19. ΑΝ ΕΠΙΖΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΜΠΙΡ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΤΑΔΙΩΚΟΥΝ, ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ ΕΓΩ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΟΥ ΤΑ ΧΕΡΙΑ!

«Αν το μάθει, είσαι χαμένος από χέρι.»

Η Μπέλλα κοιτούσε έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, καθώς οδηγούσα προς το σπίτι της.

«Το ξέρω.» απάντησα, με ένα χαμόγελο στα χείλη μου. Δεν θα έχανα την ευκαιρία για μια αναμέτρηση μαζί του. «Χάρη θα μου κάνει. Θα με διευκολύνει από το να σπάσω εγώ τη συνθήκη.»

Γύρισε για να με κοιτάξει. Στριφογύρισε τα μάτια της, απηυδισμένη.

«Πως μπόρεσα να πιστέψω ότι θα σοβαρευόσουν; Ωραία, λοιπόν. Θα τον αφήσω να κάνει ότι θέλει.» Ο τόνος της με άφησε άναυδο. Η Μπέλλα δεν μου είχε ξαναμιλήσει ποτέ έτσι.

Με παρατήρησε καθώς την κοιτούσα και ανασήκωσε τους ώμους.

«Τι; Χάρη θα σου κάνει!» Ο τόνος της ήταν σαρκαστικός. Έστριψα το κεφάλι μου στον δρόμο. Αν μπορούσα να το βάλω στα πόδια, θα το έκανα. Ένιωθα τόσο απαίσια. Πως μπορούσα να το κάνω αυτό; Να την αναγκάσω να με φιλήσει με τόσο δόλιο τρόπο; Εντάξει, δεν της έβαλα και κανένα όπλο στον κρόταφό της, αλλά ένιωθα ότι η κατάσταση ήταν σχεδόν ίδια. Και ποιο το νόημα, λοιπόν; Εκείνη δεν θα άλλαζε γνώμη, ο Έντουαρντ θα θύμωνε- όχι ότι με ένοιαζε ιδιαίτερα. Η Μπέλλα θα πληγωνόταν. Κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Να φύγω ή να μείνω; Λες και διάβαζε την σκέψη μου, γύρισε κι έπιασε το δεξί μου χέρι, το όποιο ήταν παράλυτο πάνω στις ταχύτητες.

«Θα μείνεις σπίτι μου απόψε.» Την κοίταξα παραξενεμένος.

«Τι;» Ο τόνος μου δήλωνε καθαρά την έκπληξή μου.

«Αυτό που ακούς. Ο Έντουαρντ θα πάει για κυνήγι απόψε. Κι εσύ θα μείνεις σπίτι μου. Στον καναπέ.» συμπλήρωσε γρήγορα. «Ο Τσάρλι θα είναι στο τμήμα μέχρι αργά και ξέρεις πόσο φοβητσιάρα είμαι τώρα τελευταία.»

Κούνησα το κεφάλι συγκαταβατικά. Η Μπέλλα είχε κρίσεις φοβίας από τότε που μάθαμε για τον «επισκέπτη» της. Δεν έμενε ποτέ μόνη της. Και δεν είχα σκοπό να την αφήσω μόνη.

Τότε είπε κάτι που έκανε το μυαλό μου να παγώσει και τον εαυτό μου να την αγαπήσει ακόμα περισσότερο.

«Δεν έγινε μόνο για σένα όλο αυτό, Τζέικ.»

«Μου κάνεις πλάκα;» ρώτησα σαν κεραυνοβολημένος.

«Όχι.» Χαμήλωσε το βλέμμα.

«Όταν εκείνος έφυγε και ήσουν μαζί μου, είχα σκεφτεί ότι θα μπορούσαμε να είμαστε κάτι παραπάνω από φίλοι. Τώρα βλέπω ότι δεν θα μπορούσα να το αποφύγω. Σ'αγαπάω. Περισσότερο από όσο φαντάζεσαι. Και μακάρι να αρκούσε μόνο αυτό. Δεν θέλω να φύγεις, ότι κι αν αποφασίσω.»

