»

Κούνησα το κεφάλι μου, συγκαταβατικά. «Κρίμα. Δεν έχω κάποιον συμπάσχοντα να με καταλαβαίνει…»

Τότε, πρόσεξα ότι ο Έντουαρντ με κοιτούσε σαν να ήθελε να τελειώνουμε με όλο αυτό. Έτσι, γύρισα στη κουβέντα.«Τέλος πάντων, ήρθα για να σας προειδοποιήσω.»

Η Μπέλλα με κοίταξε παραξενεμένα. Γύρισε προς τον Έντουαρντ, ζητώντας σιωπηλά να της εξηγήσει. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος, καθώς περίμενα να μιλήσει αυτός πρώτος.

«Ο Έμετ και ο Πολ είχαν μια παρεξήγηση. Τίποτα σπουδαίο.»

Τον κοίταξε ύποπτα. «Ήταν προμελετημένο το ταξίδι σωστά;» ρώτησε «Μου είπες ψέματα για να φύγω από την πόλη.»

«Προσπαθούσα να σε προστατεύσω.» είπε ο Έντουαρντ.

«Προσπαθούσες να με προστατεύσεις, λέγοντάς μου ψέματα, Έντουαρντ.» απάντησε η Μπέλλα, σμίγοντας τα φρύδια της.

Κατόπιν, το βλέμμα της έπεσε πάνω μου.

«Λοιπόν;» είπε, ανυπόμονη για τη συνέχεια.

«Φύγε, Τζέικομπ» είπε ο Έντουαρντ απειλητικά, διαβάζοντας στη σκέψη μου τι σκόπευα να της πω. «Τώρα.»

Τον κοίταξα, το ίδιο απειλητικά. «Έχει το δικαίωμα να ξέρει» είπα, δείχνοντας την Μπέλλα. «Στο κάτω κάτω, αυτήν θέλει η κοκκινομάλλα.»

Τα μάτια της Μπέλλα είχαν γουρλώσει περισσότερο τώρα, ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Η Βικτόρια;» είπε ερωτηματικά. Τότε, μια αναλαμπή διαπέρασε το πρόσωπό της, σημάδι ότι κάτι κατάλαβε. «Το όραμα της Άλις!» αναφώνησε, κοιτώντας ξανά τον Έντουαρντ.

Κοίταξε εμένα ξανά. «Τζέικομπ, γιατί δεν απαντούσες στα τηλεφωνήματά μου;» με ρώτησε απειλητικά, εννοώντας ότι με περίμενε γερή γκρίνια μόλις ξεμπερδεύαμε από όλο αυτό.

«Δεν είχα τίποτα να σου πω, Μπέλλα.» απάντησα. «Τι περίμενες; Να είμαι συνέχεια πάνω από το τηλέφωνο; Έχω και προσωπική ζωή, ξέρεις!»συμπλήρωσα, γελώντας.

Η Μπέλλα κοίταξε τον Έντουαρντ. «Πρέπει να με εμπιστευτείς.»

«Σε εμπιστεύομαι, Μπέλλα.» απάντησε ο Έντουαρντ «Εκείνον δεν εμπιστεύομαι.» είπε, δείχνοντας εμένα.

Εκείνη σήκωσε τους ώμους συγκαταβατικά, ερχόμενη προς εμένα.

Η μηχανή ζωντάνεψε με έναν βρυχηθμό. Ανεβήκαμε και πάτησα το γκάζι όσο ήταν το επιτρεπόμενο όριο –κατά την Μπέλλα. Αφήσαμε τον βρικόλακα πίσω μας και φύγαμε για το Λα Πους.

«Είσαι σίγουρος ότι είναι καλή ιδέα να βρίσκομαι εδώ; Είμαι ακόμα το κορίτσι του βρικόλακα, θυμάσαι;» ρώτησε, κλείνοντάς μου το μάτι. Τότε, βγήκε η αγέλη. Να πάρει.

«Γεια σου, Μπέλλα!» είπαν όλοι μαζί. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Κουίλ, παραξενεμένη.

«Κουίλ;» ρώτησε «Μπήκες κι εσύ στην αγέλη;»

«Μετά από πολύ καιρό, ναι, επιτέλους!» απάντησε ο Κουίλ.

«Καλώς ήρθες, Μπέλλα» είπε ο Έμπρι, χαιρετώντας την εγκάρδια. «Επιτέλους, θα απαλλαγούμε από τους ψυχωτικούς μονολόγους του Τζέικ.» Τότε, το έπιασαν όλοι το νόημα και άρχισαν να απαγγέλουν αυτά που έλεγα στον ύπνο μου πριν μερικές εβδομάδες.

«Μακάρι να τηλεφωνούσε η Μπέλλα!»

«Μακάρι να μην τηλεφωνούσε η Μπέλλα!»

«Ίσως πρέπει να τηλεφωνήσω στην Μπέλλα!»

«Ίσως πρέπει να τηλεφωνήσω στην Μπέλλα και να το κλείσω!»

Και ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια, που μπορούσαν να γκρεμίσουν σειρές από δέντρα.

«Ωραία, μπορείτε να το βουλώσετε τώρα.» τους απείλησα, σημειώνοντας στο μυαλό μου ένα άγριο ματς θανάτου μόλις έφευγε η Μπέλλα.

Τότε, βγήκε η Λία.

«Μπέλλα, αυτή είναι η Λία Κλίαργουοτερ. Η κόρη του Χάρι.» είπα, δείχνοντας την Λία.

