15.ΘΕΛΕΙΣ ΜΙΑ ΚΑΡΔΙΑ; ΠΑΡΕ ΤΗΝ ΔΙΚΙΑ ΜΟΥ. ΕΓΩ ΔΕΝ ΤΗΝ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΙ…
Το πρωί, όταν ξύπνησα, κάθισα στο κρεβάτι λίγο ακόμα, για να αναλογιστώ άλλο ένα υπέροχο όνειρο που είχα δει: Εμένα, έναν ανθρώπινο Τζέικομπ, χωρίς την ευθύνη του λυκανθρώπου να με βαραίνει και την Μπέλλα, ανθρώπινη, χωρίς λευκό δέρμα ή δόντια αλά πιράνχας, όπως φανταζόμουν ότι θα ήταν μετά τη μεταμόρφωσή της, να τρέχουμε στην παραλία του Λα Πους, όπου την είχα δει πρώτη φορά. Να περπατάμε αγκαλιά, αχώριστοι, όπως τότε, πριν την επιστροφή της βδέλλας στη ζωή της. Αφού χόρτασα το όνειρο, σηκώθηκα γρήγορα και βγήκα από το παράθυρο, ήσυχα, για να μην ξυπνήσω τον Μπίλι ή την Ρεμπέκα. Μεταμορφώθηκα και άρχισα να τρέχω.
Τζέικομπ!Οι σκέψεις του Έμπρι που –φυσικά- ερχόταν σπίτι μου, μπήκαν στο μυαλό μου.Πουπαςτόσοπρωί;
Ξύπνησα νωρίς. Πρέπει να πάω στης Μπέλλα σήμερα, αλλά είναι ακόμα νωρίς, έτσι είπα να κάνω μια μικρή βόλτα.
Κάτισυμβαίνει.Είπε ο Έμπρι. Αυτό δεν ήταν ερώτηση, αλλά συμπέρασμα.
Ναι,μάλλον.ΜπορείναέχεισχέσημετηναναταραχήστοΣιάτλ.Αρχίσαμε να τρέχουμε μαζί, ώσπου ακούσαμε τις σκέψεις ενός ατόμου ακόμα. Δεν ήμασταν μόνοι μας.
Καλημέρα,παιδιά!Μας χαιρέτισε με τις χαρούμενες σκέψεις του ο Σεθ.Γιαπούτοβάλατετόσοπρωί;
Καλημέρα,Σεθ.Εσύγιατίξύπνησεςτόσοπρωί;Τον ρώτησα, αν και ήξερα τον λόγο.
ΗΛία,απάντησε. Φυσικά. Ποια άλλη;
Ο Σεθ αντιμετώπιζε προβλήματα με την μεγάλη του αδερφή. Η Λία είχε αρχίσει να παραμιλά στον ύπνο της και να λέει διάφορα ονόματα. Κατά καιρούς, ήμουν κι εγώ μέσα στη λίστα της.
Τιείπεαυτήτηφορά;Ρώτησε ο Έμπρι παιχνιδιάρικα.
ΕκτόςαπότοόνοματουΣαμ,έλεγεκαιτοόνομάσου,Έμπρι,απάντησε ο Σεθ. ΝομίζωότιηΛία… Νιώθεικάτιγιασένα.Σεαγαπάει.
Ο Έμπρι κεραυνοβολήθηκε από το συμπέρασμα του Σεθ. Καιτώρα;ΜήπωςηΛίααποτύπωσεσεμένα;Ήταν μερικές από τις σκέψεις του.
Μηβιάζεσαι,κολλητέ.Ομικρόςδεντελείωσε,έχεικιάλλαναπει.Συνέχισε,Σεθ,τον παρότρυνα.
Λοιπόν,εκτόςαπότονΈμπρι,νομίζωάκουσακαιτοόνοματουΠολήτουΤζάρεντ… Αναλογίστηκε ο Σεθ.
Άρα… Πρέπει να μάθουμε, Σεθ. Και γρήγορα.
Μεποιοντρόπο;Ρώτησε ο Έμπρι.
