16.ΑΙΜΑ, ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΜΙΑ… ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΜΕΤΑΜΕΣΟΝΥΚΤΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΟΥ.
Καθώς φτάσαμε στη συνοριακή γραμμή και «επέστρεψα» την Μπέλλα στον Έντουαρντ, παρατήρησα ότι η έκφρασή του είχε μια περιέργεια, έναν δισταγμό.
Σεευχαριστώ.Σκέφτηκα και η έκφρασή μου ξεπάγωσε κάπως. Ο πάγος έλιωνε μεταξύ μας. Κούνησε τους ώμους του παραξενεμένα.
«Για τι πράγμα;» ρώτησε χαμηλόφωνα και σκέφτηκα την σκηνή στην παραλία, με την Μπέλλα μέσα στην αγκαλιά μου. Σκέφτηκα ότι αυτό θα ήταν άσχημο για αυτόν, εφόσον είχαμε μείνει υπερβολικά πολλές ώρες αγκαλιασμένοι με την Μπέλλα και λογικά, θα μύριζε σαν εμένα. Εκείνος μόρφασε με φρίκη, καθώς μύριζε τα μαλλιά της.
«Μπλιάξ! Μπέλλα, βρωμάς! Πρέπει να κάνεις ένα καλό μπάνιο, όταν επιστρέψεις στο σπίτι σου.» φώναξε με προσποιητή αηδία και ξαναγύρισε σε μένα, μιλώντας αυτή τη φορά δυνατά.
«Σε ευχαριστώ για αυτό που κάνεις για την Μπέλλα.» Κοίταξε την ερωτηματική μου έκφραση και αναστέναξε. «Εννοώ που ρισκάρεις τη ζωή σου για χάρη της.»
Ξαφνικά, κατάλαβα. «Α» είπα και ένα χαμόγελο απλώθηκε σε όλο μου το πρόσωπο. «Παρακαλώ.»
Ο Έντουαρντ επέστρεψε στο αμάξι και έβαλε μπρος. Η Μπέλλα δεν είχε μπει ακόμα μέσα. Όση ώρα μιλούσαμε, είχε σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος της και μας κοιτούσε θυμωμένα και παραξενεμένα, ένας συνδυασμός που δήλωνε πόσο εκνευρισμένη ήταν που δεν μπορούσαμε να αποφασίσουμε τι θέλουμε ή γιατί μαλώνουμε και παραξενεμένη, γιατί δεν καταλάβαινε πως δυο φυσικοί εχθροί, σαν τον Έντουαρντ κι εμένα, ας πούμε, μπορούσαν να μιλούν σαν δυο φιλαράκια χωρίς να μαλώνουν.
Με πλησίασε με μερικές δρασκελιές, αγκαλιάζοντάς με. «Τα λέμε, Τζέικ.» είπε και πρόσθεσε στο αυτί μου: «Την άλλη Τετάρτη, μετά την αποφοίτηση, είναι το πάρτυ της Άλις, δηλαδή, τοδικόμουπάρτυ αποφοίτησης και πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις.» Με κοίταξε, με βλέμμα που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Πριν φύγει, μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Αντανακλαστικά, θυμήθηκα εκείνο το φιλί που μου είχε δώσει πριν φύγει για την Ιταλία μαζί με την Άλις, που με είχε κάνει να κοκαλώσω και να παγώσω στη θέση μου. Το ίδιο έγινε και τώρα, αλλά σε πιο αυξημένες δόσεις. Επίσης, στη λίστα μου ΣυμπτώματααπόταφιλιάτηςΜπέλλα,να προσθέσουμε τον ηλεκτρισμό σε όλο μου το σώμα, καθώς και την παρόρμηση να την τραβήξω κοντά μου και να την φιλήσω. Όπως και τότε, έκλεισα τα μάτια, απολαμβάνοντας το δροσερό δέρμα των χειλιών της πάνω στο υπερβολικά ζεστό μάγουλό μου. Αλλά, αυτό το φιλί ήταν κατά πολύ ανώτερο. Αυτό είχε διαρκέσει πολύ περισσότερο από ότι το άλλο. Ο Έντουαρντ με κοίταξε μισοχαμογελώντας και είπε αυστηρά στην Μπέλλα, μέσα από τον ελαφρύ βόμβο του αυτοκινήτου του: «Αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί.» «Ποιο;» απάντησε η Μπέλλα παραξενεμένα και τον άκουσα να της εξηγεί τι είδε στο μυαλό μου. Την κοίταξα αισιόδοξα κι εκείνη μου έκλεισε πονηρά το μάτι. Και τότε, το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε αστραπιαία από μπροστά μου.
