14.ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ… ΕΓΓΥΗΜΕΝΟ ΑΠΩΘΗΤΙΚΟ ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΩΝ! ΠΟΣΗ ΜΠΟΧΑ ΝΑ ΑΝΤΕΞΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;
Το επόμενο πρωί, είχαμε συνάντηση με την αγέλη. Αν και κανένας δεν ξυπνούσε πολύ νωρίς, ο Σαμ έβαλε τη συνεδρίαση χαράματα. Δεν μου έφτανε η περιπολία, δεν μπορούσα να κοιμηθώ κιόλας!
Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα, όπου ο Έμπρι και η Ρεμπέκα έκαναν τα σχέδια του γάμου τους. Και δεν είχα πιεί καφέ για να ανεχτώ τα σαλιαρίσματά τους. Γκαντεμιά! Αν και κατά βάθος ζήλευα. Όχι τον Έμπρι, αλλά αυτό που είχαν με την αδερφή μου. Μακάρι να ήμουν κι εγώ ερωτευμένος! Και να ήταν κι εκείνη μαζί μου. Χθες, είδα το πιο καταπληκτικό όνειρο: Την Μπέλλα να παντρεύεται τον Έντουαρντ, να τον παρατάει σύξυλο στα σκαλιά της εκκλησίας και να φεύγουμε μαζί πάνω στην μηχανή! Το διηγήθηκα στον Έμπρι κι εκείνος με κορόιδεψε, λέγοντας μου ότι είχα φαντασία. Τον αποζημίωσα, δίνοντάς του ένα χαστούκι στο σβέρκο, με ιδιαίτερα άσχημες συνέπειες: Την γκρίνια την Ρεμπέκα όση ώρα ετοίμαζε τον καφέ μου, λέγοντάς μου ότι έπρεπε να συνηθίσω το γεγονός ότι ο Έμπρι θα γινόταν γαμπρός μου. Ο Έμπρι την καθησύχασε, λέγοντάς της ότι ετοιμαζόταν να κάνει το ίδιο. Τον κοίταξα απειλητικά.
«Πάω να αλλάξω. Έμπρι, έρχεσαι;»
«Ναι, βέβαια.» απάντησε ο Έμπρι και πήγαμε συζητώντας στο δωμάτιό μου.
Έκλεισα την πόρτα προσεχτικά, για να μην μας ακούσει η Ρεμπέκα.
«Λοιπόν; Έχουμε εξελίξεις στο σίριαλ Μπέλλα-Τζέικομπ;» ρώτησε παιχνιδιάρικα.
«Ναι… Δυσάρεστες και ευχάριστες.» απάντησα δυσαρεστημένος.
«Η Μπέλλα θα γίνει βρικόλακας σε λίγες εβδομάδες από τώρα. Επίσης, της είπα ότι θα προτιμούσα να πεθάνει από το να γίνει μια από αυτούς. Τουλάχιστον, με συγχώρεσε.»
Ο Έμπρι στριφογύρισε τα μάτια του. «Θα το ξεπεράσεις ποτέ ότι διάλεξε εκείνον;»
«ΟΧΙ!» ξέσπασα «Ποτέ! Δεν νίκησε ακόμα! Αυτός άρχισε τον πόλεμο κι εγώ θα τον τελειώσω!»
Είχα αναψοκοκκινίσει. Τα χέρια του Έμπρι ήταν μπροστά του, σαν να παραδινόταν. Κάθισα στο κρεβάτι κι έπιασα το κεφάλι μου. Κόντευε να σπάσει.
«Συγνώμη, ρε φίλε. Έχασα τον έλεγχο. Δε θα ξανασυμβεί. Το υπόσχομαι!»
«Δεν υπάρχει πρόβλημα. Έπρεπε να ξεσπάσεις, Τζέικομπ.» απάντησε ο Έμπρι.
Τζέικ!Οκαφέςείναιέτοιμος!Ακούστηκε η φωνή της Ρεμπέκα από την κουζίνα.
«Πρέπει να επιστρέψουμε.» επεσήμανα στον Έμπρι. «Η Ρεμπέκα έχει αρχίσει να φορτώνει.»
