18. ΣΚΕΨΕΙΣ & ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ
Τρέχαμε στο δάσος, στην υπερφυσική μας μορφή. Ήμασταν δέκα πια. Η Λία, ο Σεθ, ο Κουίλ, ο Κόλιν και ο Μπρέιντι είχαν προστεθεί στην αγέλη.
Καθώς τρέχαμε, σκεφτόμουν εκείνη. Θα την έβλεπα, άραγε; Θα την άφηνε το βαμπίρ της να έρθει; Τι θα σκεφτόταν, όταν θα με έβλεπε έτσι; Θα με αναγνώριζε; Θα έφευγε μακριά μου;
Με όλα αυτά τα ερωτήματα, ξεμάκρυνα από τους άλλους και δεν μπορούσα να τους βρω. Άρχισα να πανικοβάλλομαι, καθώς σκεφτόμουν ότι είχα χαθεί. Αν και αυτό το δάσος μου φαινόταν τόσο γνωστό, περιπλανιόμουν άσκοπα δέκα ολόκληρα λεπτά, χωρίς να μπορώ να μυρίσω την μυρωδιά τους ή να διακρίνω κανένα αποτύπωμα για να τους ακολουθήσω. Τότε, σαν απόμηχανήςθεός,εμφανίστηκε ο Σεθ μέσα από τα δέντρα. Με έψαχναν.
Επιτέλους,Τζέικ!σκέφτηκε, μόλις με είδε. Σεψάχνουμεδέκαολόκληραλεπτά.Πουήσουν;ΟΣαμείναιέξωφρενών.
Στην σκέψη ενός θυμωμένου Σαμ, άρχισα να γαβγίζω χαζά και ο Σεθ, βλέποντας τι σκεφτόμουν, άρχισε να «γελάει» μαζί μου.
Άντε,πάμε,με προέτρεψε ο Σεθ, θααρχίσουνχωρίςεμάς.
Αρχίσαμε να τρέχουμε, ώσπου φτάσαμε κοντά στους άλλους. Συνέχισα να περπατάω, υπό το επικριτικό βλέμμα του Σαμ. Άρχισε να σκέφτεται κάτι σχετικά με την ωριμότητα και την συνέπεια των νέων αντρών, αλλά δεν έδωσα σημασία. Είχαμε φτάσει στο ξέφωτο. Εκείνη, άρχισε να τρέχει προς το μέρος μου. Με αγκάλιασε σφιχτά. «Γεια σου, Τζέικομπ.» μου ψιθύρισε. «Χαίρομαι που σε βλέπω.» Ακούμπησα το πρόσωπό μου στο κεφάλι της και ευχήθηκα αυτή η στιγμή να κρατήσει για πάντα.
Αλλά δυστυχώς, η ευχή μου δεν θα πραγματοποιούνταν σύντομα. Ο Έντουαρντ ξερόβηξε δυνατά, κάνοντάς μας αισθητή την παρουσία του. Η Μπέλλα, απρόθυμα, ξεκόλλησε από μένα και πήγε δίπλα του. «Καλησπέρα, Έντουαρντ.» είπα, πριν προλάβει να μιλήσει.
«Καλησπέρα.» απάντησε. Πήγα δίπλα στα αδέρφια μου, όπου παρακολουθούσαν μια «μάχη» μεταξύ του ξανθού και του μεγαλόσωμου βρικόλακα. Πριν απομακρυνθώ, έριξα ένα βλέμμα στην Μπέλλα. Εκείνη, μου ανταπέδωσε το βλέμμα. Κοιταζόμασταν πολύ ώρα. Το βλέμμα της μαστίγωνε την καρδιά μου, τα μάτια της μου θύμιζαν πόσο είχα υποφέρει. Αλλά δεν με ένοιαζε ο πόνος. Την ήθελα. Την αγαπούσα. Κάθε φορά που την έβλεπα μαζί του, ένιωθα σαν να κάρφωναν πυρωμένα μαχαίρια στην καρδιά μου. Ήξερα ότι εκείνη αγαπούσε εκείνον. Και δεν θα έμπαινα στη μέση. Δεν ήθελα να την πληγώσω. Την αγαπούσα αληθινά, ένιωθα χαρούμενος όταν την έβλεπα να χαμογελάει, ένιωθα χαρούμενος κι εγώ. Δεν θα άντεχα το να την πληγώσω. Με κανέναν τρόπο. Θα περίμενα να το έκανε αυτός.
Έστρεψα το βλέμμα στην ψεύτικη μάχη. Εκείνη ακόμα με κοιτούσε. Κάθισα στο χώμα, κουλουριάστηκα γύρω από τον εαυτό μου, δίπλα στον Κουίλ, κάνοντας πως παρακολουθώ. Άρχισα να χασμουριέμαι συχνότερα. Τα βλέφαρά μου βάρυναν τόσο πολύ, ώστε δεν μπορούσα να τα κρατήσω ανοιχτά. Της έριξα μια τελευταία ματιά. Μου χαμογέλασε. Η καρδιά μου, φτερούγιζε στο στήθος μου. Έσκυψα το κεφάλι ανάμεσα στα μπροστινά μου πόδια και αποκοιμήθηκα. Το τελευταίο που είδα στο μυαλό μου ήταν η σκέψη του Κουίλ δίπλα μου…
Όταν με σκούντηξε ο Έμπρι για να ξυπνήσω, δεν κατάλαβα ότι η εκπαίδευση είχε τελειώσει. Να πάρει, τα είχα χάσει όλα!