«Χάρηκα» είπε η Μπέλλα «Λυπάμαι πολύ για τον μπαμπά σου.»

Τα μάτια της Λία έγιναν εχθρικά. Βάζω στοίχημα ότι κάτι τσουχτερό έψαχνε να βρει για να της πει.

«Αν ήρθες για να βασανίσεις κι άλλο τον Τζέικομπ, μπορείς να φύγεις όποτε θέλεις.»

Μόλις πέταξε την κακία της, έφυγε όσο γρήγορα είχε έρθει.

«Από πότε μπήκε η Λία στην αγέλη;» με ρώτησε η Μπέλλα, καθώς πηγαίναμε τη μηχανή στο γκαράζ.

«Θυμάσαι όταν ο μπαμπάς της πέθανε; Μεταμορφώθηκε και ο αδερφός της, ο Σεθ. Ο Σαμ τον κρατάει σπίτι να διαβάζει για να μη σκοτωθεί.» απάντησα. «Μακάρι να έμενε και η Λία σπίτι της.» πρόσθεσα χαμηλόφωνα.

«Μην γίνεσαι σοβινιστής.»

«Δεν είναι αυτό το θέμα.» απάντησα «Είναι θέμα τριγώνου. Όλοι θα μοιραστούμε τον πόνο της Λία και του Σαμ, μέσα από τις σκέψεις τους.»

»Ο Σαμ μισεί τον εαυτό του που παράτησε την Λία. Αλλά, δεν μπορούσε να το ελέγξει. Μόλις είδε την Έμιλι, έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Η Έμιλι ήταν η μια, η μοναδική. Το ίδιο έπαθε και ο Κουίλ.»

Γέλασα, καθώς σκέφτηκα την περίπτωση του Κουίλ.

Με κοίταξε, προτρέποντάς με να συνεχίσω.

«Η περίπτωση του Κουίλ είναι εντελώς διαφορετική.

Η αδερφή της Έμιλι είχε έρθει επίσκεψη, μαζί με την κόρη της, την Κλέρ. Ο Κουίλ είχε επισκεφτεί τον Σαμ και την πάτησε. Ερωτεύτηκε την ανιψιά της Έμιλι.»

«Το λες σαν να είναι κακό.»

«Περίμενε, Μπέλλα, δεν άκουσες όλη την ιστορία. Η Κλέρ είναι…

Δύο χρονών.

»Ο Κουίλ βρήκε την αδερφή ψυχή του στην Κλέρ. Εφόσον, όμως, η Κλέρ δεν είναι σε θέση να αποφασίσει τι θέλει, ο Κουίλ έχει τον ρόλο του μπέϊμπι σίτερ για δεκατέσσερα χρόνια ακόμα.» είπα γελώντας.

Είχαμε φτάσει στο γκαράζ, τώρα. Μπήκαμε μέσα και άφησα την μηχανή.

«Εσύ, Τζέικομπ, έχεις…» ρώτησε.

«Όχι. Αν είχα αποτυπώσει, θα το ήξερες.»

«Για την ώρα, είσαι ακόμα εσύ»

«Κι εσύ είσαι ακόμα εσύ.»

«Ναι.» απάντησε. «Μέχρι την αποφοίτηση.»

«Την αποφοίτηση;» ρώτησα, κοιτώντας την μπερδεμένος.

«Ήξερες ότι αυτό κάποτε θα συνέβαινε.»

Είχα αρχίσει να θυμώνω. «Όχι σε ένα μήνα!»ξέσπασα. «Όχι πριν προλάβεις να ζήσεις!» Πέταξα το γαλλικό κλειδί που δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κρατούσα σε ένα ράφι, κι έκανε έναν υπόκωφο θόρυβο.

«Για ένα λεπτό νόμισα ότι άλλαξες γνώμη. Αλλά αυτός έχει ριζώσει την ιδέα μέσα στο κεφάλι σου!»

«Εγώ το αποφάσισα, όχι εκείνος!»

«Μπέλλα, δεν είναι καν ζωντανοί!» Προσπάθησα να απωθήσω τη φράση που έκαιγε την άκρη της γλώσσας μου. Αλλά δεν τα κατάφερα. Ήμουν τόσο θυμωμένος, που δεν έβλεπα μπροστά μου. «Καλύτερα νεκρή, παρά μια από αυτούς.» είπα και της γύρισα την πλάτη. Με πλησίασε, τρέμοντας από αυτό το βίαιο ξέσπασμα του θυμού μου.

«Δεν το πιστεύω ότι είπες κάτι τέτοιο. Είχε δίκιο ο Έντουαρντ. Δεν έπρεπε να έρθω.» Βγήκε από το γκαράζ. Πριν απομακρυνθεί αρκετά, έτρεξα για να την προλάβω. «Μπέλλα, περίμενε!» φώναξα. Είχε αρχίσει να βρέχει. «Άσε να σε πάω εγώ σπίτι.» Με κοίταξε, θυμωμένη. Το σκέφτηκε για μια στιγμή.

«Εντάξει…» είπε τελικά.

Έμπλεξα τα δάχτυλά μου με τα δικά της.

«Συγνώμη. Την επόμενη φορά, ρίξε μου ένα χαστούκι, πριν πω οτιδήποτε.» την προειδοποίησα.

«Την επόμενη φορά θα το κάνω, Τζέικομπ.» απάντησε, καθώς έβαζα μπρος στη μηχανή.