Τα μάτια του Έμπρι γούρλωσαν. «Δίκιο έχεις! Δεν θέλω να έχω μπλεξίματα με τη μέλλουσα γυναίκα μου.» αστειεύτηκε, καθώς κατευθυνόμασταν προς την κουζίνα.
ΤοθέμασυζήτησήςμαςείναιηπροστασίατηςΜπέλλα,άνοιξε τη συνεδρίαση ο Σαμ.ΗΜπέλλαγιαάλλημιαφοράβρίσκεταιστοστόχαστρο.Ηκοκκινομάλλατηνκυνηγάει.Καιπρέπεινατηνπιάσουμεπάσηθυσία.
ΈπιασατημυρωδιάτηςκοντάστοΚαναδά.Είπα. Αλλά,τηνέχασα,καθώςτηνακολούθησαστηΛατινικήΑμερική.
ΆλλημιααποστολήδιάσωσηςγιατηνΣουάν;επενέβη η Λία.
Λία,σιωπή!Οχτώ φωνές φώναξαν προς την κατεύθυνση της Λία.
Συνέχισε,Τζέικ. Μου έδωσε τον λόγο ο Σαμ.
Ξαναβρήκα τη μυρωδιά της κοντά στο Φορκς, επικίνδυνα κοντά στο σπίτι της Μπέλλα.
Θα επικεντρωθούμε στο Φορκς λοιπόν…
Μετά την απόφαση του Σαμ, διαλυθήκαμε. Εγώ, έφυγα όπως πάντα με τον Έμπρι. Ήταν ώρα για μεσημεριανό και είχαμε ήδη καθυστερήσει. Αλλάξαμε γρήγορα μέσα στους θάμνους και παραβγήκαμε τρέχοντας μέχρι το σπίτι.
«Γεια, παιδιά!» μας χαιρέτησε εύθυμα η Ρεμπέκα. «Πως και τόσο νωρίς; Δεν είναι ακόμα έτοιμο το φαγητό.» Καθώς ανακάτευε το φαγητό, ξαφνικά σταμάτησε.
«Α, Τζέικ, είχες ένα τηλεφώνημα.» Πετάχτηκα όρθιος, ξαφνιασμένος.
«Τηλεφώνημα; Από ποιον;»
Η Ρεμπέκα είχε όρεξη, σήμερα. Ήθελε να με βασανίσει, κεντρίζοντας την περιέργειά μου.
«Μάντεψε!»
«Ω, έλα τώρα, Ρεμπ! Πες μου!»
«Τι θα μου δώσεις αν σου πω;»
«Ω, Ρεμπ…» είπα, δυσανασχετώντας. «Θα πλένω τα ρούχα μου για ένα μήνα.» Την κεραυνοβόλησα με το βλέμμα. «Ευχαριστημένη;»
Ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό της. «Πολύ! Έγινε!» είπε και δώσαμε τα χέρια, συμφωνώντας.
«Πήρε τηλέφωνο η Μπέλλα και της είπα ότι έλειπες. Θα ξαναπάρει, λογικά-» Χτύπησε το τηλέφωνο, πριν τελειώσει τη φράση της.
Έτρεξα αστραπιαία και το σήκωσα.
«Τζέικομπ;Εσύείσαι;»
«Ναι, Μπέλλα. Πως είσαι;»
«Καλά,αλλάχρειάζομαιτηβοήθειάσου.»
«Είναι κάτι σοβαρό;»
«Σοβαρό;Καιλίγαλες!Σεπεριμένουμεαύριοστιςπέντετοαπόγευμα.»
«Μισό λεπτό. Είπες περιμένουμε; Θα είναι και ο Έντουαρντ εκεί;»
«Βασικά,όχι.Θασουεξηγήσωαύριο.»
«Εντάξει, τι να κάνουμε; Ας το καταπιώ κι αυτό…»
Άκουσα το γέλιο της να πλημμυρίζει το ακουστικό.
«Είσαιαπίστευτός,Τζεικ!Θασεπεριμένω.»
«Αντίο.»
Η χαρά μου φαινόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπό μου. Έτρεξα προς το δωμάτιό μου, σιγομουρμουρίζοντας το αγαπημένο μου τραγούδι, ανυπομονώντας όσο τίποτα να έρθει η αυγή…