Με τον καλύτερο. Θα την ρωτήσουμε ευθέως.
Μόλις χωρίστηκα από τον Έμπρι και τον Σεθ, άρχισα να τρέχω με όση δύναμη είχα για να φτάσω στο Φορκς. Είχε ξημερώσει. Η Μπέλλα θα είχε ξυπνήσει ως τώρα. Μετά από λίγα λεπτά-ψέματα, λίγα δευτερόλεπτα- είχα φτάσει έξω από το σπίτι της. Μπήκα στο δάσος για να μεταμορφωθώ. Παρατήρησα ότι το ασημένιο Βόλβο του ήταν εδώ. Άρα, κι αυτός ήταν εδώ. Με αιφνιδίασε, χτυπώντας απαλά τον ώμο μου και τρομάζοντάς με.
«Καλημέρα, Τζέικομπ.» είπε. Η φωνή του ήταν ψυχρή.
«Πριν μπεις, πρέπει να σου εξηγήσω.» είπε. «Ένας βρικόλακας ήταν εχθές στο δωμάτιο της Μπέλλα. Φοβόμαστε ότι ο άγνωστος μπορεί να συνδέεται με τις επιθέσεις στο Σιάτλ. Μήπως θα μπορούσες να αναγνωρίσεις τη μυρωδιά;»
Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Κι αν αυτός ο άγνωστος έκανε κακό στη Μπέλλα; Ή στον Τσάρλι, που ήταν εκεί εκείνη τη στιγμή;
«Εντάξει. Θα πιάσω αμέσως δουλειά.» Του χαμογέλασα διστακτικά.
Μου ανταπόδωσε το χαμόγελο. «Φεύγω, για να σε διευκολύνω.»
Έπιασε τον ώμο μου προσεχτικά. «Σε ευχαριστώ, Τζέικομπ. Για όλα.» είπε, πριν γυρίσει για να φύγει.
Εκείνη τη στιγμή, η Μπέλλα βγήκε για να με υποδεχτεί.
«Τζέικομπ! Επιτέλους! Ξέρεις πόσες ώρες περίμενα; Γιατί δεν ήρθες νωρίτερα;» είπε, αγκαλιάζοντάς με.
«Νόμιζα ότι θα κοιμόσουν, γι'αυτό δεν ήρθα νωρίτερα. Αν το ήξερα, θα ερχόμουν…» Μπήκα μέσα και έπιασα αμέσως δουλειά, ανιχνεύοντας όλες τις μυρωδιές μέσα στο σπίτι.
Περίμενα στη συνοριακή γραμμή, ώσπου να φτάσει το ασημένιο Βόλβο, με την Μπέλλα και τον βρικόλακά της. Είχαμε συμφωνήσει με τον Έντουαρντ να μένει η Μπέλλα στο Λα Πους, όσο εκείνοι έψαχναν για την Βικτόρια και τρέφονταν. Μπορούσα να την προστατεύσω καλύτερα εκεί.
Απρόσμενα, εκείνη η σκέψη που είχα κρύψει στα βάθη του μυαλού μου, βγήκε στην επιφάνεια. Σκεφτόμουν τον χρόνο που είχα μέχρι την μεταμόρφωσή της. Αν κι έπρεπε να ξέρω το γεγονός ότι θα επέλεγε εκείνον, έπρεπε να κάνω μια προσπάθεια. Έπρεπε να ξέρει τα αισθήματα μου. Αυτά τα σκεφτόμουν για μέρες, ώσπου τα έθαψα βαθιά μέσα μου, εφόσον δεν είχαν κανένα νόημα. Αλλά, τώρα οι σκέψεις αυτές έβγαιναν ορμητικά από μέσα μου, δεν μπορούσα να τις συγκρατήσω. Καθώς σκεφτόμουν όλα αυτά, δεν παρατήρησα ότι είχαν ήδη φτάσει.