Είχα επιστρέψει στο κανονικό μου σώμα- αν και δεν ήξερα πως το πέτυχα αυτό και φορούσα ακόμα τα ρούχα μου. Η Μπέλλα ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα. Μόλις με είδε ξύπνιο, ήρθε προς το μέρος μου.
«Δεν προλάβαμε να τα πούμε πριν. Και δεν μπορούσα να σε ξυπνήσω. Κοιμόσουν τόσο γλυκά.» μου είπε. Την κοιτούσα αποσβολωμένος.
«Μα.. εσύ… εγώ… δεν…» έλεγα ακατάληπτα. «Φτου, που να πάρει! Μπερδεύτηκα!»
«Έλα. Σας θέλουν οι Κάλεν.»
Με τράβηξε προς το μέρος τους. Τα υπόλοιπα αδέρφια μου βρισκόταν σε μια χαλαρή γραμμή απέναντι από τους Κάλεν και συζητούσαν. Φτάσαμε κοντά τους. Η Μπέλλα κρατούσε ακόμα το χέρι μου.
«Λοιπόν» άρχισε ο Τζάσπερ, ο ξανθός «όπως είδατε, αυτή είναι η τεχνική τους. Η Άλις,» κι έδειξε την κοντή μελαχρινή «μας πληροφόρησε ότι ο στρατός θα φτάσει στην πόλη μας σε λίγες ημέρες. Πρέπει να βιαστούμε. Οι αριθμοί τους μειώνονται κάθε δευτερόλεπτο. Αυτή τη στιγμή είναι είκοσι. Νομίζετε ότι θα φτάσουν δέκα για την κάθε ομάδα;» Απευθυνόταν στον Σαμ, προφανώς.
Ο Σαμ απάντησε με μια ψύχραιμη, χωρίς θυμό φωνή. «Δέκα είναι αρκετοί. Μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε.»
«Λαμπρά.» Η φωνή του ξανθού ήταν ενθουσιώδεις. «Ραντεβού αύριο, εδώ, ίδια ώρα.» μας είπε πριν απομακρυνθεί.
Έκανα να φύγω, αλλά η Μπέλλα με τράβηξε κοντά της. Την κοίταξα μπερδεμένα. Χωρίς να το έχω προγραμματίσει, την αγκάλιασα σφιχτά. Δεν ήθελα να φύγει. Ήξερα ότι, αργά ή γρήγορα, θα… Όχι, δεν άντεχα να το σκέφτομαι αυτό. Η Μπέλλα θα ζούσε. Και θα φρόντιζα εγώ για αυτό, ακόμα κι αν πέθαινα στην προσπάθεια.
Απομακρύνθηκε από κοντά μου. Τα χέρια της με απομάκρυναν απαλά. «Πρέπει να φύγω. Η Άλις με περιμένει.»
Κιαντηνέχανεςτώρα;Αναυτήήτανημοναδικήσουευκαιρίανατηςδείξειςπωςτηναγαπάς;Αναυτόςήτανοχρόνοςπουδικαιούσαι; Έλεγε μια φωνή μέσα μου. Κα αν είχε δίκιο η φωνή; Κι αν είχε δίκιο;
Μπορούσα. Ήθελα. Ήθελα να το ρισκάρω. Ήθελα να την φιλήσω. Αλλά αν…
«Περίμενε, Μπέλλα!» φώναξα.
Έπιασα το χέρι της, πριν προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά και το ακούμπησα στην καρδιά μου. Το χέρι της έτρεμε. Τα μάτια της ήταν στο ύψος των δικών μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα πριν πω αυτά τα λόγια.
«Φίλησέ με. Σε παρακαλώ. Πριν να είναι πολύ αργά. Σε παρακαλώ…»
Πριν μπορέσω να καταλάβω τι συνέβαινε, τη μια στιγμή το πρόσωπό της ήταν εκατοστά μακριά από το δικό μου και την άλλη τα χείλη της ακουμπούσαν απαλά τα δικά μου. Δεν είχα μυαλό εκείνη τη στιγμή. Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Ούτε περίμενα κάτι παραπάνω. Ούτε σκεφτόμουν τις συνέπειες. Όλη μου η ύπαρξη ζούσε για εκείνο το φιλί.
Είχα παγώσει, είχα κοκαλώσει ολόκληρος. Η καρδιά μου χτυπούσε υπερωρίες, δεν μπορούσα να την ελέγξω.
Όταν τελείωσε, έμεινα για μια στιγμή στην αγκαλιά της.
«Σ'ευχαριστώ με όλη μου την ψυχή.» ψιθύρισα και την φίλησα στο μέτωπο.