Το βράδυ πέρασε και δεν είχα καταφέρει να κοιμηθώ. Όλο το βράδυ, συζητούσα με την Ρεμπέκα, χωρίς αποτέλεσμα. Η Ρεμπέκα με συμβούλεψε να κάνω στην άκρη και να μείνω απλά ο κολλητός της, εφόσον ήθελε εκείνον. Δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Αγαπούσα τόσο παθιασμένα, παράφορα την Μπέλλα, ένιωθα κάτι πρωτόγνωρο που δεν το είχα ξανανιώσει ποτέ για κανένα κορίτσι. Μήπως είχα αποτυπώσει; Όχι, δεν ήταν αυτό. Απλώς είχα ερωτευτεί κανονικά και όχι εξαναγκαστικά, όπως οι άλλοι. Όπως ο Σαμ, ο Τζάρεντ ή ο Έμπρι… Ξαφνικά, μου πέρασε από το μυαλό ότι κι άλλα μέλη της αγέλης δεν είχαν αποτυπώσει. Ο Πολ, η Λία και ο Σεθ. Αλλά για τον Σεθ παιζόταν. Δεν ήταν καν σίγουρος ο μικρός.
Ύστερα, σκέφτηκα το ενδεχόμενο να συγγενέψω με άλλον ένα λυκάνθρωπο. Η Ρέιτσελ, «Ρειτς» όπως την λέω χαϊδευτικά, είχε δείξει παλιότερα ενδιαφέρον για τον Πολ.
«Ωχ!» βόγκηξα, κοιτάζοντας το κενό.
«Τζέικ, τι έπαθες; Πονάς πουθενά;» ρώτησε αγωνιώντας η Ρεμπέκα.
«Όχι» απάντησα «Αλλά πες μου ότι η Ρέιτς έχει βρει αγόρι! Σε παρακαλώ!»
Σαν απάντηση, πήρα ένα περιπαικτικό βλέμμα. «Κι εσένα τι σε νοιάζει, μικρέ; Μεγάλη κοπέλα δεν είναι η Ρέιτς;»
«Όχι. Μόνο ένα χρόνο μεγαλύτερη από μένα.»
«Ω, έλα τώρα, Τζέικ.» δυσανασχέτησε η Ρεμπέκα. «Στα 18 δεν είναι πολύ μικρή!»
Ξεφύσησα απογοητευμένος. «Τι θα γίνει τώρα, Ρεμπ; Θα με σκάσεις; Πες μου!»
«Λοιπόν, όχι η Ρέιτσελ δεν έχει αγόρι. Θα μου πεις κι εσύ όμως γιατί ρωτάς;»
«Γιατί αν έρθει εδώ, μπορεί να αποτυπώσουν σε εκείνη ο Σεθ ή ο Πολ και-»
«Εγώ τον συμπαθώ πάρα πολύ τον Σεθ.» με διέκοψε η Ρεμπέκα. «Γιατί δεν εκείνος αποτύπωσε σε μένα;» συμπλήρωσε, δήθεν απογοητευμένη.
«Μπα, δεν σου κάνει ο Έμπρι;» την ρώτησα, στον ίδιο τόνο.
Με κοίταξε με μια δήθεν θυμωμένη ματιά. «Αμάν, Τζέικ, δεν μπορείς να σοβαρευτείς λίγο;» φώναξε γελώντας και μου πέταξε όλα τα μαξιλάρια του καναπέ, όπως όταν ήμασταν μικροί.