Έντουαρντ,μπορώναπροσπαθήσω;Σεπαρακαλώ…
Ο Έντουαρντ σίγουρα θα είχε καταλάβει για τι πράγμα μιλούσα- σκεφτόμουν είναι η καταλληλότερη λέξη. Έκανε ένα μικρό νεύμα με το κεφάλι, γνέφοντας μου καταφατικά.
«Πρόσεχε.» ψιθύρισε, ώστε να τον ακούσω μονάχα εγώ.
Βγήκαν έξω και την φίλησε μπροστά μου. Αν και πρέπει να παραδεχτώ ότι το μικρό τέρας της ζήλιας κέντρισε μέσα μου και με παρότρυνε να αποβώ σε μοιραία βασανιστήρια του μυαλού, δεν το έκανα. Δεν ήθελα να πληγώσω την Μπέλλα. Θα πληγωνόταν κι εκείνη, αν έβλεπε το πρόσωπό του την ώρα που διάβαζε τι σκεφτόμουν.
Όταν την άφησε επιτέλους να αναπνεύσει ξανά, εκείνη ήρθε προς το μέρος μου.
«Γεια σου, όμορφη.» είπα και την αγκάλιασα. Κοίταξα το πρόσωπο του Έντουαρντ.
Μίασουκαιμίαμου,σκέφτηκα χαιρέκακα.
Μου χαμογέλασε, πριν μπει στο ασημένιο Βόλβο κι εξαφανιστεί, σε ένα σύννεφο καπνού…
Περπατούσαμε στην παραλία. Η σιωπή ήταν συνεχές φαινόμενο μεταξύ μας, πια. Δεν μιλούσαμε πολύ- τι να πούμε, άλλωστε; Τον περισσότερο μας χρόνο τον περνούσαμε μαζί.
Την ώρα που σκεφτόμουν, η Μπέλλα έσπασε τη σιωπή.
«Λοιπόν… Η Άλις κάνει ένα πάρτι αποφοίτησης. Είσαι κι εσύ καλεσμένος.» είπε.
Έμεινα σιωπηλός. Καλύτερα να μην μιλούσα. Η Μπέλλα στριφογύρισε τα μάτια της, απηυδισμένη.
«Ήμουν σίγουρη για αυτή σου την αντίδραση, Τζέικ…»
Σταματήσαμε για ένα λεπτό, καθώς κοίταξε το πρόσωπό μου.
Ήρθεηώρα!Ήρθεηώρα!Κάντοεπιτέλους!σκεφτόμουν όση ώρα προσπαθούσα να αποφασίσω τι να κάνω.
«Κοίτα, Μπέλλα…» άρχισα «Πρέπει να ξέρεις τις επιλογές σου.»
Με κοίταξε παραξενεμένη. «Ποιες επιλογές μου; Τι λες, Τζέικομπ;»
Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Μπέλλα, είμαι ερωτευμένος μαζί σου και θέλω να διαλέξεις εμένα αντί για εκείνον.»
«Τζέικ…» είπε και τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν. «Δεν ήξερα ότι ένιωθες έτσι. Υπό άλλες συνθήκες, ναι, θα επέλεγα να μείνω μαζί σου. Αλλά, αγαπάω εκείνον,Τζέικομπ. Σε παρακαλώ, μην με κάνεις να διαλέξω…»
Άφησετηνναφύγει,Τζέικ,είπε μια φωνούλα μέσα μου.
«Εντάξει, Μπέλλα…» ξεφύσησα, παραδομένος «Καταλαβαίνω. Δεν θα μπω εμπόδιο στην ευτυχία σου. Όχι πια.» είπα και έτρεξα προς το δάσος, ώσπου άκουσα μια φωνή να με καλεί πίσω.
«Τζέικομπ!» φώναξε η Μπέλλα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω. Την τελευταία στιγμή, γύρισα πίσω. Την έπιασα από την μέση και την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Εκείνη, έγειρε το κεφάλι της στο στήθος μου.
«Θα μείνεις μαζί μου για πάντα;» με ρώτησε κι άκουσα τη φωνή της να σπάει.
Την αγκάλιασα πιο σφιχτά. «Για πάντα.»