Την κοίταξα, καθώς προσπαθούσε να μου εξηγήσει. Την αγαπούσα περισσότερο κι από την ίδια μου τη ζωή. Δεν υπήρχε πλάσμα πάνω στη γη που να είχε αγαπήσει περισσότερο από όσο εγώ την Μπέλλα. Στο μυαλό μου, λες κι είναι χαραγμένο με πυρωμένο σίδερο, βλέπω το πρόσωπό της. Η καρδιά μου χτυπάει στους ρυθμούς της δικής της καρδιάς. Μακάρι να μπορούσα να την αγαπάω, χωρίς να κρύβομαι. Να μπορούσα να την φιλήσω, χωρίς να φοβάμαι μήπως με χαστουκίσει. Αν και δεν γινόταν αλλιώς. Πως θα μπορούσε, άλλωστε;

Εκείνη ζούσε και ανέπνεε για τον βρικόλακά της. Αν και σε λίγο θα σταματούσε να αναπνέει. Και όλα αυτά, για αυτόν. Για να μπορεί να ζήσει μαζί του γιαπάντα. Αν πέθαινε όμως, θα ζούσε για πάντα σαν σύννεφο. Κι εγώ θα είχα το ελεύθερο να τον σκοτώσω, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Η ώρα είχε περάσει. Η Μπέλλα, είχε αποκοιμηθεί δίπλα μου, στον καναπέ, καθώς έβλεπε τηλεόραση. Σκέφτηκα να την μεταφέρω στο δωμάτιό της, αλλά δεν ήθελα να την ξυπνήσω. Την σκέπασα και πήγα να κοιμηθώ στην πολυθρόνα, όταν άκουσα έναν περίεργο θόρυβο στο πάνω πάτωμα. Ανέβηκα γρήγορα και είδα τον Έντουαρντ να προσπαθεί να παραβιάσει το παράθυρο.

Του ανοίγω το παράθυρο χαμογελώντας σαρδόνια και παρακολουθώντας τον να με κοιτάζει από την κορυφή ως τα νύχια. Τότε, θυμήθηκα ότι το στήθος μου ήταν γυμνό και αυτό έκανε- βέβαια- καλύτερα τα πράγματα.

Τα φρύδια του Έντουαρντ έσμιξαν και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σε μια μάσκα θυμού.

«Τι γυρεύεις ΕΣΥ εδώ, κοπρίτη;» φώναξε, δείχνοντάς με με το δάχτυλό του.

«Έφερα την Μπέλλα σπίτι. Κι επειδή εσύ θα βρισκόσουν για κυνήγι, ανέλαβα να κάνω το σωματοφύλακα για απόψε.»

«Τα καθήκοντά σου τερματίζονται τη στιγμή που έφτασα εγώ εδώ!»

«Λυπάμαι, βδέλλα. Οι διαταγές είναι σαφής. Βρικόλακες που θα βρεθούν γύρω από την περίμετρο του σπιτιού, πρέπει να θανατώνονται χωρίς καθυστέρηση. Και μην κάνεις σαν υστερικός, θα την ξυπνήσεις!»

«Φύγε τώρα!»

«Εκείνη με κάλεσε να μείνω, εντάξει; Μόνο εκείνη μπορεί να με διώξει.»

«Το δικαίωμα αυτό το έχασε όταν σε φίλησε!»

«Εσύ έχασες το δικαίωμά σου να την ελέγχεις όταν την παράτησες μόνη στο δάσος!»

Πιαστήκαμε στα χέρια. Τα δόντια του θα δάγκωναν το λαιμό μου, αν δεν προλάβαινα να κάνω πίσω. Τον έπιασα από την μέση τόσο σφιχτά, που θα τον έπνιγα αν ανέπνεε.

Ξαφνικά, η πόρτα άνοιξε και η Μπέλλα, που προφανώς μας άκουσε, ήρθε να δει τι συμβαίνει. Μάλλον θα ακουγόμασταν σαν να θέλουμε να καταστρέψουμε το δωμάτιό της. Έτρεξε ανάμεσά μας, προσπαθώντας να μας χωρίσει.

«Σταματήστε! ΤΩΡΑ!» φώναξε. Η φωνή της ακούστηκε ανάμεσα στα γρυλίσματά μας.

«Δεν σας αντέχω πια! Αν δεν σταματήσει αυτή η κατάσταση, πάω αυτή τη στιγμή στο Λα Πους να ζητήσω από τον Πολ να σας αντικαταστήσει στο θέμα σωματοφύλακες.Πιστέψτε με, θα το κάνω.»

Κοίταξα τον Έντουαρντ. Το βλέμμα του πρόδιδε την αηδία και το μίσος που ένιωθε.

«Έντουαρντ, φύγε σε παρακαλώ. Απόψε με φυλάει ο Τζέικομπ.»

Έσκυψε το κεφάλι και δρασκέλισε το παράθυρο. Την αγκάλιασα, την έσφιξα κοντά μου και προσπάθησα να την παρηγορήσω.

Έσφιξε τα αδύναμα ανθρώπινα χέρια της γύρω από τον λαιμό μου και ακούμπησε το μάγουλό της στον λαιμό μου.

«Σ'αγαπώ.» ψιθύρισα.

Εκείνη τη φορά το εννοούσα με όλη μου την ψυχή…