Καθώς πήγαινα στο δωμάτιό μου, σκεφτόμουν ξανά και ξανά τι θα γινόταν αν δεν υπήρχαν οι βρικόλακες. Θα γνώριζα την Μπέλλα και θα την αγαπούσα, όπως και στην αρχή. Μετά σκέφτηκα ότι αυτό δεν είναι δίκαιο. Γιατί πρέπει ντεκαικαλά ο άνθρωπος να ζευγαρώνει; Δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνος του; Και να κάνει παιδιά μόνος του, όπως και τα πουλιά που γεννάνε αυγά; Μετά, σκέφτηκα ότι αυτά που σκεφτόμουν πριν ήταν ανοησίες. Ο άνθρωπος δενμπορεί να ζήσει μόνος του. Κι εγώ δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να βλέπω την Μπέλλα, χωρίς να βλέπω το υπέροχο χρώμα των ματιών της, να μυρίζω το υπέροχο λουλουδάτο άρωμά της, που μου θύμιζε λιβάδι. Σαν έναν ναρκομανή, όπου είναι σχεδόν «ερωτευμένος» με το ναρκωτικό του. Και για μένα η Μπέλλα ήταν το προσωπικό μου ναρκωτικό.
Μπήκα στο δωμάτιο και οι σκέψεις μου πέταξαν μακριά. Κάποιος βρισκόταν στο δωμάτιό μου. Κάποιος σωματώδης, ωχρός, με ζεστά κεχριμπαρένια μάτια και μια καλοσύνη που όμοιά της δεν είχα ξαναδεί.
Ο ΚάρλαϊλΚάλεν.
«Καλησπέρα, Τζέικομπ.» με χαιρέτησε φιλικά.
«Καλησπέρα.» απάντησα. «Τι γυρεύετε στο δωμάτιό μου;» ρώτησα και προσπάθησα να ακουστώ ευγενικός.
«Ήθελα να σε πληροφορήσω, Τζέικομπ. Για κάτι σοβαρό.» Και όντως, το πρόσωπό του πρόδιδε ότι ήθελε να μου πει κάτι σοβαρό. Κάθισα δίπλα του και άνοιξα τα αυτιά μου, ακούγοντάς τον προσεκτικά.
«Έχεις ακούσει για κάτι περίεργες εξαφανίσεις και δολοφονίες στο Σιατλ, σωστά;» άρχισε.
«Ναι.» είπα κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. «Ο Τσάρλι μας είπε ότι η αστυνομία πιστεύει ότι πρόκειται για μια νέα συμμορία ή κάποιον μανιακό δολοφόνο.»
«Ακριβώς. Μπορεί και να έχουν πέσει τελείωςέξω. Πιστεύουμε ότι κάποιος δημιουργεί ένα στρατό νεογέννητων βρικολάκων, για κάποιο λόγο. Η Άλις παρακολουθεί τις αποφάσεις του Άρο, του ηγεμόνα των Βολτούρι και πιστεύει ότι οι Βολτούρι δεν έχουν καμία ανάμειξη σε αυτό. Αλλά, συνήθως, παρεμβαίνουν όταν η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο. Παρακολουθεί επίσης και τις αποφάσεις της Βικτόρια, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει δει κάτι ύποπτο.»
«Εμένα γιατί ήρθατε να με βρείτε;» ρώτησα παραξενεμένος.
«Γιατί ξέρω από τον Έντουαρντ ότι η Μπέλλα είναι ότι πιο πολύτιμο έχεις στη ζωή σου κι ότι την αγαπάς –υπερβολικά πολύ, μου επεσήμανε ο Έντουαρντ. Ήρθα να σου ζητήσω, εφόσον κι εσύ δεχτείς, η Μπέλλα να σε επισκέπτεται εδώ κι εσύ να την προστατεύεις, όμως αυτό το κάνεις ήδη. Αλλά-»
Το ήξερα ότι θα είχε και ένα αλλά.
«- θα επιτρεπόταν στην κόρη μου την Άλις να την συνοδεύει μέχρι το σπίτι σου και μετά να φεύγει; Η Μπέλλα μάλλον είναι ξανά ο στόχος. Η Βικτόρια την ψάχνει και δεν υπάρχει τρόπος να φύγει στο εξωτερικό.» Μόλις τελείωσε, περίμενε με αγωνία την απάντησή μου.
Το σκέφτηκα για μια στιγμή. Τι έχω να χάσω; Θα είχα πολλές ευκαιρίες να έχω την Μπέλλα κοντά μου και να την προστατεύω. Αλλά θα έπρεπε να αντέξω περισσότερη βαμπιρική βρόμα από ότι ήλπιζα να αποφύγω.
«Ναι» είπα τελικά.
«Σε ευχαριστούμε. Και πιο πολύ ο Έντουαρντ. Αντίο, Τζέικομπ Μπλακ.»
Πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε μέσα στη μαύρη νύχτα…
